Στον παράδρομο με τις εργατικές κατοικίες ένα ταυ από βαρύ χαλύβδινο σωλήνα κείτεται καταγής και γύρω κοφτερά θραύσματα γυαλιού. Το παράθυρο του υπερυψωμένου ισογείου έχει το τζάμι σπασμένο αλλά το γυαλί είναι διπλό και το ταυ δεν έφτασε πέρα πέρα. Στο περβάζι είναι στιβαγμένα κουτιά από τσιγάρα εισαγωγής, χωρίς τις τοπικές επιγραφές. Τέσσερεις και σαράντα το πρωί, φυσάει ανατολικός, έχει δραματικό κρύο. Το κορίτσι προφίλ, θα έλεγες πως είναι όμορφο. Το φως μονόπαντο υπονοεί πως το πρόσωπο έχει και σκοτεινή μεριά, το μισό πρόσωπο είναι περασμένο στον τρίφτη. Δε θες να έχεις απορίες, θες τη σκοτεινή μεριά. Σύρθηκες με την κοιλιά στ'αγκάθια για τη σκοτεινή μεριά, δε χορταίνεις με βουκολικούς εξωραϊσμούς και παραμύθια της προπαγάνδας, θες να δεις το καυλί που σε γαμάει.
Το υπόγειο με τις φλύδες μπογιάς με πι-σι-μπι και μόλυβδο που τις περπατάς γίνονται σκόνη και τις αναπνέεις, ο ημικρετίνος με την πατατένια μύτη κόβει μισό κύκλο αριστερόστροφα μισό κύκλο δεξιόστροφα με ακτίνα μισό μέτρο ανάμεσα στις δυο εξόδους του βαγονιού ασταμάτητα, θες να τον αρπάξεις απ'το λαιμό και να τον κάνεις πουρέ, ανάθεμα το μουνί που ξηλώθηκε για να πετάξει στον καημένο κόσμο άλλο ένα σκουπίδι, ο θεός της υπομονής, ο ημίθεος του Ριταλίν, η δοκιμασία. Τα ποντίκια βουνά στις σιταποθήκες, το ένα πατάει στο άλλο και όλα πατάνε στον πολιτισμό, το ποντίκι ενάντια στο ποντίκι, σιταποθήκες, σκαταποθήκες. Το κακό χαρτί όπως και να το γυρίσεις σου φυσάει τα φράγκα. Η πόρτα κλείνει βαριά, τέσσερεις και σαράντα το πρωί, το γραφείο τελετών είναι άδειο, στο σταθμό βρωμάει ντήζελ, το πρώτο τραίνο φεύγει και φεύγω μαζί.
Δυο μήνες φυσάει ανατολικός, ανάποδος αέρας γι'αυτά τα μέρη, που φέρνει μια παγωνιά στην οποία δεν είμαστε ακριβώς συνηθισμένοι, μια ξερή παγωνιά με περίεργες ξάστερες νύχτες που δεν είναι ποτέ εντελώς σκοτεινές. Οι επιβάτες βιάζονται, τέτοια βιασύνη στον κόσμο, όλοι είναι σημαντικοί και τρέχουν για τις σημαντικές υποθέσεις τους, τίποτα δε μπορεί να περιμένει, αλλά στην πραγματικότητα ό,τι βρίσκεται στον κόσμο περιμένει, είναι το κοινό μυστικό μας. Σε λίγο θα τελειώσει το Νοττούρνο και θα παίξει η φωνή του εκφωνητή που θυμίζει ευγενικό μπάτλερ. Το τζάμι των γειτόνων το σπάσανε πρεζόνια. -Ξέρεις γιατί κάποια μέρη είναι τόσο φριχτά γκρι, φριχτά, φριχτά γκρι; Μου ήρθε επιφοίτηση τώρα. Είναι επειδή μένουν εκεί πολλά πρεζόνια. Και τα πρεζόνια δε νοιάζονται για τίποτα έξω από την πρέζα, και το σύμπαν γύρω τους γίνεται