© 2008 - 2017


-

Archiv

Blogger news

Blogger templates

 

+

Umblättern

Kategorien

 

Stella splendens

Τις ώρες εκείνες τις αναθεματισμένες τις μικρές τις ώρες τις δικές σου στον πάτο του βραδιού ο κοκκινολαίμης κελαηδά. Στο υπόγειο η λάμψη λευκή κατάλευκη λευκή σπρώχνει πέρα το σκοτάδι, ο θάνατος σαν έντομο στη λάμπα και γύρω σύννεφο νεκροί. Τσαλαβουτώ στο αίμα και οι λακκούβες γεμίζουν στα στεγνά, ντουβάρια υποπράσινα με μάτια με αυτιά - από χρόνια, από χρόνια στο Ασκληπιείο οι βαρυποινίτες ψάχνουν φτερά θεραπειών, από χρόνια απελπισμένοι γεννιούνται, γεννάνε και πεθαίνουν, κι ο κύκλος συνεχίζει να κυλά σα σκευρωμένη κακή ρόδα. Παλουκωμένοι σ'όλες τις τρύπες και ξαπλωμένοι στην κοιλιά, τα ψυγεία ροχαλίζουν από τα μέσα τους, και οι νοσοκόμες που ήξεραν οι άρρωστοι παλιά με τα ψιλά χεράκια και τις πέρλες νύχια είναι τώρα αγριεμένες στιβαρές κυρές με χαρτοπλαστικές ποδιές και αρκουδοπούστηδες με καθαρά κούτελα και πόδια πύργους και γδέρνουν ανελέητα κώλους εκτεθειμένους. Και στο κεφάλι του ιερού λόχου των Θηβών στέκομαι για τη νύχτα εγώ, με έναν ηλίθιο λιωμένο ακινάκη, διπλά γυαλιά και φωτοστέφανο από τρίχες. Επιθεωρώ περπατώντας νωθρά απ'τον τεκέ της αιμοκάθαρσης ως την τέντα των εξεταστηρίων, η λάμα χτυπάει στα κλειδιά, με ανακοινώνει η τρομπέτα του ασυρμάτου που βαραίνει το τελειωμένο λάστιχο του παντελονιού. Θα σας ξαποστείλουμε όλους, ζώα καταραμένα, έναν έναν, υπομονετικά με ωρομίσθια μέθοδο, και οι μούρες σας θα κολλήσουνε στον κατουρλιάρη μουσαμά και η γαλότσα η ποδοναριασμένη θα σπάσει δόντια, θα αλέσει ζυγωματικά, θα συνθλίψει σαγόνια αδηφάγα, και τελειώνοντας τη μάχη θα βάλουμε φωτιά τόσο πικρή που τα παλιοτσίμεντα θα λιώσουν σαν ώριμες ντομάτες στη χούφτα της γριάς.

-

Τις ώρες εκείνες τις αναθεματισμένες τις μικρές τις ώρες τις δικές σου στον πάτο του βραδιού ακούμε τα αηδόνια στο Σταυρό. Στο μάρμαρο του περβαζιού παίζεις με μια κωλοφωτιά. Δίπλα σου στέκομαι απόστρατος εγώ, το κεφάλι μου ακουμπά τις σανίδες της δρυός του ταβανιού που γέρνει, απέναντι στην άλλη μεριά του δρόμου η λεύκα ψιθυρίζει, η λεύκα τραγουδά και ρίχνει μια χούφτα φύλλα στη βάρκα που μας περιμένει να τη σύρουμε την Κυριακή στη σκάλα. Οι μυρωδιές... οι μυρωδιές του κήπου της Εδέμ, η ψιλοδακρυσμένη χλόη, τα κρυψίνοα βουνά, το χώμα που μου'δωσε το χαλκό του, οι πέτρες του σπιτιού, της μάνας σου η απαλή φωνή και το χλωμό της δέρμα φάντασμα στο φως του φεγγαριού, το μυστήριο του Στρυμονικού και τα λουλούδια της Ρεντίνας, και παρελθόν και μέλλον, θυμάμαι και σιωπώ, να ελπίσω δεν τολμάω. Στο Γιέλλερουπ τις ώρες εκείνες τις αναθεματισμένες τις μικρές τις ώρες τις δικές σου στη χυλωμένη ζέστη του Ιουλίου στο μπάνιο του Χόλτεγκααρντ σου ζήτησα να με παντρευτείς κι έπειτα βγήκαμε στη νύχτα. Κάπνιζα ακόμα τη μπαγιάτικη Αμφορά που κρατούσα στο ψυγείο, άπνοια, ξαστεριά και ο καπνός κοντοστεκόταν. Το πρωί μας ξύπνησαν οι φασιανοί. Οι κυρίες έπιναν μαύρο τσάι στην αυλή. Από τότε υπομονή, λίγη ακόμα υπομονή, να τελειώσει ο πόλεμος και να σε ξαναδώ.

