© 2008 - 2017


-

Archiv

Blogger news

Blogger templates

 

+

Umblättern

Kategorien

 

Γιατί τίθεμαι υπέρ της ανοιχτής χειρουργικής

Μέσα στις αίθουσες τα κωνία παραθερίζουν
στα μπλε της διανυκτέρευσης, ρούχα
της κόρης του αυτοκράτορα και τα φτερά
στους έξω σου κανθούς, λίγη αναιμία

ή φυσική χλωμάδα, δε μπορώ να πω ό,τι
κι αν είναι, μ'αρέσει.

Το σκάλισμα των ενδοσκοπικών εργαλείων
ράμφη προϊστορικών λεπιωδών αεροπόρων
οι σάρκες τσιρίζουν συρρικνώνονται και συμφύονται
καρβουνιασμένες στο άγγιγμα της διπολικής

όταν το παρακάνεις μυρίζει από κουζίνα ως τους διπλανούς.
Το φορητό ακτινοσκόπιο μαζί κι ο χειριστής του μ'έχει και μένα σαν αυτούς
μολυβένιο στρατιωτάκι. Ο λαιμός μου τρίβεται
στον κοινόχρηστο γιακά, το βραχιόνιο πλέγμα

αντιμετωπίζει προβλήματα αγωγιμότητας
με κάθε σύρμα που σπρώχνουνε πάνω απ'τις μηριαίες αντίθετα στο ρεύμα
στα χέρια μου η καρδιά καλπάζει σε ριπές.
Η αναισθησιολόγος Σλάβα πρώτης διαλογής
παρατηρεί τα νύχια της στο σκαμπουδάκι της γωνίας

η ορχήστρα της βομβίζει, αλλά δεν είναι για κακό
οι παρευρισκόμενοι αγωνιούν και βιάζονται. Τρεμάμενοι καθετήρες
έρχονται αποστειρωμένοι και φεύγουν επίχριστοι
κι εγώ εύχομαι ο ασθενής
να μας πεθάνει στο τραπέζι.

Η ελάχιστα επεμβατική σας πρόδωσε
σκατά γλιστράνε απ'τις οπές της λαπαροσκοπικής
τα παίρνει ο εξαερισμός, αλλά κάποια γκελάρουν
στον προθάλαμο για να μας συναντήσουν.

Φωνάζεις βοήθεια απ'το αναισθησιολογικό
και μεταγγίσεις στην ενδοεπικοινωνία, άντε να ξελασπώσεις
το πράγμα έχει αγριέψει
μακάρι να ήξερες πώς σου συμπαραστεκόμαστε κι οι δυο
ένας γατζωμένος στο κοντρόλ του ακτινοσκοπίου, ένας στη θωρακοτομή.

Την άλλη φορά στο εξωτερικό κλιμακοστάσιο, από δυο ορόφους κάτω
τον άκουγα να φτυαρίζει στα συρμάτινα σκαλιά
φρέσκο τύμβο για κάποιον που τυχαίνει να γνωρίζω
μα η αγάπη του για σένα τον έχει στείλει πιο νωρίς στον τέταρτο Fontaine

το αίμα του έχει ζαχαρώσει.
Έσβησα το τσιγάρο, έστρωσα το πουκάμισο μέσα απ'την κολλαριστή ρόμπα
ταλαντεύτηκα στην άκρη για να πέσω όπως η μάνα μου στη γη, μη
η σκέψη ακόμα αρκεί. Η σκέψη ακόμα αρκεί.

Απ'το κελί

Περνάνε απ'το νου μου οι γηραιές παρηγοριές κι οι νέες
στρευλές και χαλασμένες σαν φωτογραφίες που έχουν καεί λίγο στην άκρη
παλιά έβλεπα τα υπηρεσιακά να περνάνε απ'τον κεντρικό τώρα ακούω τις μηχανές και τα φαντάζομαι που έχουν αλλάξει η αρχή δεν επιτρέπει περισσότερα
με το βρακί στο πάτωμα το στόμα έχει επουλωθεί κατά δεύτερο σκοπό, διψάω
φωνή δε βγαίνει για το σαχαρίτ ούτε κι η νύχτα.

