© 2008 - 2017


-

Archiv

Blogger news

Blogger templates

 

+

Umblättern

Kategorien

 

Τι σε πονάει τελικά

Το μάτι που κοιτάει από ψηλά και τα βλέπει όλα 
το μάτι αυτό δεν κάνει ντούκου. Απλήρωτο εδώ δε μένει τίποτα, έχε το στο νου και κράτα ρεζέρβα. Μπαίνεις στο καζίνο καυλωμένος να παίξεις και θα παίξεις και θα σε χορέψουν στο τύμπανο, ψίχουλο απ'το σοβά που ξεκολλάει, ψίχουλο που τρεμοπηδάει στο πετσί με κάθε χτύπημα. Η μουσική αυτή του πυρετού θα παίζει και θα παίζει όσο εσύ θα παίζεις και θα παίζεις και πιο μετά ακόμα. Κάποτε το ψίχουλο φτάνει στην άκρη του πετσιού και πέφτει και πέφτει για πάντα, όπως η μουσική συνεχίζεται για πάντα, κάποια πράγματα δεν τελειώνουν ποτέ και τελειώνουν συνέχεια. Αλληγορίες για βιπεράκια, διαφορετικά ονόματα για το ίδιο δηλητήριο. Έρχεται ένα βράδυ μεσοβδόμαδο και είμαι μια πιτσιλιά σε έναν χάρτη που δε δείχνει τίποτα άλλο παρά γκρίζο, από άκρη σ'άκρη γκρίζο, ούτε ακτές, ούτε ξέρες, ούτε άλλα σημεία. Ένα ισιάδι που χάνεται στην ομίχλη πίσω, που χάνεται στην ομίχλη εμπρός. Και στο βάθος αυτός ο ζοφερός χτύπος, ο ρυθμός του πυρετού, ψηφιακός στην ακρίβειά του, κρατάει αυστηρά το βήμα, το βήμα, το ένα βήμα μετά το άλλο, πίσω, πρόσω, δεν ξέρω πια, δυο καθρέφτες που κοιτάνε ο ένας τον άλλον κι ανάμεσά τους εγώ, και στο βάθος αυτός ο ζοφερός χτύπος, στο βάθος πίσω από το γάλα της ομίχλης καραδοκεί σκοτάδι.

Το μάτι που κοιτάει από ψηλά και τα βλέπει όλα
το μάτι αυτό κάνει και τα στραβά μάτια. Απλήρωτο εδώ δε μένει τίποτα, αλλά υπάρχουν και οι εξαιρετέοι, τι νόμισες; Από μουνί σε μουνί το μαρτύριο περνάει σαν θαύμα, από χέρι σε χέρι το μαχαίρι στην πλάτη, από πόστο σε πόστο διεστραμμένοι καριόληδες σε γραμμή παραγωγής. Στην αυλή με τα ροδόδεντρα ένας γέρος σκάβει μια τρύπα, Τι σκάβεις γέρο; -Σκάβω τον τάφο σου. Κοίτα καλά, ο γέρος έχει τα μάτια σου, κοίτα καλά, ο γέρος έχει τα χέρια σου, κοίτα καλά, δες όσο προλάβεις, γιατί απ'τη μια στην άλλη βλεφαριά ένα μικρό κορίτσι τρέχει βιαστικά και ο μάλλινος ποδόγυρος σκαλώνει στο πόδι του τραπεζιού, απ'τη μια στην άλλη βλεφαριά η κανάτα πέφτει και πέφτει για πάντα, και το γάλα χύνεται και γεμίζει τον κόσμο, κοίτα καλά, δες όσο προλάβεις πριν πλακώσει η ομίχλη και αρχίσεις να στριφογυρνάς. Απ'το φοβισμένο στόμα σου χύνεται το γάλα και γεμίζει τον κόσμο. Έρχεται πάλι το βράδυ το μεσοβδόμαδο και είσαι μια πιτσιλιά σε έναν χάρτη που δε δείχνει τίποτα άλλο παρά γκρίζο, από άκρη σ'άκρη γκρίζο. Ένα ισιάδι που χάνεται στην ομίχλη πίσω, που χάνεται στην ομίχλη εμπρός. Και στο βάθος αυτός ο ζοφερός χτύπος, το τύμπανο της κόλασης, κρατάει αυστηρά το βήμα, το βήμα, το ένα βήμα μετά το άλλο, τα σκιάχτρα μολυβένια στρατιωτάκια παρέλαση ντεμέκ να διώχνουν τα κοράκια που μαζεύονται σαν νέφος και σου μαυρίζουν τα σωθικά. Πίσω απ'την ομίχλη δόντια κοφτερά κι αστραφτερά, σαλιωμένα έτοιμα να ξεσκίσουν.

Το μάτι που κοιτάει από ψηλά και τα βλέπει όλα
το μάτι αυτό έχει στην κόρη μπηγμένο ένα κέρμα, το χρυσό κουμπί που κρατάει κλειστόν το γιακά. Μια γυναίκα με χείλια σαν λιωμένα κράνα παίζει μια άρπα που έχει χορδές από σπάγκο. Τι παίζεις εκεί; Γυρνάει και με βλέπει και αντί για μάτια έχει δυο ουλές από κοίτες. -Παίζω την τύχη σου. Ακούς; Κρατάω την ανάσα μου. Ακούω. Ακούω το σοβά που ξεκολλάει, τη βροχή που κυλάει στις ρωγμές όπως το αίμα στα χαρακώματα του πλακούντα, το κρύο που εφορμά απ'τις άκρες των δαχτύλων της και κάνει τον σπάγκο γυαλί. Από τα δάχτυλά της το αίμα πετιέται σαν ψιλός αφρός. Στο φως του κεριού δίπλα της στο σάπιο ντουβάρι είναι ο χάρτης που δε δείχνει τίποτα άλλο παρά γκρίζο, από άκρη σ'άκρη γκρίζο, ώσπου τον βρίσκει μια πιτσιλιά. Το αίμα διψάει για αίμα, με καταπίνει το γκρίζο, και στο βάθος αυτός ο ζοφερός χτύπος, που παίζει και παίζει και όσο παίζει η γυναίκα την άρπα τόσο πλησιάζει το τύμπανο, και ο χτύπος μεταμορφώνεται σε στριγκλιά, σε αλύχτισμα, σε κάτι φρικτό, σε νύχια από ατσάλι κόντρα σε τραχύ γυαλί. Ψίχουλο απ'το σοβά που ξεκολλάει, το ταβάνι καταρρέει κόκκο κόκκο, το πετσί τέζα και ο κόπανος από το μηριαίο του γέρου βαράει για να μπηχτεί. Ούτε εδώ ούτε κι εκεί, παρά στο αχανές γκρίζο του χάρτη, ανάμεσα στη μια και στην άλλη ομίχλη, ανάμεσα στο πετσί και στον κόπανο.