© 2008 - 2015


-

Archiv

Blogger news

Blogger templates

 

+

Umblättern

Kategorien

 

#15

Πάντα μιλούνε ο ένας ενάντια στον άλλο
ο πρώτος αναφέρει το δεύτερο, μετά ταλαντώνεται

ατελεκτατούν. Η Βιεννέζικη μάσκα του πνιγμού
γύρω απ'τα μάτια και οι διάτρητες κηλίδες

τα κυανωτικά τους χείλια βρέχονται από λάδι
στο φως του πρωινού
είναι ξεκάθαρο πόσο πολύ γλιστράνε μικρές μεγάλες στάλες αντανάκλασης.

Βάζω το φακό κόντρα. Οι σκοτωμένοι τώρα το ξέρουνε κι αυτοί
χέλια ξεριζωμένα απ'τις πλημμυρισμένες τους στοές
σταγόνα σταγόνα η μέρα τους χαρίζεται

ως το γόνα φτάνουν τα χέρια του ελέους
οι πατούσες ξεκολλάνε μουσκεμένες

δεν τους λυπάμαι, δε θα'ξερα και πώς
τους βλέπω να κοροϊδεύουν τον υπόλοιπό τους χρόνο
σε κλειδωμένες τρώγλες.

Αυτούς και μερικούς ακόμα
τους ξεκλήρισε ο νάρκισσος
η δυσωδία είναι κι αυτή αξέπλυντη
μπροστά απ'τους θαλάμους
μέσα σώνονται τετράδες άρρωστοι που όλοι μας θα θέλαμε νεκρούς, ΧΩΜΑ
το καθήκον τα χέρια στα σκατά και το βλέμμα κάπου αλλού.

Πάντα μιλούνε ο ένας ενάντια στον άλλον
και όταν κοιμούνται συζητούμε
μην τύχει και μάθουνε κι αυτοί και κλέψουνε τα χνώτα μας.

#14

Για τη δεκάτη τετάρτη σειρά
σπρωχθήκαν βουβοί οι διεκδικητές
μόνο για λίγο, έπειτα τους κατάπιε η νύχτα που αυτές τις μέρες είναι πολλή.


Look away. Walk across

The spells are facing the flesh
the spells are facing the flesh

no place else but in

the spells are facing the flesh
the spells are facing the flesh

no face else but this

what will become of standard stead
what will become of standard stead

I wouldn't know yet guess

slide myself from hint to hint
slide myself from hint to hint

has your mouth ever craved excite

drool and touch over your skin
drool and touch over your skin

as it will soon transform in matter
and break apart under my limbs.

Η κήλη του Amyand

Η γυαλάδα στο μάτι το χνώτο της σούρας
η σκνίπα στο τζάμι ο λεκές στο χαλί
οι διεστραμμένοι φαλακροί παρελαύνουν με τις γλώσσες κρεμασμένες έξω
ο λαός επικροτεί ικανοποιημένος

τα διψασμένα στόματα διψασμένα γι'αρρώστεια
ψάχνουν σπάνιους τύπους πόνου
ο κοινός δεν έχει πια την ίδια χάρη
ο κοινός δεν έχει πια αρκετό πρόσωπο.

Ένας προς ένας στο χώμα ώσπου όλοι ανακυκλωμένοι
θα σπεύδουμε χωρίς περιστροφές για τη λίπανση του εδάφους
οι γλυκείς θεραπευτές είναι απατεώνες εξόν
αυτών με την αηδία έκδηλη την ώρα που σ'αγγίζουν
κι αυτοί κανείς κανείς κανείς κανείς δεν αρκείται στην προσβολή
του παραπαίοντος σώματος ενός αχάριστου ξένου μα ψάχνουν
σπάνιους τύπους πόνου
ο κοινός δεν έχει πια την ίδια ομορφιά
ο κοινός δεν έχει πια αρκετό πρόσωπο.

Τώρα ανάσκελα ο σιωπηρός πιστός με το γουναρικό του απλωμένο κείται νεκρός
ευγενικά σκοτωμένος απ'τους σωτήρες του
τα διψασμένα στόματα διψασμένα γι'αρρώστεια
φωνάζουν το θάνατο που'ρχεται
'Σας θυμάμαι καλά! Όλους. Κι ας νομίζατε λάθος
εγώ ξαφνικά πάσχω από κάτι αδιανόητο.'

Οι αθώοι εργάτες άσπροι στη θέα του πυρετού
τα διψασμένα στόματα πεινασμένα για πόνο
αρπάζονται απ'τα παραβάν γκρεμίζουν τους τρόπους,
τα θύματα που δε μας ενδιαφέρουν κοιτιώνται μεταξύ τους και ντρέπονται.

Model 10

There's a new land in the mirror
there's a new Torah in the pages
that's something I never heard before
that's something I now only get to see

oh wait,
it's me and mine
oh wait,
it's me and mine.

Το Γουδί

Ναι η ταλάντωση του βλεφάρου σε κάθε πετάρισμα μασάει τη συνέχεια της παρακολούθησης καθώς τη μολύνει με κλωστές άπειρης βαρύτητας. Και η ταλάντωση του βλεφάρου σε κάθε πετάρισμα λιπαίνει τον κερατοειδή. Αυτά κάνουν τις παραστάσεις και τα πράγματα να κυλάνε μπροστά απ'τα μάτια ακαριαία και σπασμωδικά ακριβώς τόσο ώστε το βράδυ να σε βρίσκει με πονοκέφαλο κι εξαντλημένο, κι όσο πιο πολλά κι όσο πιο γρήγορα κυλάνε αστράφτουν περισσότερο και τόσο το βράδυ σε βρίσκει με πονοκέφαλο κι εξαντλημένο με το λαιμό ξερό να μην ξέρεις τι να πεις. Μέσα στο κεφάλι τα κομμάτια ενδοεπικοινωνούν διακριτικά, κανένα δε μένει ανενημέρωτο για το φορτίο της ημέρας. Η θεία μπροστά στο πέτασμα μ'ενημερώνει τώρα πώς αυτά που με πληροφορούν τα αισθητήρια όργανά μου είναι αλλιώτικα και μου κατηγορεί την υψηλή ενδοεπικοινωνία. Ένας θεατρίνος συνάδελφος τη σιγοντάρει, απορώντας σε λογική βάση και παράλογο υπόβαθρο επί των ισχυρισμών της θείας, η θεία απαντά επαινώντας την έκτακτη ερώτηση. Εκχωρώ μια ανοχή σ'αυτήν και στον αφανή ήρωα του δράματος, σε λίγο έτσι κι αλλιώς θα μ'έχει πάρει ο ύπνος στην καρέκλα με το σαγόνι κολλημένο στο στήθος. Παραπέρα μερικές γυναίκες πίνουν το αίμα εθελοντών για να σώσουν το περιεχόμενό τους και όχι το σαρκίο όπως διδάσκει ο ένας και ο άλλος απεσταλμένος του εκάστοτε θεού. Τελικά η δηλητηρίαση δεν αργεί να φτάσει και το πάτωμα γίνεται Βατερλώ από ξεχειλωμένες σακούλες με διαφανή υποκίτρινα ή κόκκινα υπολείμματα. Αυτά όλα θα τ'αφήσουμε πίσω μας όπως τα φανάρια που κροταλλίζουν με την πρώτη αναλαμπή το τρέμουλο του νεύρου ο ρόγχος των μηχανών το αίμα ΤΟ ΑΙΜΑ που κολλάει όπου βρεθεί και απ'την άλλη  ΤΟ ΛΑΔΙ που δε σταματάει ποτέ εξόν άμα το κάψεις. Θ'ανοίξω το στόμα και θα στουμπώσω μέσα ό,τι σκουπιδαριό μαζεύτηκε σε κάθε γωνία επί της οδού Σινώπης κι όλα θα πάνε κάτω με ένα υπέροχο ζεστό ρόφημα μια νύχτα πριν το νόμιμο ύπνο στο κρεβάτι με το σαγόνι ακουμπισμένο στο μαξιλαράκι. Ναι λοιπόν η ταλάντωση του βλεφάρου σε κάθε πετάρισμα παρεμβάλλεται στην πλήρη αντίληψη της πραγματωμένης αλήθειας, μα τι σημασία έχει αφού το βράδυ σε βρίσκει πάλι κοιμισμένο