Τελευταία πνιγόμασταν σε φλέμα βαμμένο από αιθάλη και ροδόνερο
σε κάθε χτύπο νιώθω τα σκέλια της μιτροειδούς ίσα να πλαταγίζουν ξηλωμένα
μη με ρωτάς ποιος φταίει. Διάλεξα καλά την τύχη μου απ'όλες τις άλλες τύχες
στα αχανή λειβάδια του τσιμέντου φυσάει για τρικυμία είναι κι αυτό μια δοκιμή της πίστης
λαχανιασμένος και μπλαβής απ'το ανακατεμένο αίμα καθαρό μαζί και φαγωμένο εύχομαι να μην τα καταφέρω

εκτίω μια ποινή που δεν καταλαβαίνω
μισότρελος μέτρια μυωπικός και ιδρωμένος
 ο θεός πρόσταξε υπομονή
βεβαίως πέρασε κι αυτή απ'το κελί.

ΘΙΣ

Έχει φουσκοθαλασσιά εμπρός απ'το σπίτι σου το
κύμα χαμηλό γλείφει τα κράσπεδα
ζεσταίνω τα πόδια μου σκυμμένος δίπλα
στις ακμές ισορροπούν καβούρια

ήρθε ως τα χείλη το νερό
σκόνη ξεσέρνεται απ'το λιμεναρχείο
μέχρι τις πληρωμένες σου νηστείες, τα χαρισμένα πιάτα
οι γλάροι κάθονται στους στύλους μαρμαρένιοι

μόνο στην ησυχία ακούγεται το χνώτο των ακτών
φυσάει αέρας της βροχής
δε θυμάμαι με τι φωνή το είδες
δε θυμάμαι καν την κοινή μας γλώσσα

η μπύρα χρυσή φερμένη από αλλού
χωνεύει τον ιδρώτα της εποχής
ξινό ψωμί μες στα φιλιά
λοξοδρομώ

τόση βουβή αγάπη για ό,τι βγάζει αυτό το βαλτοτόπι

τα χρυσά ματόχαντρα γυαλίζουν σε κάθε σου βλεφαρισμό
λες κι εδώ τ'αλάτι που ανακατεύεται με το γλυκό γίνεται λάδι
κάτω απ'το λιωμένο τζάμι όλα διαθλώνται
έχει μια στάχτη άλλη στο βυθό

θολό νερό το θρόισμα των χαλικιών
στροβιλίζεται απ'την ακτή ως την πόλη που υπόσχεται
από σένα σύντομα δε θα θυμάμαι τι και
πως παρηγοριά δε βρίσκω ούτε στην Τορά δέκα πληγές ο γυρισμός...

Augen rechts, habt acht

Δε βλέπω άλλες αφίξεις παρά των μικρών ωρών
με δυο συμβλέφαρα δυο δεύτερες συζυγίες σε πλήρη διατομή

το νερό με κάνει και βουβό μαύρη λάσπη από στάχτη
κυφωμένος αργοκίνητος στη λίμνη με τις γόπες

ανάσκελες κοιλιές επ'ώμου τα λουριά της μαρτυρίας
οι πορείες μας φωτίζουν ακτίνες πέδης

πνιγμένοι και διψώντες
σε πλήρη πλήρη επιβράδυνση 

μα χωρίς σταματημό.











±


wenn ich vom Pferd auf den Esel komme
äherinner ich die Küste

#36.3

Nach meinem eigenen Wunsch
nehme ich deines Körpers Abschied
meine Flucht, Congé - Congé bennenend
dir nahezustehen das schaff ich fast und schier
noch völlig nicht, völlig nicht
wir schlafen miteinander zu Gebetszwecken deines Gottes, deiner Religion.
Ich bin glaubenslos.
Jämmerlich auch, macht's nichts.

