© 2008 - 2017


-

Archiv

Blogger news

Blogger templates

 

+

Umblättern

Kategorien

 

Να σκάψεις τον τάφο σου

Δέκα λεπτά στο ιερό μες στο γιατρείο δε θα ξεχάσω ποτέ τη μυρωδιά, ό,τι συμβαίνει με βρίσκει στο ψαχνό. Το πρόσωπό μου δεν έχει μυστικά, κάθε πρωί έρχομαι στον κόσμο και ξανά, κάθε πρωί γεννιέμαι. Τα μάτια μου γίνονται τεράστια όταν μου μιλούν, σα να'μαι ένα μικρό μωρό, σα ν'ακούω τα πιο σπουδαία λόγια. Το φως της μέρας δεν είναι αρκετό για να ξημερώσει στο κεφάλι, χρειάζομαι έναν ήλιο πιο πολύ, πιο δυνατό για να με φέρει πίσω, θα περιμένω τον Προμηθέα. Η τιμωρία συνοψίζεται στο -θέ-. Μένω σιωπηλός αλλιώς το ξέρω το'χω πάθει απ'τα έγκατά μου ξεχύνεται το -θέ-, στάζει στα ρούχα μου, βρέχει τα παπούτσια μου, με λιώνει και με ξεφτιλά, και γίνομαι άφτερος νεοσσός πεσμένος κάτω απ'τη φωλιά ίσα εκεί στις χοντρές ρίζες του νορβηγικού σφενδάμου, και απροσμέτρητες ομολογίες μου έχουν έτσι αποσπάσει, αμάρτησα, έχω αμαρτήσει, αμάρτω, και δάκρυα χοντρά και στρογγυλά σαν μεγάλες σταγόνες μέλι. Κρεμώ το κεφάλι το άντρο του βραδιού πάνω απ'τον αριστερό μου ώμο, οι αλήθειες μένουν πίσω, κι εμπρός τραβάει μια πνοή το δώρο του Θεού το έλεός του η ψυχή ενός ζωντανού. Στο στόμα μου περπατάνε οι λέξεις Μίλησέ μου για την Κέρκυρα και Σσσς, μη! και αυτές είναι οι αρχές του έρωτα που σου'χω φυλαγμένο, ακολουθούν τα νύχια των δαχτύλων μου κάτω απ'τα νύχια των δαχτύλων σου και οχτώ κουκκίδες κοινό αίμα. Ένα αδύναμο χτυκιάρικο κορμί, φτηνό δέρμα, τα πόδια διπλωμένα, τα χέρια σταυρωμένα, τα βλέφαρα κλειστά, το κεφάλι σκυμμένο, όλη η δυστυχία του κόσμου μου στα χείλια, και μέσα αναμμένη καρβουνιά σε βαμβακερό σακί και η μυρωδιά... για να πνιγώ λέγκε άρτις προς τιμήν σου πρέπει να βουτήξω στο ζεστό σου κεχριμπάρι, το γκρίζο των ματιών μου θα βρει το καλοκαίρι των δικών σου, ό,τι προηγουμένως κατάφερνε και κυλούσε θα γίνει στερεό, κι ό,τι είμαστε θα είναι το πήγμα των Ηλιάδων του μεσημεριού στο κυματάκι των Ερμόνων.

Άλλη μια ψιχάλα και ξέχνα τη θάλασσα, ορίστε η άπατη λίμνη
θέλω να σε ζήσω ως το μεδούλι θέλω να σκάψεις τον τάφο σου.