-

Stella splendens in monte
ut solis radium /



ΜΙ

Δε θα ξεχάσω ποτέ τον Τάτση να λέει όλοι περαστικοί είμαστε, όλοι περαστικοί. Τρώγαμε την ίδια ώρα κάθε μέρα με στρατιωτική πειθαρχία. Αν δεν πήγαινα στο γιατρείο επειδή ήταν Σάββατο μερικές φορές ξεχνούσε και μπερδευόταν. Οτιδήποτε δεν ακολουθούσε το πρόγραμμα τον τάραζε όπως ακριβώς κι εμένα. Ήθελε κάθε μέρα να έχει τις ίδιες τελετουργίες, να ξέρει τι να περιμένει, και να μην τον ενοχλεί κανείς, όπως κι εγώ. Η δική μου παρουσία δεν τον ενοχλούσε, με ζητούσε πάντα όταν ήταν στο νησί. Όταν έλειπε μου άφηνε τα κλειδιά για το μεγάλο σπίτι. Εκεί θυμόμουν τα παιδικά μου καλοκαίρια, με το μόνιμο φλοίσβο και τους μπούφους τα βράδια. Μπορούσα να διαλέξω όποιο κρεβάτι ήθελα, ακόμα και το υπέρδιπλο με τα αρχαία κομοδίνα που είχανε μέσα τα Ρισπερντάλια, αλλά κοιμόμουν πάντα στο κρεβάτι εκείνο που κοιμόμουν και μικρός. Τα ίδια σεντόνια στις ντουλάπες, το ίδιο απαράλλαχτο ντεκόρ, οι ίδιες οικοσκευές, η ίδια σκόνη, η ίδια μυρωδιά. Οι αναμνήσεις με ταράζουν πλέον περισσότερο από ό,τι δεν ακολουθεί το πρόγραμμα. Φοβάμαι να θυμάμαι, γιατί φοβάμαι πως θα πιάσω πράγματα που δε θα ξαναδώ. Και έτσι τις περισσότερες φορές με ξαπλώνω αυστηρά στο σημερινό χαράκωμα με σφιχτές τις παρωπίδες και όλα παίρνουν το δρόμο τους. Αλλά κατάλαβέ με, για ένα πλάσμα της συνήθειας είναι δύσκολο να κάνει συνέχεια καινούριες διαδρομές.