μουλιασμένο χαρτόνι, είπε ο Μ. καπνίζοντας ενώ βλέπαμε το Οξυάννα στο διαμέρισμά του σε ένα ξυλιασμένο Φλένσμπουργκ. -Δίκιο έχεις. Δεν το είχα σκεφτεί. -Ακόμα και αν η πρόθεση ήταν αρχικά καλή. Να, πάρε τη Χαρισλήα Στράσσε. Ή δες δάση και νερά που έχουν στην Οσεάνα και κοίτα πόσο σκατά την κατάντησαν. Δεν τους νοιάζουν τα δάση και τα νερά, τους νοιάζει η πρέζα. -Η πρεζουλίαση είναι τρέλα. Εννοώ, σύμφωνα με το Ντι-Ες-Εμ-5. -Ε, σάμπως τους άλλους τρελούς δεν τους καταπίνει η τρέλα τους πολλές φορές;
Η θέση μου είναι ζεστή, δίπλα μου κάθεται ένας άλλος μπλου κόλλαρ τύπος που διαφημίζει κι αυτός την εταιρεία του με το φωσφοριζέ μπουφάν του. Φτάνουμε στο Κόλινγκ, γίνεται η γνωστή έφοδος, το τραίνο γεμίζει και περνάει ο ελεγκτής, και τον ξέρω και με ξέρει. Αλλάζουμε μια ματιά καθώς περνάει βιαστικός όπως όλοι οι άλλοι, είναι το ξερό πέρασμα, πηγαίνει στην άλλη άκρη για ν'αρχίσει να κοιτάει τα μπιλιέτα, και ακούω εκείνο το μελωδικό nye rejs-nde με το μικρό ερωτηματικό στο τέλος που νόμιζα πως είχα ξεχάσει. Όταν επιστρέφει κρατιέται απ'το ράφι πάνω απ'το κεφάλι μου και χαμογελάει, -Hei. -Hej, hr. togfører. -Για πού τέτοια ώρα; Δουλειά; -Δουλειά. Παίρνω το τραίνο προς τα ανατολικά, για να πάρω το αεροπλάνο προς τα δυτικά, για να πάρω το ελικόπτερο προς τα ανατολικά, ό,τι είναι φτηνότερο για τον εργοδότη, όχι ό,τι είναι λογικότερο για το μούλο. -Έλα μπροστά. Βγάζω τ'ακουστικά και σβήνω το Νοττούρνο, δεν έχει σήμερα φωνή του εκφωνητή που θυμίζει ευγενικό μπάτλερ.
Καθόμαστε ο ένας αντίκρυ στον άλλο στο κουπέ του ελεγκτή, αφήνει τα μαραφέτια και τα κλειδιά πάνω στο τραπεζάκι, βγάζει το τζόκεϋ, στρώνει τα μαλλιά παρότι είναι στρωμένα, πίνει καφέ απ'το θερμός. Καθόμαστε ο ένας αντίκρυ στον άλλο χωρίς να μιλάμε ώσπου ακούγεται η ανακοίνωση για την επόμενη στάση. -Δε θ'αργήσω, μείνε. -ΟΚ. Ένα πακέτο Γκενεράλ, ο φορτιστής του κινητού και το θερμός στο τραπεζάκι. Ανάμεσα στη θέση και το ντουβαράκι ένα τσαλακωμένο κίτρινο βιβλίο Jævla hetero. Γελάω μόνος μου ένα περίεργο γέλιο μέσα στο κουπέ. Η συρόμενη πόρτα ανοιγοκλείνει μόνη της καθώς το τραίνο ξεκινά και το μπουφάν από την κρεμάστρα γέρνει. -Jævla hetero, hva? τον ρωτάω όταν γυρνάει. Κλείνει τη συρόμενη πόρτα με ένα κλικ, κάθεται, τα κάνει όλα πέρα στο τραπεζάκι και σερβίρει τα χέρια του. -Πώς και δε σε πέτυχα άλλη φορά; -Ανακλητός. -Αφού ήσουν μόνιμος. -Παραιτήθηκα πέρσι τον Απρίλη. -Γιατί; Χαμηλώνει το κεφάλι και κρύβεται κάτω από το γείσο του τζόκεϋ.
