© 2008 - 2017


-

Archiv

Blogger news

Blogger templates

 

+

Umblättern

Kategorien

 

Cada hombre un tirano

  En las tablas se puede silbar al tirano; en el mundo hay que sufrirle; allí se le va a ver como una cosa rara, como una fiera que se enseña por dinero; en la sociedad cada preocupación es un rey; cada hombre un tirano; y de su cadena no hay librarse; cada individuo se constituye en eslabón de ella; los hombres son la cadena unos de otros.

M J de Larra

Άρχισα μαθήματα πιάνου λίγο πριν τα πέντε. Ξεκίνησα στο τοπικό ωδείο της Φέλντστράσσε που είναι δίπλα στο δανέζικο σχολείο. Η μάνα μου έλεγε την ιστορία με μεγάλη ικανοποίηση, πώς με πήγε στο ωδείο και είπε στον υπεύθυνο εγγραφών να μου δείξει τα όργανα που είχαν στην αίθουσα συναυλιών για να διαλέξω. Αυτός μου έδειξε και με ρώτησε τι μου άρεσε περισσότερο. Εμένα μου άρεσε η άρπα. Τότε η μάνα με έκοψε, ανακοίνωσε πως είχα δει αρκετά, και πως θα μ'έγραφε να μάθω πιάνο. Ο υπεύθυνος απορούσε με μπανάλ γερμανική ευθύτητα, Was soll denn der Zirkus? Sie wussten doch eh, Sie hatten doch längst entschieden, was er machen soll.. (Γιατί λοιπόν το θέατρο; Αφού είχατε εξ αρχής το πλάνο σας.) Και η μάνα μου έκλεινε την αφήγηση με την απάντησή της: Damit er Disziplin lernt. Egal, was er will. (Για να μαθαίνει πειθαρχία. Ασχέτως του τι θέλει.) Δε θυμάμαι την ιστορία πρώτο χέρι. Η καταγραφή η δική μου αρχίζει από το πρώτο μάθημα στο ωδείο. Τα πόδια μου δεν έφταναν στο πάτωμα ούτε στα πεντάλ. Το πρώτο κομμάτι που έπαιξα λεγόταν Τζο-τζο ο Ινδιάνος και ήταν η επανάληψη του ντο για καμιά δεκαριά μέτρα σε διάφορες αξίες. Ήταν πολύ δύσκολο και το δούλευα βδομάδες. Το βιβλίο ήταν οριζόντιο, όπως τα πρώτα πεντάγραμμα τετράδια για παιδιά, με μεγάλα στοιχεία. Ο Τζο-τζο χόρευε δίπλα στη φωτιά στην πάνω αριστερή γωνία της σελίδας.