TERRAFORMING




Βοριαδάκι, οι κουρτίνες φούσκωναν και ξεφούσκωναν, μύριζε ψωμί. Το Ντεπώ και οι αρχές του '90, στην ακτή της λίμνης της δυστοπίας, στις αμμουδιές της σκοτεινής συνείδησης. Τα δωμάτια στις άκρες με τα πέτρινα ντουβάρια είχαν ένα παρήγορο φως, ακτίνες μέσα απ'τις γρίλλιες των πατζουριών και ο χορός της σκόνης. Ο λευκός γρανίτης μου'λεγε πως οι πατούσες μου δεν ήταν πάνω από 3-4 χρονών, ήμουν για μια ακόμα φορά παιδί. Αν υπήρχε παράδεισος και μετά θάνατον ζωή, θα ήταν εκεί, ξαπλωμένοι σαν πάχνη πάνω απ'το γρανίτη του σπιτιού, το μόνο που θα χρειαζόταν να κάνεις θα ήταν ν'αφήσεις τα πόδια σου να σ'εγκαταλείψουν. Η χοντρή γάτα τρίφτηκε στις γάμπες μου και με αποσταθεροποίησε. Η θεία έστρωνε τραπέζι, σε μια καρέκλα καθόταν το φουσκωτό σοβιετικό κουνέλι, σε μιαν άλλη ο θείος έπινε τσίπουρο χωρίς, έφερα την πορτοκαλιά μου πιρούνα. Κανένας δε μιλούσε, αλλά η θεία ήταν χαμογελαστή, ήταν η ΕΣΤΙΑ. Δίπλα στο τραπέζι που στεκόμουν είδα στο χέρι μου το γνώριμο δαχτυλίδι, και είχα τα δυο καμένα δάχτυλα απ'το προχτεσινό ατύχημα, ο χρόνος δίπλωσε και συναντήθηκαν τα τότε και τα τώρα δα, έστρωσα το γιακά μου, και τότε είπα στα πόδια μου Αρκετά!, τα γόνατα λύγισαν και μ'ένα μαλακό παφ έγινα ανάμνηση

Τώρα είσαι δίπλα μου για πάντα, πέρα από τους φυσικούς περιορισμούς του PQRST
ηλεκτρικές αναλαμπές και στίγματα άνθρακα γράφουμε ο ένας στον άλλον από ΤΕΠ σε ΤΕΠ
από κελί σε κελί από αγωνία σε αγωνία από πλανήτη σε πλανήτη από τότε σε άλλοτε
προσωρινά πάθη, προσωρινές ανωμαλίες, προσωρινές παθολογίες
Ναυσικά, τώρα για λίγο είσαι δίπλα μου για πάντα
και είμαι ξεχωρισμένος απ'το σώμα, είμαι το φάντασμα και το σακί του
πανέτοιμος να σβήσω μες στην πάχνη

Ο ΑΡΗΣ ΔΕ ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΓΗ ΟΣΟ ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΝ ΖΩΗ
ΟΠΩΣ ΤΟΣΟΙ ΑΛΛΟΙ ΠΡΙΝ ΕΙΜΑΣΤΕ ΠΕΡΑΣΤΙΚΟΙ

Ρεπώ #3


Μια βρέχει μια δε βρέχει, τα ρεπώ περνάνε ταχέως, πότε στέκομαι πάλι στην αίθουσα της ανάνηψης με τ'ακουστικά στ'αυτιά ούτε που το παίρνω πρέφα, αλλά σήμερα κρύβομαι στο ωραίο νοικιασμένο μου διαμέρισμα σε έναν ωραίο ήσυχο παράλληλο κόσμο, με το σωρτς που ξέβαψε σε δυο σημεία από κάποια παλιά χλωρίνη, λουσμένος και μοσχομυριστός.

