Σήμερα εδώ αύριο πουθενά
Συνέντευξη για δουλειά
Είχα πάρει το τραίνο να πάω για συνέντευξη για δουλειά στα σύνορα. Το νοσοκομείο δεν ήταν το γυάλινο κτίριο που έδειχναν οι φωτογραφίες. Ήταν ένα πέτρινο κάστρο, σαν το Νόυσβανστάιν. Μπήκα από ένα παραπόρτι στα χαμηλά επίπεδα. Κατέβηκα περιστροφικές σκάλες μέχρι που ζαλίστηκα. Όταν έφτασα στο σωστό υπόγειο, πήγα στον κοιτώνα των συναδέρφων μου. Εκεί είχε παρατεταγμένες σειρές κρεβάτια με άχυρο για στρώμα. Μια γυναίκα σηκώθηκε, μου έδωσε μερικές πληροφορίες για τη θέση, και μετά με ρώτησε:
Σήμερα εδώ αύριο αλλού
Σήμερα εδώ αύριο εκεί
Δεν ξέρω αν έχει μείνει τίποτα σ'αυτό το σακί. Ο Ούντο Κ. πέθανε και το έμαθα εφτά μήνες μετά, την περασμένη Πέμπτη ταινίας που βλέπαμε τους Ινδιάνους στο σινεμαδίκο της πλατφόρμας. Έπεσαν οι τίτλοι και στη μαύρη οθόνη έγραψε στη μνήμη του Ούντο Κ. Έπιασα το κούτελό μου και ρώτησα τον μηχανικό υδραυλικών συστημάτων Πέθανε ο Ούντο Κ.; εκ του περισσού, σα να είχα ζαλιστεί από το μαντάτο. Ο μηχανικός έφαγε δυο ψίχουλα από σάλτε σπιράλερ που είχαν μείνει στη μπλούζα του και με ρώτησε κι εκείνος εκ του περισσού, Ε πόσο ήθελες να ζήσει; Πουρό ήταν, απολίθωμα. Ο μαθητευόμενός του από δίπλα ρώτησε με τα παραγούλια να κουνιούνται, Ποιος ήταν ο Ούντο Κ.;
---
Πήγαμε τα όργανα στο άλλο σπίτι, να ξέρεις, η φωνή σου στο τηλέφωνο όταν είμαι εδώ έξω είναι μια ιστορία από μόνη της. Στωική και φτωχή σε συναίσθημα. Η Δ. έχει τελικοσταδιακό Πάρκινσον. Στωική και φτωχή σε συναίσθημα. Η Δ. ήταν η παραμάνα σου, αλλά έτσι όπως το ανακοίνωσες θα μπορούσε να ήταν μια ασθενής που είδες μια φορά εκτίμηση στη νευρολογική. Όσο τα πράγματα σκληραίνουν, τόσο σκληραίνεις κι εσύ. Έπιασα το κούτελό μου και σε ρώτησα Από τις χημειοθεραπείες; εκ του περισσού, σα να είχα ζαλιστεί από το μαντάτο. Έκανες σκιπ το τραγούδι που έπαιζε στο παρασκήνιό σου και έβαλες Ένας μάγκας στον τεκέ μου. Άκουγα δεύτερο χέρι, όπως κάνω πάντα. Κουτσοτραγούδησες έσπασε το μπαγλαμά μου, δηλαδή αλλαγή θέματος, και μετά είπες Τα πλήκτρα τα ανεβάσαμε στη σοφίτα. Και τα πεταλάκια κι αυτά. -Αποφασίστηκε τελικά η κατανομή; -Ναι, τα ηλεκτρονικά όλα στη σοφίτα. Τα ακουστικά και ό,τι άλλο δε χρειάζεται καλώδια κάτω. Δεν έχει πολλές μπρίζες κάτω. A, θα βάψω τα νύχια μου πράσινα χόλο. -ΟΚ. Το άσμα συνεχίζεται, Άρπα Νώντα το μαχαίρι και δε θυμάμαι τι.