Μερικά χρόνια αργότερα, αρχή του έτους, μέσα Αυγούστου, μας είχανε όρθιους έξω από μια αίθουσα θεωρητικών, και ένας ένας περνούσαμε για να μας ακροαστούν οι κυρίες της χορωδίας. Η μάνα στην Αυστραλία, ο πατέρας στο Αμβούργο. Με πρόσεχε η αδερφή του πατέρα μου, η κυρία-θεία, στο Ντούνζουμ. Είχε σημειωμένη την ώρα και την ημερομηνία της υποχρέωσης στο περιοδικό με τα σταυρόλεξα. Πήγαμε στο ωδείο με το πράσινο Όπελ. Την κυρία-θεία την ένοιαζαν οι υποθέσεις του ωδείου μου όσο ένοιαζε εμένα το περιοδικό με τα σταυρόλεξα που την κρατούσε απασχολημένη ενώ με περίμενε στο αυτοκίνητο. Όταν ήρθε η σειρά μου, μπήκα στην αίθουσα και μια από τις κυρίες της χορωδίας καθόταν στο πιάνο. Μου υπέδειξε να σταθώ πάνω στο ξύλινο βάθρο στο οποίο κανονικά στεκόταν ο δάσκαλος των θεωρητικών. Μου είπε να τραγουδήσω τη ντο μείζονα. Έπαιξε ντο - ντο ανεβαίνοντας για να καταλάβω. Έκανα να πω τις νότες αλλά δεν έβγαινε ήχος. Εμπρός λοιπόν. Ντο, ρε, μι, φα... τραγούδησε για να μου δείξει. Μετά από μερικές προσπάθειες έκραξα Ντο, ρε, μι, φα... αλλά στην πράξη φα, φα, φα, φα... ή ίσως κάτι πιο στρυφνό όπως ένα φα και κάτι βυζαντινά μόρια, τελοσπάντων, ένας καυλωμένος γάιδαρος θα τα είχε καταφέρει πιο καλά. Η κυρία της χορωδίας περίμενε μια στιγμή και μετά είπε Ach, nein. Das geht nicht. Όταν βγήκα πάλι στο διάδρομο είχα την αίσθηση πως είχα διαπράξει κάποιο φοβερό παράπτωμα. Μετά από μένα μπήκε ο Πρέμεκ και τραγούδησε δυνατά και καλοκουρντισμένα ντο, ρε, μι, φα... Ο Πρέμεκ ήταν στην ηλικία μου. Ήταν ένα στρογγυλό μελαχροινό παιδί και τον έφερνε πάντα στο ωδείο η μάνα του με τα μεγάλα σκουλαρίκια. Μάθαινε κλαρινέτο. Υπήρχε μια έντονη σοβαρότητα γύρω από το θέμα της καριέρας και της προόδου του Πρέμεκ. Πηγαίναμε μαζί στα θεωρητικά. Είχε καπλαντισμένα πεντάγραμμα και ένα μηχανικό μολύβι με χρυσά γράμματα. Ήταν συγκεντρωμένος και δε χαζολογούσε. Οι ασκήσεις του ήταν καθαρογραμμένες χωρίς λάθη και μουντζούρες. Ο Πρέμεκ ήταν φυσικό που τραγούδησε ωραία στην ακρόαση για τη χορωδία. Δε με απασχόλησε. Η κυρία-θεία ήταν ανακουφισμένη όταν εμφανίστηκα επειδή είχε δουλειές να κάνει. Στο δρόμο για το σπίτι μέσα στο πράσινο Όπελ δίπλα σε ένα βουνό σακούλες από το Ρέβε, με έπεισα πως το θέμα της χορωδίας είχε λήξει και το έβγαλα απ'το νου μου.

Μήνες μετά στη συνάντηση γονέων και εκπαιδευτικών θίχτηκε το γεγονός πως δεν τραγουδούσα και αν δε γινόταν κάτι με το σολφέζ θα έμενα μετεξεταστέος. Αυτό ήταν αδιανόητο. Όταν γύρισε η μάνα μου απ'το μπάρκο με έβαλε να σταθώ δίπλα στο πιάνο και μου είχε πει, κάμε όπως ο Πρέμεκ! και έπαιζε τις νότες. Μπορούσα να τις τραγουδήσω, αλλά μόνο και μόνο επειδή είχα το πιάνο οδηγό. Μόλις σταματούσε το βούλωνα. Τα χέρια μου ίδρωναν. Τι έχει δηλαδή ο Πρέμεκ που δεν έχεις εσύ; Εν τέλει μου τις έβρεξε.