Ρεπώ #2


η λέζελάμπε τυλιγμένη με τεϊοσακούλα για να μην τυφλώνομαι το χάραμα

ῥίζα

Ο προπαππούς μου Ν.Λ. γεννήθηκε το 1886 σε ένα κωλοχώρι της σημερινής Λευκορωσίας, το Ανανίτσι, τέταρτος από έξη αδέρφια. Σπούδασε παιδαγωγικά στην Οδησσό. Πρόσφυγας στη Γερμανία απ'την ΕΣΣΔ και ο μόνος που έφυγε. Έχασε τρία αδέρφια από αυτοχειρία και ένα από καρκίνο. Παντρεύτηκε το 1924, έκανε ένα παιδί και χώρισε, αλλά συνέχισε να μένει με τη σύζυγο και μετά το διαζύγιο. Μιλούσε καλά αρκετές γλώσσες και δε δυσκολεύτηκε να βρει δουλειά. Όταν τα πράγματα άρχισαν να σκουραίνουν, η γυναίκα και το παιδί του φυγαδεύτηκαν στο Σλέσβιχ Χόλστειν. Μόνο το παιδί τα κατάφερε, η γυναίκα σβήνεται από το χάρτη. Το πήρε υπό την προστασία της μια καλή οικογένεια στο νησί. Αυτός συνελήφθη στο Βερολίνο και πέρασε ένα μήνα στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Ζάχζενχάουζεν στο Ορανίενμπουργκ, από όπου διέφυγε με άγνωστες τακτικές. Παρέμεινε όμως στο Βερολίνο, κρυμμένος εδώ κι εκεί, μέχρι το τέλος του πολέμου. Τελικά εμφανίστηκε πάλι στα χαρτιά στο βρετανικό τομέα της πόλης. Μετακόμισε στο Αμβούργο, ελπίζοντας να ξαναδεί το παιδί. Εκεί έζησε άνεργος για κάποια χρόνια. Συναντήθηκε με το γιο του δυο φορές μεταξύ 1948 και 1950. Το 1950 μετανάστευσε στη Βοστώνη και λίγα χρόνια αργότερα πέθανε καθιστός στην καρέκλα μπροστά στη σόμπα από εγκεφαλικό.

Ο παππούς μου Ε.Λ. γεννήθηκε στο Βερολίνο το 1924. Κατάφερε να γλυτώσει από τον πόλεμο σαν μια υποσημείωση στον ποδόγυρο εκτενούς κειμένου, περνώντας στην ασημαντότητα. Δε μιλούσε ποτέ πολύ γι'αυτό, παρότι μιλούσε πολύ γενικώς. Στο Νορντφρήσλαντ, στη μέση του πουθενά, υπήρχε υψηλή καθαρότητα στον πληθυσμό. Παλιοί γηγενείς, το τοπικό μείγμα Ολλανδών, Γερμανών και Δανών, περικυκλωμένοι και ταυτόχρονα φυλαγμένοι από τις λάσπες για αιώνες, κάθε νησί τη δική του διάλεκτο, προτεσταντισμός και ομοιομορφία. Ο Ε.Λ. είχε έναν εντυπωσιακό στόμφο και μια αδιάκριτη αυτοπεποίθηση, καταπιανόταν με κάθε λογής ασχολία χωρίς να τα καταφέρνει ιδιαίτερα σε τίποτα, αλλά δεν καμπτόταν ποτέ. Παρότι μεγάλωσε σε μια ομίχλη ανυπαρξίας, δεν ξέχασε ποτέ τα γίντις, και οι προτεστάντες που τον υιοθέτησαν τύποις δεν προσπάθησαν να τον κάνουν να ξεχάσει, απεναντίας τον έφεραν σ'έπαφή με την κοινότητα στο Αμβούργο. Δούλεψε αρχικά ως τραπεζοκόμος, και μετά ως νοσοκόμος στο Αμβούργο, έπειτα στο μικρό νοσοκομείο του Χούζουμ και τελικά στην κλινική του νησιού, το οποίο θεωρούσε επίγειο παράδεισο, μάλλον γιατί του έσωσε τη ζωή. Παντρεύτηκε μια γνήσια νησιώτισσα, πολύ έξυπνη, δημιουργική και με αγάπη για την αισθητική, η οποία σοκάροντας την τακτική της οικογένεια αλλαξοπίστησε, ίσως η μόνη επαναστατική κίνηση στη στωική ζωή της, το 1956 απέκτησαν τον πατέρα μου και δέκα χρόνια αργότερα την αδερφή του, που ήταν επιληπτική αλλά το ξεπέρασε. Ο παππούς ήταν κακός χαρακτήρας, αντιπαθής, αυταρχικός, ξερόλας και ξεροκέφαλος και δε φερόταν καλά στη γυναίκα του, την οποία μείωνε διαρκώς, πιθανώς γιατί ένιωθε μειονεκτικά. Τα τελευταία χρόνια ακολούθησε μια κατιούσα πορεία, ώσπου έφτασε να βράζει ακτινίδια αντί για πατάτες, να νομίζει πως τα ρολόγια το βράδυ πήγαιναν προς τα πίσω, στο τέλος μιλώντας μόνο γίντις, αρνούμενος κάθε βοήθεια. Τον είδα τελευταία φορά το 2016, στο σπίτι του στο νησί, πλέον βρώμικο, θλιβερό και παραμελημένο, δε με αναγνώρισε, του προκαλούσα αμηχανία, και ρωτούσε ξανά και ξανά τον πατέρα μου ver iz der har (ποιος είναι ο κύριος). Καυγάδιζε αχόρταγα με τον πατέρα μου μέχρι που πέθανε πέρσι, σε πλήρη αποδιοργάνωση, από βαριά καρδιακή ανεπάρκεια.