ΝΑ ΣΚΑΨΕΙΣ ΤΟΝ ΤΑΦΟ ΣΟΥ

Περπέτουα

/

Μια απαλή πνοή χαϊδεύει το τοπίο, τα λιόφυλλα τα ασημιά, τα δύσκολα σπαρτά. Στέκομαι στη μικρή βεράντα με το σωρτς. Καπνίζω έναν Άσσο που θα κρατήσει όλο το καλοκαίρι. Απέναντι το φάντασμα του Γρίβα μια σταλίδα. Η Άγια Κυριακή, τα τσιμέντα στη γωνία. Η θάλασσα που ενώνει τα δυο μεριά είναι μολύβι. Στον πάτο βότσαλα και γύρω κοπάδια από μέδουσες καφετιές. Την έχω κολυμπήσει και μ'έχει κατακτήσει. Το πρώτο σούρουπο εκεί έπεσα ανάσκελος κι άνοιξα τα μάτια κι επάνω στον ουρανό απλώνονταν οι νύχτες βελούδινες, η φεγγαράδα, η δροσιά. Κάπου κάπου ακουμπιόμουν με μια μέδουσα απαλά. Απ'τα λιμνία μου εξατμίστηκε η ψυχή αλλά είμαι ακόμα στη ζωή να καπνίζω αυτόν τον Άσσο τον τριμηνίτη. Φτύνω τα τρίμματα του καπνού στα κεραμίδια. Η κουρτίνα σέρνεται μέσα έξω.

/

Έχεις χάσει τη λάμψη των ματιών σου, μου είπε στο αεροδρόμιο, θέλω να σε βλέπω ζωντανό. Χαμογέλασα και της έπιασα το κεφάλι. Δεν το πήρα και κατάκαρδα. Αργότερα στο ενοικιαζόμενο στο πουθενά άνοιξα το επικλινές παράθυρο της οροφής. Με θέρισε το κρύο. Όλη η κακία του χειμώνα τρύπωσε από τα μάτια μου εντός μου. Σχεδόν τριάντα χρόνια που έριξαν το Τείχος και τώρα μόλις μπήκαν όλα σε σειρά.

/

Λείπω. Έχω εγκαταλείψει το κορμί. Δεν υπάρχει αίμα παρά μέλαινα χολή. Το ρολόι του Πολυκάστρου δείχνει ώρα στάχτη και νερό.

Kopf runter!


έχω να δω τη θάλασσα από τότε που έχω να σε δω

Θυγάτηρ σύζυγος μήτηρ πατρίς

¿Sabes de donde vienes? Una sílaba viajó de los labios de tu madre a los de tu padre, así llegaste a este mundo. 




ΘΥΓΑΤΗΡ

Σφίξε με στην αγκαλιά σου άσε με ν'ακουμπήσω το αυτί μου στην καρδιά σου
εσύ κοίτα μπροστά πάτα γερά στην ξένη γη
τα στρόγγυλα χρόνια της ερημιάς σου η παρένθετη ζωή σου το ασήμαντό της τέλος
η αδυναμία σου στα μάτια πανάκριβα πανάρχαια τοπάζια

σ'αγγίζω και σε πιάνω να πεθαίνεις

πάρε τα αργά δάκρυα και άλειψε τα χείλη σου
κράτα το μαλακό ροδάκινο κορμί πρώτα απαλά κι έπειτα λιώσ'το
το ζουμί που θα σε βρέξει είναι γλυκό και μοσχοβολάει σαν καλοκαίρι
πάρε ό,τι έχω.

ΣΥΖΥΓΟΣ

Απόσταγμα Δαμασκού στα λεπτά σου χέρια στάλες μεγάλες και μαργαριταρένιες
σαν τις πρώτες σταγόνες της πρώτης μπόρας
με το πλύμα της ψυχής μου στο στόμα στην κοιλιά σου
σε βαφτίζω γυναίκα μου για πάντα και σε παίρνω

από τρεις μικρές πληγές πίνω όλη σου τη ζωή γουλιά γουλιά
κι όσο πεθαίνεις θα πεθαίνω για σένα.