ε παλιόπουστα;

#13 lucky charm post


our ghosts may forever turn in monsters
but we will not once break free from our stone-made bonds

Memorial 6

First went the mother, then went the daughter
the rhythm was by no means fair but what is
20 years exchanged for a couple of months

they reside under the belly of the village
between the steep hills, the heavy clouds
surrounded by tall trees and buildings

when you breathe you breathe thick there
however all is thinner, less visible, silent, cold
embraced by the neighborhoods and progress

the roar of the moving atmosphere from my window
the seething in my chest, the dust under the seat
they call every expedition product of formality

stuffed in their Sunday clothes on Saturday
they'll all mourn over the parfumed pentanediamine of their dearest
days are falling back to their small

early night late morning early night late morning
early night late morning early night late morning
early night late morning early night late morning

they are far from gone they are diminished to our initial dust
from moving mass to moving mass to moving mass to stillness
quiet please
I'm listening to the roar of the moving atmosphere from my window
the seething in my chest, the dust under every piece 
the million faces of bad violence.

Doxycyclin

Manche Männer haben mir die Lues angesteckt
manche lachten, manche nein

heute lauf ich herum
meine Rückenmarkschwindsucht schreit um ihr Leben

was für eine Heldentat
was für eine

mit dem Medikament
kann nun ja alles geheilt werden

#12

Conscience
we're ending up in the
-
the walls against themselves
they twist
-
the thousands contacts; they count exactly for the thousands they are
if they were kind enough they would claim time would cure every integrated sum
but no
the thousands contacts remain the thousands they are and nothing
-
rainy summer asphalts
closed windows and the white shirt behind the twisting walls
a lifetime dedicated a lifetime left and hoarse corrosive
hell
-
smooth slippery memories created out of my phantom past
rainy summer asphalts
deep northern nights
the cold wind of September with the parks lit up in bloom
denim coverage of the designed life
-
we're ending up in the
conscience
and the bullshit that flies out of my mouth and hands
and ass.

fuck August

and you will fear death not
after all those transparent lukewarm sips
so many, even my finger looks like a maiden

the pale rose petals I baked
are pale enough to make me sick
and be sold as love

walk the stairs up, walk them down
one step is granted
the wrong before you collapse

heat and moist more willing than the most
available and ready

fuck August
and you will fear death now
.

#11

Lying in the river of time,
often the waves of woe
have entirely submerged me.
In wandering and in prison cells
I spent my very precious youth,
my life
like yours
has been seared.

Ai Qing
-


Sun over seas
not the perfect weather to return ourselves
amidst the dearest of the waves
hands and feet and heads are sailing.
Another part of given time
drowned before our eyes.
The lisps stay lax
marking our way through
the gutter to the ocean.
Seven deaths afar
there lies, terrifying,
the clarity of our integrated surfaces.

(selbst)

Today has been
every day has been

imitations
I don't
I don't either

where to
nowhere to

he told me 50.000 times not to exaggerate didn't he didn't.

Too bad

The bond of the second
that comes amongst an ocean
of irrelevant presence

the smell and the offense
nothing unpleasant to this
let the rest complain

it keeps flashing in my head
all escaped desires gathered

-

where again I find you
discover and explore like virgin land
where again I touch you
weep and smile, first faith and last

-

I've been the great lover
three good years now, at times better at times worse
at times more of a hater

words traveled their circles
came back over themselves

-

empty hands
I stepped back sipped the gin
where again I find where again
only where dead or asleep
a bitter loss

-

I never existed
you were for a route

too bad.

b10

Μου λείπουνε οι νύχτες της γλύκας
και τα τραπέζια που στέκονταν στραβά
τα ποτήρια γλιστρούσαν και τα έπιανε η Ρωσίδα
πώς τη λέγανε να δεις

οι νύχτες της γλύκας
αρχίδια κι αυτές ήταν νύχτες τέτοιων ημερών
όπως όλες
οι νέες πόλεις ανοίγονται εύκολα
οι νέες πόλεις ανοίγονται εύκολα

κι έχω ξεχάσει μια χαρά κάθε άλλο
ό,τι πέρασε ξυστά και είχε γρέζια
η αρρώστεια έμεινε για πάντα
κρίμα

πότε θα διώξω αυτόν τον ήχο
πότε θα διώξω αυτόν τον ήχο
το αίμα με σουρώνει όταν
κυλάει έξω
πανέμορφο

...

καημένες γειτονιές η μια πάνω στην άλλη
σπίτια καβαλημένα και γριές κάθονται έξω
το πάρκο με τα πολύχρωμα φώτα
το σπίτι σου που έβλεπε
κι εγώ δεν ξέρω πού έβλεπε

τα κύμματα και ο προβολέας και το ποδήλατο
όλα συνοστισμένα
ιδρώτας
οι νέες πόλεις ανοίγονται εύκολα
οι νέες πόλεις ανοίγονται εύκολα

σάρκινη αηδία
ο πονοκέφαλος παρών

#10

I look for every face known and all I've never met
are feet on this and that pavement, this and that street

I might as well ask one or two in case I've forgotten
they will turn to me stumped, mumble and step away
being feet as they are

each case is broken, each case is mine and foreign
they are laid out on tables around me and they talk

I understand nothing

they've seen brighter colors more than once
before this monochromatic prism of meat and bones

I would look over the distant chime
something warm would ooze from my ears

there would be one time for first if you lived through arrays
and as many times as you can stuff in your share if you afforded the hope

if I double the years, the clouds will be the same
closer to nothing

then I'll understand.

E minor melodic desc.