Το υπόλοιπο ταξίδι γίνεται διαλογισμός. Κάθε τόσο φεύγει και τον ακούω από το διάδρομο να λέει nye rejs-nde. Έπειτα επιστρέφει, κλείνει τη συρόμενη πόρτα με το κλικ, κάθεται, βάζει τα χέρια του στο τραπεζάκι και κάνουμε διαγωνισμό βλέμματος.
Τέρμα στο αεροδρόμιο. Η αποβάθρα είναι άδεια. Στέκεται με το ένα πόδι στο σκαλί του βαγονιού και το άλλο στο τσιμέντο. Μοιάζει πάλι τόσο νέος. Ή ίσως απλά μοιάζει αφελής. Ένα παροδικό άνοιγμα στα σύννεφα στέλνει μια παρήγορη στιγμή. -Να πάρω τηλέφωνο; -Κάνε ό,τι θες.
---
Το καινούριο του σπίτι είναι ένα εικοσιοχτάρι ιστιοφόρο με θέα τη γέφυρα του Οέρεσουντ από τη μαρίνα του Λίμχαμν. Μας καλωσορίζει ένας κοκκινότριχος γάτος που περπατάει με την ουρά σηκωμένη πάνω στο κουζινάκι. Είναι στριμόκωλα όσο τίποτα και έχει κρύα υγρασία. Σερβίρει δυο ουήσκια σκέτα. Κάθομαι γιατί δεν είναι για να στέκεσαι. Από τα μακρουλά φινιστρίνια φαίνονται τα γείτονα βαρκάκια και μια ρανίδα ουρανού. Ο ελεγκτής είναι πολύ αξύριστος και τα μαλλιά του είναι άστρωτα. Ξέρω πως θέλει να ακούσω, η αφορμή μπορεί να ήταν άλλη, όμως ο αληθινός λόγος της παρουσίας μου εδώ είναι για ν'ακούσω. Ο γάτος ξαπλώνει πάνω στον ένα μου κουντεπιέ με τη ζεστή τριχωτή κοιλιά του. Στρατηγικός σύντροφος, γιατί τώρα δε μπορώ να κουνηθώ και δε μένει άλλο απ'το ν'ακούσω. Ακούω λοιπόν.
Παραιτήθηκε από τη δουλειά, έφαγε όλα του τα λεφτά από εδώ κι από εκεί, δε μπορούσε να πληρώσει το νοίκι, δανείστηκε από τη φίλη του την Καρολίνα και από δυο άλλους, αγόρασε το ιστιοφόρο από μια χήρα κοψοχρονιά. Του φάνηκε καλή ιδέα να ωθήσει τα πράγματα στο άλλο άκρο, για να μη μείνει η παραμικρή αμφιβολία πως ήταν jævla hetero (γελάσαμε και οι δυο, αλλά αυτός με πικρία). Άρχισε να πρήζει μπάλες για τον Ώκεσσον και τον Τραμπ, η πολυετής φιλία του με την Καρολίνα δηλητηριάστηκε, η Καρολίνα με τα τατουάζ χεληδόνια στις κλείδες και τη μωβ τούφα στα μαλλιά απείχε έτη φωτός από εκείνα τα σκατά. Αυτουνού του φαινόταν μονόδρομος, είχε αηδιάσει τόσο με τον ίδιο του, που έπρεπε να αηδιάσουν οι άλλοι τόσο για να ισορροπήσει το σίχαμα. Μεσοκαλόκαιρο η Καρολίνα