© 2008 - 2017


-

Archiv

Blogger news

Blogger templates

 

+

Umblättern

Kategorien

 
Showing posts with label фото. Show all posts
Showing posts with label фото. Show all posts

Ρεπώ #3


Μια βρέχει μια δε βρέχει, τα ρεπώ περνάνε ταχέως, πότε στέκομαι πάλι στην αίθουσα της ανάνηψης με τ'ακουστικά στ'αυτιά ούτε που το παίρνω πρέφα, αλλά σήμερα κρύβομαι στο ωραίο νοικιασμένο μου διαμέρισμα σε έναν ωραίο ήσυχο παράλληλο κόσμο, με το σωρτς που ξέβαψε σε δυο σημεία από κάποια παλιά χλωρίνη, λουσμένος και μοσχομυριστός.

Ρεπώ #2


η λέζελάμπε τυλιγμένη με τεϊοσακούλα για να μην τυφλώνομαι το χάραμα

Περί θεραπειών




Περί θεραπειών

Χαμόγελο απ'άκρη σ'άκρη
το χώμα ξεδιψά

μια τρύπα στον ουρανίσκο
αρχαία τοιχογραφία στο υδρόχρωμα

η χορεία του απαγχονισμού
βαθιά στη νύχτα

ασθενές ολοσυστολικό φύσημα
δροσερή αύρα θαλασσινή

κάποια εστενωμένη μιτροειδής
κάποια ανεπαρκής

μια αργή ήσυχη φθίση.
Υπομονή. Υπομονή.

Ο Θεός δουλεύει το δρεπάνι




You'll never see us again



Erst ließ Freude mich nicht schlafen
dann hielt Kummer nachts die Wacht.
Als mich beide nicht mehr trafen
schlief ich. Aber ach, es bracht
jeder Maienmorgen mir Novembernacht.

B. Brecht

+

And oft I thought (my fancy was so strong)
That I at last a resting-place had found;
"Here will I dwell," said I, "my whole life long,
Roaming the illimitable waters round:
Here will I live:—of every friend disown'd,

And end my days upon the ocean flood."—
To break my dream the vessel reached its bound:
And homeless near a thousand homes I stood,
And near a thousand tables pined, and wanted food.

W. Wordsworth


Pet the moss, the soft moss

Δυο μοναχικές παπαδίτσες σφυρίζουν στερεοφωνικά. Η άμπωτη είναι στο ζενίθ της, τα νερά είναι έξω, ακούγεται το απόκοσμο θρόισμα του βυθού που τραβάει το σεντόνι απ'την ακτή. Δεν έχω ξυπνήσει ακόμα. Πιθανώς να μην ξυπνήσω και ποτέ, έτσι που πάει το πράγμα. Πριν μια τετραετία περίπου έπαιξα και έχασα μισό μύριο στα χαρτιά, και ούτε τότε το άκουσα το ξυπνητήρι. Δεν άλλαξαν πολλά, μα ξαφνικά η δουλειά έγινε αναγκαίο κακό - και τότε μες στο μόνιμο λήθαργό μου, δουλεύοντας άρχισα να κουράζομαι. Μεγάλωσα κάτι παραπάνω από ευκατάστατος δίπλα σε μαρμάρινο τζάκι, άργησα να πάρω είδηση πόσο κοστίζει ένας μισθός και πόσο μια χασούρα. Ως τα είκοσι μ'έλεγαν παιδάκι, έπειτα κάποιος μ'άρπαξε απ'τις βάτες και με κρέμασε με μανταλάκια από ένα απροσδιόριστο προσωπείο αντρός για μια δεκαετία, αλλά μέσα, μέσα γινόταν ο κακός χαμός. Τώρα σα να έκοψε ο αέρας που ίσιωνε τις μπούκλες των προβάτων, δε βλέπω ακόμα τίποτα, είναι η αργή ώρα που κατακάθεται το ντουμάνι. Κοίτα εμπρός σου, τι κοιτάς όλο κάτω εβραιόπαιδο κέρματα ψάχνεις; αυτή ήταν η γιαγιά όταν πηγαίναμε στο φούρνο τα πρωινά. Δε διορθώθηκα, ακόμα περπατώ με το κεφάλι κάτω, κυρίως γλιτώνω τα σκατά, δυο τρεις φορές το μήνα τιμώ τον τίτλο μου και βρίσκω κι από κάνα δεκαράκι. Οι άνθρωποι περνώντας από κοντά σου σε παλιώνουν, ο χρόνος δε μετράει άλλο παρά αυτούς. Σήμερα στο Μάρμπαικ ποδαράτος απ'το δάσος φτάνω στην ακτή, βλέπω τον ήλιο επιτέλους κατάφατσα, με λούζει και με κάνει μαγικό με πορτοκαλί φωτοστέφανο, μια ώρα δρόμος με το κεφάλι κάτω, και ξαφνικά είμαι ψηλός, η γη απομακρύνεται, τα μαλακά βρύα μικραίνουν και μικραίνουν, και τότε μια έμπνευση, κοιτώ εμπρός, κοιτώ απάνω, κοιτώ γύρω μου, μμ, γιατί όχι τόσα χρόνια; Τι στην ευχή περίμενα; Η άμπωτη, η βόρεια θάλασσα, οι λασπουριές του Βάττεν, η πεσιά η πεσουλίτσα, τα πευκώδη, η ξαστεριά, τα βρύα, κι ανάμεσα σ'όλα αυτά εγώ και όλοι αυτοί κι όλα αυτά που πέρασαν και με παρέσυραν στο τώρα, στο εδώ. 