/

Το πατρικό μου είναι ένα παλιό διώροφο αγροτόσπιτο τυπικό της περιοχής. Έχει ένα μεγάλο, άδειο σαλόνι, που παλιά χωρούσε μια Μαλτέζα με τα δέκα της παιδιά και τις γειτόνισσες που έρχονταν επίσκεψη. Το σαλόνι παρέμεινε αχανές παρά τις τροποποιήσεις στο κτίσμα με τα χρόνια. Αλλά η μάνα μου έδωσε εντολή το πιάνο να στηθεί στο δωμάτιό μου και δεν άκουγε κουβέντα. Το δωμάτιό μου είναι μικρό, με ένα μεσότοιχο από ψευδοροφή και δυο παγωμένα εξωτερικά ντουβάρια εκτεθειμένα στο βορειοδυτικό καιρό, που είναι ο χειρότερος καιρός που βρίσκει το νησί. Το πιάνο δε μπορούσε να έχει πλάτη στα εξωτερικά ντουβάρια, που κάθε τόσο έπιαναν μούχλα και ήθελαν καθάρισμα και βάψιμο, αλλά εγώ μπορούσα γιατί δεν είμαι ξύλινος. Μετακίνησαν το κρεβάτι μου που ήταν ακουμπισμένο στο ζεστό μεσότοιχο στην απέναντι μεριά, και στην πρώην θέση του κρεβατιού έβαλαν το πιάνο. Η μάνα μου ήταν της γνώμης πως το πιάνο έπρεπε να είναι το πρώτο πράγμα που θα έβλεπα όταν ξυπνούσα και το τελευταίο πριν κοιμηθώ. Οτιδήποτε άλλο θα λειτουργούσε ενάντια στην ευόδωση του σχεδίου που είχε για μένα, να γίνω καριερίστας. Ήμουν χαρούμενος που μου είχαν αγοράσει πιάνο, γιατί προηγουμένως έπρεπε να πηγαίνω στο ωδείο να διαβάζω. Το πρώτο βράδυ που ξάπλωσα να κοιμηθώ στη νέα θέση, οι τοίχοι αντανακλούσαν κρύο, δεν είχα πού να κρυφτώ, και δεν ήταν καν χειμώνας.

Δε συνέβη από τη μια μέρα στην άλλη, ήταν μια αργή διαδικασία, αλλά η ιδέα της μάνας μου δεν ήταν άστοχη. Απέκτησα μια στενή, προσωπική σχέση με το βερολινέζικο πιάνο, με το οποίο ζούσαμε σαν παντρεμένοι. Στην αρχή κάθε φορά που το αντίκριζα ήταν αναμέτρηση. Σε αντίθεση με τα πιάνα του ωδείου, που όταν τέλειωνε η μελέτη, τα άφηνα στη σκοτεινή τους αίθουσα και τα ξεχνούσα μέχρι την επομένη, από εκείνο το πιάνο δε μπορούσα να ξεφύγω. Με τον καιρό κατέστη σαφές πως κανένας από τους δυο μας δεν είχε σκοτεινές προθέσεις. Η μελέτη και ο χαβαλές έχασαν τα αφορισμένα όριά τους, οι ώρες της σιωπής και οι ώρες της φασαρίας έχασαν τα αφορισμένα όριά τους. Τον πρώτο καιρό έκλεινα το καπάκι όταν σταματούσα να παίζω. Αυτό είχε ως συνέπεια να ανοιγοκλείνω το καπάκι δεκάδες φορές μέσα στη μέρα. Το καπάκι με τις αλλαγές της θερμοκρασίας στο παλιό σπίτι άλλοτε έκλεινε εύκολα, άλλοτε σκάλωνε με τη συστολή και διαστολή των ξύλων, και καλούσα τον πατέρα για βοήθεια. Αυτό συνεχίστηκε για ένα διάστημα, ώσπου η υπομονή του πατέρα εξαντλήθηκε, και μου είπε, καλύτερα να το κλείνω μόνο όταν ήταν να πάμε για ύπνο, το πιάνο κι εγώ. Η απαλοιφή των ορίων ήταν ο απώτερος σκοπός της μάνας μου, και τον πέτυχε χωρίς να χρειαστεί να εμπλακεί ιδιαίτερα, και το πιάνο έγινε μέρος του εαυτού μου, και ο εαυτός μου έγινε μέρος του πιάνου, και με ασταθές αλλά πολύωρο πρόγραμμα ως την αυλή έφταναν ταλαιπωρητικές κλίμακες, τα ίδια και τα ίδια λάθη, ταν-ταν-ταν-ταν ξανά και ξανά τα ίδια μέτρα, μπουρδουκλώματα και παροδικές μελωδικές εκλάμψεις, και μερικές φορές οι γείτονες κάνανε αστεία, όπως πόσα χρόνια θα έπαιρνε ώσπου να ακούγομαι χωρίς να τρέχουν δάκρυα απ'τα αυτιά τους, που ο πατέρας αντιπαρερχόταν χαμογελαστός. Η μάνα ήταν ικανοποιημένη. Έτσι κι αλλιώς τον περισσότερο καιρό ήταν απούσα, οπότε δεν υπέφερε ακούγοντας σονατίνες σε ατέρμονη επανάληψη.