---
Ένα καλοκαίρι στο Σταυρό πριν πολλά χρόνια έβαλες το χέρι σ'ένα σακί με ηλιόσπορα για να βγάλεις μια χούφτα για το άλογο. Το σακί ήταν κάτω από τις τσιμεντένιες σκάλες στη σκιά. Μέσα στο σακί ξεκουραζόταν μια οχιά. Σε δάγκωσε ανάμεσα στο δείκτη και τον αντίχειρα. Έκτοτε σου έγινε συνήθεια να κοιτάς μέσα στο όποιο σακί πριν βάλεις το χέρι. Κοιτάς ακόμα και σε σακιά που δεν υπάρχει περίπτωση να ξεκουράζεται οχιά, όπως στο σακούλι με το αλεύρι που έχουμε στο ντουλάπι πάνω από τον πάγκο ή στο σακί του ρυζιού με το πλαστικό φερμουάρ, ακόμα και στο πάνινο σακί που μέσα έχεις τα κουβάρια του πλεξίματος.
---
Ο ήλιος που ανατέλλει καθρεφτίζεται στο γυάλινο κτίριο του Μπλου Γουώτερ Σίππινγκ, τρυπώνει απ'τις διακοσμητικές τρύπες της κουρτίνας και ζωγραφίζει λουλούδια και γραμμές στη ντουλάπα. Είναι έξι το πρωί. Η κεκτημένη ταχύτητα απ'τη δουλειά επιμένει. Θα επιμείνει ώσπου να πρέπει να ξαναπάω στη δουλειά. Είναι κόλπο, μόνιμη οικειοθελής καταστολή. Εχτές στο καταμαράν που μας έφερνε πίσω βλέπαμε ειδήσεις για το κρουαζιερόπλοιο που χτύκιασε και οι άλλοι λέγανε, πάλι καλά που δε χτυκιάσαμε εμείς. Εμείς δε μπορούμε να χτυκιάσουμε, δεν πατήσαμε στις Αμερικές. -Καλά γιατρέ, ξέρουμε πως είσαι ξερόλας, άσε να γίνει η κουβέντα. Δυο Πολωνοί μηχανικοί γνωρίζουνε τον καπετάνιο που είναι πατριώτης τους, ένας μικροσκοπικός άντρας σαν φλύδα. Έκαναν ρεαλιστικές εικασίες για την κατάσταση εντός και την κατάσταση της φλύδας. Εγώ σκεφτόμουν τα προγράμματα κορεσμού για την επόμενη φορά κι αν θα είναι καλό το καλοκαίρι ή θα μας χορέψει στο ταψί.
Ο ήλιος που ανατέλλει καθρεφτίζεται στο γυάλινο κτίριο του Μπλου Γουώτερ Σίππινγκ και έρχεται στη μάπα μου. Ακούω τα κοφτικά απ'το διαλυτήριο στη βόρεια μεριά. Είναι έξι το πρωί αλλά το λιμάνι δεν ξαποσταίνει ποτέ. Ο καπιταλισμός σαν καρχαρίας αν σταματήσει πέθανε. Η καρδιά του κτήνους, οι λασποαντλίες, τα παλούκια της γεώτρησης στη δουλειά, τα κοφτικά, το ρελαντί των αγκυροβολημένων, οι γερανοί και τα φορτηγά στο σπίτι, τώρα έχω γίνει όπως ο γέρος που αφήνει την τηλεόραση να παίζει όλη μέρα και τα γυρεύω. Σηκώνεσαι να φύγεις, είναι ώρα, έχεις κολεκτομές να κάνεις. Βρακώνεσαι, καλτσώνεσαι, βάζεις τον αγαπημένο σου βάτραχο δίπλα μου και λες Δε σκίζεσαι να μετακομίσεις τώρα, ε; -Τώρα είναι πολύ αργά. -Στης καρδιάς μου το μπαλκόνι ήρθε άλλο χελιδόνι κι έχει χτίσει τη φωλιά, είναι αργά πολύ αργά. Πάω να το βάλω, μ'έφκιαξες τώρα, με φιλάς, κλείνεις την πόρτα και λίγο μετά ακούγεται πνιχτά το μπουζουκάκι. Υπολόγισα πως μετακομίζω περίπου κάθε τριετία εδώ και δεκαπέντε χρόνια, λίγο πάνω λίγο κάτω.