Ι.

ΙΙ.

ΙΙΙ.



Κοντή ενδοσκόπηση


Ώρα χέσε μας το πρωί η αναστήλωση της πλάτης από το μικρούλη λήθαργο της νύχτας. Τρώω γουήταμπηξ με ξινόγαλο ρομποτικά, σαπουνίζω τα κρουστιασμένα βλέφαρά μου, βουρτσίζω την κώμη και περνάω πέντε λάστιχα για να μη φεύγει τρίχα. Ντυμένος εισέρχομαι στα φωσφορούχα ποδοβράκια, αμπαρώνω το μπουφάν και φορτώνω τις γαλότσες. Πιο έτοιμος από ποτέ κατηφορίζω τα διακόσια μέτρα απ'το σπίτι στην προβλήτα. Με παίρνει το S&S για Γκορμ. Στο καμπούνι διαβάζω το δελτίο καιρού. Τέσσερεις με δώδεκα, σποραδικές βροχές, εφτά οχτώ μποφώρ Δ-ΒΔ, στανταριές. Το ξέρω πως δε γράφω όπως παλιά. Η νιότη μου έδινε μια φανταστική πολυχρωμία στις σκέψεις. Τώρα γύρω στο ζενίθ μου οι μπογιές έχουν ξεπλυθεί. Δεν τα έχω δει όλα, η γραφική παράσταση αυτής της διαδικασίας είναι ασύμπτωτη, αλλά πλησιάζω και θα πλησιάζω και θα πλησιάζω χωρίς ποτέ να αγγίξω τα όλα αυτά, τελεολογικά και πάντα προλαβαίνει ο θάνατος. Ο περιέχτης μου λικνιέται δώθε κείθε μες στο πλεούμενο και τα γόνατά μου βρίσκουν στα γόνατα του Σόφους του αυτοματιστή που κάθεται αντίκρυ και παίζει ποδοσφαιράκι στο κινητό του. Πίσω μας χαράζει, εμπρός ομιχλοσκόταδο. Τρεις μέρες στη μεταλλοσημαδούρα με το βραδύ της βόμβο, με τον ύπουλο σφυγμό της, με το μόνιμο τικ τοκ τακ τικ τοκ τακ της πινγκπονγκιέρας και το σσσσσς των αυτόματων πωλητών Μαρς, Σνίκερς και πατατακίων. Υπηρετώ απρόθυμα τους πάντες απ'τα δεκαοχτώ τους και μετά, μετέφηβα πρεζούλια, δύστυχα λιγνά δράματα, καθωσπρέπει κύριους και κυρίες, γηραλέα κατάλοιπα, επισκόπηση, ακρόαση, επίκρουση, ψηλάφηση, διάγνωση και θεραπεία ή διάγνωση και αναγγελία, η δουλειά μου είναι να υπηρετώ όποιον κακοτύχησε τη μέρα της υπηρεσίας μου, αλλά η εξειδίκευσή μου είναι αυτή: ο άτυχος εργάτης. Πρόκειται περί πολιτικής δήλωσης, η διαιώνιση του είδους μου είναι μια ιδέα απορριπτέα - ο έντιμος θάνατος και η εν ζωή παρηγορία όμως είναι μια άλλη ιστορία, και η συμπόνια μου αφορά αποκλειστικά τα μπλε κολάρα και το χειρονάκτη, όπου και εκεί εξαντλείται. Μεγαλώνοντας μεγάλωσε και η αποστροφή μου για τη διανόηση, τους σοσιετέδες και τους μαξιλαρωμένους κώλους, ως εκπρόσωποι της κάστας του συμβιβασμένου γλείφτη του συστήματος μου είναι αηδείς. Ναι, διακρίνω βάσει επαγγέλματος, δυο άλλωστε κατάρες σε βρίσκουν κατάσβερκα, κάποιος που σε πετάει στη ζωή απ'το πουθενά και μετά κάποιος που σου ζητάει νοίκι ώσπου να γίνεις σκόνη. Οι τυχεροί που τους γέννησε μουνί λουσάτο είναι χωριστή κατηγορία και απογειώνονται αλλιώς, οι μακρογλώσσηδες σκαρφαλώνουν χρησιμοποιώντας το φτύμα τους για κόλλα, κάτω μένουν αυτοί που πάνε μήνα μήνα, και θέλω να σου πω, δε φταις εσύ που είσαι εδώ, δε φταίω εγώ που είμαι εδώ, αλλά ανάθεμά με φταίμε για όλα τα υπόλοιπα. Κάπου στο βάθος κρύβεται ένας σαδομαζοχισμός. Η ζωή που σώζω με όρεξη είναι μονάχα η ζωή της βιοπάλης, η ζωή στο ζόρι, και όταν αδειάζει η αίθουσα της ανάνηψης και μένω μόνος με τον κύριο της καθαριότητας και τα μηχανήματα ρεύομαι μια πίκρα, έζησε άλλη μια μέρα για να δουλέψει άλλη μια μέρα, γιατί; Και με πιάνω απ'το γιακά-αγιακά του Μάο και με ταρακουνάω: έζησε άλλη μια μέρα για να χαρεί άλλη μια μέρα, κάποια μέρα, ίσως, όπως εσύ όταν ξυπνάς δίπλα μου ένα Σάββατο πρωί με ένα χαμόγελο απ'το ένα στο άλλο αυτί. Ίσα που έφυγα και δε βλέπω την ώρα να γυρίσω. Τα γνωστά.