Στο σχολείο έπεφτε καζίκι και υπέφερα. Βιαζόμουν να γυρίσω σπίτι, στο δωμάτιό μου, να βάλω τα γόνατα κόντρα στο στο ζεστό ξύλο και να κάτσω τον κώλο μου στο σκαμπώ που άνοιγε και μέσα είχα κρυμμένο ένα ξύλινο κουτί με ένα σκαλισμένο έντομο που κουνούσε τα μικροσκοπικά ξύλινα πόδια του. Στο ωδείο συνέκρινα επίμονα τα πιάνα στις αίθουσες διδασκαλίας με το δικό μου, και έβρισκα διαρκώς νέους τομείς στους οποίους υστερούσαν, πάντα υστερούσαν. Τώρα σκέφτομαι τη μάνα μου ιδιοκτήτη ενός κουνελιού-νάνου ο οποίος είχε την αιφνίδια έμπνευση να του αγοράσει μια ξύλινη κουδουνίστρα από αυτές που πουλάνε στα πετ-σωπ. Σκέφτομαι τη χαρά της που το κουνέλι-νάνος έπαιζε με την κουδουνίστρα του κάθε μέρα, για μέρες, για βδομάδες, για μήνες, για χρόνια, και δε βαριότανε ποτέ. Και δε βαριόμουνα ποτέ.

/

Ένα φεγγάρι που η μάνα μου ήταν σπίτι ήρθε να με πάρει απ'το ωδείο και η δασκάλα με έβαλε να περιμένω έξω από την αίθουσα και μιλούσε πίσω από την πόρτα μαζί της. Η μάνα μου έλεγε στη δασκάλα να με χτυπάει και να μη με λυπάται, πως ήθελα πειθαρχία. "Disziplin", μια από τις αγαπημένες λέξεις της μάνας μου, κοντά στις "γαμώ (το Χριστό σου και την Παναγιά)" , "κωλονήσι", "Rauchpause", "εδέσαμε", έτσι, σαν καρικατούρα. 

Η δασκάλα έλεγε για το σολφέζ και τη χορωδία, έλεγε πώς σκεφτόταν να με βάλει να παίξω ντουέτο με τον Πρέμεκ για να με τραβήξει πάνω. Η μάνα μου συμφωνούσε πως θα μου έκανε καλό να πάρω παράδειγμα από τον Πρέμεκ, που είχε αυτοπεποίθηση και ήταν γερός μαθητής. Εγώ καθόμουν εκεί έξω μικρός και θυμωμένος και μισούσα τον Πρέμεκ.

Μας βάλανε και παίξαμε το Ständchen D889 του Σούμπερτ. Ο Πρέμεκ έκανε πως δεν υπήρχα. Δεν ήξερα τότε πως αυτό δεν είχε να κάνει με μένα, αλλά με τον ίδιο τον Πρέμεκ. Το πήρα φυσικά προσωπικά, γιατί στο νου μου ο Πρέμεκ ήταν ο αντίπαλος, και είχα πάρει άρρητη εντολή να τον λιώσω σαν ψαλίδα στο πλακάκι του μπάνιου. Ο Πρέμεκ δεν ήθελε άλλο παρά να κάνει καλή εντύπωση στη δασκάλα του και στη δασκάλα μου και σε όποιον άλλον είχε εξουσία, ήθελε να είναι άριστος, γιατί, όπως και σε μένα, του είχαν πει πως αυτό το πράγμα ήταν υψίστης σημασίας, και φοβόταν, όπως κι εγώ, πως αν δεν ήταν καλός, δε θα τον αγαπούσε κανείς. 

