Ήμουν στη φυλακή. Με είχαν κλείσει σε παραλλαγή κελιού που δείχνουν στα γραφεία του σερίφη στα παλιά γουέστερν. Είχα και συγκρατούμενο το Μ. Καθόμασταν σε μια προεξοχή του τοίχου. Από το φεγγίτη έμπαινε χειμωνιάτικο φως. Οι ώμοι μας αναδύονταν μέσα από τις σκιές σαν ώμοι γκόμενας σε έργο φωτογράφου με μόνιμο μαλακό πουλί. Αδρό ύφασμα, ευγενικές τσαλάκες. Λαδομπογιά, θολά ντουβάρια. Το κελί ήταν καθαρό, επειδή δεν ήταν αληθινό.
Ξύπνησα με το μάγουλο στο τσιμέντο. Το φως δεν είχε αλλάξει. Είχα κοιμηθεί μια αιωνιότητα, ένα λεπτό. Το σκηνικό ήταν παγωμένο στο χρόνο. Ο Μ. στεκόταν πέρα απ'το φεγγίτη. Το σκοτάδι ρουφούσε τα μαλλιά του και έμοιαζε να του λείπει μέρος του κρανίου. Έσυρα τα πόδια μου στο πάτωμα, καθαρό πάτωμα, ψεύτικο κελί. Ήθελα να τον ρωτήσω, τι κάναμε και είμαστε μέσα; Έφταιγε εκείνο το περιστατικό στο Πέννυ; Αλλά με πρόλαβε η νύστα.
Η πλάτη μου πονούσε. Ήμουν στο πάτωμα. Επίμονο χειμωνιάτικο φως. Τα σωματίδια της σκόνης αιωρούνταν σε αργή κίνηση σαν φυσσαλίδες μες στο λάδι. Ένα ζευγάρι εσπαντρίγιες πέρασαν ένα δάχτυλο απ'τη μούρη μου. Κάτι με είχε κλωτσήσει στον ώμο. Δε μπορούσαν να είναι οι εσπαντρίγιες. Ίσως οπλές αγελαδινές ή κάτι άλλο τέτοιο βάρβαρο. Ηλίθιε, τίποτα πιο βάρβαρο από τον πολιτισμένο άνθρωπο. Το βραχιόνιο εξείχε από το κρέας, είχε σπάσει κάτω απ'τον χειρουργικό αυχένα, σε μια μυτερή αιχμή. Το άλλο κομμάτι κρατιόταν ακόμα από το στροφικό περικάλυμμα στην άρθρωση. Ο ώμος δεν πονούσε τόσο όσο η πλάτη. Δε μπορούσα να κουνηθώ. Ποιος φορούσε τις εσπαντρίγιες; Τα σιγανά βήματα απομακρύνθηκαν και επέστρεψαν. Όταν μπήκαν στο οπτικό μου πεδίο, είδα το ένα πόδι να κοντοστέκεται, και το άλλο έπεσε μετεωρίτης στο σαγόνι μου. Τίποτα πιο βάρβαρο...
Ακόμα στο κελί. Το χλωμό φως. Είμαι ντυμένος με σκούρο μπλε πουκάμισο και σκούρο μπλε παντελόνι. Στο βυζί είναι το σήμα της ναυτιλιακής. Είμαι ντυμένος με τα ρούχα της δουλειάς. Μα δε μπορώ να πάω στη δουλειά. Είμαι στη φυλακή, ανάθεμα. Ο Μ. είναι τσιτσίδι. Το πάτωμα είναι λείο, τριμμένο, παλιό. Γιατί είμαστε μέσα; με ρωτάει. -Νόμιζα ήξερες εσύ. -Δεν ξέρω. -Μήπως ήταν εκείνο το περιστατικό στο Πέννυ; -Ξέρεις πόσα χρόνια έχουν περάσει από τότε; -Μας είδε κανείς; -Δεν ξέρω. Δεν πιστεύω. -Ο γυμνισμός δεν είναι παράνομος στη Γερμανία. -Σου μοιάζει με γερμανική φυλακή αυτή; -Όχι. -Ξύπνα, αρχίδι. Ξύπνα, αρχίδι. Ξύπνα, αρχίδι. Ξύπνα, αρχίδι.
-Ξύπνα, αρχίδι.