κατέβηκε στη μαρίνα και τον βρήκε άλουστο με λερωμένα ρούχα σε αποδιοργάνωση να προσπαθεί να επιδιορθώσει το μικρό ντηζελοκαυστήρα, με γράσα και λάδια παντού πάνω του και στο πλεούμενο. Του έκλεισε ραντεβού στο γενικό γιατρό, τον ανάγκασε να ξαναγίνει άνθρωπος, έφερε κάποιους γνωστούς να βοηθήσουν με την καθαριότητα, τον συνόδεψε στο ραντεβού, περνούσε κάθε μέρα και σιγούρευε πως έπαιρνε τα Σεροξάτια, τον έβγαλε από τη λούμπα, του έσωσε τη ζωή. Καρολίνα, η τροφός-κολλητή, είχα γράψει το καλοκαίρι του '24 και τώρα μπορώ να το παινευτώ, ήμουν εύστοχος. Ερχόταν χειμώνας, έπρεπε να πληρώσει για τη θέρμανση, το ιστιοφόρο έχει θερμοαπώλειες, έπιασε το πρώην αφεντικό του και ζήτησε να του δώσουν τη θέση πίσω, δεν έχει θέσεις, του είπε, και τον έκανε ανακλητό, και τώρα τα φέρνει βόλτα τσίμα τσίμα. Ετοιμάζεται να πουλήσει το ιστιοφόρο και να επιστρέψει στο νοίκι, αλλά όχι στο διαμέρισμα που έμενε με το Μάρκους, επειδή αυτός βρήκε άλλον συγκάτοικο στο μεταξύ. Την ουρά στα σκέλια δηλαδή και να μαζέψει τα σπασμένα. Θα μπορούσα να χτίσω σπίτι με τα λάθη μου. Φλας μπακ στην τελευταία φορά που είχαμε ιδωθεί, ξάπλωνε στο κρεβάτι στο Κόλινγκ ενώ ντυνόμουν και έκλαιγε ήσυχα ήσυχα, και δεν το πήρα πρέφα ώσπου είχα φορέσει το μπουφάν και είχα δέσει τα κορδόνια. Τι στην ευχή, είχα ρωτήσει, τίποτα δε με είχε προϊδεάσει, και μου είχε πει να μη με ξαναδείς, εντολή, ειπωμένη με αγωνιώδη απέχθεια. Εκείνη τη στιγμή αναρωτήθηκα αν θα σηκωνόταν τρελαμένος με κανένα σουγιά και θα γινόμασταν μουνί, ήμουν έτοιμος όπως και να'χει. Αλλά έμεινε ακίνητος στο κρεβάτι σαν άρρωστη γριά, και είπε πως θα επισκευάσει αυτό που έχει στραβώσει εντός του, και πως ήμουν μολυσμένος και τον μόλυνα κι αυτόν, και γι'αυτό να μη με ξαναδείς. Και δεν τον ξαναείδα, σύμφωνα με την επιθυμία του. Ώσπου συναντηθήκαμε τυχαία στο τραίνο, και μετά με πήρε τηλέφωνο ενώ ήμουνα στη ντουζιέρα στην πλατφόρμα, και βγήκα στάζοντας παντού γιατί ήταν λάθος ώρα για τηλέφωνα, νομίζοντας πως είχε συμβεί κάτι απ'αυτά που δε θέλω να συμβούν, αλλά ήταν απλά ο ελεγκτής που ήθελε να τον πηδήξω.