---
Δεν ξέρω αν έχει μείνει τίποτα σ'αυτό το σακί, εσύ όμως χώνεις το χέρι ως τον αγκώνα και όλο βγάζεις κάτι καινούριο. Όπως το ότι ξαφνικά δε σκίζομαι να μετακομίσω. Αυτό ήταν με το κυνηγητό, ξεμπέρδεψα. Δεν ήταν και γρήγορη διαδικασία αλλά το πήρα πρέφα τελικά. Όσο και να μετακομίζω, τον κόσμο θα τον βλέπω μέσα απ'αυτό το ίδιο σακί. Το σακί περιορίζει το οπτικό πεδίο αν το αφήσεις. Θέλει να το ταχτοποιείς για να μη μπαίνει στη μέση και σου χαλάει τη θέα. Πιάνω το βιβλίο που μου χάρισε η γυναίκα με το Αφρικάνικο όνομα, γραμμένο από μια άλλη γυναίκα με Αφρικάνικο όνομα. Ο Κιμπογκό ανέβηκε στον ουρανό. Τώρα θα πάω στους λόφους της Ρουάντα με τη βλάστηση που στάζει υγρασία και τη μπανανόμπιρα που μυρίζει σάπια μπανάνα. Σήμερα εδώ αύριο εκεί.
Τι σε πονάει τελικά
Jævla hetero
Ι caught a golden waveIt left me lost at seaI turned crazyWild and awakeThe ocean was angryFoaming at the mouthTurning in the undertowTurning in the undertowTurning in the undertowTurning in the undertowMistakes, oh you paid and paid and paid forSun breaks, but you're finding only shadowSo you paid and paid and paidSo you paid and paid and paid(Oh you paid and paid and paid and paid)
X-ISLE 00
By myself I'd be in Árd Tí CuainWhere the mountain stands awayAnd ’tis I would let the Sunday goIn the cuckoo’s glen above the bayAgus, och och Éire lig is oÉire lionndubh agus oAh, the quiet land of ÉrinAh my heart is weary all aloneAnd it sends a lonely cryTo the land that sings beyond my dreamsAnd the lonely Sundays pass me byI would travel back the twisted yearsIn the bitter wasted windsIf the God above would let me lieIn a quiet place above the winds
Cada hombre un tirano
En las tablas se puede silbar al tirano; en el mundo hay que sufrirle; allí se le va a ver como una cosa rara, como una fiera que se enseña por dinero; en la sociedad cada preocupación es un rey; cada hombre un tirano; y de su cadena no hay librarse; cada individuo se constituye en eslabón de ella; los hombres son la cadena unos de otros.
M J de Larra
Άρχισα μαθήματα πιάνου λίγο πριν τα πέντε. Ξεκίνησα στο τοπικό ωδείο της Φέλντστράσσε που είναι δίπλα στο δανέζικο σχολείο. Η μάνα μου έλεγε την ιστορία με μεγάλη ικανοποίηση, πώς με πήγε στο ωδείο και είπε στον υπεύθυνο εγγραφών να μου δείξει τα όργανα που είχαν στην αίθουσα συναυλιών για να διαλέξω. Αυτός μου έδειξε και με ρώτησε τι μου άρεσε περισσότερο. Εμένα μου άρεσε η άρπα. Τότε η μάνα με έκοψε, ανακοίνωσε πως είχα δει αρκετά, και πως θα μ'έγραφε να μάθω πιάνο. Ο υπεύθυνος απορούσε με μπανάλ γερμανική ευθύτητα, Was soll denn der Zirkus? Sie wussten doch eh, Sie hatten doch längst entschieden, was er machen soll.. (Γιατί λοιπόν το θέατρο; Αφού είχατε εξ αρχής το πλάνο σας.) Και η μάνα μου έκλεινε την αφήγηση με την απάντησή της: Damit er Disziplin lernt. Egal, was er will. (Για να μαθαίνει πειθαρχία. Ασχέτως του τι θέλει.) Δε θυμάμαι την ιστορία πρώτο χέρι. Η καταγραφή η δική μου αρχίζει από το πρώτο μάθημα στο ωδείο. Τα πόδια μου δεν έφταναν στο πάτωμα ούτε στα πεντάλ. Το πρώτο κομμάτι που έπαιξα λεγόταν Τζο-τζο ο Ινδιάνος και ήταν η επανάληψη του ντο για καμιά δεκαριά μέτρα σε διάφορες αξίες. Ήταν πολύ δύσκολο και το δούλευα βδομάδες. Το βιβλίο ήταν οριζόντιο, όπως τα πρώτα πεντάγραμμα τετράδια για παιδιά, με μεγάλα στοιχεία. Ο Τζο-τζο χόρευε δίπλα στη φωτιά στην πάνω αριστερή γωνία της σελίδας.