Όταν τα πράγματα ήταν δύσκολα το καλοκαίρι του '17, ο Μ. ήρθε να μείνει μαζί μου για να μην είμαι μόνος. Ήρθε λίγες μέρες μετά την αποτυχημένη κρεμάλα και έφυγε έξη μήνες μετά. Έμενα σε μια κωμόπολη τότε, που έχει κακό μικροκλίμα, με παγετούς και έναν ηπειρωτικό αέρα που κόβει σαν μαχαίρι και εξαφανίζεται μόλις φύγεις δεκαπέντε χιλιόμετρα νότια ή δυτικά. Νοίκιαζα ένα διαμέρισμα δευτέρου ορόφου κοντά στην πλατεία, απέναντι από το τατουατζίδικο που τώρα έχει κλείσει. Στο νοίκι συμπεριλαμβανόταν και ένα ξέχωρο δωμάτιο στη σοφίτα του κτιρίου. Εκεί στήσαμε ένα αερόστρωμα από το Γyσκ για να κοιμάται ο Μ.. Σταδιακά ο χώρος γέμισε με εργαλεία λινογραφίας, μήτρες, χαρτιά, χαρτόνια και κουβαδάκια με διάφορα ζουμιά, χαρτορολλά, ντοσιέδες με τις παραγγελίες των πελατών και τις οδηγίες του αφεντικού του. Η δουλειά οκλαδόν στο αερόστρωμα του πείραξε το σβέρκο. Αγοράσαμε λοιπόν ένα αρχαίο γραφειάκι κοψοχρονιά από το Στρατό του Κυρίου για το δωμάτιο της σοφίτας, αγοράσαμε ένα μικρό χαλί και κουρτίνες. Το δωμάτιο της σοφίτας έγινε συμπαθητικό, παρότι δεν είχε θέρμανση και οι σανίδες του πατώματος ήταν παλιές και συρρικνωμένες. Το κρύο κυλούσε ανάμεσα από τους αρμούς όπως οι υδρατμοί σε ιαματικά λουτρά. Οι αρμοί έκρυβαν ανεξάντλητους πληθυσμούς από χαλικάκια και υπερτροφικά φαλάγγια.
Ξαπλώναμε συχνά σ'εκείνο το αερόστρωμα από το Γyσκ στο δωμάτιο της σοφίτας και καπνίζαμε. Χάζευα τα σύννεφα που τσουλούσαν, διάφορες αποχρώσεις σκοτεινιάς η μία πάνω στην άλλη, απλωμένα σεντόνια που τα φυσάει ο αέρας, και ο Μ. μιλούσε, όπως του αρέσει να κάνει. Κάποια πρωινά Κυριακής που ξεμέναμε χτεσινοί, με ξυπνούσαν τα βήματα του γείτονα που έβγαινε για τρέξιμο κάτω στο δρόμο, και ακουγόταν ένα στέρεο ταπ-ταπ-ταπ-ταπ καθώς απομακρυνόταν, γιατί η σοφίτα δεν είχε μόνωση και παρότι ψηλά, ήταν πιο κοντά στον κόσμο από το διαμέρισμά μου δυο ορόφους κάτω. Του είχα πει πολλές φορές να την πέφτει στον καναπέ ή στο κρεβάτι μου, αλλά για κάποιο λόγο επέμενε στο αερόστρωμα. Όχι πως ήταν κακό· μπορούσες να ρυθμίσεις πόσο τέζα ήθελες να το φουσκώσεις, και έτσι ρύθμιζες και την εργονομία του. Δεν έκανε φασαρία και ήταν απρόσμενα ανθεκτικό με βελούρ επίστρωση. Αλλά όπως και να'χει, ήταν ένα σημείο τριβής για ολόκληρο εκείνο το εξάμηνο, Γιατί δεν την πέφτεις στον καναπέ; -Γιατί δεν πας να γαμηθείς;
Έχω μετακομίσει τρεις τέσσερεις φορές από τότε. Το αερόστρωμα τρύπησε πέρσι. Το αντικαταστήσαμε με ένα ίδιο. Τον τελευταίο καιρό όταν έρχεται, κοιμάται μεν στο αερόστρωμα, αλλά όταν δεν είναι να κοιμηθεί επισήμως, αράζει σε μια προβιά που έχω στη γωνία του μεσοδωματίου. Ρίχνει ένα δυο ανθηρά μαξιλάρια της γυναίκας κόντρα στον τοίχο, παίρνει το κουβερτίνι από τον καναπέ και έτσι εμφανίζεται η φωλιά του μελισσοφάγου. Η γυναίκα του κλωτσάει τα πόδια όταν περνάει από εκεί και τον λέει σκλάβο του Ρωμαίου πατρικίου. Αυτός της απαντάει ναι, ναι, ναι κοροϊδευτικά.