Ν.Λ., από τα αρχεία των επιβιωσάντων του Ολοκαυτώματος


Intermezzo

Δε βρίσκω ρούχα στο νούμερό μου στην ιματιοθήκη. Παίρνω τα λαρζ που με κάνουν να μοιάζω με πολύ πεινασμένο σκιάχτρο χωρίς πλάτη, αλλάζω στα γρήγορα και ανεβαίνω στα εξωτερικά. Κάποιος με αρπάζει απ'τον αγκώνα στις σκάλες μεταξύ δεύτερου και τρίτου.
-Πρέπει να σου μιλήσω.
-Τι έγινε;
-Πού ήσουν τρεις μέρες;
-Αναρρωτική.
-Γιατί; Κάτι σοβαρό; Είσαι άρρωστος;
-Όχι. Αυτό ήθελες να μάθεις;
-Σε χρειάζομαι.
-Στα ΤΕΠ;
-Παντού.
Έχω το ένα πόδι στο πλατύσκαλο, το άλλο δυο σκαλιά πιο πάνω και είμαι σε μια αστεία παύση κίνησης. Αυτός στέκεται στο πλατύσκαλο λίγο πιο κάτω. Πρόσωπο με πρόσωπο και κάπως σταυρωτά. Ακούω απ'το ισόγειο η πρωινή ενημέρωση έχει τελειώσει και οι άλλοι αρχίζουν να ανεβαίνουν προς τα πάνω.
-Ξέρω πως έχεις γυναίκα. Έχω κι εγώ τώρα μια φίλη, μετά από χρόνια.
Τον αγκαλιάζω σφιχτά, κι αυτός εμένα. Μου ζουλάει όλο τον αέρα απ'τα πνευμόνια. Γύρω μας γνωστοί συνάδερφοι μας προσπερνάνε ανεβαίνοντας για τις κλινικές που βρίσκονται στον τρίτο και τον τέταρτο ρίχνοντας ματιές δικαίως.
-Θα περάσει. Κάνε υπομονή.
Με φιλάει αργά στο μάγουλο.
Και ο καθένας στο πόστο του.

/

Το βράδυ ξυπνώ λούτσα στον ιδρώτα. Ανακάθομαι λαχανιασμένος. Έχω μπερδευτεί. Δε μπορώ να θυμηθώ αν αυτό ήταν γεγονός ή με ταλαιπώρησε μες στο κεφάλι μου. Μια φωνή από δίπλα μου λέει μαλακά
-Ησύχασε. Εδώ είμαι.
Ξαπλώνω προσεκτικά στο πλάι χωρίς να δω σε ποιον ανήκει. Ένα χέρι με τραβάει κοντά, και μένει γύρω μου. Αποκοιμιέμαι γρήγορα και δεν ξαναξυπνώ.

Περί θεραπειών




Περί θεραπειών

Χαμόγελο απ'άκρη σ'άκρη
το χώμα ξεδιψά

μια τρύπα στον ουρανίσκο
αρχαία τοιχογραφία στο υδρόχρωμα

η χορεία του απαγχονισμού
βαθιά στη νύχτα

ασθενές ολοσυστολικό φύσημα
δροσερή αύρα θαλασσινή

κάποια εστενωμένη μιτροειδής
κάποια ανεπαρκής

μια αργή ήσυχη φθίση.
Υπομονή. Υπομονή.