fēlix, felicis

Κυριακή απόγεμα στο Γιένερουπ στη σκάλα 
παλίρροια ως τα μπούνια 
μια απαλή πνοή απ'το δέλτα και 
ηλιόλουσμα σαν ροδακινοζούμι. 

Ένας κούκος κρυμμένος στις καλαμιές
πλάτη στέρνο ζέστα ζωής
μάγουλα χείλη βλέφαρα μαλλιά μαλλιά
σταθήκαμε άκρη άκρη

και τσέπωσα την παρηγοριά
που θα με ξεπροβοδίσει όταν η ώρα έρθει.



Το μάτι της βελόνας

Θαλασσομίχλη και τα τζάμια όλα της φάτσας έχουνε γίνει φιμέ. Κουκουλώνομαι με το γερμανικό μου επενδύτη, παίρνω τη σάκα που λέει Κέντρο Ναυτιλιακής Ιατρικής και ένα πράσινο μήλο στην τσέπη και κατεβαίνω τις σκάλες σκοτωτός, έχω αργήσει. Οι λαβές του τιμονιού του ποδηλάτου είναι γλιτσερές, το ίδιο και η σέλα. Δέκα αποφασιστικές πεταλιές, χννχ, χννχ, και βγαίνω στον πεζόδρομο. Απαγορεύεται η ποδηλασία οχτώ μ'έξι. Είναι οχτώ παρά λίγο παράνομος, τι σκάνδαλο. Στο τέλος της ανηφόρας το ξημέρωμα, ένα φανταστικό καυτό τριανταφυλλί. Δεν ξέρεις ποιος είμαι, αλλά δες. Στη μια τσέπη η κάρτα που λέει Φ. Λ. Λ. - γιατρός με μια μικροσκοπική πιξελιάρα φωτογραφία μου που μειδιώ δυσκοίλια, στην άλλη η τρέχουσα κλειδαρμαθιά, όλα κι όλα δυο μικρά κλειδιά, ποδήλατο και νοίκι. Δεν έχω καπνίσει μήνες, τα πούλησα όλα, τα καπνά στα κονσερβάκια, τρεις πίπες από ένα εκατόμπαλο τη μια, κράτησα μόνο εκείνη την κοντή που μου'κανε δώρο ο Μ. όταν τελειώσαμε το λύκειο, και ξέρω πού κοιμάται, αλλά δεν την επισκέπτομαι καθόλου. Λέω δεν έχω καπνίσει και από μέσα έρχεται ένα χαχανητό, οι τράκες απ'τον τραυματιοφορέα Λαρς πίσω από το νεκροτομείο δε λογιούνται, ό,τι γίνεται στη βάρδια δε γίνεται ποτέ, έτσι κι αλλιώς ως το σχόλασμα το στόμα μου μυρίζει μόνο πείνα. Που λες, κοιτούσα τα μπούτια μου εχτές. Θα'θελα να πω πως είναι απαράλλαχτα την τελευταία δεκαετία, αλλά εχτές, εχτές την ανακάλυψα, τη βρήκα μες στα μπούτια μου, μια ολόκληρη δεκαετία. Έχω γεμίσει μικροσκοπικά αιμαγγειώματα, σαν κεφαλές καρφίτσας, απ'τα γόνατα και πάνω, πόσο πάνω; τ'ακολούθησα υπομονετικά και έφτασα ως τους ώμους. Το δέρμα φθίνει λίγο λίγο, ο τόνος δεν είναι αυτός που ήταν τότε, οι τρίχες μαλακώνουν, τα μπουτομούσκουλα είναι κάπως πιο σκληρά, δέκα χρόνια μπούτια.