---

Τυλίχτηκε με την κουρτίνα ώσπου απ'το κουρτινόξυλο κρεμόταν ένα κουκούλι έτοιμο να σκάσει η φουντωντή του άκρη μελάνιαζε το λευκό υφαντό, το διήθημα του γλαυκού της μέρας έφτανε για να βλέπω τις σελίδες μιας και το δοξάρι πιο μακρύ και πιο φαρδύ απ'το βιολί με κράταγε στον τοίχο καρφωμένο απ'το λαιμό προσηλωμένο στα βιβλία που είχαν όλα να κάνουν με μένα, με μένα και μ'αυτόν, και μ'όλους τους άλλους που τρία χρόνια φυλάγαμε για πεθαμένους κι άλλα τρία είχαμε σκοπό αυτές είναι ισόβιες σπουδές και μεταθανάτιες τέχνες θεραπευτές και διαγνώστες μα απ'όλες οι πιο μιερές οι χειρουργοί και στην απέναντι πλευρά της στήλης οι ανθερές πουτάνες. Τα εκχυλίσματα των παραστρατημένων σταγόνες λάδι στα μαλλιά και πέρλες διαθλαστικές των βλεφαρίδων, αυτός μελένιος σιγά σιγά όλο και χειρότερα ξεχνώ πώς βρέθηκε παρασυρμένος στη μαγνητική περιδίνηση, διαλύτης αλατόνερο και γύψινος ασβέστης... μα έτσι λειτουργεί η ακολουθία για να ξεφύγω από τις τύψεις όταν φιλώ τα καθαρά του χείλη κι όταν χτυπώ κι όταν ματώνω τ'αγαπημένα μάγουλα από πορσελάνινα σε δυο χεριές δαρμένα κι όταν απ'τα στρατιωτικά κομμένα νύχια μου τσουγκρανίζει η βούρτσα κάτω απ'τη ρεματιά χλωρεξιδίνης λεπτότατο λινό τις απολογίες του και τις δικές μου παραμελημένες κι άδικες, άδικες καταχωνιάρες στα σφαλισμένα πείσματα. Κουβαλάμε τις γαίες για να περπατήσουμε επ'αυτών στους ώμους, η θάλασσα εκρέει από τις βελονότρυπες στα μπράτσα και τα στήθη, πιο λαμπερή πλατίνα ο κάματος. Καημένο πλάσμα, το κοίταγμα του ελαφιού να με στοιχειώνει και να ευλογεί το κλούβιο πρωινό, καημένη αγκαλιά αδράχτι της βρώμας του γιατρού και του μαθητευόμενου, δεμένο ύπουλα ανθρωπινά πώς σ'έφερα απ'τα πυκνά στο ξέφωτο, πώς ατύχησες έτσι, πώς σώθηκα εγώ. Απ'την πληγή μου στο λαιμό παλούκωμα του δοξαριού με βρέχει η απιστία, το φευγαλαίο μάτι κι η αχορτασιά, ζουμί χειρότερο απ'τη λέμφο του καρκινικού διασειρμού. Δεν έχει αυτή η αρρώστεια πρόγνωση πάνω από όλες μου τις μέρες κερασμένες με αρσενικό μπουκιά μπουκιά με γλύκα λατρευτική στον άλλον. Όταν φτάσει η στιγμή και καταφέρω να σταθώ, το κρύο της ακτής νερό θα το'χω ως το γόνυ, πνοές πνοές σα χιόνι ο αέρας του Μαρτίου η λάμα μουλιασμένη θ'αστράψει δυο φορές δως μου σαράντα δευτερόλεπτα καιρό να χάσω τα στηρίγματα και βυθιζόμενος θα ομολογήσω.