Ο Θεός δουλεύει το δρεπάνι




Hinter den Kulissen




ΘΥΜΗΣΟΥ
ΤΙΠΟΤΑ ΕΚΕΙ ΕΞΩ ΔΕ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΣΕ ΘΕΡΑΠΕΥΣΕΙ

Κανείς δε δίνει μία

Οι μέρες διαδέχονται η μια την άλλη και όλες μαζί λιώνουν προς πουρέ και δεν ξέρω πότε ήταν χτες πότε είναι σήμερα. Κοιμάμαι σε ώσεις των σαράντα λεπτών, δουλεύω νύχτα μέρα, Σάββατα και Δευτέρες, γιορτές και αργίες, οχτάωρα, δεκάωρα, δεκαεπτάωρα και σαρανταοκτάωρα, σε ταχύ κυλιόμενο όπως το έχει βαφτίσει το τμήμα ανθρώπινου δυναμικού, όπερ σημαίνει σπαστικά εναλασσόμενο, από μακρύ νυχτέρι σε νούμερο γερμανικό και πάλι πίσω. Απ'το μισθό που είτε γράψεις νύχτα είτε γράψεις μέρα είναι σταντέ, παίρνω ένα καλό σαράντα τα κατό χωρίς γκρίνια, τα υπόλοιπα τα παίρνει η εφορία για το κοινωνικό κράτος, κατά κύριο λόγο για να πληρώνει αποκλειστικούς παιδαγωγούς για εξηνταπεντάχρονους καθυστερημένους που δεν έχουν δει ποτέ μέρα έξω από το κρεβάτι τους, για τους πολυάριθμους ντόπιους που είναι πολύ αγχώδεις για να δουλέψουν οπότε βγαίνουν σε πρόωρη σύνταξη στα εικοσιδυό τους, για να ληστεύει τους πρόσφυγες από τα χρυσαφικά τους και να χρηματοδοτεί φυλακές σκουρόχρωμων μεταναστών, διότι είναι ακριβή ενασχόληση η κοινωνική πρόνοια άμα την εφαρμόζεις φορώντας τσίγκινο βρακί. Οι άνθρωποι αρρωσταίνουν και μ'αρρωσταίνουν. Η συναδερφική αλληλεγύη είναι ένα αστείο που λέω στον εαυτό μου για να γελάμε όταν κατουράω στο ελικοδρόμιο περιμένοντας να παραλάβω τη διακομιδή απ'την πλατφόρμα στ'ανοιχτά. Το κρύο είναι διουρητικό.

Σήμερα ξέχασα το δίπλωμα οδήγησης στην τσέπη των μπλε. Είχα ποδηλατίσει ήδη ένα τέταρτο προς το σπίτι υπό βροχήν όταν το θυμήθηκα. Έπρεπε να γυρίσω να το πάρω. Τα μπούτια μου ήταν κουρασμένα. Η επιστροφή πήρε ένα μισάωρο, σε κάθε πεταλιά έπρεπε να με εμψυχώνω. Ουφ και ουφ σαν χοντρός ασθματικός. Πέτυχα έναν Βιετναμέζο εμπρός στην κλειδωμένη είσοδο των εξωτερικών. Έμοιαζε με πρεζάκι, αλλά δεν ήταν αυτό, ήταν η φυματίωση. Τι θες; Είναι κλειστά. -Θέλω τα φάρμακά μου. -Δεν έχει τώρα, να'ρθεις αύριο. -Δε μπορώ, δεν έχω λεφτά. Μπήκα και τον έμπασα κι αυτόν. Εδώ οι γιατροί δεν έχουμε πρόσβαση στις φαρμακαποθήκες και στα φαρμακοψυγεία, γιατί για χρόνια πρεζωνόμασταν. Φώναξα μια νοσοκόμα απ'την κλινική. Πήρα το δίπλωμα οδήγησης απ'το φωριαμό στην άκρη του διαδρόμου και την άκουσα που έλεγε στο Βιετναμέζο να έρθεις αύριο, τώρα είναι κλειστά και δε μπορώ να σε εξυπηρετήσω. -Δε σε φώναξα για να τον ξαποστείλεις, τον ξαπόστελνα κι εγώ. -Μα γιατρέ, ξέρετε πως δεν επιτρέπεται εκτός των ωρών λειτουργίας.

