© 2008 - 2017



Blogger news

Blogger templates






Solemn mass of astroglia

Pestilential concentration
indeed a vast weal a niche of lead sets
sense of perception this beauty eats
the rest agree on that crooked mirror lens
again, the rest
I consume them in every violent way
pain she says she's showing off the  e n v y  fibrillates

when I gripped the grips were long miasmic
she and she they threw their tongues
pulled everything inside
astroglia minus the glory
comparative pain
comparative pain
comparative pain
pick strings strike chords
dumb the pure contact of no distance

the positive pragmatic contact of zero distance (ϵR, >0)

ever begged ever pleased not an instance of weakness not one grateful shiver
flesh fed by hands
of this individual history never existed
never existed, not denial
how the body progressed after an even number of failures
sharp steps in cold blood last breath in
despair of a designed loss

history? Disappeared drunk to
the last drop
untouched, clean, vivid, mine
untouched, clean, vivid, mine

not the greatest finding, nor the most pleasing to the eye
still combined, it's giving this ability
drag the body
out of comparison
comparative pain comparative pain comparative pain so
you focused, you lost

the continuity of the skin broke / the lips of each break cleaved to
untouched clean vivid
cleaved to mine.

Dolor vulgaris

Μισός στον ήλιο μισός στη σκιά καίγομαι και δεν καίγομαι. Απ'τα πόδια μου απάνω βλέπω τον ορίζοντα ένα οροπέδιο υδρογονικών δεσμών γλιστερό όπως τα στόματα ν'ανοίγεται αθώα κι ένοχα όπως στο κάτω τεταρτημόριο εκτός εστίας τα θολωμένα πόδια μου. Οι τοίχοι σταλάζουν ακόμα τον γκρίζο ορό τους μια λευκόρροια δυσοίωνη όπως αυτή της εγγύου που ποτίζει με το αίμα της ένα κύκλωπα και την επόμενη εποχή τον γεννάει σε πυρετό μπροστά στα κιτρινισμένα μάτια της μαίας. Ακουμπιστός στο μαξιλάρι, η πλάτη μου κοκκινισμένη απ'τις επαφές. Τέτοια ησυχία είχα από τότε που πέθανε η γυναίκα μου να συναντήσω, εκείνο το βράδυ που ήτανε άσφυγμη, άπνους, ψυχρή και ωχρή στον καναπέ. Το θανατόχαρτο υπογεγραμμένο διευθετημένη νόμιμη και σαφής.

Όταν έφυγε ο γιατρός κάθισα στην πολυθρόνα και ο υπέρηχος βόμβος της τηλεόρασης με πονούσε και με τρόμαζε. Κάθισα στην πολυθρόνα από υφασμένο άργιλο. Μούδιαζαν τ'ακροδάχτυλά μου μούδιαζε η μέση μου όπως πριν ξεσπάσει ο έρπης ζωστήρας που με είχε τυλίξει σφιχτά λίγο πριν Χαιρετήσει η γυναίκα μου εν μέσω μανιακής ευφορίας. Μούδιαζαν τ'ακροδάχτυλα μούδιαζαν και δε μπορούσα να στρέψω το βλέμμα αλλού πέρα απ'τον ακλόνητο λαιμό της ένας λαιμός που δεν έτρεμε ένας ολοκάθαρος λαιμός ανέγγιχτος διαπερασμένος από κάθε υποατομικό σωματίδιο που είχα εκπνεύσει κοντά του και μακρυά του. Παραπάτησα μέχρι την κουζίνα έβρασα νερό γέμισα την κόκκινη θερμοφόρα για την κοιλιά της επέστρεψα στην πολυθρόνα την έβαλα κάτω απ'την αμασκάλη μου. Η κραυγή νυχτερίδας της τηλεόρασης με πονούσε και με τρόμαζε λες και το αίμα μου θα έφευγε απ'τις οπές μου και θα γινόταν αέρας και θα ανέπνεα χωρίς πνευμόνια θα έκανα μόνο τις απόπειρες θα κινούνταν το στήθος μου ρυθμικά και μέσα ο εμπρηστής θα μ'έγδερνε θα μ'ελευθέρωνε απ'τις περιτονίες θα τις έκαιγε ο αέρας θα μ'έκαιγε ζωντανό πάνω στο χέρι. Την έσβησα. Στην άκρη της μαλακής υπερώας ένα πορτοκάλι Βορείου Αφρικής ένας λαιμός ακλόνητος παγερός στιλβωμένος και λειασμένος. Το κεφάλι μου χυμένο στο προσκέφαλο ξυρισμένο αστραφτερό πένθιμο και επίσημο. Απέναντι στο τραπεζάκι το ίχνος απ'τον ιδρώτα που μ'έπνιξε στο τηλέφωνο είχε ξεραθεί και είχε αφήσει αλάτι στην αλυκή του πλαστικού.