'You should've died when you were young'
diluted as that happiness may have been
it left and finished among the dilation and the dilatation

'You should've died when you were young'
clean, pure with every hand out in the air
every one of the nine, fourteen, seven

now oh now the gleam in everyone's eye
reflects the natural light of the sun like all jaundice birds
fly and crawl upon the city you miss

now oh now the gleam in everyone's eye
is under the aborted perspective of creation
every step and every little death were challenged
'You should've died when you were young'
the papers have yet to follow the color of the skin
and the sclerae and the inner of the lips

'You should've died when you were young'
now oh now the gleam in everyone's eye
will keep you until you rot alive




A constant undone

The stricken atmosphere in the central south provinces
suspicious smells between the trees and all-naturals
could be about the decaying birds on the ground since
every root feeds on death and nothingness, then trees
grow

in a drained dry bathtub with the clothes on all night
the tiles around are blank, between them a nation of nausee
a man without a proper face waits for them but they never
what is more, that bathroom had no windows nor tiles

and pale hands live off the points sourcing from his veins
loitering spirits in each glass that's how summers pass that's how summers pass
never sleep, never wake


Lucky charm post


Refrain from

Split sound doubled instrument.
Home with two feet lacking heads.
The clothes are tainted.
Dirt, dirt, dirt
.

Localized morphea

The pillow sits on my legs. And the legs sit on the floor.  Automatic writing was a factor I would never consider. There is no psychography but the constructed physique. My feet have been overheating during the last weeks. This indicates a rise in temperatures. This indicates the broken venous temperaments. At times the suns shine a million through the glass, at others my stomach is the only sun I know.

-Where are you going?
-I will be back right away.

I sit up from my day-long rest and my head floats unstable. Postural uncertainty becomes of the wasted numbers. Dizzy spells with a clench in my viscera; could either be my success in being an obedient creature or I don't know. The five o' clock terror is a daily newspaper give-away.

At that neighborhood they were traditional quite a while after traditional stopped being healthy. The milkman would milk his jugs every morning, then take a long walk around and drop by every house. The mothers welcomed him because he relieved them of their duties. Them mothers, they would skip their sagging nature at every chance thrown. He would leave a glass bottle and the suns would shine a million through it and the liquid inside just to turn to midnight monsters in the bowl. At that neighborhood winter would be somewhat real, with somewhat snow and cold BUT summer would always come sweet and soft, never sticky nor humid nor too warm. The smell of the air? It would be fresh, mountain, of bear excrement and wild strawberries and also hens' rotting feathers (although I prefer naming them hairs). The men would be men and the women would be nothing, women that is. That neighborhood was connected and not. A strong Father would strike back over His creations never mind the aging trees watching embarrassed around. Every grayed out mother would sit on their wide motherly loins, sweat on and out of them until they started being pleasingly dry, sweated, sweated, and under the strict observance every grayed out mother would sprout another. The houses would be concrete and sturdy but not enough to depress. The sky would be elevated and the stars bright. The clothes doubled. The needs better and respected. At that neighborhood the only mode was the superlative mode.

I sit up; the food floats in my head from down. Postural uncertainty comes along with the swelling of the feet and the enlargement of the veins and the prolapse of the valves. My hearing omits several cases of deaths. My hearing omits several cases of anything. I pay my attention to the repetitions; analytics, theorems, impractical approach, nervous weakness and dystrophic confrontations. It might have taken a while but crawling out has not been difficult. The holes are wider than they need to. This place might process some of those coming from the sacred far only to digest them to fibers. Bendt says he never enjoys this place unless we watch them foreigners crossing the mouths of the machine. I am keen on the blood that comes. I am rigid and I wouldn't mind losing a sibling over a sip. Bendt says he never enjoys a sip unless it is a sip that never ends. When we connect our mouths we ooze something that never ends. We went over at the poxfull sofa; the ivy outside the building helps my back hide from the eyes of the city.  The rest would have no idea but I have discovered velvet in this mouth. In the beginning of the shit. The holes are wider than they need to. So we slide in and out without even touching, without even sliding. Move from one space to another. Our mothers are so muchly raped they have forgotten our names and theirs. Our fathers are tiny mouthpieces swinging their waists over the caves bragging and we spit on their faces. We spit a lot because TB is unforgiving. The best of lovers -unforgiving. One never forgets, never convalesces.

-These were my best.

Still the enlargement inside; I stand still, I sit still. Truth is I rarely stand and when I walk I chafe a great deal. The pillow sits on my legs. The legs sit on the floor. Under the greasy skin the fur of the sofa sticks. The fiction is the terror that occurs, every morning at five o' clock. Figures running outside, thieves loitering in the balconies. The deepest dark right there plays up for their suspicious activity as they are well hidden behind the ivy, invisible to the city's eyes. And these sounds I hear right at the tip of my sleep, these sounds are not the day crawling out again; these are the sounds of the last day's loss. The water that drops in drops in the tap is equally inimical to the rest so I sweat against the fur and shut.

I would turn my head, at five o' clock and catch their faces. Not a cohort, not a couple, something in between. They wouldn't stand. They wouldn't run. But their hands would run across my blinkers. Too bad, the blinkers are sewn on my eyelids. And them they are nailed on the skull. Yet them are stable and simmering but also them are their worth, nothing. Entertaining pioneering pawns wrapped up in a leather bag.
-Claim what is not mine! I would shout at their fading bodies. Unresponsive patients- I can never save up enough mercy. Bendt says his fingers might fall off from the morphea that's expanding and turning itself into something more solid, into something more. I can never save up enough mercy. I ask to be excused.

That neighborhood is where they all come from. As spoilt, as fluid and immobile and vague and finished, all them figures at five o' clock mornings. Holding their humanly guns and carrying their humanly prides and loving their humanly hopes all they are for me are five o' clock mornings visitors that last a minute and cost me my morning sweat on the bedsheets.

I sit on the fur of the sofa. I stare at the ceiling, loyal as it is. My feet burn. What a waste.

.45 Colt

.
they stay for nothing
them screws so greased

the itch on both my hands

light might leak, but blood?
no

same dirt same filth
yet hours apart, split cities

what better hides
disappears better

under the sugar poison under the tongue
they stay for nothing
them screws so greased

they stay for the taste
the taste is lost
they move away
.

Nostalghia gunned

I don't miss
this gun is stable
as my hand
as my feet on concrete

I don't miss
I might neither create nor become
good enough because I do
insufficiently

but I don't miss
the world looks worse through me
my voice hurts, my hands have thorns
I spit poison and sip back nothing up

however
I don't miss
a day, a word

when I aim, I shoot
and the bullet gets its right place in the flesh
I never miss.