Άλμα στο σούρουπο που κρυφοχαζεύω απ'το παράθυρο τρώγοντας μπαγιάτικο πλιγούρι με κιμά, παλ γαλάζια, ροδαλά, επιμήκεις συννεφιές σε στρώσεις, παλ αρχίδια, παλ μουνιά, και σβήνω άλλη μια μέρα, και σβήνω γι'άλλη μια μέρα. Το πυρετώδες ζόρι του πρώτου καιρού μετατράπηκε σιγά σιγά σε μια ολόκορμη παραίτηση, σε μια παρατεταμένη σιωπή. Εκείνα τα τηλεφωνήματα του άλλοτε, τότε που σε ξυπνούσα από το βαθύ σου ύπνο σε παροξυσμό και φώναζα σαν τρελός με το τσεύδισμα του τσιγάρου που κρεμόταν σπαστικά απ'το στόμα, με τα πράσινα του χειρουργείου έξω απ'την κεντρική είσοδο, πάνε τώρα, ήσουν τόσο γλυκός, και σ'αγαπούσα τόσο... Τώρα βγαίνω στον ακάλυπτο του πίσω κλιμακοστασίου με τ'άσπρα σαν κέρινο ομοίωμα, δέκα λεπτά νεκρού ματιά, καταπίνω το τρακαρισμένο Πρινς σα χλιδοτζάνκης, και πάλι μέσα. Το ξεδίπλωμα της δυστυχίας συν τω χρόνω μαλλιά στιλπνά που χύνονται στο μαξιλάρι, στα σεντόνια, στο πάτωμα, το ταβάνι, το λαρύγγι. Δεν είναι πως δεν έχω να σου πω. Όλα καταπίνονται απ'το άπατο στομάχι, γκλαπ γκλουπ γκλιπ. Πενήντα λέξεις τη μέρα, πενήντα φορές βοήθεια, φωνή βοώντος εν τη ερήμω, ευθύνατε την οδόν Κυρίου, τι να συμπεράνεις; Δεν ξέρεις ποιος είμαι, αλλά δες. Πουκάμισο μαύρο με ρίγες λεπτές σαν τρίχες, θραύσμα ανθρώπου σιδέρωνε γιακά ντάλα μεσάνυχτα απάνω στη νωπή πετσέτα του κορμιού, πουκάμισο μαύρο με ρίγες λεπτές σαν πρώτες ρυτίδες τριαντάρας, τοξοβολία τρία δάχτυλα αριστερά του στέρνου, δυο δάχτυλα απ'τη ρώγα. Ιδού ο αυτοτοξότης, εμπρός θεριό, τ'όνομά μου στο πιατόνερο της γλάστρας, το δέρμα αυτό το παράξενο σκισμένο, ένα καρύμπαλο απ'το κεφαλοχτύπημα στον τοίχο, μαλλιά ξηλωμένα απ'του κρανίου τον κουντεπιέ μπλεγμένα σε δάχτυλα που τρέμουν από οργή, δέκα λεπτά νεκρού ματιά, άλλοι το λένε ύπνο.