Μερικά χρόνια αργότερα, αρχή του έτους, μέσα Αυγούστου, μας είχανε όρθιους έξω από μια αίθουσα θεωρητικών, και ένας ένας περνούσαμε για να μας ακροαστούν οι κυρίες της χορωδίας. Η μάνα στην Αυστραλία, ο πατέρας στο Αμβούργο. Με πρόσεχε η αδερφή του πατέρα μου, η κυρία-θεία, στο Ντούνζουμ. Είχε σημειωμένη την ώρα και την ημερομηνία της υποχρέωσης στο περιοδικό με τα σταυρόλεξα. Πήγαμε στο ωδείο με το πράσινο Όπελ. Την κυρία-θεία την ένοιαζαν οι υποθέσεις του ωδείου μου όσο ένοιαζε εμένα το περιοδικό με τα σταυρόλεξα που την κρατούσε απασχολημένη ενώ με περίμενε στο αυτοκίνητο. Όταν ήρθε η σειρά μου, μπήκα στην αίθουσα και μια από τις κυρίες της χορωδίας καθόταν στο πιάνο. Μου υπέδειξε να σταθώ πάνω στο ξύλινο βάθρο στο οποίο κανονικά στεκόταν ο δάσκαλος των θεωρητικών. Μου είπε να τραγουδήσω τη ντο μείζονα. Έπαιξε ντο - ντο ανεβαίνοντας για να καταλάβω. Έκανα να πω τις νότες αλλά δεν έβγαινε ήχος. Εμπρός λοιπόν. Ντο, ρε, μι, φα... τραγούδησε για να μου δείξει. Μετά από μερικές προσπάθειες έκραξα Ντο, ρε, μι, φα... αλλά στην πράξη φα, φα, φα, φα... ή ίσως κάτι πιο στρυφνό όπως ένα φα και κάτι βυζαντινά μόρια, τελοσπάντων, ένας καυλωμένος γάιδαρος θα τα είχε καταφέρει πιο καλά. Η κυρία της χορωδίας περίμενε μια στιγμή και μετά είπε Ach, nein. Das geht nicht. Όταν βγήκα πάλι στο διάδρομο είχα την αίσθηση πως είχα διαπράξει κάποιο φοβερό παράπτωμα. Μετά από μένα μπήκε ο Πρέμεκ και τραγούδησε δυνατά και καλοκουρντισμένα ντο, ρε, μι, φα... Ο Πρέμεκ ήταν στην ηλικία μου. Ήταν ένα στρογγυλό μελαχροινό παιδί και τον έφερνε πάντα στο ωδείο η μάνα του με τα μεγάλα σκουλαρίκια. Μάθαινε κλαρινέτο. Υπήρχε μια έντονη σοβαρότητα γύρω από το θέμα της καριέρας και της προόδου του Πρέμεκ. Πηγαίναμε μαζί στα θεωρητικά. Είχε καπλαντισμένα πεντάγραμμα και ένα μηχανικό μολύβι με χρυσά γράμματα. Ήταν συγκεντρωμένος και δε χαζολογούσε. Οι ασκήσεις του ήταν καθαρογραμμένες χωρίς λάθη και μουντζούρες. Ο Πρέμεκ ήταν φυσικό που τραγούδησε ωραία στην ακρόαση για τη χορωδία. Δε με απασχόλησε. Η κυρία-θεία ήταν ανακουφισμένη όταν εμφανίστηκα επειδή είχε δουλειές να κάνει. Στο δρόμο για το σπίτι μέσα στο πράσινο Όπελ δίπλα σε ένα βουνό σακούλες από το Ρέβε, με έπεισα πως το θέμα της χορωδίας είχε λήξει και το έβγαλα απ'το νου μου.
Μήνες μετά στη συνάντηση γονέων και εκπαιδευτικών θίχτηκε το γεγονός πως δεν τραγουδούσα και αν δε γινόταν κάτι με το σολφέζ θα έμενα μετεξεταστέος. Αυτό ήταν αδιανόητο. Όταν γύρισε η μάνα μου απ'το μπάρκο με έβαλε να σταθώ δίπλα στο πιάνο και μου είχε πει, κάμε όπως ο Πρέμεκ! και έπαιζε τις νότες. Μπορούσα να τις τραγουδήσω, αλλά μόνο και μόνο επειδή είχα το πιάνο οδηγό. Μόλις σταματούσε το βούλωνα. Τα χέρια μου ίδρωναν. Τι έχει δηλαδή ο Πρέμεκ που δεν έχεις εσύ; Εν τέλει μου τις έβρεξε.