#9

"Οι ανίκανοι περιγράφουν την τρέχουσα κατάσταση. Είναι εύκολο γιατί η τρέχουσα κατάσταση είναι το αυτό που δεν απαιτεί τίποτε παρά μόνο υφίσταται εδώ ή εκεί προς βρώση και παρατήρηση. Η περιγραφή ετούτη είναι μια μη-περιγραφή στα πλαίσια του έμπροσθεν των οφθαλμών και του γενικώς γνωστού καθώς η κάθε λέξη επιβεβαιώνει την κάθε αισθητική εντύπωση. Έρχονται υποτιθέμενες συνθετικές ιδέες και γνήσιες πρωτότυπες παραστάσεις να λάβουν σάρκα στον άχρηστο ακροατή που τίποτα άλλο δεν κάνει παρά μόνο ν'ακούει και να θαυμάζει, ενώ οι ιδέες και οι παραστάσεις είναι εμψυχωμένες δαγκεροτυπίες των ακριβώς τώρα περασμένων λεπτών. Η κενοτομία της δημιουργικότητας είναι απατηλή και παντού. Πίσω από τις γλώσσες των γεννημάτων βρίσκεται ένα ακόμα ζώο ικανό για τίποτε λιγότερο ή περισσότερο και τίποτε ανώτερο από τον ποταπό εμφυσημένο μη-σκοπό του ως υπηρέτης ενός ευρύτερου σχεδίου ή ως μηδέν ενός κενού συνόλου. Οι χλωμές απεικονίσεις της ημέρας καλυμμένες από λινά θορύβου και καλής κακής ποιότητας κάνουν το μάτι να παραδεί το λιωμένο κουνούπι στον τοίχο δίπλα στο διακόπτη του φωτός και τους λεκέδες από βυσσινάδα και τηγανόλαδο στο πανέμορφο φουστάνι. Και τα αυτόφωτα δοκυμέντα της νυχτός με ευκρίνεια που έχει ο 10/10 ένα παγωμένο μεσημέρι με λιακάδα στις Άλπεις είναι μια εξευγενισμένη παραμυθία του γκριζωπού κοκκώδους σκηνικού που είναι στημένο περιμένοντας να γίνει ορατό με τη δύση δηλαδή το έναυσμα της απελευθέρωσης κάποιων φυλακισμένων που πήραν για λάθος τη λαϊκή τους γειτονιά για ψειρού. Οι ανίκανοι φουσκώνουν την τρέχουσα κατάσταση μέχρις να γίνει μια ιδεατή ή μια παρελθοντική κατάσταση. Τα περιβλήματα της παραποιημένης αυτής κατάστασης γυαλίζουν και είναι τεταμένα και η σπαργή τους όλη εξαντλήθηκε μα ούτε και ζουλιούνται κατά μέσα με το δάκτυλο αφού το περιεχόμενο είναι όσο συμπιεσμένο του επιτρέπει το περιέχον δοχείο δηλαδή το δέρμα αυτό της παραποιημένης κατάστασης. Ως γνωστόν κάθε κατάσταση καλύπτεται από πολύστιβο πλακώδες επιθήλιο, χόριο με συνδετικό ιστό και μπόλικα αγγεία, και από κάτω για να ζεσταίνεται καλοταϊσμένα λιποκύτταρα διαφανή και κυψελιδωτά όπως στις αντικειμενοφόρους. Και κάθε τέτοια κατάσταση καλύπτεται από τις αυτές στιβάδες και άλλες πολλές για να είναι ανθεκτική στις τριβές και στη διάταση, καθώς πολλοί ανίκανοι συχνά τη φουσκώνουν ώσπου τελικά να εκραγεί μέσα στα ανοιχτά τους στόματα και τα ανοιχτά τους χέρια και μόνο τα κλειστά τους αυτιά γλυτώνουν. Γι'αυτό όταν οι ανίκανοι παραβρεθούν σε κάποια έκρηξη κάποιας διορθωμένης τρέχουσας κατάστασης απομένουν ν'ακούνε τον άχρηστο που τόσο καιρό τους άκουγε και τους θαύμαζε και τώρα στέκει μπροστά στη διαλυμένη του ευτυχία και στη λερή ποδιά του εραστή του. Η διακριτικότητα των δραστηριοτήτων αυτών και των συμβαμάτων είναι τόση που κάθε ένας κάθε μια στιγμή τις ανακαλύπτει εκ νέου με μνημονικό εύρος μερικών δευτερολέπτων. Έτσι μια συνδιάλεξη μικρής ή μεγάλης διάρκειας έχει την ίδια αναδρομική αξία, τη μηδενική, αφού χάνεται στα πλαίσια της αναπλήρωσης του τραύματος που αποκτάται απ'αυτήν και σε έναν ατέρμονο βρόχο ο αέρας ανακυκλώνεται χωρίς καμία μικροσκοπική ανταλλαγή και με τις μερικές πιέσεις να παραμένουν σταθερότερες του R. Η πορεία στη σκιά του αξονικού ευθύγραμμου τμήματος που την ορίζει είναι μια τρέχουσα κατάσταση που λαμβάνει γελοιωδώς ν αόριστες διαστάσεις άλλοτε άλλες στα χέρια ενός ανίκανου παρλαπίπα. Η πορεία η δική του βρίσκεται και αυτή στο έλεος της αλαζονείας του ως χειριστής του ακροατή και καταλήγει μια μονωμένη αυτοκαταστροφική πράξη στον κλωβό του Φαραντέυ. Η σαφής όραση και τα συσσωρευμένα εκκλησιαζόμενα κωνία έχουν μια προτίμηση στο κίτρινο που σα φως δίνει τις αμιγείς και μεικτές υφές, τις έγχρωμες και κακόχρωες χροιές, τα υπερσαφή επικρουστικά περιγράμματα με μια άυλη επαφή που καμία εμπλοκή δεν έχει με την αφή. Ο τυφλός όμως περπατάει με το ραβδί και τα ραβδία που δεν έχουν καμία προτίμηση παρά μόνο διψάνε για το φως απελπίζοναι τις νύχτες και κοιμώνται τις μέρες, στην ουσία μη δουλεύοντας καμιά απ'αυτές. Η μονοχρωμία της τρέχουσας πραγματικότητας έγκειται στο χρόνο και είναι περιοδικά ασταθής χωρίς ιδιαίτερη ακρίβεια. Όταν αρχίσουν να αξιολογούνται οι εναλλαγές της μονοχρωμίας κάτι που γίνεται σε κλίμακα δεκαετιών κυρίως, τότε εξυψώνεται και η ίδια η μονοχρωμία και η απουσία της και ακόμα και εμείς οι ανίκανοι βρισκόμαστε σε μια ικανή θέση περιγραφής της οποιασδήποτε τρέχουσας πραγματικότητας, κάτι που αποτελεί επί της ουσίας μια βασική ιδιότητα για την πλεύση επί του υδραργυρικού ωκεανού που δηλητηρίασε τον πυρετικό ασθενή τις προάλλες.

Κατά την ψηφιακή κατηγοριοποίηση και επισκοπικά αναλόγως της διάθεσης του εξεταστή κάποτε βλέπω πετέχειες και κάποτε αστέρια. Ανάθεμά με αν δυσκολεύομαι να διακρίνω τις μεν από τα δε, αλλά ένα γλυκό καλοκαιρινό πρωινό με το αίμα να κυλάει ζεστό παχύ και άφθονο ανάμεσα στις δίπλες και το δέρμα και τις τρίχες, και τα φρουτόδεντρα γεμάτα καρπούς μοιάζουν μάλλον άστρα απ'την περασμένη νύχτα στρωματσάδας στο μπαλκόνι δίπλα στη βουκαμβίλια (χωρίς καθόλου μοναξιά).