Το μακρύ ταξίδι εν πλω στο Φαύλο Κύκλο, ισόβιος μαθητευόμενος, μια φωτεινή σκιά εκπνέεται σαν υδράργυρος απ'τα ρουθούνια μου, μια ασημένια άλκη, βαριά, χαζή, πεθυμημένη, καλπάζει ώσπου χάνεται στο μαύρο δάσος ποδοπατώντας ολοκόκκινα αστραφτερά σμέουρα που της βάφουνε τα πόδια και πιτσιλάνε την ολόλευκη μαγική κοιλιά. Την ακολουθώ όπως όπως, κουβαριάζομαι σκοντάφτοντας στα γυμνά ριζά, τα χνάρια της φαίνονται απ'τις λίμνες χυμού εδώ κι εκεί στο χαλί από πευκοβέλονα, κολλάνε σοροπιασμένα στις γάμπες μου, το σκοτάδι πυκνώνει και βαθαίνει, τα δέντρα χοντραίνουν και ψηλώνουν, να'σου χιόνι, να'σου ξέφωτο, στο κέντρο η άλκη, παίρνω μια βαθιά ανάσα, και διαλύεται αργά σα ρυάκι υδραργύρου που κυλάει στα ρουθούνια μου, ώσπου σώνεται εντός μου. Ακούγονται γαυγίσματα κι αρβυλιές να πλησιάζουν. Και τώρα οι κυνηγοί... Τους τα'χω μαζεμένα, άρρωστοι, συγγενείς, νοσοκόμες και κορόιδα συνάδερφοι γιατροί, πατρίδες, νησιά, χερσόνησοι και εθνικές οδοί, πιο πολύ όμως σου τα'χω εσένα μαζεμένα κακιώστρα μου μικρή. Γυρόφερμα όρνιου πάνω απ'το κουφάρι μιας αυτοκτονίας, γυρόφερμα πληγή ζουμί, εξίδρωμα ζουμί πάνω απ'όλες τις ψιλές μου δυστυχίες, αυτές που βλέπουνε με τον καφέ τους οι θεοί και σκάνε ένα μικρό γελάκι χι χι χι. Δεν ξέρεις ποιος είμαι, αλλά δες. Δε σέρνω άλλο τα σαμπώ, τώρα πήρα μαύρα σπωρτέκς με χριτσχράτς γιατί με πονούσαν οι αστραγάλοι, και είμαι νίντζα στους διαδρόμους, και χώνομαι αθόρυβα στους τελευταίους θαλάμους της ομάδας τέσσερα των παθολογικών που απ'το κρεβάτι δεν έχουν ορατότητα στην πόρτα, και οι γριές χέζονται στο βρακί τους μόλις γρυλίζω Γκοντέη φρου, και φανερά γελώ. Αγγαρεία μέρα μπαίνει μέρα βγαίνει, σταυροκόπημα τιπ τοπ ταπ τιπ πατήρ υιός και αγία λάντζα, τηλέφωνο στ'αυτί, στηθοσκόπιο τριανταδυό χρονών στην τσέπη, μια κόλλα χαρτί διπλωμένη στα τέσσερα το κατάστιχο της βάρδιας, κι ένα στυλό που βρήκα τις προάλλες στο πάτωμα του γραφείου, γητευτής των φυσημάτων, πρώτος κωλοδαχτυλωτής, σπουδαίος διαγνώστης και ευσεβής θεραπευτής. Γνέφεις δυο φορές και πίνεις δυο ηχηρές γουλιές ουζάκι απ'την κούπα του τσαγιού. Είναι αλήθεια αυτό που λένε, είσαι σπάνιο πλάσμα -και το πιο σπάνιο πάνω σου είναι η ανίατή σου τύφλα να το δεις. Απέναντί σου οι σκέψεις μου είναι παλιωμένες σα μπαγιάτικο ψωμί. Έχεις όμως κι εσύ φτέρνα, κι αυτή είμαι εγώ, ο Φ. Λ. Λ., ο σταθερός σου ξένος, ο ανώνυμος χαζογιατρός, του αίματός σου ο μόνος βουτηχτής. Α! μια σύντομη φλόγα στο βλέμμα. Σα να με ξέρεις τώρα.

Σκυλιά ξυπόλυτα και σκυλιά παπουτσωμένα έφτασαν πια κοντά, δυο δέντρα, δυο δρασκελιές από το ξέφωτό μου, στέκομαι ήρεμος, αργός, τα μάτια πάνω, βράδυ παγωμένο και κοκκινίλα στον ουρανό, χιονιάς, κι άλλος χιονιάς, τ'αστέρια κροταλλίζουν σα μεταλλικά ρινίσματα, τα μάτια μου με βλέπουν μες στα μάτια, κι η ζωή μου το σκάει απ'τα ρουθούνια μου, η άλκη απομακρύνεται νωχελικά προς τ'ασημένια θρύψαλά της.