Κρέμασα ένα τσιγάρο στο στόμα και έφυγα. Είχα να μαζέψω μπουτοκουράγιο για το δρόμο. Αυτό είναι το ΣΥΣΤΗΜΑ. Έχει ώρες λειτουργίας μόνο για τους βολεμένους, που πάνε σπιτάκι τους μόλις το ρολόι δείξει 1500 εξόν Παρασκευής, που όλες οι ανατομικές καρέκλες έχουν αδειάσει απ'τις 1400 για οικογενειακούς λόγους, έχει ώρες λειτουργίας βαρύνουσας σημασίας αποκλειστικά και μόνο για να βολεύει τους ήδη τρυφερόβυζους και να ξεβολεύει εκείνους που τους έχει έτσι κι αλλιώς χεσμένους. Σε αρπάζει απ'τις τιράντες, σε σέρνει κωλαρηδόν σ'ένα ξεχασμένο αποθηκάκι, σου κολλάει τη μούρη στο σπασμένο μωσαϊκό και σε πατάει με το άρβυλο ώσπου να φτύσεις 32 δόντια. Και το κτίριο έχει αναρίθμητα ξεχασμένα αποθηκάκια, κάθε ένα κι από έναν τσαλαπατημένο, και στη μόστρα έχει ένα Μεηντάνο*, μια τράπεζα και ένα νυχάδικο, και εκεί αράζουν οι σωστοί του κόσμου, και κανείς δε δίνει μία.


Αυτοπαρατίθεμαι:


ΠΑΣΧΩΝ
(μανιφέστο)

Τα σκοτάδια των ανεξερεύνητων δασών
τα φίδια τους, η χολέρα, οι πυρετοί
κάθε κλήμα και μια κρυφή μας καταδίκη
κάθε πιθήκι που χαμογελά τέσσερεις λάμες δόντια

η σιωπή θανάτου της άπνοιας η σιωπή
το κύλισμα το στάλαγμα το αίμα
ο ίκτερος λιακάδα, η φθίση διαδοχή των εποχών
η απέραντη ομορφιά στα δυσδιάκριτα κορμιά

ιδρώτας στην εταιρεία των Ανατολικών Ινδιών
ένα μελαχροινό βλέμμα όλο λάμψη ένα δέρμα όλο χρυσό
εστάδου πορτουγκές ντα ίντια νέα στέμματα για παλιά κεφάλια
σταφύλια χάντρες αλεξανδρίτη καταμεσιού Γενάρη

νόμος του Γιέντε, ευμάρεια και αρετή
η έπαρση των αποικιοκρατών συν Θεώ και φιλιόκβε
ο φόβος για τη μεσοποτάμια αναρχία, τις τιμωρίες της ερήμου
τα ανελέητα καλοκαίρια, η ξεδιαντροπιά, η σκληρή γη

ποιος είναι τελοσπάντων στο κουπί;
από τη γάστρα ανεβαίνει μια μπόχα ιστορική
εβραίοι Ινδοί και μουσουλμάνοι απολίτιστοι μελαμψοί
κάποιος ψάχνει πάλι να δει ποιος στάζει σάπιο αίμα

αλλά δεν είμαστε εμείς
contre vents et marées

είστε εσείς, οι καθαροί




*Μεηντάνο: Μακντόναλντς στα κερκυροαμερικάνικα

You'll never see us again



Erst ließ Freude mich nicht schlafen
dann hielt Kummer nachts die Wacht.
Als mich beide nicht mehr trafen
schlief ich. Aber ach, es bracht
jeder Maienmorgen mir Novembernacht.

B. Brecht

+

And oft I thought (my fancy was so strong)
That I at last a resting-place had found;
"Here will I dwell," said I, "my whole life long,
Roaming the illimitable waters round:
Here will I live:—of every friend disown'd,

And end my days upon the ocean flood."—
To break my dream the vessel reached its bound:
And homeless near a thousand homes I stood,
And near a thousand tables pined, and wanted food.

W. Wordsworth