/
Το πατρικό μου είναι ένα παλιό διώροφο αγροτόσπιτο τυπικό της περιοχής. Έχει ένα μεγάλο, άδειο σαλόνι, που παλιά χωρούσε μια Μαλτέζα με τα δέκα της παιδιά και τις γειτόνισσες που έρχονταν επίσκεψη. Το σαλόνι παρέμεινε αχανές παρά τις τροποποιήσεις στο κτίσμα με τα χρόνια. Αλλά η μάνα μου έδωσε εντολή το πιάνο να στηθεί στο δωμάτιό μου και δεν άκουγε κουβέντα. Το δωμάτιό μου είναι μικρό, με ένα μεσότοιχο από ψευδοροφή και δυο παγωμένα εξωτερικά ντουβάρια εκτεθειμένα στο βορειοδυτικό καιρό, που είναι ο χειρότερος καιρός που βρίσκει το νησί. Το πιάνο δε μπορούσε να έχει πλάτη στα εξωτερικά ντουβάρια, που κάθε τόσο έπιαναν μούχλα και ήθελαν καθάρισμα και βάψιμο, αλλά εγώ μπορούσα γιατί δεν είμαι ξύλινος. Μετακίνησαν το κρεβάτι μου που ήταν ακουμπισμένο στο ζεστό μεσότοιχο στην απέναντι μεριά, και στην πρώην θέση του κρεβατιού έβαλαν το πιάνο. Η μάνα μου ήταν της γνώμης πως το πιάνο έπρεπε να είναι το πρώτο πράγμα που θα έβλεπα όταν ξυπνούσα και το τελευταίο πριν κοιμηθώ. Οτιδήποτε άλλο θα λειτουργούσε ενάντια στην ευόδωση του σχεδίου που είχε για μένα, να γίνω καριερίστας. Ήμουν χαρούμενος που μου είχαν αγοράσει πιάνο, γιατί προηγουμένως έπρεπε να πηγαίνω στο ωδείο να διαβάζω. Το πρώτο βράδυ που ξάπλωσα να κοιμηθώ στη νέα θέση, οι τοίχοι αντανακλούσαν κρύο, δεν είχα πού να κρυφτώ, και δεν ήταν καν χειμώνας.
Δε συνέβη από τη μια μέρα στην άλλη, ήταν μια αργή διαδικασία, αλλά η ιδέα της μάνας μου δεν ήταν άστοχη. Απέκτησα μια στενή, προσωπική σχέση με το βερολινέζικο πιάνο, με το οποίο ζούσαμε σαν παντρεμένοι. Στην αρχή κάθε φορά που το αντίκριζα ήταν αναμέτρηση. Σε αντίθεση με τα πιάνα του ωδείου, που όταν τέλειωνε η μελέτη, τα άφηνα στη σκοτεινή τους αίθουσα και τα ξεχνούσα μέχρι την επομένη, από εκείνο το πιάνο δε μπορούσα να ξεφύγω. Με τον καιρό κατέστη σαφές πως κανένας από τους δυο μας δεν είχε σκοτεινές προθέσεις. Η μελέτη και ο χαβαλές έχασαν τα αφορισμένα όριά τους, οι ώρες της σιωπής και οι ώρες της φασαρίας έχασαν τα αφορισμένα όριά τους. Τον πρώτο καιρό έκλεινα το καπάκι όταν σταματούσα να παίζω. Αυτό είχε ως συνέπεια να ανοιγοκλείνω το καπάκι δεκάδες φορές μέσα στη μέρα. Το καπάκι με τις αλλαγές της θερμοκρασίας στο παλιό σπίτι άλλοτε έκλεινε εύκολα, άλλοτε σκάλωνε με τη συστολή και διαστολή των ξύλων, και καλούσα τον πατέρα για βοήθεια. Αυτό συνεχίστηκε για ένα διάστημα, ώσπου η υπομονή του πατέρα εξαντλήθηκε, και μου είπε, καλύτερα να το κλείνω μόνο όταν ήταν να πάμε για ύπνο, το πιάνο κι εγώ. Η απαλοιφή των ορίων ήταν ο απώτερος σκοπός της μάνας μου, και τον πέτυχε χωρίς να χρειαστεί να εμπλακεί ιδιαίτερα, και το πιάνο έγινε μέρος του εαυτού μου, και ο εαυτός μου έγινε μέρος του πιάνου, και με ασταθές αλλά πολύωρο πρόγραμμα ως την αυλή έφταναν ταλαιπωρητικές κλίμακες, τα ίδια και τα ίδια λάθη, ταν-ταν-ταν-ταν ξανά και ξανά τα ίδια μέτρα, μπουρδουκλώματα και παροδικές μελωδικές εκλάμψεις, και μερικές φορές οι γείτονες κάνανε αστεία, όπως πόσα χρόνια θα έπαιρνε ώσπου να ακούγομαι χωρίς να τρέχουν δάκρυα απ'τα αυτιά τους, που ο πατέρας αντιπαρερχόταν χαμογελαστός. Η μάνα ήταν ικανοποιημένη. Έτσι κι αλλιώς τον περισσότερο καιρό ήταν απούσα, οπότε δεν υπέφερε ακούγοντας σονατίνες σε ατέρμονη επανάληψη.