Και περιγράφω την τρέχουσα κατάσταση, φουσκωμένη ως προλέχθη, μια θαυμαστή νόσος να πηγάζει από το μυελό των οστών πολλαπλά διττής σωματιδιακής και κυματικής φύσης μικροσκοπικά μορφώματα. Φυσικά όχι μια απλή κατάρρευση της βιώσιμης υλικής μορφής του σώματος του εξεταζόμενου ανατάξιμη ή μη, όχι κάτι τέτοιο θα ήταν η τρέχουσα κατάσταση ξερή και απογυμνωμένη όταν δε θα'χα ακροατή."


Sequence motif

If there's no edibles at the end of the line,
then the line is to be walked away straight ahead
no following the positrons
unless you seek for the golden annihilation
which smells of sin and guilt
and gold.


#8

Their arms, their shoulders
they are stiff
muscular containers of acid

the nails are growing back again
the hairs
evidence of some unidentified failure

their wigs are well-fitted though
heavy under the grime

they are a nation of malactivity

Their errors framed
by the minimizing fracture of sloth and hopelessness
their errors are nothing
in comparison and out of

the smell offensive as it was
the gleam
a dense afternoon sitting on an animal print couch with no pants on, sweating as usually

they are a nation of malactivity

or, what I like to name, creation
honoring the walls once covered in expensive scrolls
now hidden behind pieces and particles of oily cadmium dust

a pure selection of losses building over this drowsy foundation
the silent glance of Andromeda
gravitates and swirls to the hole

along with everything else and not.

The only posture that is protective
laying with the waist broken on an arm
unwashed, certainly in negligee

yet the night will bring its own warriors
exactly with the same frequency regardless of my body's position and location
we will still as always fight and win

and sweet mellow mornings will follow
exactly with the same constant condescension
that occurs between two.

---

That warm day the sun slid in through the blinds and the white flimsy curtains
I turned a little around under the covers and felt my head against the soft pillow
the floor was wooden like before and the walls were clean of marks again
can't recall, whether I had breakfast or not, I probably did have some kind of
next step by the shore, sun soothing the skin and the saltwater coming to my knees
untouched, unbreathed offing wind; my arms and hair and shirt are flying away
silken shivers to my waist, to my chest but wouldn't ever call it cold or shudder
my fingers float underwater aghast to how clasping feels of coying in this mass
sugar and butter now a shiny trace my blood hovers for a while and spreads
the chest succumbs and my weight is lost behind the veins of my eyelids.

---

The self


Visual solution
for the prominent disease

hands-on practice
along with the best ions

cold, pale and dead
sprawled on the hospitable bed

the window is slightly open
an allergen breeze comes in
around

true connections are the disappearing
and adoration? each on their own


"Good evening", he said, "Good evening", and leaned against the wall by the bus-stop, "Today I've been roaming around the city. My face has been cold in sweat shift in shift out. I changed routes and bought more tickets but I all day returned. See, it's night now and the stars are visible in this lousy city sky. I was born here, and I discern the stars even at cloudy middays. I came clean in the morning but all was dust and mud on the priest. I ran out, it was not the kindest of feelings. Them people were flowing away alive. Pain relief at its best was of no use anymore. Them people were chafing away alive. My weaknesses were walking along. Warm tables over which I once or twice or thrice wept. Then another and another. The sea has been fit recently. Delicate and vast, silent by the concrete.
They resent when the sea speaks. I never mouthed a word. I've been roaming around the city, a newborn flâneur that expires the next day. Next to the diner the smells were thick and vivid. My lips didn't move an inch today. See, it's a major debate on the graduality of phenomena but in fact the critical point stands exactly between each two states. From one day of belief and hope comes the next day of none. Always, I was persuaded about the absolute dedication that comes along with love. Love is prodded; it does not fulfill its definition.  Always starts from a point and returns? No. My wife died last night. Always starts from a point and cancels. The subject, though, us, returns. I've returned. And this state is the genuine reality and dedication; the self
delicate and vast, silent by the concrete."

Methylene blue

Sonorants make this soft noise
as they slip from you
cold hands, cold devices
a vast fear resides in every cell

are you reaching the fore right end
of the death row?

Velvet eyelids turned inside out
thick tears, full mouth
they fade in silence the rain still
from the window a bowed figure makes up for the past
sins

please hold this pale body
winter helps us maintain

o how wise I used to be
o how unloved
Methylene blues
tucked in a thousand clothes without you
down on, serotonin storms were hardly
affordable

please coy these purple eroding viscera
I will fade in silence, please.

Nigrosin

Old nigger ink you gotta be under the nails and by the pages of the book
old nigger ink the keys are stained the papers torn and fallen and dropped

so we found ourselves on the first day of autumn
standing against the wind with an agile night over
so we found ourselves on the first day of fall
sitting opposite the walls with a fragile light over

old nigger ink you gotta be left uncleaned I will tell the lady when she pops
old nigger ink this lid was never meant to be painted and covered now it makes no sound at all


Мне сегодня так больно

Stiff neck means
eyes set for hours


enjoy the short lived velvet
of Queyrat


immobile, frozen
admitted gone


caress the tender surface
over the exiting minutes


warm in cotton clothes
under a midday sun


wasted legs apart hands off
the pavement around
I make and all I do is

bile.


Darlin' I can't get up today. I can't find a way out of this worried mind. Frozen man is, long dull pain. Stolen refrains. Mostly black, a little bit green. Sometimes what remains is not good enough to care. Hard luck dames, mystery trains. All is, but don't seem, or get close.

Δεξιά κάμψη

Βρείτε, σας παρακαλώ, κάτι ευγενές
στις επιδρομές του αγγειόσπασμου
στο φούσκωμα του μελισσιού

χλωμιάρα αιμοσιδηρίνη
στρίβεται γύρω απ'τη σκόνη
χάλκινα καλώδια παλαιάς κοπής
βγαίνουν σε κάθε εκπνοή
απ'τη μύτη και απ'το στόμα

η θεραπευτική του πόνου;
τα λεκιασμένα σέβη μου

η πνευμονική σας καρδία
ασθμαίνει συμφορητική

άλατα
γύρω απ'την κεραμική εστία
γλιστρώ τη ραχιαία επιφάνεια του χεριού μου
για να επιστρέψει στη θάλασσα
ως ανήκει ως 0.9%

...



#7


Απ'έξω έρχεται υγρασία και θαλασσίλα
μέσα βράζουν τα τραπέζια.

Με τα μάτια κολλημένα στους προσοφθάλμιους
του μικροσκοπίου βλέπω το χρωματικό φάσμα, τις βλεφαρίδες μου και μικρές φυσαλίδες του στρώματος δακρύων να διασχίζουν το πεδίο.