ΜΗΤΗΡ ΠΑΤΡΙΣ

Από τη σκόνη της Συρίας σκιές της ιστορίας έφτιαξαν τον άντρα
αγνό με ώμους δυνατούς και αφοσιωμένους πιστόν σ'αυτήν και το Ισλάμ
και από το κύμα εκείνο το βουβό το αιγαιοπελαγίτικο στο τέλειωμα των μελτεμιών
γεννήθηκε με αίμα απ'το δάχτυλο της μοδίστρας στην περίτεχνη δαντέλα της Ελλάδας η γυναίκα
το λάδι το κρασί το αλάτι της ζωής
και
βουλιάζοντας οι δυο τους έφτιαξαν εσένα
καμάρι της ορεινής Χαλκιδικής


σε φιλώ
σε νοσταλγώ
σου υπόσχομαι
άλλη δε μ'έχει πονέσει έτσι.

Tienes que sacarlo desde la raíz

Tienes que sacarlo desde la raíz.
Sé firme, y tienes que decir "sufrimos".
—Sufrimos.

Το σούρουπο δεν προχωρά δε μετανιώνει. Η ελαιογραφία που κρέμεται πάνω από το γραφείο, το καλοκαίρι του βορρά τα καταπράσινα μαλλιά των λόφων η ανίατη υγρασία οι πνευμονίες οι φθισικοί. Ο χειμώνας είναι ισοβίτης στα παλιά σπίτια. Όλοι από το 1890 πίσω από τα χοντρά ντουβάρια, οι πνιγμένοι στ'ανοιχτά. οι χαμένοι στις Αμερικές, οι τελειωμένοι, οι χρεωμένοι, οι τυχεροί.
Νεκρή φύση: ένα χέρι κρέμεται από το πλάι της καρέκλας. Τα δάχτυλα είναι σε ελαφριά κάμψη. Μια βδομάδα έτσι και το ρολόι δεν εδέησε να πάψει και ο χρόνος του δε χορταίνει να τελειώνει. Το παράθυρο είναι ανοιχτό και μανταλωμένο στο σκουριασμένο ποδαράκι, και απ'το ποδαράκι στο περβάζι πρόλαβε και κρέμασε ένας ιστός αράχνινος σαν τριχωτό σεντόνι. Τώρα θα φύγω, ετοιμάζει και βροχή.

Η γη ανακατεύεται, αλλού θεοσκότεινη, κολλώδης και υγρή, κι αλλού λεπτή, πανάλαφρη, ξανθή, κάπου πάντα της γκαστρωμένη, κάπου πάντα της στείρα. Διώχνω μια τούφα που έχει πιαστεί στο στόμα. Έχω ψηλώσει τριάντα μέτρα έχω ψηλώσει τριάντα χρόνια. Τρέχω. Τα δέντρα στο νεκροταφείο τρώνε τις στάχτες του έθνους και ψηλώνουνε κι αυτά. Το επιτύμβιο είναι για όλους ίδιο ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΚΑΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ. Πέφτουν οι πρώτες στάλες πέφτουν οι πρώτες στάλες δηλητήριο απ'το λαβούρνο που έχει φούντωση. Τα νερά γύρω του ποταμού και των παραποτάμων τα υπόγλυκα τα υφάλμυρα τα σάπια τα νερά χύνονται στην αμμουδιά, τρέχω λίγο ακόμα και τώρα που έχω φύγει θα σταθώ.
Ωπ! ο κόλπος της Εσπεράντζας ανοιχτός ευθύς εκτεθειμένος στους δυτικούς καιρούς ο τόσο λίγο κόλπος, το σύνορο του σύμπαντος.

Από ψηλά εκεί που έχω ανεβεί από τα αγκίστρια που αναρτώνται απ'το σβέρκο τους τα κυνήγια στρέφω το βλέμμα κάτω. Στην άμμο γράφονται μια, τρεις, πέντε, εφτά μικρές λερωματιές και η άμμος τις εξαφανίζει στη στιγμή κι έτσι κανείς μας δε ματώνει. Ένα κύμα αφρίζει παραδίπλα και ανασταίνει ό,τι έχει ξεβραστεί. Πέθανα κάποτε στο νησί, ακόμα με ψάχνουν τα σκουλήκια, α, και θα με βρουν, έχε υπομονή.