Όταν ήμουν μικρός δεν ήθελα να πάω σχολείο. Ο πατέρας με άφηνε στο νηπιαγωγείο και εγώ έβρισκα μια γωνία και έκλαιγα ήσυχα. Τον είχαν κουβαλήσει πολλές φορές από τη δουλειά γιατί μόνο όταν τον ξανάβλεπα σταματούσα το κλάμα. Κάποτε περνούσαμε με το αμάξι από του Γιαν στο Ντούνζουμ και ρώτησα τι βρωμούσε έτσι, πούχα-πού-πούχα-πουχά. Ο Γιαν είχε φάρμα με γουρούνια, αλλά αυτό το έμαθα κατοπινά. Η μάνα μου επινόησε στη στιγμή τη γουρουνοσχολή, που ήταν το μέρος που πήγαιναν τα παιδιά που δεν έπαιρναν από μουσική και γράμματα, τα παιδιά που δε θέλαν το σχολείο. Ήταν τέτοια η μπόχα, και εμπιστευόμουν τη μάνα μου απόλυτα, οπότε έφαγα την ιστορία. Ώσπου έμαθα πως δεν υπήρχε γουρουνοσχολή, με τρομοκρατούσε το ενδεχόμενο. Ήμουν αργός και δεν είχα παρέες και τελοσπάντων, έφτασα στην τέταρτη τάξη προτού αμφισβητήσω το θέμα της γουρουνοσχολής. Υποψιάζομαι πως η μάνα του Πρέμεκ τον είχε κι εκείνον κρεμασμένο απ'το σβέρκο με κάποια παραλλαγή της γουρουνοσχολής.

Δε θέλαμε να απογοητεύσουμε, γιατί αν απογοητεύαμε ο κόσμος θα κατέρρεε και ποιος ξέρει τι χάος θα ακολουθούσε, ε; Το κομμάτι ήταν εύκολο. Η δασκάλα έλεγε να βάζω το μετρονόμο στο 30 σπίτι για να μην το χαλάσω. Εγώ στο σπίτι μελετούσα τα υπόλοιπα και το Ständchen το περνούσα μια φορά χωρίς μετρονόμο για να βγω από την υποχρέωση. Δε μου άρεζε ο Σούμπερτ. Δε μου άρεζε το κλαρινέτο. Και κυρίως δε μου άρεζε ο Πρέμεκ.

Παίξαμε το Ständchen D889 και η μάνα μου έλειπε. Αν ήταν εκεί θα μου έλεγε πως δεν ήμουν καλός, πως είχα χάσει εκεί το τέμπο και πως δεν είχα σωστά τον καρπό στο τάδε σημείο και πως το πέμπτο δάχτυλο ήταν τεντωμένο εκεί που έπρεπε να είναι χαλαρό και όλα αυτά που μου είχε πει άλλες φορές με τη δασκάλα να συμφωνεί και να επαυξάνει, γιατί η μάνα μου ήξερε από μουσική, όχι τόσο ώστε να είναι μουσικός, αλλά αρκετά για να ασκεί κριτική. Θα ήταν ακόμα πιο ντροπιαστικό αν είχε τόσες παρατηρήσεις συγκεκριμένα για εκείνο το άχρηστο κομμάτι του Σούμπερτ που με είχαν αναγκάσει να παίξω με τον Πρέμεκ. Αλλά ευτυχώς εκείνη έλειπε και το μόνο που χρειάστηκε να αντιμετωπίσω ήταν το τηλεφώνημα στις πέντε το πρωί ώρα δικιά μας, μεσημέρι δικιά της, όπου με ρώτησε ανάμεσα στη μια τζούρα και στην άλλη: Ήσουν διαβασμένος; Ο Πρέμεκ; Ήτανε διαβασμένος; και δεν την απογοήτευσα και ο κόσμος δεν κατέρρευσε και δεν ακολούθησε κανένα χάος. Το μόνο που ακολούθησε ήταν το κλείσιμο ρουτίνας Εντάξει μπάμια, δώσε μου τώρα τον πατέρα σου.