-Η αφαίρεση του δότη
μια λιποθυμία μόλις του τραβήξαν τη βελόνα
οι εφημερεύοντες γαύγιζαν να σώσουμε τα περιστατικά
οι σταγόνες στα τζάμια που βλέπαν στο φωταγωγό θρυμματίζονταν απ'το υπέρηχο
ο τρόμος του ειδικού
ασφαλής μέσα στο καλλιγραφικό του ολοκλήρωμα.

πίσω η πλάτη μου ζεσταίνεται από ένα σφυρί που παίζει

-Ορθοπνοεί τις τελευταίες τρεις ημέρες
όλη η αριστερή μεριά έχει διασταλεί απ'το λεμφοίδημα.

κάποιος πιστός προσεύχεται και το πουκάμισο στεγνώνει τα υγρά της παροχέτευσης
κάποιος άλλος τρώει στο λόμπυ
και αυτός περιμένει πίσω απ'τους προσοφθάλμιους

-Να του ξαναπάρω αίμα.

Medic, medic

Days are short.
The anatomies malfunction. 
Shifts never end and when they do they start over. 
Overcast means high temperatures. 
Only now it's clear. Under a family of blankets still cold.
Why a hole on the chest drains serum and spirit
for each and every simpleton that took a look I might as well add
a point of loss.
A trembling shaky surgeon who skips a breath every a couple
skin cold soft and sweaty
hairs light-colored everywhere and eyes out of focus
he wears a silver bracelet with the planets hanging from his wrist where I first saw the signs of an atrophic ulnar nerve and an indiscreet hypomanic state. Velvet over the weeping sutures and freezing encouragments against the steri-strips this wound is spitting. On the tip of my tongue the answers hovered, then they slid back in. The back of my head buzzed and bungled and fell around down and over with six legs convulsing; a wide obstacle blocked my view and I remained staring at the white light, taking a listen to the gauze as it was pinched out. Severed dignity heals with an untouchable pride and delicacy, words are uttered in velvet words are uttered in a sophisticated recognizable manner

neanderthals tend to be amused
we said we said
nothing not a word in expensive textile

if I could love you I would love without rehearsals
if I could love you I would love without rehearsals

A trembling shaky surgeon a shadow of herself old timer lady a rotten female mammalian a child with broken arm a stoic motorcyclist with his steps in negative pressure, under vacuum assisted closure and his foot he forgot to wash the floor on the wound the wound on the sheets the sheets on the bed the hands on the patients the hands on the bloated stomach the bloated magnets over the cancerous brain that restarts along with every tick of a badly measured metronome this forehead burns this forehead bleeds nothing to be afraid of the face poses with bleeding.



This snakedancer is a monsterfright
and in other languages the disoriented miniature ridicules are equally static
so once covered, coveted
before the retinas
the enthusiasm melts

if I could feel the ulnar nerve under the moving skin
if I could feel the ulnar nerve under the moving skin I would heal without rehearsals
and no remorse.

#6

Stable hysteria
with all the stench in
and all the melodic noise

repeatedly: they drop by then leave, bringing their revised notions along their adaptable ethics their pensive tastes their intellectual spontaneity this superior mouthful of multicolor statements

try tapping the lid of that piano
name it land
and bomb the world

consistence is unsafe
I only perceive two hues at a time
no murmurs in between the beats
and most times no beats
either.


Η νόσος κρίθηκε την έκτη ημέρα

Όρνιο
τα ημερολόγια δε μετράνε τις μέρες. Μόνο στην πείνα και στον ψόφο. Μέσα στο δωμάτιο οι τοίχοι γαληνεύουν κάτω από χρονίζουσες στρώσεις αρρώστιας. Φτιαγμένα μαλλιά και ζωγραφισμένα νύχια μπαινοβγαίνουν. Η κουβέρτα είναι γκριζωπή και γαριασμένη. Έχουνε πιαστεί λίγα απ'τα μαλλιά και λίγα απ'τα νύχια αναμεσιού στις ίνες της. Ο ιδρώτας μ'αδειάζει απ'τις μασχάλες και απ'τις δίπλες της κοιλιάς και ανάμεσα απ'τα πόδια. Ξέρω καλά βλέπω με τα μέσα μάτια τις αλμυρές λιμνούλες αγωνίας στα κατωσέντονα. Σε κάθε κίνηση βγαίνουν ήχοι επανάστασης από τα συνθετικά υφάσματα γι'αυτό η κάθε κίνηση χάνεται πριν φύγει απ'τα κέντρα. Η αναπνοή εκείνου του αναιμικού ασπρουλιάρη μύριζε αλήθεια. Όπως όταν πέθανε η γριά δίπλα και γέμισε ο διάδρομος αλήθεια. Η σιδερίλα στο στόμα μ'έχει συνηθίσει. Στον καθρέφτη που με βλέπουνε και οι άλλοι απ'έξω στέκομαι απέναντι μ'απόλυτη σοβαρότητα. Τα χείλια μου ίσια και αυστηρά. Μέσα ξέρω έχει χαθεί το μέτρο το αρχαιοελληνικό. Ξεπέτα στην ξεπέτα φεύγει το αίμα μου και η όρασή μου απ'τα μέσα μου κάπου πίσω απ'το στομάχι ή εμπρός απ'τα νεφρά. Με κάθε αλαφροπάτητο χεράκι που μ'αγγίζει το δέρμα μου απαντάει με μια θάλασσα μαβιά λεκέ που δε λερώνει σα μενεξέ ουρανό. Δεν ακούω καλά τα παρακάλια πια ίσως να φταίει που συνήθισα να μην απαντιώνται εδώ γύρω που τα φτιαγμένα μαλλιά και τα ζωγραφισμένα νύχια μπαινοβγαίνουν γρήγορα σαν το φαΐ στα στόματα της πλατίνας. Τα δόντια μου τα φέρνουν αγκαλιά οι φόβοι που ξεκινάνε κάπου δίπλα απ'τ'ακροδάχτυλά μου μολυσμένα κόκκινα πρησμένα παρωνύχια φτάνουνε ως τα σαγόνια και γυρνάνε στο δωμάτιο λευκά. Οι αμαρτίες των δοτών όλες μέσα μου οι αμαρτίες των δοτών εις μάτην διαπραγμένες. Όλες η καθεμιά με το δικό της μοναδικό τρόπο με τρομάζουν ενδελεχώς, να'ναι το γιασεμί που ξεχειλίζει να'ναι η αγριάδα η ντροπή και ξέρω καλά για καθεμιά όλες με το δικό της μοναδικό τρόπο με τρομάζουν ώσπου νομίζω πως πεθαίνω. Μα κρίμα που με κρατάνε γερά τα καλώδια στον τοίχο και να'θελα να φύγω δε μπορώ καλά καλά. Πονάτε; Πονάω καμιά φορά. Τώρα που μπαίνει κρύο απ'το μισάνοιχτο παράθυρο δίπλα στον ηπατοπαθή εγώ χαίρω άκρας υγείας. Τους ξεγυμνωμένους μου τομείς που σείονται στην πρώτη σκέψη τους ξεχνάω εύκολα γιατί έναν έναν τέσσερις τους ξεκρέμασα απ'το θρόνο της ασφάλειάς τους. Ζουμιά τρέχουν μέσα έξω πιο γλυκά κι απ'τον αέρα του ευπνοϊκού. Οι βελόνες κρατιώνται γερά απ'τα τσιρότα. Φωνή δεν έχω. Αμφημερινοί πυρετοί στους κόλπους των θεών κανείς δεν ελεεί όλοι κάθονται και κοιτούν ή δεν κοιτούν αναλόγως την ευθιξία οι λεπτές φωνές τρυπανίζουν τους τοίχους και αυτοί ξυπνούν αυτοί ξυπνούν αυτοί ξυπνούν. Η θανατίλα είναι λεπτή και το κλάμα της μανούλας μου πρήζει το λαιμό δεν έχω να αιτηθώ καλύτερης μεταχείρισης παρά ένα μαρμελαδάκι ζελέ. Είστε καλά; Ναι. Είμαι καλά, όπως καταλαβαίνετε. Εκείνη την ώρα και αυτήν αντιλαμβάνομαι σε πλήρη διαύγεια ζουμιά που τρέχουν μέσα έξω πιο γλυκά κι απ'τον αέρα και ο αέρας σκοτεινός πηχτός αδιαπέραστος τρίβει τις μύτες τις τραχείες τα πνευμόνια και πιο μέσα πιο βαθιά δεν αιτούμαι καλύτερης μεταχείρισης. Ο καλός πεθαμός είναι σιωπηλός και ξέρω πως ο κύριος είναι παραλυμένος απ'τη φρίκη αλλά πεθαίνει καλώς. Θετικό νοήμον ον σκουπίδια. Μη μ'αγγίζετε πολύ, ιδρώνω και αδειάζω. Πώς και δε σταματάει η ροή όταν συμβαίνει ηλιοβασίλεμα και μια στιγμή εδώ την άλλη πιο δυτικά ο ήλιος δύει και ξαναδύει και ξαναδύει γιατί λοιπόν δεν στέκουμε ακίνητοι προς τιμήν του καθενός. Με τι μεγάλο θράσος τολμάτε, αναρωτιόταν η μικρή μου φίλη, να κάνετε ακόμα ένα βήμα να κλείνετε τα βλέφαρά σας να χτυπάτε ένα παλμό την ώρα που ο ήλιος πέφτει! Εγώ μόνο το μεσημέρι βλεπόμουν με τον ήλιο, της έλεγα, ίσαμε να ροδίσουν τα μάγουλά μου και η μύτη μου και ν'αλαφρύνει λίγο ο βήχας μου. Μετά νύχτωνε πάλι. Με τι μεγάλο θράσος τολμούσατε, αναρωτιόταν η μικρή μου- τώρα εισβάλλει ο ίκτερος και είναι σκέτο φως αυτό το κουφάρι η πλάτη και οι αγκώνες και όλος ο προσγειωμένος εαυτός ένα άτονο έλκος. Δε στέκω πλέον στον καθρέφτη, αυτά τα θυμάμαι αμυδρά, μόνο βυθίζω το κεφάλι στο ταβάνι ανάποδα και ίσια.