Το νοσοκομείο ακτινοβολεί ζόφο σ'όλη τη γειτονιά. Εκείνος ο γέρος που έφτασε με μια κοιλιά στραβοξεχειλισμένη απ'το δεξί υποχόνδριο τα μεσάνυχτα κι ένα κλασσικό προσωπείο ιπποκρατικό, σκέτο κομψοτέχνημα, εκείνος ο γέρος δεν ήρθε για να μείνει. Ακούμπησα το γαντωμένο χέρι μου πάνω στο ξερό πετσί, τα κωλάντερα ένα πόντο μέσα ακίνητα σα παλιοσωλήνες. Το αίμα στο φυαλίδιο της αιμοληψίας σχεδόν κατρακυλούσε πηχτό σα παχειά λάσπη με χαλίκια, χους ει και εις χουν απελεύσει. Η ανάσα του μύριζε ψοφίμι, έζησα μια γεμάτη, όμορφη ζωή. Υπαγόρευση στο ντικταφόν, διάταση εντερικών ελίκων, τοιχωματική ακινησία. Ώρα του η τρίτη ώρα της Κυριακής. Βγαίνοντας απ'την αίθουσα της ανάνηψης πέταξα τα γάντια στον κάδο του διαδρόμου, τράβηξα έξω το πράσινο μήλο και το'κανα μια χαψιά, πεινασμένος και πολύ ζωντανός. Προσπάθησε να θυμηθείς, ρίξε μια ματιά στ'ασημικά του ακάθρεφτου ασανσέρ για την εντατική, εκείνη η άσπρη θολούρα θα σε βοηθήσει. Το δεξί μου βλέφαρο είναι τούμπανο, το μαύρο του ματιού είναι παραλυμένο, οι θεραπευτικές σταγόνες είναι λιπαρές και οι βλεφαρίδες κολλάνε μεταξύ τους, όψιμα δαμάσκηνα και όψιμα κεράσια. Είναι Αύγουστος στον ημιώροφο, νεκροί σε κάθε γωνιά, νεκροί σε όλα τα κρεβάτια, κι ανάμεσά τους δαρμένες και γυμνές και εξίσου απόλυτα νεκρές οι νοσοκόμες, το καλό μου μάτι αδιαφορεί, έζησαν μια γεμάτη, όμορφη ζωή. Στο μάτι του κακού, στο μάτι της βελόνας είναι που σπάει η κλωστή, απ'την ποδιά μου ανθίζει σαν τουλίπα το αγκυροβόλιο του ζόφου, το δίκοπο μαχαίρι του λευκοντυμένου νεκροθάφτη, να'σαι, χαμογελάς, με ξέρεις, ναι, εγώ είμαι, πέρασα απέναντι τελικά.




Τήζερ

Πουκάμισο μαύρο με ρίγες λεπτές σαν τρίχες, θραύσμα ανθρώπου σιδέρωνε γιακά ντάλα μεσάνυχτα απάνω στη νωπή πετσέτα του κορμιού, πουκάμισο μαύρο με ρίγες λεπτές σαν πρώτες ρυτίδες τριαντάρας, τοξοβολία τρία δάχτυλα αριστερά του στέρνου, δυο δάχτυλα απ'τη ρώγα.

Ιδού ο αυτοτοξότης, εμπρός θεριό, τ'όνομά μου στο πιατόνερο της γλάστρας, το δέρμα αυτό το παράξενο σκισμένο, ένα καρύμπαλο απ'το χτύπημα στον τοίχο, μαλλιά ξηλωμένα απ'του κρανίου τον κουντεπιέ μπλεγμένα σε δάχτυλα τρεμάμενα οργής, δέκα λεπτά νεκρού ματιά, άλλοι το λένε ύπνο.