Στο σχολείο έπεφτε καζίκι και υπέφερα. Βιαζόμουν να γυρίσω σπίτι, στο δωμάτιό μου, να βάλω τα γόνατα κόντρα στο στο ζεστό ξύλο και να κάτσω τον κώλο μου στο σκαμπώ που άνοιγε και μέσα είχα κρυμμένο ένα ξύλινο κουτί με ένα σκαλισμένο έντομο που κουνούσε τα μικροσκοπικά ξύλινα πόδια του. Στο ωδείο συνέκρινα επίμονα τα πιάνα στις αίθουσες διδασκαλίας με το δικό μου, και έβρισκα διαρκώς νέους τομείς στους οποίους υστερούσαν, πάντα υστερούσαν. Τώρα σκέφτομαι τη μάνα μου ιδιοκτήτη ενός κουνελιού-νάνου ο οποίος είχε την αιφνίδια έμπνευση να του αγοράσει μια ξύλινη κουδουνίστρα από αυτές που πουλάνε στα πετ-σωπ. Σκέφτομαι τη χαρά της που το κουνέλι-νάνος έπαιζε με την κουδουνίστρα του κάθε μέρα, για μέρες, για βδομάδες, για μήνες, για χρόνια, και δε βαριότανε ποτέ. Και δε βαριόμουνα ποτέ.
/
Ένα φεγγάρι που η μάνα μου ήταν σπίτι ήρθε να με πάρει απ'το ωδείο και η δασκάλα με έβαλε να περιμένω έξω από την αίθουσα και μιλούσε πίσω από την πόρτα μαζί της. Η μάνα μου έλεγε στη δασκάλα να με χτυπάει και να μη με λυπάται, πως ήθελα πειθαρχία. "Disziplin", μια από τις αγαπημένες λέξεις της μάνας μου, κοντά στις "γαμώ (το Χριστό σου και την Παναγιά)" , "κωλονήσι", "Rauchpause", "εδέσαμε", έτσι, σαν καρικατούρα.
Η δασκάλα έλεγε για το σολφέζ και τη χορωδία, έλεγε πώς σκεφτόταν να με βάλει να παίξω ντουέτο με τον Πρέμεκ για να με τραβήξει πάνω. Η μάνα μου συμφωνούσε πως θα μου έκανε καλό να πάρω παράδειγμα από τον Πρέμεκ, που είχε αυτοπεποίθηση και ήταν γερός μαθητής. Εγώ καθόμουν εκεί έξω μικρός και θυμωμένος και μισούσα τον Πρέμεκ.
Μας βάλανε και παίξαμε το Ständchen D889 του Σούμπερτ. Ο Πρέμεκ έκανε πως δεν υπήρχα. Δεν ήξερα τότε πως αυτό δεν είχε να κάνει με μένα, αλλά με τον ίδιο τον Πρέμεκ. Το πήρα φυσικά προσωπικά, γιατί στο νου μου ο Πρέμεκ ήταν ο αντίπαλος, και είχα πάρει άρρητη εντολή να τον λιώσω σαν ψαλίδα στο πλακάκι του μπάνιου. Ο Πρέμεκ δεν ήθελε άλλο παρά να κάνει καλή εντύπωση στη δασκάλα του και στη δασκάλα μου και σε όποιον άλλον είχε εξουσία, ήθελε να είναι άριστος, γιατί, όπως και σε μένα, του είχαν πει πως αυτό το πράγμα ήταν υψίστης σημασίας, και φοβόταν, όπως κι εγώ, πως αν δεν ήταν καλός, δε θα τον αγαπούσε κανείς.