Οι ριγέ κουρτίνες έκρυβαν τους ζωντανούς. Το διαμέρισμα ήταν ολοκάθαρο και με λέρωνε όσο το ακουμπούσα. Μερικές φορές που αποκοιμιόμουν με την τηλεόραση έβλεπα με μισάνοιχτα μάτια το δέρμα μου λιωμένο να κάνει ίνες κασεριού με της γυναίκας μου και δεν πονούσαμε καθόλου αλλά για όλα έφταιγε η τηλεόραση που με τρόμαζε τώρα μόνο που την έβλεπα έτσι κοιμισμένη σκοτεινή.
Απ'το δέρμα που ζεσταίνεται το αίμα μου φεύγει γλυκό.

Δυο μήνες τα πρώτα έλκη
τώρα γίνανε νερό
σαπρόφυτα κάτω απ'τον ήλιο
πρωτέας στη σκιά
μυρίζω πεθαμένος και μ'αναγνωρίζει από ένα στρατό νεκρούς
κι από πιο πριν κι από πιο πριν
χωρίς καν μισή μικρή γουλιά απ'τις φωνές μέσα στο ήπαρ.
Μετά από μια ιδιοπεριστροφή και ένα σωρό υποταχτικές των γειτόνων πλανητών
θα'χει αδειάσει το πεδίο και θα βρισκόμαστε πανεύκολα.

Digest the best of it

A generous leather cup filled with sugar and an equally generous sip till the tongue reached the ragged bottom. Hardly-ever washed hair and forehead. They are of the twinned kind. The stomach wouldn't burn otherwise. The mechanical sound of the drill. In this place, it goes one-way, in. Ask about length? They'll tell you it's of no matter. A sound that harsh could never slip out of their daughter's fingers. Four engines fly over the city for a minute, then they move on to the next. The walls are equal and maybe warmer. A stain of lard on the paint from the face. Such presents are not uncommon. When you speak and smile, I can't trust. Disarray in every page. But I've seen things worse than that slipping out of these fingers, I've seen worse. Step on this muddy broken glass: it does remind. Heroic grasps between two acclaimed men. Like a handshake with an empty glove. Passing on the message just as passing on syph. Infected samples of wounds. To remain conserved. To abstain from the movements. Intense speech, same genes. The closer the sicker the offspring will be born. First-timers were unwashed too. Ask about what would apply an ointment of dirt on them? They'll laugh. A layer of punch and spirit so thick and solid could never be applied by hand it could only be spat out. Better than spitting themselves, right.

I served myself a nice goddamn DERBY.

Like the moon and the stars and the sun

Per te
dovrei essere Kali
la dea
madre di mille pugnali

Even sides, they used to say faces needn't turn to change. Center the eyes and hit both sides with both hands. Faces needn't turn to split since they already are. Spreading from deserted by all radioactive concrete jails to polar glass made ports, a body keen on earning the losses. Night one, execution. Yellow fever lights jaundice paper fur on the arms of the guards. Sweat on guilt the cancerous waves strike and strike as the ill breeze of this soiled water. Kneel and bow deeper. They used to say to be held dictates to boil and resent. Arm the weapon and shoot to the sky. To be held dictates their failure. Name the invisible touch name the phantom touch while staring at one side duplicated in the mirror. Exhale to withstand this eminence in obedience. In places of expectation under thick forecasts surrounded by a million walls they'd breathe out behind my neck and my head would lose every drop of its weight. They smell of what they have they smell of what they are made of undefined worse than what they call worst (decay). Night one nation of executions. Compare to the rest compare me to every microscopic assassin trained in and out sooner or later taught well pull the fingers out of comparison. Their gutter air to the dry daffodils inside your viscera. Lay down alone and every twitch on every face being left behind bangs the silence. Handcuffed on the ground kneel and bow deeper handcuffed on you I kneel and bow I kneel and bow out of rhythm. To be held dictates their loss. This body feeds on losses this body grows with every face being left behind. Lay down with this body and every twitch on every face is devoured noiselessly somewhere near the verging skins. They used to claim ourselves for their own, arm the weapon and give it away. Even sides, a face has no even sides. Center the eyes and hit them both. Slice them back to their primate disunity. 
Discipline, discipline. 
Shove the mouth until you scream this dedication. 


A change of route to
the children who start these wars
a player of the definite guitar
clearly slides in every gun's barrel

these rooms aren't empty anymore
I stand by the window
with another standing behind
whiffing out gunpowder on the glass
the children who start these wars
shoot themselves

they build up
our own, we are
say speak for two repeatedly
respond never before but now
the fingers dipped in brandy kissed the rifle

them claim to foresee and realize
sad victims I wouldn't spare them
them they are remains, moldy and outside these
rooms as



Big wide impressions
to sleep away
from them

vast ideas
soft hands
soft hands


What hair of silk
to pull apart
plain terror

not so dark this time
not so
not so violent


Succumb to solid and fluid

vast ideas, vast ideas, soft hands how come your hands are such
right here
for hours