Present / Present


μια μέρα συναντηθήκαμε
στα πλακόστρωτα της αδειανής πλατείας
Μπρίστολ παμπ σόδα μπύρα

περασμένοι κοινοί παρονομαστές
μώλωπες και ναυσιπλοΐα
κωλοδάχτυλα στα υπέρ πατρίδος

πρώτο χαρτί
ο τροχός της τύχης
ένας μισός μισός
μισός δειλός

δυο ακτές εντός εκτός κι επί τα αυτά

δεύτερο χαρτί καπάκι
η εγκράτεια
μια θάλασσα λιμνίσια
βουβή επανάσταση και κονφορμισμός

γλώσσα μια, θρησκεία μια, αλήθεια μια

στο ένωμα καλά κατάλαβες πέσαν οι εραστές

The good times kid

Η χιονοσυννεφιά με πατάει κάτω σα γόπα, το χαμόγελο μου τσιτώνει μια ξερή πληγή, η αύρα διατρέχει τα μεσοπαλιρροϊκά λειβάδια, τα νερά έχουν κάνει πέτσα απ'το κρύο, μην κλαις, σ'αγάπησα όπως μπορούσα.





Savasana

Ο Μ. ντύνει τα παράθυρα με κομμάτια απ'το κιβώτιο της κουνιστής καρέκλας και στήνει τις λεκάνες όταν είναι να εμφανίσει φιλμ. Στη γωνία ο κουβάς με τα χρώματα για τις μεταξοτυπίες λέρωσε το αβερνίκωτο ξυλοπάτωμα και ήμασταν δυο μέρες μαλωμένοι επειδή ξενοικιάζοντας ο σφίχτης τραπεζίτης θα μου κρατήσει απ'την προκαταβολή. Για να προλάβει μελλοντικές εντάσεις ο Μ. πήγε αγόρασε ένα παλιοχαλί που μύριζε κλεισούρα από την ένωση των καθολικών μοναχών για είκοσι κορώνες. Το πλύναμε τσουλοκώλι στην αυλίτσα και στέγνωσε σε ένα τυχερό απόγευμα νοτιά. Η σοφίτα έγινε εργαστήριο όπως είχαμε πει. Ξεφουσκώσαμε παρέα το σαμπρελόστρωμα, αυτός κρατούσε το στόμιο κι εγώ κυλιόμουν σαν σκυλί στα χόρτα. Αν έχουμε πάλι επισκέπτες θ'ανεβούμε πάνω και ο ένας θα γυμνάζει το γαστροκνήμιο, ο άλλος θα κρατάει το μαρκούτσι στο στόμιο και η ποδότρομπα θα κάνει χχχ-πιιι, χχχ-πιιι, χχχ-πιιι. Τώρα ανεβαίνω εκεί και καπνίζω ενώ αυτός φτιάχνει κουτιά για το σαπουνομάγαζο στο Φλένσμπουργκ. Από τα παράθυρα εποπτεύω τις στέγες της κωμόπολης, τους γλάρους που περπατούν σαν κότες ντυμένες πιγκουίνοι στα κλειστά βροχολούκια, βλέπω ποιος μπαίνει και ποιος βγαίνει στο ποδηλατάδικο, μερικές φορές τελειώνοντας νωρίς απ'τη δουλειά προλαβαίνω και την ανατολή.