Όρνιο
πονάτε; Ναι, για λίγο ακόμα.
-

Flat tire

The itch is calling again
HIV positive denials
you paid us good

fears emerge everywhere
among every course
and touch and exchange

the days of innocence
are gone down and out
distrust may I please borrow
your void?

this entire wagon
on my neck
doesn't turn around in time
very well

managed phantom terror
missing parts and parts and parts
I speak of
I don't speak of
anything

it's quiet and warm here. A melting half remaining bar of chocolate on the handbook. My feet sweat under the thousand blankets. Yellow glow drives around and exits from the holes. Stand up, button up. Stand up, button up. Hands out of the pockets. Stand up, button up. Most of this part spent in silence and hideousness, stand up, button up, it was expected.

Stand up
button up.

Alguien dijo que la soledad acompaña a los que buscan

The broad days of pause.
Gin belch
narrow street beatings
my back
would burn against
that wall of anticipates.

The broad nights of ill.
Gin belch
quenching thirsts with
contaminated fingers
subcutaneous revolts
burn the sofas! they would yell
those broad nights of gap.

Comparison as seen in championships
the broad days of abuse
the broad days of abuse

the contracted silence, does this ever does this ever
exclaim no this silence belongs to a comatose sleeper
purely mine

a world of ants playing by magnetic immaculateness
might as well resign
as before this twitching star
stands a white substance absolute as never immobile frozen
yes a white substance that belongs to a devoted loss
mine

explosions of gallium truth in my head

oedema and an arrhythmia of spades hanging from each armpit. First person murder, first person hate. Concealed missing extremities under boiled white sheets. Do I want any do I want any no
no keep your arms and legs and kinds for yourself. I am a keen seeker.




Κρυπτόν και Ξένον


Τα φανάρια περιμένουν ακόμα 
στην άκρη του δρόμου 
πάνω στα χρώματα 
αξεχώριστα νύχτες γαλάζιες λουσμένες στο κρύο 
πόδια ανεμώνες 
στο μαξιλάρι 
δίψα απ'τ'αλάτι


δεν πιστεύω πια σε σας. Χιλιάδες ώρες πέρασαν από τη μέρα που 
με δείραν στα χαρτιά. 
Τα χέρια της μαυριδερής με το περίεργο όνομα που τώρα δε θυμάμαι έγλειφαν κάθε πρόβλεψη. Επτά γράμματα, είπε με τη βραδυγλωσσία της σιχασιάς.
Δε συνθέτω πια
τι άδειασμα κι αυτό
σάματι περνώντας ο καιρός κάνει φιλανθρωπίες.

Από εκείνο το κοινωνικό απόγευμα στο σπίτι του λουλουδιού
τότε ήταν τουλίπα
καπνού
τώρα είναι γαρύφαλλο
απ'τα γαμήσια



έχουν περάσει αρκετές σκυλούδες απ'τη μαρκίζα. 

Οι γόπες στιβαγμένες σε ένα ζεμπρέ σταχτοδοχείο μέσα στο συρτάρι και 
τα Επτά γράμματα με τη βαθειά φωνή τραγουδούσανε επιτυχίες που σε όλους εκτός μου 
είχανε πετύχει.
Θερμοπληχτικό απόγευμα έφεγγε η υπολειμματική βουβή λιακάδα 
της σκατένιας πόλης μου όπως λέτε 
(μόνο εδώ έχει ζέστη μόνο εδώ βρέχει μόνο εδώ η ζωή ξοδεύεται)
θα είχε σίγουρα και κουνούπια στην πλαζ

είχε όντως κουνούπια στην πλαζ 
τρεις τέσσερις παραπάνω προβολές του μεγάλου ξενιτεμένου ζωγράφου τις είδα 
πίσω από τον κισσωμένο φράχτη όσο παίζανε στο θερινό σινεμά
στα πρώτα πρόθυρα του κοινού μικρού θανάτου.
Γυρνούσα σπίτι γεμάτος πέρα ως πέρα βουζούνια ροζ και κόκκινα που με φαγούριζαν μέχρι τα σπλάγχνα. 
Το επόμενο πρωί τα ξεχνούσα και οι προβολές μια τρεις τέσσερις παραπάνω ήταν μακρινές σαν ύπνου. Έφτασα καιρό μετά να το πάρω απόφαση να δω την ταινία που έπαιζε.
Δε μου άρεσε
ακουγόταν καλύτερη τότε κάτω απ'τον υγρό θόλο μέσα στα κουνούπια δίπλα στα τοξικά κύμματα.