Όταν ήμουν μικρός δεν ήθελα να πάω σχολείο. Ο πατέρας με άφηνε στο νηπιαγωγείο και εγώ έβρισκα μια γωνία και έκλαιγα ήσυχα. Τον είχαν κουβαλήσει πολλές φορές από τη δουλειά γιατί μόνο όταν τον ξανάβλεπα σταματούσα το κλάμα. Κάποτε περνούσαμε με το αμάξι από του Γιαν στο Ντούνζουμ και ρώτησα τι βρωμούσε έτσι, πούχα-πού-πούχα-πουχά. Ο Γιαν είχε φάρμα με γουρούνια, αλλά αυτό το έμαθα κατοπινά. Η μάνα μου επινόησε στη στιγμή τη γουρουνοσχολή, που ήταν το μέρος που πήγαιναν τα παιδιά που δεν έπαιρναν από μουσική και γράμματα, τα παιδιά που δε θέλαν το σχολείο. Ήταν τέτοια η μπόχα, και εμπιστευόμουν τη μάνα μου απόλυτα, οπότε έφαγα την ιστορία. Ώσπου έμαθα πως δεν υπήρχε γουρουνοσχολή, με τρομοκρατούσε το ενδεχόμενο. Ήμουν αργός και δεν είχα παρέες και τελοσπάντων, έφτασα στην τέταρτη τάξη προτού αμφισβητήσω το θέμα της γουρουνοσχολής. Υποψιάζομαι πως η μάνα του Πρέμεκ τον είχε κι εκείνον κρεμασμένο απ'το σβέρκο με κάποια παραλλαγή της γουρουνοσχολής.
Δε θέλαμε να απογοητεύσουμε, γιατί αν απογοητεύαμε ο κόσμος θα κατέρρεε και ποιος ξέρει τι χάος θα ακολουθούσε, ε; Το κομμάτι ήταν εύκολο. Η δασκάλα έλεγε να βάζω το μετρονόμο στο 30 σπίτι για να μην το χαλάσω. Εγώ στο σπίτι μελετούσα τα υπόλοιπα και το Ständchen το περνούσα μια φορά χωρίς μετρονόμο για να βγω από την υποχρέωση. Δε μου άρεζε ο Σούμπερτ. Δε μου άρεζε το κλαρινέτο. Και κυρίως δε μου άρεζε ο Πρέμεκ.
Παίξαμε το Ständchen D889 και η μάνα μου έλειπε. Αν ήταν εκεί θα μου έλεγε πως δεν ήμουν καλός, πως είχα χάσει εκεί το τέμπο και πως δεν είχα σωστά τον καρπό στο τάδε σημείο και πως το πέμπτο δάχτυλο ήταν τεντωμένο εκεί που έπρεπε να είναι χαλαρό και όλα αυτά που μου είχε πει άλλες φορές με τη δασκάλα να συμφωνεί και να επαυξάνει, γιατί η μάνα μου ήξερε από μουσική, όχι τόσο ώστε να είναι μουσικός, αλλά αρκετά για να ασκεί κριτική. Θα ήταν ακόμα πιο ντροπιαστικό αν είχε τόσες παρατηρήσεις συγκεκριμένα για εκείνο το άχρηστο κομμάτι του Σούμπερτ που με είχαν αναγκάσει να παίξω με τον Πρέμεκ. Αλλά ευτυχώς εκείνη έλειπε και το μόνο που χρειάστηκε να αντιμετωπίσω ήταν το τηλεφώνημα στις πέντε το πρωί ώρα δικιά μας, μεσημέρι δικιά της, όπου με ρώτησε ανάμεσα στη μια τζούρα και στην άλλη: Ήσουν διαβασμένος; Ο Πρέμεκ; Ήτανε διαβασμένος; και δεν την απογοήτευσα και ο κόσμος δεν κατέρρευσε και δεν ακολούθησε κανένα χάος. Το μόνο που ακολούθησε ήταν το κλείσιμο ρουτίνας Εντάξει μπάμια, δώσε μου τώρα τον πατέρα σου.