Τώρα, τελοσπάντων, πίσω στην ταινία του Κάουρισμακι. Στο μικρό πάγκο είναι το ρολόι χειρός του και κάτι μπροσούρες για δημοτικές υπηρεσίες ψυχικής υγείας. Τα δευτερόλεπτα της τρέλας στάζουν σαν γλυφό νερό από σταλακτίτη, τσικ-τσακ-τσικ-τσακ, και πέφτουν στη θάλασσα. Σηκώνει το στρώμα του τύποις κρεβατιού και από κάτω βγάζει ένα διαβατήριο και από μέσα βγάζει τη φωτογραφία που μας είχε βγάλει ένας γέρος στο Ρίμπερσμποργκ κοντά δυο χρόνια πριν. Είναι καλή φωτογραφία, με στέλνει πακέτο σ'εκείνο το πρωί, στις βρεγμένες σανίδες, στο νερό, στο κεφάλαιο από βιβλίο που διάβασε ένα κορίτσι ξαπλωμένο στον ήλιο που έπαιζε ανάμεσα στα φύλλα των δέντρων κάποιο κεχριμπαρένιο καλοκαίρι. Τρίβω το κούτελό μου και του επιστρέφω τη φωτογραφία.
-Είναι ώρα για προσευχή;
-Αν είσαι έτοιμος.
Το γιατριλίκι εγκαθιστά μια παρανόηση, πως είναι στο χέρι σου να θεραπεύσεις. Αλλά δε μπορείς να θεραπεύσεις. Μπορείς να χορέψεις το χορό του σαμάνου, να κουνήσεις τις κουδουνίστρες με την άμμο, να ταΐσεις τον άρρωστο βότανα και να τον ποτίσεις πικρά ζουμιά, αλλά η θεραπεία είναι απόφαση του άρρωστου κορμιού. Πολλές φορές τα κάνεις όλα, σύμφωνα με τους νόμους της τέχνης, με όλη σου τη δύναμη, με όλη σου την επιθυμία, και το άρρωστο κορμί παρολαυτά αποφασίζει να επιμείνει στην αρρώστια του. Η κρίση σου δοκιμάζεται στην απόφαση του πότε τα κάνεις όλα, πότε κάνεις μερικά, και πότε αφήνεις τα πράγματα να τσουλήσουν χωρίς παρέμβαση. Ενίοτε η μη-παρέμβαση είναι ακριβώς η ιδανική συμβολή, και η ευαίσθητη ισορροπία καταφέρνει και δε γκρεμίζεται, και όλα πάνε καλά. Το βάρος της ενοχής, αν έκανες αρκετά ή αν έκανες πάρα πολλά, το κουβαλάς για πάντα. Ξέρω πως είναι η κακή φωνή, ξέρω πως είναι αδυναμία να υποκύπτω, ξέρω πως δεν έχει νόημα να καταπιάνομαι με τι-και-αν...
---
Στον παράδρομο με τις εργατικές κατοικίες το χαλύβδινο ταυ και τα θρύψαλα απ'το γυαλί έχουν καθαριστεί. Το παράθυρο του υπερυψωμένου ισογείου έχει ακόμα το τζάμι σπασμένο. Ο αέρας γύρισε σωστός βορειοδυτικός, έχει αδιαπέραστη ομίχλη, βρέχει αρμυρό σπρέυ, οι μπότες γλιστράνε στα τσιμέντα. Η πούντα μαλάκωσε. Τρεις βδομάδες και κάτι ψιλά, πόσο γκρίζα έχει γίνει αυτή η γειτονιά, πόσα χάπια περνάνε σακιά απ'το λιμάνι, πόσοι παραπατάνε στον κόσμο. Τρεις βδομάδες και κάτι ψιλά και είμαι πάλι σπίτι. Στην πολυθρόνα δίπλα στο καλοριφέρ αναλαμβάνω να στεγνώσω εκείνη την κρύα υγρασία απ'το ιστιοφόρο του ελεγκτή.
---
Ι caught a golden waveIt left me lost at seaI turned crazyWild and awakeThe ocean was angryFoaming at the mouthTurning in the undertowTurning in the undertowTurning in the undertowTurning in the undertowMistakes, oh you paid and paid and paid forSun breaks, but you're finding only shadowSo you paid and paid and paidSo you paid and paid and paid(Oh you paid and paid and paid and paid)