---
Η Κουασιμόδα γέννησε ένα τεράστιο πουκ. Το βρίσκουμε πολύ αστείο, γιατί το πουκ είναι εξ ορισμού μικρό, αλλά της Κουασιμόδας είναι τεράστιο. Στο νησί μεγαλώσαμε με την ιστορία πως αν το πουκ έρθει στο σπίτι σου, ρίχνει σβουνιές στο γάλα και φτιάχνει βουναλάκια από χοντρό ροκανίδι και τα αφήνει εδώ κι εκεί για να δοκιμάσει τις αντοχές σου, κι εσύ πρέπει να καθαρίζεις αδιαμαρτύρητα αν θες να κερδίσεις την εμπιστοσύνη του, ώστε μετά αυτό να προστατεύει το σπίτι σου. Η Κουασιμόδα έστειλε στον Μ. διάφορες φωτογραφίες από το πουκ της και του έγραψε όλη την ιστορία, πώς τελικά ο Σλοβάκος ήτανε μαζί της στο νοσοκομείο αλλά έκλαιγε συνέχεια και δεν ήταν χρήσιμος, πώς προσπαθούσε να γεννήσει 20 ώρες ώσπου της κάνανε καισαρική, και πώς το πουκ κλαίει πάρα πολύ δυνατά όλη μέρα και όλη νύχτα, και αναγκάστηκε να κατέβει μαζί με το γκόμενό της στη Μπρατισλάβα, γιατί και αυτή και ο Σλοβάκος χρειάζονταν βοήθεια γιατί δεν άντεχαν να ακούνε το πουκ όλη μέρα να κλαίει. Ο Μ. μου έδωσε το κινητό του για να διαβάσω όλο το ραππόρτο, και είδα όλες τις φωτογραφίες από το τεράστιο πουκ, την καραφλιασμένη Κουασιμόδα και τον ηλίθιο Σλοβάκο της. Έχεις δεύτερες σκέψεις; -Τι εννοείς; -Τώρα που είδες το πουκ. Τις κινηματογραφικές οικογενειακές στιγμές στις φωτογραφίες. -Είσαι καλά; Όλα αυτά είναι επιχειρήματα για να βάλω καπότα και να τη ράψω στο πουλί μου. Τι άλλο έχεις να πεις; -Τίποτα. -Δεν έχεις να πεις, "Μπράβο σου Μ. που δεν απάντησες. Μπράβο σου που δεν έδωσες έκταση." -Μπράβο σου Μ. που δεν ήσουν μαλάκας. -Αρχιδάκι, σε χλωρό κλαρί δε μ'αφήνεις, παρά τα όσα πέρασα.
---
Γυρνάω απ'τη δουλειά πρωί, κάπου στις δέκα. Δεν περιμένω να βρω κανέναν στο διαμέρισμα. Πλύθηκα στα ντουζ της εταιρίας, φοράω φρέσκα ρούχα και είμαι έτοιμος να ξεκινήσω το ρεπώ. Φτιάχνω τσάι με γάλα και το μεταφέρω στο μεσοδωμάτιο, όπου θα βάλω το ράδιο να παίξει και θα ακούσω πίνοντας. Προσέχω που πατάω γιατί στην προβιά κρύβεται όχι σπάνια κάποιο κοπίδι λινογραφίας. Μαζεύω ένα άδειο σακούλι Μπέικ Ρολλς. Αν ήταν οποιοσδήποτε άλλος δε θα ξαναρχόταν σπίτι μου, αλλά ο Μ. είναι εξαίρεση, και ως εξαίρεση χαίρει ειδικών προνομίων, όπως για παράδειγμα να μη με πειράζει που είναι τσαπατσούλης. Έχει αφήσει το χαρτοσακούλι που έχει τα σύνεργα και το καπνομίξ (κάποια αηδία του τύπου Τσήτα Μπλάου ανακατεμένη με κους) στην προβιά, οπότε θα γυρίσει σύντομα. Γλυκά κοντά μοτίβα, η ψευδαίσθηση της μονιμότητας, δροσοσταλίδες που αργότερα θα γίνουν θρύψαλα και θα κόβουν σαν γυαλί. Το μεσημέρι της ζωής μου, οι ώρες που δε θα περάσουν ποτέ, οι ώρες που ξαφνικά θα έχουν περάσει. Αν ήξερα πως τα πράγματα θα ήταν έτσι εννιά χρόνια πριν, η κρεμάλα ούτε που θα μου είχε περάσει από το νου.
---