Η μάνα μου πρόλαβε και πέθανε ενάμιση χρόνο μετά από το αναθεματισμένο Ständchen D889 και κανείς δεν έκανε ξανά επισταμένη κουβέντα για τον Πρέμεκ. Το μέτρημα των πούτσων έκοψε, δε χρειαζόταν να την έχουμε πάντα μεγαλύτερη, αυτά ήταν κουσούρια της μάνας μου απ'τη ζωή που έκανε. Ο πατέρας που χαιρόταν με τα λίγα σαν προτεστάντης, μερικές φορές ερχόταν και στεκόταν χαμογελαστός δίπλα στο πιάνο όταν έπαιζα Moscheles ή Czerny ή κάποια άλλη μαλακία άσκηση και μου έλεγε πάντα πως έπαιζα ωραία, και έμοιαζε περήφανος. Αυτό ίσως και να ήταν παιδαγωγική τακτική, αλλιώτικη απ'της μάνας μου, δεν ξέρω. Τρόπον τινά εβραίος γιαλατζί, μεγαλωμένος στο νησί καθώς ήταν κι αυτός, από μάνα ντόπια γεννημένη προτεστάντισσα, βαμμένος απ'την αντίληψη του τόπου, αλλά το μεδούλι ήταν εβραίικο σωστό και αυτό που τον ικανοποιούσε περισσότερο απ'όλα ήταν που μάθαινα πειθαρχημένος ό,τι μου δίδασκαν, γιατί ο σωστός εβραίος πρέπει να είναι μορφωμένος και πολύγλωσσος για να αναπληρώνει για την εβραιοσύνη του, που είναι μειονέκτημα εξ ορισμού. Από κεκτημένη ταχύτητα συνέχισα στο αυλάκι που είχα μπει σαν μπάλα του μπόουλινγκ και έφτασα να τελειώσω από το ωδείο στο Λύμπεκ, υποσχόμενος και αυτά κι εκείνα, αν και δε μπόρεσα ποτέ να τραγουδήσω, αυτό ήταν ανικανότητα. Έτσι όπως κάποιος γεννιέται κακάσχημος, έτσι εγώ γεννήθηκα κακόφωνος. Τον Πρέμεκ τον βρήκε δύσκολη εφηβεία και τα παράτησε όλα κάπου στα δεκαπέντε. Όταν τον συνάντησα φοιτητής στο Αμβούργο έπαιζε μπάσο σε hair metal tribute μπάντα και ήταν εντάξει.
/
Το βερολινέζικο πιάνο είναι ακόμα στο δωμάτιό μου, ακουμπισμένο στον ίδιο μεσότοιχο από ψευδοροφή. Ήταν από παλιό στοκ που είχε ξεμείνει σε έναν γνωστό των Τρύμπγκερ στο Αμβούργο, από τα τελευταία που έβγαλε η εταιρία του Αουγκούστ Γκραντ πριν κλείσει το '88. Οι γονείς μου το πήρανε κοψοχρονιά επειδή ο έμπορας ήθελε να αδειάσει την αποθήκη. Δεν έχει το χαρακτήρα των σοβιετικών ούτε την ψηφιακότητα των γιαπωνέζικων. Είναι ένα γερμανικό πιάνο, με καθαρό ήχο και μέτρια σκληράδα στα πλήκτρα, όπως συνήθως είναι τα γερμανικά πιάνα. Είναι από παλίσανδρο, κοκκινωπό, επιλογή της μάνας μου, η οποία συνειδητοποίησα τριάντα χρόνια μετά πως ήταν σκόπιμη, για να είναι ασσορτί με μένα τον ίδιο.
/
Το πέρασμα του χρόνου είναι το πέρασμα από το ένα στο άλλο τυχαίο σημείο, αλλά όταν τα σημεία ενωθούν με τη γραμμή της μνήμης, η τυχαιότητα εξαλείφεται, και όλα μοιάζουν να ήταν διαδοχές στρατηγημάτων, σαν άσκηση ανάλυσης συγχορδιών.
Οι ευτυχίες λύνονται πάντα προς θλίψη, όπως στη δεσπόζουσα μεθ'εβδόμης η έβδομη λύνεται πάντα προς τα κάτω. Η εξαίρεση εξαντλείται σε αρμονικές ιδιοτροπίες, στο παγωμένο απόγευμα που η σόμπα φλογώνει τη μούρη, στο ένα δάχτυλο σκόνη κάτω από το καπάκι που σκουπίζω με το μανίκι, η εξαίρεση είναι αυτή που είναι, ποιος είμαι εγώ για να ζητήσω τα ρέστα από την ευρωπαϊκή μουσική;