Η μάνα μου πρόλαβε και πέθανε ενάμιση χρόνο μετά από το αναθεματισμένο Ständchen D889 και κανείς δεν έκανε ξανά επισταμένη κουβέντα για τον Πρέμεκ. Το μέτρημα των πούτσων έκοψε, δε χρειαζόταν να την έχουμε πάντα μεγαλύτερη, αυτά ήταν κουσούρια της μάνας μου απ'τη ζωή που έκανε. Ο πατέρας που χαιρόταν με τα λίγα σαν προτεστάντης, μερικές φορές ερχόταν και στεκόταν χαμογελαστός δίπλα στο πιάνο όταν έπαιζα Moscheles ή Czerny ή κάποια άλλη μαλακία άσκηση και μου έλεγε πάντα πως έπαιζα ωραία, και έμοιαζε περήφανος. Αυτό ίσως και να ήταν παιδαγωγική τακτική, αλλιώτικη απ'της μάνας μου, δεν ξέρω. Τρόπον τινά εβραίος γιαλατζί, μεγαλωμένος στο νησί καθώς ήταν κι αυτός, από μάνα ντόπια γεννημένη προτεστάντισσα, βαμμένος απ'την αντίληψη του τόπου, αλλά το μεδούλι ήταν εβραίικο σωστό και αυτό που τον ικανοποιούσε περισσότερο απ'όλα ήταν που μάθαινα πειθαρχημένος ό,τι μου δίδασκαν, γιατί ο σωστός εβραίος πρέπει να είναι μορφωμένος και πολύγλωσσος για να αναπληρώνει για την εβραιοσύνη του, που είναι μειονέκτημα εξ ορισμού. Από κεκτημένη ταχύτητα συνέχισα στο αυλάκι που είχα μπει σαν μπάλα του μπόουλινγκ και έφτασα να τελειώσω από το ωδείο στο Λύμπεκ, υποσχόμενος και αυτά κι εκείνα, αν και δε μπόρεσα ποτέ να τραγουδήσω, αυτό ήταν ανικανότητα. Έτσι όπως κάποιος γεννιέται κακάσχημος, έτσι εγώ γεννήθηκα κακόφωνος. Τον Πρέμεκ τον βρήκε δύσκολη εφηβεία και τα παράτησε όλα κάπου στα δεκαπέντε. Όταν τον συνάντησα φοιτητής στο Αμβούργο έπαιζε μπάσο σε hair metal tribute μπάντα και ήταν εντάξει.

/

Το βερολινέζικο πιάνο είναι ακόμα στο δωμάτιό μου, ακουμπισμένο στον ίδιο μεσότοιχο από ψευδοροφή. Ήταν από παλιό στοκ που είχε ξεμείνει σε έναν γνωστό των Τρύμπγκερ στο Αμβούργο, από τα τελευταία που έβγαλε η εταιρία του Αουγκούστ Γκραντ πριν κλείσει το '88. Οι γονείς μου το πήρανε κοψοχρονιά επειδή ο έμπορας ήθελε να αδειάσει την αποθήκη. Δεν έχει το χαρακτήρα των σοβιετικών ούτε την ψηφιακότητα των γιαπωνέζικων. Είναι ένα γερμανικό πιάνο, με καθαρό ήχο και μέτρια σκληράδα στα πλήκτρα, όπως συνήθως είναι τα γερμανικά πιάνα. Είναι από παλίσανδρο, κοκκινωπό, επιλογή της μάνας μου, η οποία συνειδητοποίησα τριάντα χρόνια μετά πως ήταν σκόπιμη, για να είναι ασσορτί με μένα τον ίδιο. 

Το πέρασμα του χρόνου είναι το πέρασμα από το ένα στο άλλο τυχαίο σημείο, αλλά όταν τα σημεία ενωθούν με τη γραμμή της μνήμης, η τυχαιότητα εξαλείφεται, και όλα μοιάζουν να ήταν διαδοχές στρατηγημάτων, σαν άσκηση ανάλυσης συγχορδιών.

Οι ευτυχίες λύνονται πάντα προς θλίψη, όπως στη δεσπόζουσα μεθ'εβδόμης η έβδομη λύνεται πάντα προς τα κάτω. Η εξαίρεση εξαντλείται σε αρμονικές ιδιοτροπίες, στο παγωμένο απόγευμα που η σόμπα φλογώνει τη μούρη, στο ένα δάχτυλο σκόνη κάτω από το καπάκι που σκουπίζω με το μανίκι, η εξαίρεση είναι αυτή που είναι, ποιος είμαι εγώ για να ζητήσω τα ρέστα από την ευρωπαϊκή μουσική;