Τα Επτά γράμματα τα ταχυδρόμησα
στο τέλος του τριμήνου
μουσκεμένοι φάκελοι δηλητηριάστηκαν όλες οι 
ταχυδρομικές αποστολές εκείνες τις ημέρες. 
Η πιο σφιχτή αγκαλιά που παρέλαβα ποτέ 
σε κάποια αδιάφορη πυλωτή ακουμπισμένη η πλάτη μου στον τοίχο φουλ ιδρώτας
γλίστρησα
το κεφάλι έσκασε στο κράσπεδο

και από τότε γυρνάω στις αρρώστιες
ο ιδρώτας δε στέγνωσε ποτέ

η αφοσίωση των ιοντικών δεσμών
η ένωση ενζύμου και υποστρώματος

Ευγενή αέρια; Ποια ευγενή αέρια
δεν πιστεύω πια
δε διψάω κιόλας
-

Commentary

The teeth that grind




















these stiff muscles

the flesh that crumbles

















in this amazing mouth

Degradation

Barrel shifters plow this fascia. Iron oxides float among the dimensions. They split towards the soil towards the air in between the friction ridges. Starved endometria supporting buildings and creations of art and terror. Ammonium nitrate behavioral explosions, returns to the previous state of importance -cannot withstand normality equations since from nourished to nourished meat we are all sharing veins and arteries of corresponding complexial madness. Worth a dismembered good hunger worth a torn thousand explanations why each minute dying for the sake of this partial linear progress bowing in front of the integral bitwise rotation of time and space and time and space and time and space and time and space and time and space and coxae turn to dust with this hold. Signals bleed and turn this bone to mud.


Blow the ultimate right
sit up patiently through this never ending awakening
spread the essential fluids on each ductile surface
ooze to prove your innocence

I've tasted many
they all were the same savory
you all were the same
repetition at all costs
repetition at all costs
repetition at all costs
repetition at all costs
repetition at all costs
repetition at all costs
repetition at all costs
repetition at all costs
repetition at all costs
repetition at all costs
repetition at all costs
repetition at all costs
repetition at all costs
repetition at all costs
repetition at all costs
repetition at all costs


hit me back



#5

Can I be your
Can I be your

these are the sunny days that followed the labor
the return from the hospitals
all this city's

standing empties the head
twitches the neck and mist
around everywhere I turn
vision is diminishing
vision is
4/10

tiring disciplined aberrations
smaller than
any disease factor

safe will collapse as deadly debris breaking the bones
safe will explode as sharp silicon glass pieces drilling infinite layers
safe will
safe will not be enough for these apoptotic particles

lasted more than the predecessors
last no more than any momentary paranoia

Can I be your
Can I be your

Χορεία

Οι συνδυασμοί ανοϊκά καινούριοι
λέξη παράτονη και περίεργα χωμένη
στη μια στην άλλη ιστορία
ο χοντρός στην πίσω μεριά να ρεύεται
σχεδόν ξερνάει
και οι γυναίκες υποχωρούν όπως συνήθως

θέλει προσπάθεια περισσότερη
απ'όση πάντα
η ασυνέργεια επαναστατεί στις άκρες των δαχτύλων
κάτω απ'την είσοδο της νέας ατονίας

τριάντα σάπια χρόνια
απροσδιόριστες ρυτίδες κι επαφές
πλαισιωμένες απ'την ένδεια της σκέψης
φοβάμαι για την όμορφη ζωή μου
την απειλούνε μιάσματα σε κάθε λάθος βήμα
κι όλως τυχαίως μια στιγμή θα σκοτωθεί;


A present for those who are absent

It's been a traumatic experience and a really erratic ragged up-and-down torture. See, one takes a step wrong on a muddy pavement and the next moment he's slipped to eternity. I would give him 300,000 chest compressions to bring him back to being nothing for a while again. A great miss, to never feel the stomach revolt again. An omission of major sequences to never suffer this apparent correlation of self-deceiving redundant individuals. If you ask me, this will bring the worst infection of your time right in front of your feet. Keep your hands on the table, keep your hands over the blanket. There's this pure innocence of the untouched self that cannot be but admired and adored. I deny to relate with anything but this. The liver regenerates. The liver regenerates. I'm new. I'm new.
Right after this, I have forcefully forgotten:

Screw your culture, spread your intellectual diseases
from mouth to mouth from ass to ass

I'm gladly post-treatment and glad to know you rot
glad to know you not.


:to never recall again.

Fishfinish ICH

Sweat under the eyeballs
head has come to a strong boil
empty pain and simmers
of the fingertips
metallic timbre

dilated hours
I lay on the food I've eaten
my face moistens the floor
second right in the crack
save this light

it burns my skin
sticks it on your floral pillow
how I've come to like pillows
a real
lover of sorts

stains on the protective white linen
of a destructive treatment
dust never crawls away
if for once it rests on and mingles with the
sweat under the eyeballs


fuck it
hurts
I'm
consumed and saturated
fuck it
hurts
I'm
blind in the brain before this lovely view.

(selbst)

I saw a double el
el deseo
was it multiplying before my eyes or
was it there before?
Vo
z
Vo
z
Vo
z
Vo
z
Voice softer crawls
than flies
but the best of all is your body next to mine
suave
fingerprints on clothes do they remain or
are they all invisible?

I feed on your missing
I feed on your missing
I feed on your missing
hate these nights now by
tomorrow I mean
in coma until we seeuns
.

Seeping through the endtimes

That past beauty is to never come
again. Between the six walls of regret every
movement of his 
mouth melts. 
An arranged heartbeat a very precise cut
checkered oppressive tiles
sweet secured exits
nothing beats the revolt climbing the throat
from inside up
from inside.
Ever seen a monster devour
mistakes ever seen
a country of hearts in a potato
still not
stained enough still
not drained
that past beauty
of the empty gaping holes of twenty and some
that past beauty
of the fluid streets of his disappearing town
is to never come again
stuck closed eyelids deep
breaths sighs and
violence
nothing beats the revolt climbing
the throat from
the head

-

Make a plea se
any
stay STIHL for now
taste the copper no
the work comes from the self that is a circular event
start to end same stop
I
make a plea
se 
Triste
T R I S T E
the filth from all the nuns and the newborns is under my nails and behind my eyes that I'd like to
open the mouth and its melting history
never a word again Worte Worte ruhige Liebe
un
plea se
do you at all?
Copper no the work comes from the self that is a circular event. I'm a waste at a loss.