Η φωτογραφία τραβήχτηκε τον Αύγουστο, σε ένα ληγμένο Ίλφορντ από το ψυγείο του Φωτοκέρ. Τυπώθηκε στη σοφίτα. Δείχνει μια γυναίκα κι έναν άντρα, τη μπανάλ βάση της κοινωνίας. Ο άντρας είναι ακουμπισμένος στο ντουβάρι. Αυτή είναι γυρτή προς τη μεριά του και στηρίζεται στον ώμο του. Με τα δυο του χέρια πιάνει το ένα της που το'χει περασμένο στο στήθος του. Δε μπορώ ν'αποφασίσω ποιος απ'τους δυο φαίνεται πιο κτητικός. Ίσως αυτή, που το'χει και στο βλέμμα. Φοράει τη γαλαζωπή (γκρίζα στη φωτογραφία) μπλούζα από το μουσείο τέχνης της Σάντα Μπάρμπαρα που έχει για μπυτζάμα επειδή έχουν σβηστεί οι στάμπες, σουβενίρ από τη ζωή της πριν γνωρίσει τον άντρα. Αυτός είναι γυμνός. Οι περισσότερες λεπτομέρειες χάθηκαν κατά την ερασιτεχνική εμφάνιση. Δε φαίνονται για παράδειγμα τα μικροσκοπικά τριχοειδή που έχει στα μάγουλά της ή τα ίχνη του δερμογραφισμού που έχει στο στέρνο του. Η φράντζα της είναι αλφαδιά και τα λεπτά της φρύδια με το κροταφικό τους μέρος υψωμένο σε αποδοκιμασία. Τα χείλη της βγήκαν σκοτεινά επειδή τα'χε βαμμένα μ'εκείνο το ακριβό κραγιόν. Αυτός τη ρωτά, ποιο; Και αυτή απαντά, λαμπζολού ρουζ κι εκείνος την κοροϊδεύει λα ψωλού ρουζ και εκείνη κάνει πως θυμώνει χωρίς να καταλαβαίνει και το ηλίθιο αστείο δε του παλιώνει, το κάνει και τηλεφωνικά. Στη φωτογραφία φαίνεται η γυναίκα σκέτη σνωμπαρία (παραθέτω sic τα λόγια της αλληνής, ετα θέλω και τα παθαίνω, δε μου συμβαίνουν από λάθος, είναι μέρος της μεσοαστικής μου περιπέτειας μαζί με τα μπουνίδια πίσω από το Πάιονηρ μπαρ στη δανέζικη Φλώρινα) έτοιμη να εκραγεί σε μια ατέρμονη ψυχροπολεμική υστερία, και δίπλα, ελαφρώς εκτός εστίασης, είναι αυτός, δηλαδή εγώ, ο αγαπημένος μου ήρωας. Η φωτογραφία κρέμεται επί της πόρτας του ψυγείου, πάνω ακριβώς από το τσαλακωμένο και ξετσαλακωμένο πωστ-ιτ του Γ. που με αφελή καλλιγραφία λέει Vi de druknede, και πάνω από το προσπέκτους της πιτσαρίας στο Γιέρτιν. Από τα κέρατα του μαγνήτη σε σχήμα ελαφιού κρέμονται και τα λάστιχα που μας δίνουν από το σουπερμάρκετ όταν αγοράζουμε μούρα που έρχονται στο μαλακό κουτί που ανοίγει εύκολα μέσα στη σακούλα αν δεν το ασφαλίσεις.


Κυριακή μες στην Τετάρτη, ο Μ. στολίστηκε και πήγε στη μπυραρία της θείας της τάχα αριστερής, ήξερες πως δεν υπάρχει κομμουνιστική εφημερίδα στη Δανία πια; Ξέρω πως θα σε ταράξει όταν το διαβάσεις, γι'αυτό το γράφω, έχω έναν επίμονο πονοκέφαλο μέσα στην ψυχή, γράφω I miss you σε μια στιγμή αδυναμίας, α δε γαμιέται, σε μια ζωή αδυναμίας, πέντε λεπτά μετά γελώ μόνος μου μέχρι δακρύων βλέποντας ένα σκίτσο του δέρματος των φτερών μιας νυχτερίδας σ'ένα βιβλίο που μάζεψα απ'τα σκουπίδια, το χαλάζι χτυπάει μόνο τα βορειοδυτικά παράθυρα, ξαπλώνω πιο βολικά στον καναπέ κάτω απ'το πάπλωμα που πήραμε παρέα απ'το Ώρχους, κρύβομαι απ'τον κόσμο, κρύβομαι απ'τα πάντα, τα ρούχα μου έχουν ανεβεί, το σωρτς έγινε σαν βρακί και η κοιλιά μου είναι έξω, τα μαλλιά μου με καταπίνουν, ωραία, ωραία είναι εδώ.

The sun had done it, the violent sun, the violent shade

I don't wanna wait now,
but I know you gonna make me.
Who you wanna hate now?
Pretty soon you're gonna hate me.



Απ'το κελί (φωναχτά)

BY JOHN MASEFIELD

I must go down to the seas again, to the lonely sea and the sky,
And all I ask is a tall ship and a star to steer her by;
And the wheel’s kick and the wind’s song and the white sail’s shaking,
And a grey mist on the sea’s face, and a grey dawn breaking.

I must go down to the seas again, for the call of the running tide
Is a wild call and a clear call that may not be denied;
And all I ask is a windy day with the white clouds flying,
And the flung spray and the blown spume, and the sea-gulls crying.

I must go down to the seas again, to the vagrant gypsy life,
To the gull’s way and the whale’s way where the wind’s like a whetted knife;
And all I ask is a merry yarn from a laughing fellow-rover,
And quiet sleep and a sweet dream when the long trick’s over.


ΑΦΗΝΟΥΜΕ ΓΕΝΕΙΑΔΑ ΓΙΑ ΝΑ ΚΡΕΜΙΟΜΑΣΤΕ ΚΡΥΦΑ
Η ΔΙΑΣΤΡΟΦΗ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΝΟΣΟΣ
ΝΟΣΟΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΣΩΣΤΟ