© 2008 - 2017


-

Archiv

Blogger news

Blogger templates

 

+

Umblättern

Kategorien

 

Cada hombre un tirano

  En las tablas se puede silbar al tirano; en el mundo hay que sufrirle; allí se le va a ver como una cosa rara, como una fiera que se enseña por dinero; en la sociedad cada preocupación es un rey; cada hombre un tirano; y de su cadena no hay librarse; cada individuo se constituye en eslabón de ella; los hombres son la cadena unos de otros.

M J de Larra

Άρχισα μαθήματα πιάνου λίγο πριν τα πέντε. Ξεκίνησα στο τοπικό ωδείο της Φέλντστράσσε που είναι δίπλα στο δανέζικο σχολείο. Η μάνα μου έλεγε την ιστορία με μεγάλη ικανοποίηση, πώς με πήγε στο ωδείο και είπε στον υπεύθυνο εγγραφών να μου δείξει τα όργανα που είχαν στην αίθουσα συναυλιών για να διαλέξω. Αυτός μου έδειξε και με ρώτησε τι μου άρεσε περισσότερο. Εμένα μου άρεσε η άρπα. Τότε η μάνα με έκοψε, ανακοίνωσε πως είχα δει αρκετά, και πως θα μ'έγραφε να μάθω πιάνο. Ο υπεύθυνος απορούσε με μπανάλ γερμανική ευθύτητα, Was soll denn der Zirkus? Sie wussten doch eh, Sie hatten doch längst entschieden, was er machen soll.. (Γιατί λοιπόν το θέατρο; Αφού είχατε εξ αρχής το πλάνο σας.) Και η μάνα μου έκλεινε την αφήγηση με την απάντησή της: Damit er Disziplin lernt. Egal, was er will. (Για να μαθαίνει πειθαρχία. Ασχέτως του τι θέλει.) Δε θυμάμαι την ιστορία πρώτο χέρι. Η καταγραφή η δική μου αρχίζει από το πρώτο μάθημα στο ωδείο. Τα πόδια μου δεν έφταναν στο πάτωμα ούτε στα πεντάλ. Το πρώτο κομμάτι που έπαιξα λεγόταν Τζο-τζο ο Ινδιάνος και ήταν η επανάληψη του ντο για καμιά δεκαριά μέτρα σε διάφορες αξίες. Ήταν πολύ δύσκολο και το δούλευα βδομάδες. Το βιβλίο ήταν οριζόντιο, όπως τα πρώτα πεντάγραμμα τετράδια για παιδιά, με μεγάλα στοιχεία. Ο Τζο-τζο χόρευε δίπλα στη φωτιά στην πάνω αριστερή γωνία της σελίδας.

Μερικά χρόνια αργότερα, αρχή του έτους, μέσα Αυγούστου, μας είχανε όρθιους έξω από μια αίθουσα θεωρητικών, και ένας ένας περνούσαμε για να μας ακροαστούν οι κυρίες της χορωδίας. Η μάνα στην Αυστραλία, ο πατέρας στο Αμβούργο. Με πρόσεχε η αδερφή του πατέρα μου, η κυρία-θεία, στο Ντούνζουμ. Είχε σημειωμένη την ώρα και την ημερομηνία της υποχρέωσης στο περιοδικό με τα σταυρόλεξα. Πήγαμε στο ωδείο με το πράσινο Όπελ. Την κυρία-θεία την ένοιαζαν οι υποθέσεις του ωδείου μου όσο ένοιαζε εμένα το περιοδικό με τα σταυρόλεξα που την κρατούσε απασχολημένη ενώ με περίμενε στο αυτοκίνητο. Όταν ήρθε η σειρά μου, μπήκα στην αίθουσα και μια από τις κυρίες της χορωδίας καθόταν στο πιάνο. Μου υπέδειξε να σταθώ πάνω στο ξύλινο βάθρο στο οποίο κανονικά στεκόταν ο δάσκαλος των θεωρητικών. Μου είπε να τραγουδήσω τη ντο μείζονα. Έπαιξε ντο - ντο ανεβαίνοντας για να καταλάβω. Έκανα να πω τις νότες αλλά δεν έβγαινε ήχος. Εμπρός λοιπόν. Ντο, ρε, μι, φα... τραγούδησε για να μου δείξει. Μετά από μερικές προσπάθειες έκραξα Ντο, ρε, μι, φα... αλλά στην πράξη φα, φα, φα, φα... ή ίσως κάτι πιο στρυφνό όπως ένα φα και κάτι βυζαντινά μόρια, τελοσπάντων, ένας καυλωμένος γάιδαρος θα τα είχε καταφέρει πιο καλά. Η κυρία της χορωδίας περίμενε μια στιγμή και μετά είπε Ach, nein. Das geht nicht. Όταν βγήκα πάλι στο διάδρομο είχα την αίσθηση πως είχα διαπράξει κάποιο φοβερό παράπτωμα. Μετά από μένα μπήκε ο Πρέμεκ και τραγούδησε δυνατά και καλοκουρντισμένα ντο, ρε, μι, φα... Ο Πρέμεκ ήταν στην ηλικία μου. Ήταν ένα στρογγυλό μελαχροινό παιδί και τον έφερνε πάντα στο ωδείο η μάνα του με τα μεγάλα σκουλαρίκια. Μάθαινε κλαρινέτο. Υπήρχε μια έντονη σοβαρότητα γύρω από το θέμα της καριέρας και της προόδου του Πρέμεκ. Πηγαίναμε μαζί στα θεωρητικά. Είχε καπλαντισμένα πεντάγραμμα και ένα μηχανικό μολύβι με χρυσά γράμματα. Ήταν συγκεντρωμένος και δε χαζολογούσε. Οι ασκήσεις του ήταν καθαρογραμμένες χωρίς λάθη και μουντζούρες. Ο Πρέμεκ ήταν φυσικό που τραγούδησε ωραία στην ακρόαση για τη χορωδία. Δε με απασχόλησε. Η κυρία-θεία ήταν ανακουφισμένη όταν εμφανίστηκα επειδή είχε δουλειές να κάνει. Στο δρόμο για το σπίτι μέσα στο πράσινο Όπελ δίπλα σε ένα βουνό σακούλες από το Ρέβε, με έπεισα πως το θέμα της χορωδίας είχε λήξει και το έβγαλα απ'το νου μου.

Μήνες μετά στη συνάντηση γονέων και εκπαιδευτικών θίχτηκε το γεγονός πως δεν τραγουδούσα και αν δε γινόταν κάτι με το σολφέζ θα έμενα μετεξεταστέος. Αυτό ήταν αδιανόητο. Όταν γύρισε η μάνα μου απ'το μπάρκο με έβαλε να σταθώ δίπλα στο πιάνο και μου είχε πει, κάμε όπως ο Πρέμεκ! και έπαιζε τις νότες. Μπορούσα να τις τραγουδήσω, αλλά μόνο και μόνο επειδή είχα το πιάνο οδηγό. Μόλις σταματούσε το βούλωνα. Τα χέρια μου ίδρωναν. Τι έχει δηλαδή ο Πρέμεκ που δεν έχεις εσύ; Εν τέλει μου τις έβρεξε.

/

Το πατρικό μου είναι ένα παλιό διώροφο αγροτόσπιτο τυπικό της περιοχής. Έχει ένα μεγάλο, άδειο σαλόνι, που παλιά χωρούσε μια Μαλτέζα με τα δέκα της παιδιά και τις γειτόνισσες που έρχονταν επίσκεψη. Το σαλόνι παρέμεινε αχανές παρά τις τροποποιήσεις στο κτίσμα με τα χρόνια. Αλλά η μάνα μου έδωσε εντολή το πιάνο να στηθεί στο δωμάτιό μου και δεν άκουγε κουβέντα. Το δωμάτιό μου είναι μικρό, με ένα μεσότοιχο από ψευδοροφή και δυο παγωμένα εξωτερικά ντουβάρια εκτεθειμένα στο βορειοδυτικό καιρό, που είναι ο χειρότερος καιρός που βρίσκει το νησί. Το πιάνο δε μπορούσε να έχει πλάτη στα εξωτερικά ντουβάρια, που κάθε τόσο έπιαναν μούχλα και ήθελαν καθάρισμα και βάψιμο, αλλά εγώ μπορούσα γιατί δεν είμαι ξύλινος. Μετακίνησαν το κρεβάτι μου που ήταν ακουμπισμένο στο ζεστό μεσότοιχο στην απέναντι μεριά, και στην πρώην θέση του κρεβατιού έβαλαν το πιάνο. Η μάνα μου ήταν της γνώμης πως το πιάνο έπρεπε να είναι το πρώτο πράγμα που θα έβλεπα όταν ξυπνούσα και το τελευταίο πριν κοιμηθώ. Οτιδήποτε άλλο θα λειτουργούσε ενάντια στην ευόδωση του σχεδίου που είχε για μένα, να γίνω καριερίστας. Ήμουν χαρούμενος που μου είχαν αγοράσει πιάνο, γιατί προηγουμένως έπρεπε να πηγαίνω στο ωδείο να διαβάζω. Το πρώτο βράδυ που ξάπλωσα να κοιμηθώ στη νέα θέση, οι τοίχοι αντανακλούσαν κρύο, δεν είχα πού να κρυφτώ, και δεν ήταν καν χειμώνας.

Δε συνέβη από τη μια μέρα στην άλλη, ήταν μια αργή διαδικασία, αλλά η ιδέα της μάνας μου δεν ήταν άστοχη. Απέκτησα μια στενή, προσωπική σχέση με το βερολινέζικο πιάνο, με το οποίο ζούσαμε σαν παντρεμένοι. Στην αρχή κάθε φορά που το αντίκριζα ήταν αναμέτρηση. Σε αντίθεση με τα πιάνα του ωδείου, που όταν τέλειωνε η μελέτη, τα άφηνα στη σκοτεινή τους αίθουσα και τα ξεχνούσα μέχρι την επομένη, από εκείνο το πιάνο δε μπορούσα να ξεφύγω. Με τον καιρό κατέστη σαφές πως κανένας από τους δυο μας δεν είχε σκοτεινές προθέσεις. Η μελέτη και ο χαβαλές έχασαν τα αφορισμένα όριά τους, οι ώρες της σιωπής και οι ώρες της φασαρίας έχασαν τα αφορισμένα όριά τους. Τον πρώτο καιρό έκλεινα το καπάκι όταν σταματούσα να παίζω. Αυτό είχε ως συνέπεια να ανοιγοκλείνω το καπάκι δεκάδες φορές μέσα στη μέρα. Το καπάκι με τις αλλαγές της θερμοκρασίας στο παλιό σπίτι άλλοτε έκλεινε εύκολα, άλλοτε σκάλωνε με τη συστολή και διαστολή των ξύλων, και καλούσα τον πατέρα για βοήθεια. Αυτό συνεχίστηκε για ένα διάστημα, ώσπου η υπομονή του πατέρα εξαντλήθηκε, και μου είπε, καλύτερα να το κλείνω μόνο όταν ήταν να πάμε για ύπνο, το πιάνο κι εγώ. Η απαλοιφή των ορίων ήταν ο απώτερος σκοπός της μάνας μου, και τον πέτυχε χωρίς να χρειαστεί να εμπλακεί ιδιαίτερα, και το πιάνο έγινε μέρος του εαυτού μου, και ο εαυτός μου έγινε μέρος του πιάνου, και με ασταθές αλλά πολύωρο πρόγραμμα ως την αυλή έφταναν ταλαιπωρητικές κλίμακες, τα ίδια και τα ίδια λάθη, ταν-ταν-ταν-ταν ξανά και ξανά τα ίδια μέτρα, μπουρδουκλώματα και παροδικές μελωδικές εκλάμψεις, και μερικές φορές οι γείτονες κάνανε αστεία, όπως πόσα χρόνια θα έπαιρνε ώσπου να ακούγομαι χωρίς να τρέχουν δάκρυα απ'τα αυτιά τους, που ο πατέρας αντιπαρερχόταν χαμογελαστός. Η μάνα ήταν ικανοποιημένη. Έτσι κι αλλιώς τον περισσότερο καιρό ήταν απούσα, οπότε δεν υπέφερε ακούγοντας σονατίνες σε ατέρμονη επανάληψη.

Στο σχολείο έπεφτε καζίκι και υπέφερα. Βιαζόμουν να γυρίσω σπίτι, στο δωμάτιό μου, να βάλω τα γόνατα κόντρα στο στο ζεστό ξύλο και να κάτσω τον κώλο μου στο σκαμπώ που άνοιγε και μέσα είχα κρυμμένο ένα ξύλινο κουτί με ένα σκαλισμένο έντομο που κουνούσε τα μικροσκοπικά ξύλινα πόδια του. Στο ωδείο συνέκρινα επίμονα τα πιάνα στις αίθουσες διδασκαλίας με το δικό μου, και έβρισκα διαρκώς νέους τομείς στους οποίους υστερούσαν, πάντα υστερούσαν. Τώρα σκέφτομαι τη μάνα μου ιδιοκτήτη ενός κουνελιού-νάνου ο οποίος είχε την αιφνίδια έμπνευση να του αγοράσει μια ξύλινη κουδουνίστρα από αυτές που πουλάνε στα πετ-σωπ. Σκέφτομαι τη χαρά της που το κουνέλι-νάνος έπαιζε με την κουδουνίστρα του κάθε μέρα, για μέρες, για βδομάδες, για μήνες, για χρόνια, και δε βαριότανε ποτέ. Και δε βαριόμουνα ποτέ.

/

Ένα φεγγάρι που η μάνα μου ήταν σπίτι ήρθε να με πάρει απ'το ωδείο και η δασκάλα με έβαλε να περιμένω έξω από την αίθουσα και μιλούσε πίσω από την πόρτα μαζί της. Η μάνα μου έλεγε στη δασκάλα να με χτυπάει και να μη με λυπάται, πως ήθελα πειθαρχία. "Disziplin", μια από τις αγαπημένες λέξεις της μάνας μου, κοντά στις "γαμώ (το Χριστό σου και την Παναγιά)" , "κωλονήσι", "Rauchpause", "εδέσαμε", έτσι, σαν καρικατούρα. 

Η δασκάλα έλεγε για το σολφέζ και τη χορωδία, έλεγε πώς σκεφτόταν να με βάλει να παίξω ντουέτο με τον Πρέμεκ για να με τραβήξει πάνω. Η μάνα μου συμφωνούσε πως θα μου έκανε καλό να πάρω παράδειγμα από τον Πρέμεκ, που είχε αυτοπεποίθηση και ήταν γερός μαθητής. Εγώ καθόμουν εκεί έξω μικρός και θυμωμένος και μισούσα τον Πρέμεκ.

Μας βάλανε και παίξαμε το Ständchen D889 του Σούμπερτ. Ο Πρέμεκ έκανε πως δεν υπήρχα. Δεν ήξερα τότε πως αυτό δεν είχε να κάνει με μένα, αλλά με τον ίδιο τον Πρέμεκ. Το πήρα φυσικά προσωπικά, γιατί στο νου μου ο Πρέμεκ ήταν ο αντίπαλος, και είχα πάρει άρρητη εντολή να τον λιώσω σαν ψαλίδα στο πλακάκι του μπάνιου. Ο Πρέμεκ δεν ήθελε άλλο παρά να κάνει καλή εντύπωση στη δασκάλα του και στη δασκάλα μου και σε όποιον άλλον είχε εξουσία, ήθελε να είναι άριστος, γιατί, όπως και σε μένα, του είχαν πει πως αυτό το πράγμα ήταν υψίστης σημασίας, και φοβόταν, όπως κι εγώ, πως αν δεν ήταν καλός, δε θα τον αγαπούσε κανείς. 

Όταν ήμουν μικρός δεν ήθελα να πάω σχολείο. Ο πατέρας με άφηνε στο νηπιαγωγείο και εγώ έβρισκα μια γωνία και έκλαιγα ήσυχα. Τον είχαν κουβαλήσει πολλές φορές από τη δουλειά γιατί μόνο όταν τον ξανάβλεπα σταματούσα το κλάμα. Κάποτε περνούσαμε με το αμάξι από του Γιαν στο Ντούνζουμ και ρώτησα τι βρωμούσε έτσι, πούχα-πού-πούχα-πουχά. Ο Γιαν είχε φάρμα με γουρούνια, αλλά αυτό το έμαθα κατοπινά. Η μάνα μου επινόησε στη στιγμή τη γουρουνοσχολή, που ήταν το μέρος που πήγαιναν τα παιδιά που δεν έπαιρναν από μουσική και γράμματα, τα παιδιά που δε θέλαν το σχολείο. Ήταν τέτοια η μπόχα, και εμπιστευόμουν τη μάνα μου απόλυτα, οπότε έφαγα την ιστορία. Ώσπου έμαθα πως δεν υπήρχε γουρουνοσχολή, με τρομοκρατούσε το ενδεχόμενο. Ήμουν αργός και δεν είχα παρέες και τελοσπάντων, έφτασα στην τέταρτη τάξη προτού αμφισβητήσω το θέμα της γουρουνοσχολής. Υποψιάζομαι πως η μάνα του Πρέμεκ τον είχε κι εκείνον κρεμασμένο απ'το σβέρκο με κάποια παραλλαγή της γουρουνοσχολής.

Δε θέλαμε να απογοητεύσουμε, γιατί αν απογοητεύαμε ο κόσμος θα κατέρρεε και ποιος ξέρει τι χάος θα ακολουθούσε, ε; Το κομμάτι ήταν εύκολο. Η δασκάλα έλεγε να βάζω το μετρονόμο στο 30 σπίτι για να μην το χαλάσω. Εγώ στο σπίτι μελετούσα τα υπόλοιπα και το Ständchen το περνούσα μια φορά χωρίς μετρονόμο για να βγω από την υποχρέωση. Δε μου άρεζε ο Σούμπερτ. Δε μου άρεζε το κλαρινέτο. Και κυρίως δε μου άρεζε ο Πρέμεκ.

Παίξαμε το Ständchen D889 και η μάνα μου έλειπε. Αν ήταν εκεί θα μου έλεγε πως δεν ήμουν καλός, πως είχα χάσει εκεί το τέμπο και πως δεν είχα σωστά τον καρπό στο τάδε σημείο και πως το πέμπτο δάχτυλο ήταν τεντωμένο εκεί που έπρεπε να είναι χαλαρό και όλα αυτά που μου είχε πει άλλες φορές με τη δασκάλα να συμφωνεί και να επαυξάνει, γιατί η μάνα μου ήξερε από μουσική, όχι τόσο ώστε να είναι μουσικός, αλλά αρκετά για να ασκεί κριτική. Θα ήταν ακόμα πιο ντροπιαστικό αν είχε τόσες παρατηρήσεις συγκεκριμένα για εκείνο το άχρηστο κομμάτι του Σούμπερτ που με είχαν αναγκάσει να παίξω με τον Πρέμεκ. Αλλά ευτυχώς εκείνη έλειπε και το μόνο που χρειάστηκε να αντιμετωπίσω ήταν το τηλεφώνημα στις πέντε το πρωί ώρα δικιά μας, μεσημέρι δικιά της, όπου με ρώτησε ανάμεσα στη μια τζούρα και στην άλλη: Ήσουν διαβασμένος; Ο Πρέμεκ; Ήτανε διαβασμένος; και δεν την απογοήτευσα και ο κόσμος δεν κατέρρευσε και δεν ακολούθησε κανένα χάος. Το μόνο που ακολούθησε ήταν το κλείσιμο ρουτίνας Εντάξει μπάμια, δώσε μου τώρα τον πατέρα σου.

Η μάνα μου πρόλαβε και πέθανε ενάμιση χρόνο μετά από το αναθεματισμένο Ständchen D889 και κανείς δεν έκανε ξανά επισταμένη κουβέντα για τον Πρέμεκ. Το μέτρημα των πούτσων έκοψε, δε χρειαζόταν να την έχουμε πάντα μεγαλύτερη, αυτά ήταν κουσούρια της μάνας μου απ'τη ζωή που έκανε. Ο πατέρας που χαιρόταν με τα λίγα σαν προτεστάντης, μερικές φορές ερχόταν και στεκόταν χαμογελαστός δίπλα στο πιάνο όταν έπαιζα Moscheles ή Czerny ή κάποια άλλη μαλακία άσκηση και μου έλεγε πάντα πως έπαιζα ωραία, και έμοιαζε περήφανος. Αυτό ίσως και να ήταν παιδαγωγική τακτική, αλλιώτικη απ'της μάνας μου, δεν ξέρω. Τρόπον τινά εβραίος γιαλατζί, μεγαλωμένος στο νησί καθώς ήταν κι αυτός, από μάνα ντόπια γεννημένη προτεστάντισσα, βαμμένος απ'την αντίληψη του τόπου, αλλά το μεδούλι ήταν εβραίικο σωστό και αυτό που τον ικανοποιούσε περισσότερο απ'όλα ήταν που μάθαινα πειθαρχημένος ό,τι μου δίδασκαν, γιατί ο σωστός εβραίος πρέπει να είναι μορφωμένος και πολύγλωσσος για να αναπληρώνει για την εβραιοσύνη του, που είναι μειονέκτημα εξ ορισμού. Από κεκτημένη ταχύτητα συνέχισα στο αυλάκι που είχα μπει σαν μπάλα του μπόουλινγκ και έφτασα να τελειώσω από το ωδείο στο Λύμπεκ, υποσχόμενος και αυτά κι εκείνα, αν και δε μπόρεσα ποτέ να τραγουδήσω, αυτό ήταν ανικανότητα. Έτσι όπως κάποιος γεννιέται κακάσχημος, έτσι εγώ γεννήθηκα κακόφωνος. Τον Πρέμεκ τον βρήκε δύσκολη εφηβεία και τα παράτησε όλα κάπου στα δεκαπέντε. Όταν τον συνάντησα φοιτητής στο Αμβούργο έπαιζε μπάσο σε hair metal tribute μπάντα και ήταν εντάξει.

/

Το βερολινέζικο πιάνο είναι ακόμα στο δωμάτιό μου, ακουμπισμένο στον ίδιο μεσότοιχο από ψευδοροφή. Ήταν από παλιό στοκ που είχε ξεμείνει σε έναν γνωστό των Τρύμπγκερ στο Αμβούργο, από τα τελευταία που έβγαλε η εταιρία του Αουγκούστ Γκραντ πριν κλείσει το '88. Οι γονείς μου το πήρανε κοψοχρονιά επειδή ο έμπορας ήθελε να αδειάσει την αποθήκη. Δεν έχει το χαρακτήρα των σοβιετικών ούτε την ψηφιακότητα των γιαπωνέζικων. Είναι ένα γερμανικό πιάνο, με καθαρό ήχο και μέτρια σκληράδα στα πλήκτρα, όπως συνήθως είναι τα γερμανικά πιάνα. Είναι από παλίσανδρο, κοκκινωπό, επιλογή της μάνας μου, η οποία συνειδητοποίησα τριάντα χρόνια μετά πως ήταν σκόπιμη, για να είναι ασσορτί με μένα τον ίδιο. 

Το πέρασμα του χρόνου είναι το πέρασμα από το ένα στο άλλο τυχαίο σημείο, αλλά όταν τα σημεία ενωθούν με τη γραμμή της μνήμης, η τυχαιότητα εξαλείφεται, και όλα μοιάζουν να ήταν διαδοχές στρατηγημάτων, σαν άσκηση ανάλυσης συγχορδιών.

Οι ευτυχίες λύνονται πάντα προς θλίψη, όπως στη δεσπόζουσα μεθ'εβδόμης η έβδομη λύνεται πάντα προς τα κάτω. Η εξαίρεση εξαντλείται σε αρμονικές ιδιοτροπίες, στο παγωμένο απόγευμα που η σόμπα φλογώνει τη μούρη, στο ένα δάχτυλο σκόνη κάτω από το καπάκι που σκουπίζω με το μανίκι, η εξαίρεση είναι αυτή που είναι, ποιος είμαι εγώ για να ζητήσω τα ρέστα από την ευρωπαϊκή μουσική;


Φαινομενολογία της αθωότητας

05.2025

Όπως έχει δωθεί στη συνείδηση, όπως έχει δωθεί στον κόσμο
κεντημένη στο χρόνο όπως μια πούλια, ξηλώνεται όπως μια πούλια
ένα βράδυ από μια εσάρπα και χάνεται για πάντα
στο ύφασμα όμως μένει η ορφανή κλωστή, 
η ουλή, το πέρασμα της βελόνας, εκεί που βρίσκει συνεχώς το δάχτυλο της κοπελιάς όταν φοβάται,
στο γρέζι, στην ασυνέχεια, στη μνήμη.

Οι πασχαλιές έχουν ανθίσει, ο κόσμος έχει ξαναβρεί το χρώμα του. Η πρώτη άνοιξη χάνεται μαζί με τα στοιχειά στο πρώτο φως, ο κύκλος της προσμονής ξεκίνησε τη νύχτα. Δίπλα στις ρεματιές ξυπνάνε οι αστρίτες, κι όπως ο ευνούχος κόβει δρόμο μέσα από τις φεστούκες, τα φίδια τον προειδοποιούν να βλέπει πού πατάει. Οι κουφοξυλιές στοιχίζουν το μονοπάτι και οι χωριάτες που πιστεύουν στην προστασία του φυτού κοιμούνται μακαρίως, η πραγματικότητα όμως είναι όπως τα δαχτυλίδια στο νερό, το ένα δαχτυλίδι μες στο άλλο, και στο τέλος τους η όχθη αφορισμός. Πού πάει ο ευνούχος τέτοια ώρα;

Οι πασχαλιές είναι τα αγαπημένα άνθη της πριγκίπισσας. Στο λαιμό της έχει πάντα δυο δαχτυλιές λάδι, στη μέση του κάθε στερνοκλειδομαστοειδή, και όταν οι ιππότες γονατίζουν για να τη χαιρετήσουν, τους παίρνει η ευωδία και είναι αδύνατο να πουν αν είναι το λάδι απ'το λαιμό της ή τα δέντρα φορτωμένα άνθη σε όλη τους τη δόξα, αλλά δεν έχει σημασία, γιατί τους χτυπάει σαν κουτελίτης. Οι δεσποινίδες της αυλής κουβεντιάζουν πίσω απ'τις βεντάλιες και ακολουθούν το ίχνος που αφήνει η μυρωδιά σαν σκυλόψαρα καταραμένα σ'αιώνια πείνα. Κανείς δεν τολμάει να ρωτήσει. Μυστικά σαν αυτό δεν προορίζονται ποτέ για τους υποτελείς.

Όταν η πριγκίπισσα ήτανε μικρή, η μάνα της έβαζε πάντα δυο δαχτυλιές λάδι στο λαιμό, και το λάδι μύριζε κάτι που θύμιζε πασχαλιά από μισοξεχασμένο όνειρο. Το έβγαζε από ένα μικρό μπουκάλι με στενό ρύγχος, που αγόραζε από τον Εβραίο σ'εκείνο το μαγαζί που είχε δυο δάχτυλα απολιθωμένη σκόνη, όταν αγόραζε αρώματα και για την ίδια. Ο ευνούχος, τότε ακέραιος ακόμα, γνώρισε καλά εκείνο το λάδι, το έμαθε από όλες τις πλευρές, πώς ήταν ένα πλύμα από ηλιόσπορο, πώς ήταν ένα ανακάτεμα από άλλες ιστορίες, λιλιάλ και διϋδροπαράγωγα του Εντουάρ Ντεμόλ, ένα παρασκεύασμα παγίδα μες στο δάσος. Αν το κοιτούσε από μακρυά, ίσα και τον ξεγελούσε πως ήταν πασχαλιά. Ο ευνούχος γνώρισε καλά και την πριγκίπισσα, την έμαθε από όλες τις πλευρές, πώς ήταν το τέλειο παιδί του πατέρα και της μάνας της, πώς είχε την πονηριά του βασιλιά στο βλέμμα και τη σκληράδα της βασίλισσας στο στόμα, πώς ήταν ατίθαση και αψιά σαν τα κρασιά που βγάζαν τα αμπέλια της κοιλάδας, πώς ήταν η ίδια της οι λίμνες και το δάσος, πώς ήταν η ίδια της η πασχαλιά, κρυμμένη πίσω από την παγίδα.

Σε μια ισπανική μετάφραση ενός βιβλίου για το εργοστάσιο του Γκρας ο νεαρός βρήκε μια φωτογραφία που έδειχνε τα δυνατά χέρια μιας εργάτριας να σηκώνουν ένα κόσκινο γεμάτο ανθοπέταλα. Ήταν η παλιά τεχνική του ενφλεράζ, που είχε γίνει δημοφιλής στους αριστοκράτες της νότιας Ευρώπης το 18ο αιώνα. Μια τεχνική απλή αλλά κοπιώδης, ο μόνος τρόπος να εγκλωβιστεί το παροδικό, ευαίσθητο άρωμα λουλουδιών όπως της πασχαλιάς. Λάδι ελιάς και μελισσοκέρι, και στο κρεβάτι αυτό το νεκρικό τα φρεσκοκομμένα άνθη της πασχαλιάς, καθαρισμένα, σκουπισμένα προσεκτικά από τη δροσιά, σκεπασμένα με ένα πέπλο μουσελίνας, βράδυ και πρωί, για όσο διαρκούσε η ανθοφορία, δυο ή τρεις βδομάδες τη χρονιά, τριάντα με εξήντα φορτίσεις του λαδιού, τριάντα με εξήντα επιτάφιοι, όσοι επέτρεπε ο καιρός. Αυτό που δε γράφουν τα βιβλία είναι το άγνωστο μαγικό, η υπομονή. Ο νεαρός δεν ανακάλυψε το μαγικό από εξυπνάδα, αλλά επειδή ο τόπος που τον γέννησε το μαρτύρησε, σαν από χάρη. Ο αέρας που παίρνει την άμμο και τη λειαίνει σαν γυαλί, ο αέρας που πατάει τη θάλασσα κάτω, η θάλασσα που τρώει λίγη λίγη τη στεριά, οι θύελλες, οι μακροί χειμώνες, τα επίμονα σκοτάδια, ο τόπος που κάνει υπομονή, κατάλαβες μικρέ; Η υπομονή είναι η εξέχουσα αρετή, γιατί μέσα της κρύβει αυτό για το οποίο διψάνε όλοι οι θεοί: τη θυσία. Το φάντασμα που δίνει ψυχή στην πασχαλιά, ένα αερικό σαν μεταξωτή κορδέλα στο νερό, δεν κοντοστέκεται ποτέ, παρά όταν δει υπομονή. Την πρώτη χρονιά η μούχλα φύτρωσε στο δέκατο επιτάφιο, και όλο το μαντζούνι έπρεπε να πεταχτεί. Οι μέρες έφεραν βροχές με χοντρές βαριές σταγόνες, και ο νεαρός δεν πρόλαβε να ξαναπροσπαθήσει. Περίμενε λοιπόν ως την επόμενη χρονιά. Οι πασχαλιές μεγάλες σαν δέντρα άνθισαν την τελευταία βδομάδα του Απρίλη και ο νεαρός ξανάπιασε το τελετουργικό. Η δεύτερη απόπειρα γέμισε γούνινη μούχλα πριν κλείσει το δεκαήμερο, η τρίτη σάπισε από κάτι άλλο που γέμισε το λαδοκέρι με κεραμιδιά στίγματα που μύριζαν ξινά. Ακολούθησαν πολλές αποτυχίες, αλλεπάλληλες, τη μια χρονιά μετά την άλλη, η κάθε μια διαφορετική και όμως ίδια στην απογοήτευση που έφερνε, η κάθε μούχλα είχε αλλιώτικη χροιά, το μαντζούνι ήταν πολύ εφευρετικό στους τρόπους να χαλάει, κάποτε γέμιζε μικροσκοπικές προνύμφες που έτρεμαν σαν κόπροι στην παγωνιά, άλλες χρονιές τα άνθη σαφράκιαζαν και κολλούσαν στο υπόστρωμα και όταν ο νεαρός προσπαθούσε να τα βγάλει τρίβονταν και από κάτω άφηναν ένα μαύρο ζουμί που θύμιζε σάπιες πατάτες, κάποιες χρονιές που ο χειμώνας ήταν πολύ ζεστός οι πασχαλιές δεν άνθισαν καθόλου. 

Τα χρόνια πέρασαν, ορδές άνθη έπεσαν στο νεκρικό κρεβάτι, μια φορά η εποχή τους τέλειωσε και τίποτα δε συνέβη: το υπόστρωμα έμεινε ως είχε, με εκείνο το χρώμα που θύμιζε ζεστό γάλα με μέλι, και η μυρωδιά ήταν εκεί, η μυρωδιά της πασχαλιάς, όχι μια παγίδα μες στο δάσος, η γαμημένη πασχαλιά αυτοπροσώπως. Ο νεαρός είχε μάθει. Κάθε σκόνταμα του δίδαξε κι έναν νέο τρόπο να περπατά, ώσπου έμαθε να τρέχει. Έμαθε να μη φέρνει τον περιέκτη πολύ κοντά στο πρόσωπό του, έμαθε να κρατάει την ανάσα του όταν καταπιανόταν με το μαντζούνι, γιατί είχε διαπιστώσει πως το ίδιο του το χνώτο ήταν αρκετό για να το επιμολύνει, έμαθε πώς να καθαρίζει τα λουλούδια και πώς να τα στεγνώνει με έναν κετσέ από βαμβάκι μέσα έξω προτού μαραγκουλιάσουν γιατί το μετάξι δεν τα στέγνωνε καλά και μούχλιαζαν ενώ το λινό τα μελάνιαζε επειδή ήταν αδρό, έμαθε ποιων δέντρων τα άνθη ήταν κατάλληλα και ποια επιρρεπή στις διάφορες εκφάνσεις της σαπίλας, έμαθε πως το κιούπι έπρεπε να το κρύβει μέσα στη ντουλαπίτσα με τα καπνά, οπουδήποτε αλλού και κάτι πήγαινε στραβά, έμαθε πως οι αλλαγές έπρεπε να γίνονται κάθε δώδεκα ώρες και όχι αργότερα γιατί αν έμεναν περισσότερο κάποιο μικροσκοπικό καθίκι προλάβαινε και έστηνε αποικία, έμαθε τελοσπάντων όλα αυτά που ήταν απαραίτητα για να φτιάξει γνήσιο, καθαρό, πανάκριβο ενφλεράζ.

Ήταν ένα ζεστό απόγευμα Σεπτέμβρη όταν ο νεαρός συνάντησε την πριγκίπισσα και της πρόσφερε ένα μικρό πορσελάνινο κουτί που στο καπάκι ήταν ζωγραφισμένες δυο λίμνες τριγυρισμένες από παπαρούνες και καλαμιές που κόβανε σαν σπαθιά. Στο κουτί μέσα ήταν η ψυχή της πασχαλιάς, παρήγορη σαν σκιά το καλοκαίρι. Η πριγκίπισσα άνοιξε τα μάτια διάπλατα, και ο νεαρός είδε όλα τα άνθη από όλες τις πασχαλιές που είχε σκοτώσει για να φτάσει ως εκεί να χορεύουν πίσω από το τζάμι των δακρύων πάνω στους επιπεφυκότες, σαν αστραπές πίσω από μαζεμένα σύννεφα το σούρουπο στη δύση. Ήταν μια κοινή ιστορία, χωρίς καμιά πρωτοτυπία, η πριγκίπισσα και ο επίδοξος ιππότης.

Θα ήταν παράδοξο αν πίσω από αυτήν την επίπονη αφοσίωση δεν κρυβόταν διαολιά, και επειδή τα πράγματα στη φύση ακολουθούν τις επιταγές της, πίσω από αυτήν την επίπονη αφοσίωση κρυφόταν όντως διαολιά. Ο νεαρός είχε σκοπό να γίνει γιατρός του στέμματος. Αν ήταν καθαρή επαγγελματική φιλοδοξία ή αν ήταν από κίνητρα πιο ύπουλα δε μπορώ να πω. Αλλά η θέση αυτή άρμοζε σε αριστοκράτες, όχι μισότυφλους νησιώτες με σημάδια αρρώστιας στο λαιμό. Η μόνη παράκαμψη περνούσε απ'την καρδιά. Αν η πριγκίπισσα είχε προδιαγράψει το μέλλον του νεαρού πριν ή μετά εκείνο το απόγευμα του Σεπτέμβρη, ούτε αυτό μπορώ να το πω.

Ο κύκλος της προσμονής είχε ξεκινήσει. Το πεπρωμένο γράφεται όταν το καμτσίκι μπήγεται στη σάρκα, όταν το πετσί ποτίζει αίμα. Τίποτα δε γίνεται να γραφτεί χωρίς αίμα. Κοντά στα άλλα μυστικά ήταν κι αυτό: ο γιατρός του στέμματος ήταν νόμος βασιλικός να είναι ευνούχος. Ο νεαρός συμφώνησε αμέσως. Η πριγκίπισσα δε θα έμπαινε έτσι κι αλλιώς στον κόπο να τον πείσει. Ο κόσμος είναι πάντα βιαστικός, οι δεύτερες σκέψεις ήταν για εκείνους που είχαν την πολυτέλεια. Ένας γέρος χειρουργός με καθολική αλωπεκία πήρε τ'αρχίδια του νεαρού, η λάμα κοφτερή σαν φλύδα από πάγο φώτισε την αίθουσα, ένα αηδόνι κρυμμένο μες στη λεύκα έξω από το παράθυρο τραγούδησε γλυκά, στην υπηρεσία της εξουσίας του τόπου, στην υπηρεσία της καρδιάς του τόπου, επρόκειτο για μια θυσία κατά βάθος πατριωτική, κι ας ήταν ξένος. Η πρώτη άνοιξη χάθηκε μαζί με τα στοιχειά στο πρώτο φως, οι κουφοξυλιές δεν προστατεύουνε κανέναν, αλλά αν αυτό αρκεί για το μακάριο ύπνο, ας είναι. 

Άπνοια στις λίμνες, ομίχλη πρωινή, η ανάληψη της δροσιάς στους ουρανούς. Ένα φιλί από τα χείλη της πριγκίπισσας πέφτει μαλακά και κάνει δαχτυλίδια στο νερό, το ένα δαχτυλίδι μες στο άλλο, και στο τέλος τους η όχθη αφορισμός.

---

-Μερικές φορές αναρωτιέμαι ποιος θα ήμουν αν δεν είχα γυρίσει ποτέ ξανά σ'αυτά τα μέρη.
-Δε γινόταν να μη γυρίσεις. Δε θα ήσουν εσύ, αυτό είναι σίγουρο. Θα ήσουν κάποιος άλλος.
-Εσύ γιατί ήρθες;
-Δε γινόταν να μην έρθω. Δε θα ήμουν εγώ αν δεν είχα έρθει. Αλλά δε θέλω να πεθάνω εδώ όπως εσύ. 
-Το ξέρω.
-Και;
-Κάθε καλοκαίρι ξέρω πως θα'ρθει ο χειμώνας. Και;

---

Tempus fugit

Λησμονιά το πέρασμα του χρόνου.
Η γλάστρα που είχε μέσα την πιπερίτσα που σου'δωσε ένα πιπεράκι, η γλάστρα που είχε μέσα τα πεσμένα φύλλα, η γλάστρα που τώρα έχει το άδειο χώμα.
Η μια μετά την άλλη πόλη, ο χάρτης που έχει λιώσει στις διπλωσιές, ο ακροβάτης και το τεντωμένο σκοινί και από κάτω άδειο χώμα.
Τα πόδια, τα μαρμάρινα σκαλιά, η πόρτα που ανοίγει μόνο από έξω, απ'το παράθυρο το πιο μαύρο σκοτάδι, κι αυτό το σπίτι είναι γεμάτο άδειο χώμα.
Οι νύχτες οι καλοκαιρινές, τα ντροπαλά φεγγάρια, αστέρια και βροχή να παίζουν σαν νεράιδες από το ένα φύλλο στο άλλο, και να τρέμουν οι φυλλωσιές, να τρέμουν σαν από κρύο σταλμένο από αλλού.
Τα επίγεια πάθη θαμμένα και σωστά, και πάνω το άδειο χώμα.
Δε θυμάμαι την τελευταία φορά, σε πήρε ο καιρός.

---

Ο γέρος με τη μισή μούρη λιωμένη, κουφός και μισανάπηρος, κάθεται στο εορταστικό τραπέζι. Γύρω τιμάμε τον ανηψιό του που πρόλαβε τα εξήντα. Τι δουλειά έχω εγώ εδώ, ο καλός φίλος, ο έτσι, ο αλλιώς, ένας ξένος, ένας περαστικός, τι δουλειά έχουμε όλοι. Πίσω μου το παλιό ρολόι με το εκκρεμές που πηγαίνει μόνο πέρα χτυπάει ένα βήμα το δευτερόλεπτο, βήμα σίγουρο, το βήμα του θανάτου. Ο γέρος χαίρεται κάθε περίσταση που τον βρίσκει ακόμα εδώ. Ο ήλιος βουλιάζει στο υφάρμυρο ποτάμι ανάμεσα στους μαλακούς λόφους και τα πράσινα λιβάδια, ο διάβολος και ο θεός γελάνε και το γέλιο τους είναι σε αρμονικές, οι προσκυνητές πιστεύουν όχι από πίστη αλλά από παρηγοριά. Τα ελάφια τρέχουν να περάσουνε το δρόμο, το παλιό ρολόι χτυπάει ένα βήμα το δευτερόλεπτο, κι όλοι στεκόμαστε ακίνητοι, αγάλματα στο χρόνο, και ο θάνατος οπλίζει κυνηγός.

---

Στο καντράν του ρολογιού με το εκκρεμές είναι σκαλισμένη η ειλικρινής επιγραφή, κόντρα στις καλβινιστικές ευγένειες και το βέλο που κρύβει την άσχημη μούρη της στεναχώριας. Το ποτήρι έχει κρασί χάρη στους κλέφτες που κλέβουνε τ'αμπέλια και τρέχουνε με σταφύλια στις τσέπες που ματώνουν σ'όλη τη διαδρομή και βρέχουνε τους δρόμους και έτσι τώρα στους Άσπρους Κύκνους έχουμε το Ρίσλινγκ που δεν τελειώνει, έχουμε την αχόρταγη κοιλιά, έχουμε αράχνες που υφαίνουν σκοτάδια στις γωνίες, και στο κέντρο του τραπεζιού έχουμε λουλούδια που πεθαίνουν, όλα χάρη στους κλέφτες που κλέβουνε τ'αμπέλια, από εκεί ξεκινάει η ζεστασιά, αυτοί είναι η φωτιά στο τζάκι.

Παίζει ένας περίεργος συρτός, τα φαντάσματα χορεύουν στην ομίχλη, πίσω από το ύφασμα της πραγματικότητας κρύβεται κάτι μαγικό σαν όμορφο κορίτσι, μάτια φωτεινά προστασία απ'τη βασκανία, μάτια γυαλιστερά που βλέπουνε τα πάντα, ο συρτός τρέχει, ο χρόνος τρέχει. Σε πήρε ο καιρός, σε έπιασε απ'το χέρι και δεν πήρε είδηση κανείς. Μερικοί χοροί πηγαίνουν μόνο προς μια μπάντα και δεν έχουν γυρισμό.

---

Ξάστερη νύχτα, η τελευταία ζεστή νύχτα. Τον κύκλο κλείνει η λησμονιά, το πέρασμα του χρόνου. Όπως περνάει το αίμα απ'την καρδιά, απ'την αορτική στο γρήγορο ταξίδι πέρα και πίσω ξανά, από το καλοκαίρι στο χειμώνα, από το φως στη σκοτεινιά, από εδώ στο πουθενά. Μια ψιλή χορδή πίσω απ'τα σπαρτά στραβώνει το ειδύλλιο, κάτι αστράφτει σαν καθαρό γυαλί. Ανάμεσα στα δέντρα σέρνεται σεντόνια η ομίχλη εδώ κι εκεί, μια υγρασία που μοσχοβολά, μάτια επίβουλα καθρεφτίζουν τα φανάρια, μικρά καταραμένα πλάσματα που μαρτυρούν και μαρτυρούν. Στη σκιά που ρίχνουν οι αχυρόμπαλες τα πόδια βουλιάζουνε και η λάσπη φτάνει ως τη μέση. Το σκοινί έχει μπλεχτεί, στον κόμπο μέσα έχουν πιαστεί καύκαλα από λάππα. Ώσπου να λύσουμε το γόρδιο δεσμό θα μας έχει κόψει το δρεπάνι. Έτσι έρχεται για όλους το πρωί. Το δρεπάνι πέρα δώθε εκκρεμές και πέφτουν τα σπαρτά, το χέρι τα μαζεύει, η λάσπη τραβιέται και τραβιέται, ξάστερη νύχτα, η τελευταία ζεστή νύχτα, μικρό αηδόνι κελαηδά, η δροσιά πέφτει από την άκρη του κλαδιού και βρίσκει το γιακά, ο ένας κόκκος σέρνεται πάνω στον άλλο, η άμμος κατρακυλά. Tempus fugit και πίσω μένει άδειο χώμα.

Λαός περιούσιος, γαμήσι και μετεωρολογία από αβρααμικής θεολογικής απόψεως

Έχει ο καιρός γυρίσματα. Προχτές έπαιρναν μυρωδιά πως ήσουνα εβραίος και βγαίνανε στη φόρα τα ναζίδια και τραβούσαν μαλακία με φαντασιώσεις σαπωνοποιίας. Σήμερα, που είσαι ακόμα εβραίος, τα ναζίδια ξύνουν το χώμα με τις τραγίσιες τους οπλές, μετέωρα ανάμεσα στο μίσος για τους καφέ ανθρώπους και το μίσος τους για τους φραγκοφονιάδες με τις μύτες. Επειδή τίποτα δε μπορεί να αναχαιτίσει αυτήν την ορμητική τάση της ανθρωπότητας για πρόοδο, σήμερα, που είσαι ακόμα εβραίος, βγαίνουνε και άλλοι στη φόρα, που προχτές κλαίγανε στη μνήμη του ολοκαυτώματος και μαζεύονταν σε εκδηλώσεις για να δείξουν την ευαίσθητη καρδιά τους, και μπερδεμένοι σχετικά με το τι είναι εβραίος και τι Ισραηλινός, διαλέγουνε στρατόπεδο για να έχουν τη συνείδηση καθαρή.

Έχει ο καιρός γυρίσματα. Προχτές οι εβραίοι γίνονταν πιόνια των καλοντυμένων Ευρωπαίων, με πρώτους τους Εγγλέζους, και αγόραζαν αέρα κοπανιστό και βιβλικό ψωλοβρόντι. Κανένας λαός δεν εξαιρείται της ηλιθιότητας, που είναι καθολική και πανανθρώπινη, κάτι σαν άγιο πνεύμα δηλαδή. Ο πολιτισμένος κόσμος δεν ξέπλενε ποτέ καμία ενοχή. Επιτελεστικά εφάρμοζε στρατηγήματα, πλίνθο πλίνθο, βήμα βήμα, δεκαετία δεκαετία, από πολύ νωρίς, από τόσο νωρίς που δεν είχε ακόμα γεννηθεί η ενοχή, με τη φοβερή υπομονή που έχει το αρπαχτικό που έχει στήσει καρτέρι. Σήμερα οι εβραίοι, όπως συμβαίνει με τα πιόνια, διέσχισαν τη σκακιέρα και βγάλαν κέρατα, μπερδεμένοι κι αυτοί σχετικά με το τι είναι εβραίος και τι Ισραηλινός. Αυτός που γαμιέται δέκα φορές, τη μια που θα δει κωλομέρια ανοιχτά θα γαμήσει σα να εξαρτάται η επιβίωσή του απ'αυτό, και θ'αφήσει την κωλότρυπα όπως αφήνει το πρεζόνι τη χέστρα στο βενζινάδικο όταν κάνει στερητικά, είναι ζήτημα τιμής, επειδή τίποτα δε μπορεί να αναχαιτίσει αυτόν το φλογερό πόθο της ανθρωπότητας για αξιοπρέπεια.

Έχει ο καιρός γυρίσματα, αλλά αν κάτσεις αρκετά στο τραπέζι θα δεις πως ο αυτός καιρός παίζει τα ίδια και τα ίδια πέντε χαρτιά. Κι όμως, πολλοί εθισμένοι στο τζόγο, πηγαίνουν και στήνονται για ώρες κάθε βράδυ και χάνουν αμύθητα ποσά, χωρίς ποτέ να παίρνουν πρέφα πως πέφτουνε τα ίδια και τα ίδια πέντε γαμωχαρτάκια, τυφλωμένοι από την καύλα τους να παίξουν. Μια νύχτα θύελλας το παπόρι γίνεται κομμάτια και εκείνη η νύχτα είναι μοιραία, μοναδική, η τελευταία νύχτα. Όταν ξημερώνει το πρωί και ο ήλιος φωτίσει ξανά τον κόσμο, το βαρόμετρο έχει ακόμα τρεις ενδείξεις όλες κι όλες: κακοκαιρία, αστάθεια, καλοκαιρία. 

Το χυμένο αίμα είναι σαν το χυμένο γάλα. Μην κλαις καλή μου για το χυμένο γάλα. Κοίτα μπροστά, κοίτα και πίσω. Προς την αδηφαγία της ανθρωπότητας. Προς τη λύσσα για φράγκα, για μόστρα και φυσικά για κωλότρυπες. Κοίτα μπροστά, κοίτα και πίσω, για να ξέρεις τουλάχιστον ποιος θα σε γαμήσει. Ο άνθρωπος, το σπουδαίο έργο του Θεού, κατ'εικόνα και καθ'ομοίωσιν. Αιμοδιψής από την ώρα που φυτεύεσαι στη μήτρα της μάνας σου, ρουφάς αίμα από την αιμολίμνη, αλήθεια είναι, της πίνεις το αίμα, παράσιτο, λέρα, θαύμα, ευφημισμός.

Έχει ο καιρός γυρίσματα, αλλά το θέμα είναι ποια νύχτα θύελλας θα γίνει κομμάτια το παπόρι. Οι υπόλοιπες νύχτες που θα ακολουθήσουν δεν έχουν σημασία. Άγιοι σ'αυτό το είδος δεν υπάρχουν. Μετανιωμένοι; Το ίδιο θέατρο παίζουμε, στο ίδιο θέατρο είμαστε και θεατές. Ο Θεός θα μας γαμήσει όλους. Ο Θεός, το σπουδαίο έργο του ανθρώπου, κατ'εικόνα και καθ'ομοίωσιν. 

---

Περὶ τῆς πλημμελείας

את עינייך הטובות
ראיתי כבר
לאורה של איילת השחר
במדבר
ואני מתגעגע

י"ד


I have already seen your kind eyes
in the doe of dawn, in the desert
I have already seen your kind eyes
in the doe of dawn, in the desert

and I miss you, I miss you, I miss you


/


Hush before the turning tide
let the sand spin

across the mud and over the dunes
find my heart in every oyster

and pry it open with the dagger
from King Solomon's hand

black handle, the sun
in the blade.

Ανήσυχη φωτιά

To love another person is to see the face of God.
H Kretzmer

-Μετανιώνεις καμιά φορά που δεν έκανες μόκο;
-Όχι.
-Γιατί;
-Θυμάσαι την Ελίσα; 
-Ποιαν; 
-Την Ελίσα, τη γυναίκα που έσωσε τον αμφίβιο άντρα στην ταινία. 
-Χμμ… Α, ναι. Η μουγκή και ο βατραχάνθρωπος. 
-Την είχαν βρει μικρή στην όχθη ενός ποταμιού. Θυμάσαι;
-Όχι.
-Θυμάσαι τι έγινε στο τέλος; 
-Όχι. 
-Πήγανε να ζήσουν στο ποτάμι. Θυμάσαι; 
-Ναι, ναι. 

---

Πίσω από το βουνό, όταν βγήκαμε από το φαράγγι, φτάσαμε σε μια πλατιά έκταση που ήταν όλη καλυμμένη από κόκκινη άμμο, σαν τριμμένη σκουριά, λεπτή, ελαφριά, πάρα πολύ ζεστή.
-Να σε δούμε αν θα μπορέσεις να φτάσεις στην ακτή.
Τα τελευταία σπίτια ήταν χτισμένα στη μετάβαση, εκεί που η γη από μαύρη γινόταν κόκκινη, και το χώμα γινόταν άμμος, και η κόκκινη άμμος ήταν ανακατεμένη με το μαύρο χώμα σαν βιαστικές πινελιές, σαν τούφες.
Ξεγυμνώθηκα και προχώρησα ξυπόλητος πάνω στο έδαφος που έκαιγε, και όταν πια πατούσα μόνο κόκκινη άμμο, άρχισα να δοκιμάζομαι. Ο αέρας σήκωνε την άμμο και την πέταγε πάνω μου αμμοβολή και τότε διαπίστωσα πως δε μπορούσα να την ξεχωρίσω καλά από τον ίδιο μου, ήμουν άμμος και η άμμος ήταν εγώ, τα όρια τρεμούλιαζαν, εκπομπή με κακό σήμα σε παλιά τηλεόραση.

---

02.2017

Πήγαμε και είδαμε τον Τζων Γουηκ 2. Η αίθουσα ήταν φίσκα αρχιδόκαμπος. Όταν βγήκαμε έξω, είχε μείνει μια κοκκινωπή άλως στον ορίζοντα, κατά τα άλλα είχε νυχτώσει. Πήγαμε στο Γεωτρύπανο, ένα μπαρ που συχνάζουν οι γέροι με τα σκούτερ για ανάπηρους. Έξω ήταν παρκαρισμένη μια ορδή απ'αυτά, δεμένα σαν άλογα. Η άγρια δύση της γηραιάς ηπείρου, γριά, πώς αλλιώς.

Ο τύπος με τα αυτιά δορυφορικά πιάτα μονοπωλούσε το ενδιαφέρον των γυναικών. Ήταν πολύ τριχωτός για τα βορειοευρωπαϊκά δεδομένα και τα μαλλιά του υποχωρούσαν απ'τους κροτάφους. Είχε φουσκωτά βυζιά και πομπέ δελτοειδείς και φορούσε εκείνα τα ημιδιαφανή πουκάμισα που άφηνε στρατηγικά μισάνοιχτα. Έκανε μόστρα τις ρώγες του που ήταν πολύ μυτερές. Δε θυμάμαι πώς τον λέγανε και δεν ξέρω τι απέγινε, αλλά ήταν πρώτος στο χαριέντισμα.

Καθόμασταν σε ένα από τα μεγάλα σεπαρέ. Ήμουν δίπλα στην εξώπορτα. Είχα βάλει τη φέτα λεμονιού να καβαλήσει το χείλος του ποτηριού και κάθε τόσο έκανε μπρος πίσω για να πέσει σαν τον Αυγουλή το Φασουλή. Δίπλα μου καθόταν ένας ογκώδης ορθοπαιδικός με κάτασπρα δόντια, ο Κάσπερ, που σίγουρα χτυπούσε τρεν, και απέναντί μου ήταν ο Άλμπερτ. Τα πόδια μας ήταν λοξά πέρα από το τραπέζι για να χωράμε όλοι. Ο τύπος με τα δορυφορικά αυτιά είχε εκατέρωθεν από μια νεφρολόγα σε κάθε μεριά. Στους ώμους τους ξεκούραζε τα μυώδη χέρια του και αυτές γελούσαν.

Ο Κάσπερ, ο Άλμπερτ κι εγώ ήμασταν τότε μαζί στην ορθοπαιδική. Δεν ήταν καιρός που είχα μετακομίσει σ'εκείνο το σπίτι στο νησί με τα πολλά ποντίκια. Ο χειμώνας ήταν βαρύς. Το ποδήλατό μου πάγωνε και κάθε πρωί δεν είχα φρένα. Μικρά στραπάτσα. Έγραφα δέκα με δεκατέσσερεις εφημερίες το μήνα και ήμουν συνέχεια νυσταγμένος. Η ζωή ήταν μουντή ή έτσι μου φαινόταν. Είχα σκάψει ένα χαντάκι και είχα ξαπλώσει μέσα, και γύρω γύρω είχε μαζευτεί λασπόνερο, και ήμουν άνθρωπος-κοτρόνα. H αμυντική τάφρος μου'κοβε τη θέα και δε μπορούσα να το δω, αλλά ο Άλμπερτ προσπαθούσε να με σύρει έξω. Με προσκαλούσε σε τέτοιες ομαδικές συναδερφικές συναντήσεις δέκα φορές και πήγαινα μια, αλλά επέμενε να με προσκαλεί, ακόμα και όταν δεν τον αξίωνα με κάποια ηλίθια δικαιολογία: Θα πάμε για μπάρμπεκιου στο Βόουνσμποελ, τι λες; -Όχι. Δε νομίζω. -Πέμπτη στις τέσσερεις θα συναντηθούμε στη νότια είσοδο. -Μμ.

Προς υπογράμμιση της γοητείας μου, ψυχή της παρέας και τέτοια, είχα σχεδόν αποκοιμηθεί πάνω από τη σόδα μου, όταν ο Άλμπερτ με σκούντηξε με το πόδι. Αυτό είναι μια επαναλαμβανόμενη σκηνή που ο Θεός τη φυτεύει προφανώς για να μου διδάξει κάτι που ακόμα δεν έχω εμπεδώσει: είμαι σε λήθαργο, σε κάποιο ζοφερό κενό που μοιάζει με κώμα, ο Άλμπερτ με ξυπνάει, και όταν ανοίγω τα μάτια, το χαντάκι έχει ρηχύνει και αντικρίζω έναν μαλακό, ανοιξιάτικο ήλιο. Είμαι τυλιγμένος με το σκοτάδι των σπλάγχνων μου και ο Άλμπερτ με φέρνει απαλά πίσω στον κόσμο. Το γιατί το ξέρει μόνο αυτός και ο σκηνοθέτης.

-Φεύγουμε;
-Ναι.

Περπατήσαμε προς το αμάξι μου.
-Θες να συναντηθούμε αύριο;
-Όχι. Δε νομίζω.
-Μεθαύριο;
-Μπορεί.
-Καλά. Θα μιλήσουμε αύριο.

---

08.2017

Έπιασα βάρδια το μεσημέρι. Ήταν δύο Αυγούστου. Με είχανε προσφάτως προάγει σε υπεύθυνο της ανάνηψης. Η θέση ήταν νευραλγική και υποστελεχωμένη και υπήρχε βιασύνη με τις προαγωγές. Εκείνον τον Αύγουστο δούλεψα δεκατέσσερεις εφημερίες συν τέσσερα πουλιά (δωδεκάωρες). Δυο μέρες νωρίτερα είχα κρεμαστεί, προφανώς χωρίς επιτυχία. Στο τέλος της ενημέρωσης πήρα το υπηρεσιακό από τον απερχόμενο, τον Σ., έναν μονίμως συνοφρυωμένο τύπο που έβλεπε τον κόσμο μέσα από δυο σχισμές. -Πού ήσουν εχτές; Σε έψαχναν δυο ώρες. -Σπίτι. Ήμουν άρρωστος και ξεράθηκα στον ύπνο. -Ίσως έπρεπε να'μενες και σήμερα σπίτι. Φαίνεσαι σκατά. Ακούγεσαι σκατά. Θα τα καταφέρεις μέχρι αύριο; -Ναι μωρέ. -Πριν δυο χρόνια ένας χειρουργός από την Α' Χ. δεν παρουσιάστηκε στη βάρδιά του, και το πρωί τον βρήκανε πεθαμένο στο πάρκινγκ, στον τρίτο όροφο. Είχε σκύψει να δει κάτι στη μηχανή του αυτοκινήτου και κάποιο περιστρεφόμενο εξάρτημα του έπιασε τη γραβάτα και τον έπνιξε και μετά του μάσησε τη μούρη. Το πρωί το αμάξι ήταν ακόμα στο ρελαντί. Όταν δε φάνηκες εχτές και δε σήκωνες τηλέφωνα, ο Τ. προσπαθούσε να βρει κάποιον που ήξερε που έμενες για να περάσει να σιγουρέψει πως είσαι ζωντανός. Αλλά δεν ήξερε κανείς. Όταν ο Τ. είπε ότι ΟΚ, μιλήσατε, έφυγε ένα βάρος από πάνω μου. Που ήσουν εντάξει δηλαδή. Άσε δε, πού να καλυφτούν όλες οι εφημερίες τελευταία στιγμή; -Γάμησέ τα.

Το δίδαγμα ήταν πως το σύστημα λειτουργεί ακόμα και αφότου σε μασήσει. Ήμουν βαθειά θυμωμένος που δεν είχα κάνει καλύτερο πλάνο και υπέκυψα σε μια ηλίθια επιπολαιότητα. Αντί να είμαι μακαρίτης, φορούσα τη ρόμπα και τα μπλε και συνέχιζα να παίζω το γιατρό. Η δουλειά στη δουλοπαροικία δεν τελειώνει ποτέ. Η συμπόνια και η αυτολύπηση είναι πολυτέλειες, κι εγώ δεν είχα καμιά ανάγκη από πολυτέλειες. Ήμουν εργαλείο, ήμουν μηχανή. Η εφημερία είχε κίνηση. Ήρθαν και πέρασαν τρεις τέσσερεις κλήσεις πριν τελικά φτάσει κάτι χοντρό. Τα υπηρεσιακά χτύπησαν για πολυτραύμα. Σταθήκαμε στο διάδρομο έξω από τις αίθουσες της ανάνηψης περιμένοντας την άφιξη. Η ομάδα δεν ήταν και πρώτων προδιαγραφών. Ο Άλμπερτ ήταν επίσης προσφάτως προαχθείς, ο αναισθησιολόγος, ένας γέρος Γερμανός που μετρούσε μέρες για τη σύνταξη, ήταν πάνω και κοιμόταν από το μεσημέρι, η μέση γραμμή είχε ορκιστεί πριν λίγους μήνες, οι νοσοκόμες ήταν νευρικές, οι τραυματιοφορείς ζέσταιναν τα μπράτσα τους. -Όλα υπό έλεγχο; ρώτησα τον Άλμπερτ, πιο πολύ για να ηρεμήσω τον ίδιο μου. -Ποτέ δεν έχω τίποτα υπό έλεγχο, γέλασε. Εσύ; -Πάντα, όλα. Βλέπε να μαθαίνεις.

Proof of concept. Όταν φάνηκε το ασθενοφόρο πίσω απ'τη σουπερμαρκετόπορτα κατάλαβα από τις κινήσεις των διασωστών πως επίκειτο χορός. Πριν ξεφορτώσουν, μάζεψα την ομάδα μέσα για να κερδίσω χρόνο, έβαλα τη μέση γραμμή στο πρακτικό και στο ρολόι για να μη μπλέκεται στα πόδια μας, έδωσα στην καθαρή νοσοκόμα οδηγίες για να ετοιμάσει φάρμακα, τα υλικά της διασωλήνωσης δίπλα μου, οι διασώστες μπήκανε με ένα σφαχτάρι στο φορείο, μαζί τους η γιατρός της γύρας, παρότι έμπειρη χλωμιασμένη, δεκαεννιά, μοτοσουκλέτα, καρφί στο διάζωμα, Τον αναισθησιολόγο στο τηλέφωνο, ξεκίνησα διασωλήνωση, -Τι; -Κατέβα AS4 τώρα. -Σίγουρα δεν περιμένεις να κατέβω χωρίς- -Κατέβα ρε γιατί αλλιώς θ'ανέβω να σε γαμήσω. (σε μισά γερμανικά, Kom ned nu ellers mach' ich dich fucking fertig.) -Εντάξει, εντάξει. -Ορθοπαιδικός, αιμόσταση ό,τι βλέπεις. Η φλεβοκεντήτρια πού είναι; Τύπο, Ρέζους και έφυγες. Συνδέστε για καρδιοανάταξη. Πρώτη πίεση χωρίς ένδειξη, δεύτερη 38, σφύξεις 240, η μέση γραμμή ανακοίνωνε τα δεκάλεπτα, πρώτο δεκάλεπτο, το άμορφο σφαχτάρι είχε γίνει βιονικός νευρώνας με όλους τους δενδρίτες μπριζωμένους, είχανε πέσει μαντζούνια κρουνηδόν, δυο κόκκινες γραμμές και δυο πράσινες, οροί και πετραχήλια που λες κι εσύ, ο αναισθησιολόγος είχε εμφανιστεί με την ακολουθία του, με είχε απαλλάξει από τον πονοκέφαλο του αναπνευστήρα, δεύτερο δεκάλεπτο, είχανε γίνει τουρνικέ, είχε περαστεί αρτηριακή γραμμή, είχε έρθει το χαρτάκι των αερίων, είχαν καθαριστεί τα ανοιχτά τραύματα, είχε ετοιμαστεί το χειρουργείο, είχαν έρθει τα πρώτα αίματα, τρίτο δεκάλεπτο αξονική, γενικοί χειρουργοί κάτω, πίεση 78, σφύξεις 130, πατινάραμε πάνω σε μουσκεμένα πατσαβούρια, χαρτοβάμβακες που είχαν γίνει χυλός, καπάκια από θρη-γουέη και σύριγγες, διάφορες άλλες πλαστικές αηδίες, στο σαραντάλεπτο ο βιονικός νευρώνας με τους δενδρίτες του και όλους τους δορυφόρους του περνούσε την πόρτα της αίθουσας για να ανέβει χειρουργείο όταν το μόνιτορ έκραξε και ο αναισθησιολόγος σταμάτησε και τράβηξε την παρέλαση πάλι μέσα, ανακοπή, -Να μείνουν μόνο οι γηγενείς της αίθουσας. Κρατήστε το χειρουργείο, αυτό ειπώθηκε από υποχρέωση, δεν πίστευα πως είχε νόημα να κρατήσουν το χειρουργείο. Ξεκινήσαμε ανάνηψη, αδρεναλίνες, ζαπ, Κορνταρόν, ζαπ, ζαπ, και αδρεναλίνες και ζαπ, αλλά ο βιονικός νευρώνας μας ήταν ξανά σφαχτάρι, η μέση γραμμή είχε χάσει το μέτρημα, -Μέση γραμμή, χρόνος! Χρόνος! Με κάθε θωρακική συμπίεση ανεβοκατέβαινε σαν στήλη ύδατος το αίμα στις πληγές, ο βιονικός νευρώνας μας ήταν νεκρός, και ακουγόταν σαν τρύπιο τόπι που ένα παιδί ζουλούσε και ξεζουλούσε σε μια άδεια ξερή αυλή, -Was denkst du jetzt? μουρμούρισε ο αναισθησιολόγος δίπλα μου, και ήταν περισσότερο ενθάρρυνση παρά ερώτηση, γέρος γιατρός και νέος δικηγόρος λέει ο πατέρας σου, -Μέση γραμμή, χρόνος; -90 από την άφιξη, 50 από την ανακοπή. -Σταματάμε. Διαφωνεί κανείς; Στοπ. Κατόπιν η ησυχία της ήττας που πέφτει όπως έπεφτε η τηλεφωνική γραμμή με τις κακοκαιρίες στο νησί, αιφνίδια σιγή. Ώρα θανάτου... την ώρα δεν τη θυμάμαι πια. 

-Ποιος θα ενημερώσει τους γονείς;
ρώτησε η προϊσταμένη, λες και διάβασε τη σκέψη μου, με τα μάτια της να πηγαίνουν από μένα στον αναισθησιολόγο. -Είναι εδώ; -Στην αίθουσα αναμονής πίσω από τα χειρουργικά επείγοντα. -Θα τους ενημερώσω εγώ, από τους νεροχύτες στη γωνία ο Άλμπερτ, εθελοντής διαπραγματευτής και διπλωμάτης, από τότε ήδη αποφασισμένος να μου κάνει τη ζωή εύκολη βελονιά βελονιά. Τότε βέβαια η πρώτη αντίδρασή μου ήταν να θιχτώ. Γιατί προσφέρθηκε ο καριόλης; Επειδή με θεωρούσε ανίκανο. Αλλά δεν πήγα κόντρα, γιατί δίπλα στην αγανάκτηση ένιωσα και ανακούφιση. Τη δουλειά την ήξερα, την είχα κάνει σε διάφορες χώρες πριν από αυτήν, αλλά υπήρχε το γλωσσικό πρόβλημα, που κράτησε άλλους δυο τρεις μήνες ακόμα. Δεν είχα προλάβει να ξεχωρίσω στο νου μου τις γλώσσες που μπλέκονταν λόγω της ομοιότητας της διαλέκτου του νησιού που ήταν κάπου ανάμεσα στη μία και στην άλλη, ιδίως όταν θύμωνα ή στρεσσαριζόμουν, και αυτό σε κάνει να φαίνεσαι αναξιόπιστος. Το να φαίνεσαι αναξιόπιστος είναι χειρότερο για έναν γιατρό από το να είσαι αναξιόπιστος. Απ'όλα τα δύσκολα του περιστατικού, το πιο δύσκολο εκείνη την εποχή για μένα ήταν σαφώς εκείνη η κουβέντα. Ήξερα πως θα πνιγόμουν στα γερμανικά, και οι γονείς θα μ'έβλεπαν καχύποπτοι μες στην εμβροντησία τους, και ο κίνδυνος για δικηγοριλίκια θα μεγάλωνε και θα πρηζόταν σαν ενθουσιασμένη πούτσα.

Στο διάδρομο έξω από το μπουρδέλο η μέση γραμμή έκλαψε και την έκανα πατ-πατ στην πλάτη και της είπα Κλάψε εδώ και μόλις μπεις στην πτέρυγα προχώρα, έχει ζωντανούς που περιμένουν. Με κοίταξε προσβεβλημένη σαν να είχα βρίσει τα θεία, αλλά όταν την είδα μετά στην πτέρυγα τίποτα δεν ομολογούσε το ζόρι που είχε τραβήξει. Μέσα οι τραυματιοφορείς μαζί με τις νοσοκόμες και την κυρία της καθαριότητας συγύριζαν. 

---

Τότε μας στέλνανε στα αποδυτήρια ενός από τα παλιά κτίρια, στον τελευταίο όροφο, που ήταν ύστερη προσθήκη. Η σκάλα ήταν απότομη σχεδόν για να τη σκαρφαλώνεις και με κάθε βήμα ξεκολλούσαν σοβάδες και κομμάτια από τούβλα στα πλαϊνά. Τα αποδυτήρια εκείνα μύριζαν σαν γυμναστήριο και φαρμακείο μαζί και ήταν στριμόκωλα, ένα μπάνιο για εξήντα φοριαμούς. Καταργήθηκαν μετά την ανακαίνιση το '22. Η πρωινή βάρδια είχε ήδη πιάσει και η βραδυνή είχε επί το πλείστον ήδη φύγει. Πέταξα τα μπλε στην πάνινη σακούλα των πλυσταριών, έκανα γερή σαπουνάδα, το σιφώνι βραδυπορούσε και τα σαπουνόνερα λίμναζαν απειλητικά. Όταν βγήκα από το μπάνιο, στον πάγκο ανάμεσα στις σειρές των φοριαμών καθόταν ο Άλμπερτ. Κοιτούσε το κινητό του, το ένα πόδι φορούσε ακόμα το σαμπώ και το άλλο είχε μισοβαλμένη πολιτική κάλτσα.
-Θες να συναντηθούμε αύριο;
-Τι έχεις κατά νου;
-Μπύρα και βελάκια;
-Εντάξει.
-Τι έγινε με το λαιμό σου;
Έπιασα τη γενειάδα για να σιγουρέψω πως ήταν όσο μακρυά την είχα αφήσει. Είχα επιβεβαιώσει πριν φύγω από το σπίτι την προηγούμενη πως δε φαίνονταν τα ίχνη της προχτεσινής μαλακίας.
-Τίποτα.
-Τίποτα. Σηκώθηκε επιθετικά, με τράβηξε απ'τη γενειάδα προς τα πάνω, σα να τραβούσε σκυλί απ'το κολάρο, και μετά με άφησε το ίδιο απότομα. Τίποτα, τίποτα, τίποτα. 
Ήθελα να ζητήσω βοήθεια αλλά έκρυψα τη μούρη μου στην πετσέτα και μου πέρασε γρήγορα. Υπό έλεγχο, πάντα, όλα, μηχανή.
-Η κάλτσα σου είναι κάτω απ'τον πάγκο.
-Σωστά.

Ντυθήκαμε, με ρώτησε πού ήμουν παρκαρισμένος, περπατήσαμε μαζί μέχρι το πάρκινγκ, το ίδιο στο οποίο είχαν βρει τον χειρουργό πεθαμένο κάτω από το καπώ.
-Ευχαριστώ που ανέλαβες τους συγγενείς εχτές.
-Την επόμενη φορά δώσε εντολή, είναι η δουλειά σου. 
-Σωστά.

Σταμάτησε δίπλα στο αυτοκίνητό του, με κοίταξε παρατεταμένα τόσο που χαζογέλασα αμήχανα, ήταν ζύγισμα ή μαντεψιά αλλά δεν το σκέφτηκα τότε, Φίλε μου, είπε, και με πήρε αγκαλιά. Στάθηκα με τα χέρια σε σφιχτές γροθιές και τα άνω άκρα κολλημένα στο σώμα μου, σαν μολυβένιο στρατιωτάκι, σαν τηλεγραφόξυλο, σε ολόσωμη τετανία. Όλα ήταν επιθέσεις, όλοι ήταν εχθροί μηδενός εξαιρουμένου, από το πρωινό χαλαζάκι ως τον Άλμπερτ, εχθροί όλοι. Όλα ήταν τόσο δύσκολα τότε, αλλά αυτός με αγκάλιασε υπομονετικά, ζεστά και σφιχτά και για ώρα, μέχρι που μαλάκωσα και έχωσα τη μούρη μου εκεί που ενώνεται ο ώμος με το λαιμό του, σωτήρια ζέστη, ιαματική.

---

02(?).2018

(Αυτό το μέρος δυσκολεύτηκα να το θυμηθώ με τις λεπτομέρειές του. Επέστρεψε κομμάτι κομμάτι, πρώτα ασύνδετα και όχι στη σωστή σειρά, επειδή το βασικό έλλειμμα ήταν η ταινία.)

Ο σινεμάς έπαιζε εκείνη την ταινία με τη μουγκή γυναίκα που ερωτεύεται το βατραχάνθρωπο από τα ποτάμια της Λατινικής Αμερικής. Όταν βγήκαμε έξω ήταν θεοσκότεινα και φυσούσε δαιμονισμένα. Έπρεπε να βάζεις κόντρα για να περπατήσεις. Κατευθυνόμασταν προς το Γεωτρύπανο όπου μας περίμεναν οι νεφρολόγες. Εκείνες είχαν δει την ταινία μια βδομάδα νωρίτερα. Φτάσαμε στην κυκλική διαδρομή, έκανα να στρίψω με τους άλλους στο δρόμο του Γεωτρύπανου, αλλά ο Άλμπερτ με τράβηξε πίσω. -Εμείς θα πάμε μια βόλτα και θα έρθουμε σε λίγο, ε; Ο τύπος με τα αυτιά δορυφορικά πιάτα απόρησε αλλά δεν επέμεινε. Κι εγώ απόρησα αλλά κράτησα το στόμα μου κλειστό. Οι άλλοι συνέχισαν προς το μπαρ, εμείς πήραμε το δρόμο προς το λιμάνι. 

Μετά το βενζινάδικο είναι ένα παρτέρι όπου οι πότες πετάνε τα γυάλινα φλασκιά αφότου ρουφήξουν το φτηνό χωνευτικό. Το παρτέρι και γύρωθεν είναι γεμάτο θρύψαλα και όταν περνάει κάποιος από εκεί τα βήματα είναι τραγανά. Χρονοτρίβησα για να πατήσω τα πιο μεγάλα θρύψαλα που θα έκαναν τα πιο δυνατά κρατς και φανταζόμουν πως ήμουν ο Κινγκ Κονγκ. Ο Άλμπερτ ήταν χαμογελαστός. Οι σημαίες στο βενζινάδικο χτυπούσαν με τα σκοινιά τους στα κοντάρια. -Είμαι η Ελίσα, είπε. -Καμιά περούκα στον κόσμο δε θα σε έκανε Ελίσα. Έψαχνα τα πιο θορυβώδη θρύψαλα και δεν τον πρόσεχα πολύ. -Είμαι η Ελίσα. Κατάλαβες; Κρατς. -Μπορεί και να κατάλαβα. Κρατς, κρατς. -Τι κατάλαβες; -Πως είμαι ο βατραχάνθρωπος. Γέλασε πολύ ψυχαγωγημένος και κάπως σαστισμένος επειδή είχα δίκιο, εκεί το πήγαινε. Το μυστικό μας είναι πως μαντεύουμε ο ένας τον άλλον σωστά σαν από λάθος. -Φίλε μου, είπε. Ήταν η κωδική φράση, όπως ο σαντέκ όταν προπονεί τα άλογα με το σειραγωγέα και λέει Kreis! και το άλογο ξέρει πως είναι να κάνει κύκλο, έτσι ήξερα κι εγώ πως όταν έλεγε Φίλε μου, ήταν η εντολή μου να συνεργαστώ για να μ'αγκαλιάσει. Είχαμε εξασκηθεί και δε μας δυσκόλευε καθόλου. Με αγκάλιαζε πάντα σαν να είχε κάτι τρομερό να μου πει για το οποίο δεν υπήρχε άλλος τρόπος να ειπωθεί παρά με την αγκαλιά ενός απελπισμένου, και εγώ έβαζα τη μούρη μου εκεί που ενώνεται ο ώμος με το λαιμό του. Συνήθως ήταν αγκαλιά χαιρετισμού ή αποχαιρετισμού, αλλά ενίοτε συνέβαινε και χωρίς συμφραζόμενα, όπως τότε δίπλα στο παρτέρι.

Έβαλε το χέρι του μέσα από το σκουφί μου και μου έτριψε το κεφάλι, και το σκουφί ανέβηκε και κάθησε σαν φέσι πριν πέσει δίπλα στο ντουβαράκι του παρτεριού. Ο αέρας έστελνε τα μαλλιά μου παντού, στη μούρη του και στη μούρη μου και στα άλλα κοντινά μέρη. Τον δάγκωσα στο λαιμό, όχι στα σοβαρά, γύρισε και με φίλησε στο μάγουλο και μετά στο στόμα, εντελώς στα σοβαρά. Έκανα να μαζέψω το σκουφί μου και με χτύπησε στα πλευρά. Ακολούθησε μια πάλη, που σίγουρα θα φαινόταν αστεία αν κάποιος μας έβλεπε από μια μεριά, ίσως και να μας έβλεπε, δεν ξέρω, καθώς παλεύαμε σαν τρόφιμοι σε ίδρυμα ηλιθίων, κάτι από παιχνίδι και κάτι από αιμοδιψία, με λαβές και αρπαγές και γροθιές και μαλακές γονατιές και μερικές πιο σκληρές, αλλά στ'αλήθεια παλεύαμε με το μοραλισμό. Ο μοραλισμός, τι αισχρή καριόλα. Δεν είχε καμιά ελπίδα, αλλά άργησε να παραδώσει τα όπλα. 

---

Η ακτή ήταν κατηφορική και σύντομα δε φαίνονταν τα τελευταία σπίτια, δε φαίνονταν αυτοί που με είχαν στείλει να φτάσω στην ακτή, δε φαινόταν καν το βουνό, παρά μόνο ένας ουρανός πηχτός σαν στόκος και εκείνη η κατηφόρα που έκαιγε. Βήμα βήμα γινόμουν άμμος, η διάλυση ξεκίνησε από τα πέμπτα ποδοδάχτυλα που είδα με φρίκη να εξαφανίζονται μέσα στην άμμο, και από εκεί και πέρα ήταν μια διαδικασία την οποία δε μπορούσα παρά να υπομείνω, ένας σταδιακός θάνατος. Περπατούσα στις κουτσουρεμένες φτέρνες, στις κουτσουρεμένες κνήμες, στα γόνατα, στα μεσομήρια, στην πύελο, φτυάριζα με τα χέρια, με τους αγκώνες, ώσπου ακινητοποιήθηκα, μισοθαμμένος στην άμμο, άθλια προτομή, αρχαίο άγαλμα σε έναν κρανίου τόπο. Πίσω από τη βοή του αέρα και το σφύριγμα της άμμου, κι ενώ τα αυτιά μου σκορπούσαν κόκκο κόκκο, ακουγόταν το πέρα δώθε του νερού που έσβηνε μαζί με την ακοή μου. Ήμουν κοντά.

Νύχτωσε με εκατομμύρια αστέρια. Ο αέρας στροβίλιζε την άμμο απ'τους ακουστικούς πόρους στους κόγχους, ρινικούς και οφθαλμικούς. Ό,τι είχε απομείνει από το σαρκίο μου είχε μετατραπεί σε σύνθετο πέτρωμα, πυρίμαχο και ομαλό. Εγώ ο ίδιος, στοιχειό, ανέβαινα ψηλά σαν καπνός από ανήσυχη φωτιά. Φάνηκαν τα τελευταία σπίτια, φάνηκαν αυτοί που με είχαν στείλει να φτάσω στην ακτή, φάνηκε το βουνό με το φαράγγι, φάνηκε η πίσω μεριά του βουνού και η κοιλάδα, αλλά η κόκκινη άμμος συνεχιζόταν μέχρι τον ορίζοντα, και ανέβαινα και ανέβαινα, και ο ορίζοντας καμπύλωνε και καμπύλωνε, και η άμμος απλωνόταν και απλωνόταν. Δε θα έφτανα ποτέ. Δεν υπήρχε ακτή.

---

08.2025

Μια πνοή που κουβαλάει υγρασία από μαγεμένο δάσος με βρίσκει στο πρόσωπο. Μια παλάμη με ιδρώνει στα χειρουργημένα χωρίς να με πιέζει. Είναι νύχτα. Κάτω στο δρόμο βρίζονται οι σουρωμένοι Γροιλανδοί. Βρέχει με νοτιά και η σκιά της ξερακιανής λουΐζας στο μπαλκόνι είναι γαϊτανάκι και γύρω γύρω χαίρονται οι βροχοστάλες. Ο Άλμπερτ είναι ξαπλωμένος δίπλα μου, στηριγμένος στον αγκώνα του, ξυπνητός. Ο Άλμπερτ, που με φέρνει μαλακά πίσω στον κόσμο, ξανά και ξανά. Καθαρίζω το λαιμό μου, σίγουρος πως θα είναι γεμάτος άμμο, αλλά είναι απλά ο λαιμός μου.

-Hvad var det, du så?
-Det' lige meget. 
-Hvorfor bli'r det nat, mor, og kold og bitter vind? Τραγουδάει ψιθυριστά, με τη λίγη αστειευτική απορία στο τέλος που γνωρίζω πολύ καλά. Ξέρω και το τραγουδάκι. Το έχει τραγουδήσει ολόκληρο άλλες νύχτες για τις οποίες ίσως γράψω κάποτε κάποιο άλλο κατεβατό.

Το μόνιμο φως του κλιμακοστασίου των απέναντι φωτίζει το μικρό δωμάτιο. Η μπαλκονόπορτα είναι ίσα σκασμένη ανοιχτή. Το μικρό δωμάτιο είναι το πιο ασφαλές μέρος στον κόσμο. Εκεί που πυκνώνουνε τα μαύρα πεύκα και χάνομαι παιδί, ο Άλμπερτ διώχνει τους λεσάβες. Όταν ήμουν πολύ άρρωστος ανάμεσα σε δυο νοσηλείες, περνούσα τις μέρες μου στο μικρό δωμάτιο, μικρή κρυψώνα έξω απ'τον κόσμο, θα μπορούσε να αιωρείται στο διάστημα. Ο Άλμπερτ είναι το όραμα που είδα πριν με σβήσει το προποφόλ, είναι το νερό που ακούει η άθλια προτομή στον εφιάλτη και πεθαίνει παρηγορημένη. 

Εκείνη η βουτιά την άνοιξη του '22 ήταν αυτοκτονία. Πόσο βαθιά έφτασε με εκείνη τη βουτιά και ποιος ξέρει τι είδε εκεί κάτω; Το πάθος είναι τελεολογικό. Τα συμπαρομαρτούντα της λογικής κρύβονται άλλοτε σε άλλη τσέπη, ἕκαστος ἐφ' ᾧ ἐτάχθη. Εκείνη η βουτιά την άνοιξη του '22 ήταν η ανακάλυψη της ευτυχίας. Το κέρμα που περιστρέφεται στον αέρα, dem einen ist's Speise, dem andern Gift, το ψωμί του ενός, το φαρμάκι του άλλου. Γιατί; Γιατί. Ποιος ήταν τότε, ποιος έγινε μετά. Ευλογημένος γάμος, σεβαστή οικογενειακή ζωή, επισκέψεις φιλικών ζευγαριών ταιριαστής κοινωνικής και μορφωτικής τάξης, γλέντια του Είντ, νύφες και πεθερικά που αρέσκονταν να εξιστορούνται πώς δε δέχονταν και δεν πρόσφεραν ποτέ δώρα επειδή το ισλάμ λέει πως τα δώρα είναι περιττά και αυτό τους έκανε κάπως ανώτερους από τους λιγδοδυτικούς, τραπεζώματα, χοροί, Κυριακές βγαλμένες από νοσταλγική ταινία, μονοκατοικία σε γειτονιά με δεντροστοιχίες και καλά σχολεία για τα παιδιά που θα έφερνε ο πελαργός που δεν ήρθε ποτέ, γιατί τους πρόλαβε η αρρώστια, όπως κάποιοι χωρικοί θα μιλούσαν για καρκίνο, έτσι μίλησε η όμορφη Τουρκάλα για...

Τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη, μισό στρέμμα χερσοτόπι. Μια ύπαρξη μονοθεματική, μια κατάσταση σύντηξης. Το μικρό δωμάτιο στη σάπια εργατική πολυκατοικία στην κωλότρυπα της Δανίας, το πιο ασφαλές μέρος στον κόσμο, μια παρήγορη αυταπάτη. Οι Γροιλανδοί λύνουν τις διαφορές τους στο δρόμο και οι φωνές τους αντηχούν σαν σε αρχαίο θέατρο, οι μηχανόβιοι μαφιόζοι περνάνε και τρίζουνε οι κώλοι τους μες στα πέτσινα. Το άσπρο περιστέρι με την καφέ βούλα στο στήθος γουργουρίζει. Το τζάμι υγραίνεται από αρμυρή νωτάδα και πάνω του κολλάει η αιθάλη απ'το λιμάνι και θέλει καθάρισμα με δυο κουβάδες και δυο πατσαβούρια. Η ξερακιανή λουΐζα βγάζει κάτι φυλλαράκια σαν τρίχες. Ο σπάνιος πρωινός ήλιος κάνει τον κόσμο κρόκο. Κάποιος άλλος θα είχε κλείσει την υπόθεση και ο Άλμπερτ θα ζούσε όπως ήταν γραφτό να ζήσει. Αλλά δεν ήταν κάποιος άλλος, ήμουν εγώ. Επί πτωμάτων για τη θεραπεία της μοναξιάς. Αν ήξερε η όμορφη Τουρκάλα θα μοίραζε οίκτο και αποδοκιμασία. Τα ρούχα του είναι ανακατεμένα με τα ρούχα μου στη ντουλάπα στο μεγάλο δωμάτιο επειδή το μικρό δεν έχει χώρο. Το κορίτσι ψειρίζει τις αφίδες απ'τα φυλλαράκια της λουΐζας, η νεράιδα του παραμυθιού, μετάξι μες στις στάχτες. Εκκεντρική ρουτίνα σε κλειστό κύκλο. Γιατί; Γιατί. Οι ξεπέτες και ο μηδέν μπελάς ήταν φτηνοί, ήταν για άλλους πιο λίγους απ'αυτόν. Αυτός πλήρωσε ακριβά για ένα κονσερβοκούτι με λόξες χαζές, τις οποίες τις έβαλε κάτω απ'το μαξιλάρι του από πίκα, να τις ανέχεται και να τις συγχωρεί. Εξαρτημένος από μένα και εγώ εξαρτημένος απ'αυτόν, η χείριστη ράτσα της εξάρτησης, θνητός από θνητό θνητό, μηδέν από μηδέν μηδέν, και αναρωτιέμαι γιατί δε μετανιώνει, με θορυβεί που δε μετανιώνει, περιμένω ακόμα το πρωί που θα γυρίσω στο χαντάκι και δε θα μπορώ να σηκωθώ, αν μάθεις στο καμτσίκι... Η αφορμή γι'αυτήν την ενδοσκόπηση, πίσω στην αρχή και πίσω στο τέλος:
-Μετανιώνεις καμιά φορά που δεν έκανες μόκο;
-Όχι.
-Γιατί;
-Θυμάσαι την Ελίσα; 
-Ποιαν; 
-Την Ελίσα, τη γυναίκα που έσωσε τον αμφίβιο άντρα στην ταινία. 
-Χμμ… Α, ναι. Η μουγκή και ο βατραχάνθρωπος. 
-Την είχαν βρει μικρή στην όχθη ενός ποταμιού. Θυμάσαι;
-Όχι.
-Θυμάσαι τι έγινε στο τέλος; 
-Όχι. 
-Πήγανε να ζήσουν στο ποτάμι. Θυμάσαι; 
-Ναι, ναι. 

Ο Άλμπερτ, με τα γελαστά μάτια, με το στρογγυλό κεφάλι και τα βελούδινα γένεια, με τα μεγάλα φεγγάρια στα νύχια, ο Άλμπερτ, ο πιο τρυφερός άντρας στον κόσμο, ο Τζουανότ Μαρτορέλλ μου. Ένας κοσμικός αναχωρητής, ένας ερημίτης σφήνα, κλοπιμαίο του ληστή, το ξίφος της Αστραίας. Kære min, elskede min.

Βρέχει με νοτιά, η ακτή είναι διακόσια μέτρα πέρα, ο Θεός έχει φανεί, τον έχω δει.


"Countess," said the king, "by your grace and virtue, be so kind
as to give me a little sulfur, the kind which causes heat and
does not burn itself up, the kind that the count, your husband,
put into the torches so that no matter how much the wind blew
they would not go out."

The countess answered: "Who told your grace that my husband,
William of Warwick, could make torches like that with that kind
of flame?"

"Countess," said the king, "this hermit standing here."
Joanot Martorell

Tis in your will, to save or kill

"Lad mig elsk' dig"
med disse ord
blev uhyret løsladt

"Efter ham og giv
aldrig
aldrig aldrig slip"

det fæle uhyre
var så efter mig dag og nat
slag i slag kyst til kyst
jeg løb jeg løb jeg løb

"Lad mig elsk' dig"
"Vis mig hvordan!"

min hånd fik du fat i
"Bliv." Stille stod jeg til sidst

kort efter var
hugtænderne farvet med blod
vort blod

og jeg forstod, åh hvor
godt jeg forstod.


Alberts fødseldsdagsgave 02.2024

The right note, hidden as a wrong note

The composer says he took a minimalist approach and wanted to include noises of “humanity” that many sound engineers try to edit out. In many of the game’s songs, for example, you can hear the soft brushing of his fingers across nylon strings as he changes chords.

The composer describes this as trying to capture “primitiveness”. “It really adds up,” he explains. “It creates a tension and texture that make [music] more human, and I’m looking for that, you know? The right note, hidden as a wrong note.”
A Brown on G A Santaolalla, NME


/

Through the windows my father's ghost appeared, sitting in the closed yard, smoking. There is a barn door leading to the yard and to the two entrances of the house, and it's never locked. We walked from the sunny street into the shade. Every year the swallows return to find their nest. They make little ones and they chirp and shit a lot through summer. My father places newspapers under the nest and tries to leave them in peace. The corner gets covered in cobwebs and dirt fast. When you let things be in the countryside, nature makes haste to reclaim.

“Aatj, wi san her.” 
“As det din frinj? Hi as ja en lütt dring.”
“Jo.”

My father greeted the Frenchman with a smile and a nod. The Frenchman posed like a toy soldier and saluted, which was received with a chuckle.
“Nö, hi as en Spaßvogel, eh?”
“What did he say?”
“He said you are a funny one.”

[...]

Few people I know have been here. It's so out of the way, and I've moved around so much, it was never practical. It wasn't practical for the Frenchman either, but he had been talking about it since winter. He had made up his mind to spend this summer on the island. It was of the essence. I don't like bringing people here. I was inclined to find some excuse in order to avoid the visit. But he insisted tirelessly, [...] until it stopped looking like a threat and started looking like a favor.

---

“Has this ever happened to you, that your hearing just disappears for a few moments? That you can't hear a thing?”
“When I'm about to faint.”
“I'm waiting for the sound to come on again but it's not.”
“Well, it is quiet.
“That's not what I mean.
“Then I don't know what you mean.”
“A premonition.
“Nothing can find you here.

[...]

“Is he there to remind you not to play with a heavy hand?”
“It hasn't worked now, has it? He always sleeps. I've never seen him awake. I think he's deaf.”
“Look at him. He's happy. He's comfortable. He's enjoying it.”

He picked up my guitar from the stand.
“A left handed one, for God's sake. This is going to take a while.
“I have nowhere else to be.
“Let's assume the strings won't snap.
“They're not too stale.
He took his time tuning it to the piano. He brought it to a modal tuning, DGDGAD or DADGAD or something of the sort. The piano itself is way overdue for the tuner. So the two instruments were right between them, but wrong in the world. He fumbled around, strummed here and there, looking for whatever it was he had in mind. I always pictured the guitar like a keyboard laid out scrambled. It was the only way I could make it make sense. He paused many times, tried one odd thing after another. On second thought, he looked more like he was trying to remember. His face lit up after the progression repeated consistently a few times.

“B♭maj to... what the hell is that? Oh, I know what you're doing.
“Play,” he said.
He made room on the bench.
“Stay on Am.
I put my hands on the keys and hung onto Am. He kept traversing from chord to chord, skipping thirds, before returning to the Am. My mind was busy figuring out the chords, working like a hand grain mill: B♭maj, B♭ add ♭5 no 3rd, now this was a creative one, it took me a while, Gm, Gm7 no 3rd, middle step - booze in milk, B♭maj again? No, B♭maj in the first inversion, Dm, Am. 
“Hey! Don't follow. Stay on Am.
This time I focused and stayed on Am for real. From a tear in reality, emerged things belonging to a strange memory. There was the hiss of his soft finger pulps sliding on the wire strings, the occasional clicking of my ring against the keys, the creaky bench, the old floor. And then the sun appeared between the shaking leaves outside the window, and the sounds morphed into a vision, and
he spoke through me, he spoke through the instruments, he spoke through everything, like God;
I hung onto the Am in trepidation, a mortal.

---

[...]

“You never wanted to leave this place.”
“No.”
“Why leave at all then?”
“I had to go study. Make a living.”
“Do you think about coming back?”
“Every day.”
“Don't. You will turn into a savage.”
“Right. The city's civilizing effects.”
“The city keeps the mind open, if you have the aptitude for it.”
“Do you want to hear about the heron?”
“Tell me.”
“The heron nests close to other herons. They make villages that are called heronries. A heronry is most often near a body of water. It might be on a tree, or in a bunch of bushes or by a pond. No matter where, they are always populous. No heron nests in the middle of nowhere alone. When the heron is looking to nest, he wants to be surrounded by others of his kind.”

/


¡Y tenía corazón!

-Ορίστε, το έκανε πάλι!
-Έκανα τι;
-Ζητάω βοήθεια, έρχεσαι στο θάλαμο, παίρνεις τον οδηγό και βρίσκεις αμέσως το σημείο. Το κάνεις να φαίνεται τόσο εύκολο.
-Ο χρόνος το κάνει εύκολο.

Η μικρή γυναίκα με τη φράντζα ακριβείας μου σκάει ένα χαμόγελο. Έχω τα μάτια στραμμένα στην ετοιμασμένη πλάτη του αρρώστου και τον οδηγό με τη βελόνα, αλλά βλέπω το χαμόγελό της με την περιφερική μου όραση. Τα χέρια της αιωρούνται ακριβώς κάτω από τα δικά μου, μια τρίχα από το αποστειρωμένο πεδίο.

-Κάνε μου μια χάρη.
-Ναι;
-Πάρε τα χέρια σου απ'το πεδίο.
-Φυσικά.

Η μικρή λευκή γυναίκα έχει όνομα μεγάλης μαύρης γυναίκας. Γεννήθηκε στη Ζιμπάμπουε την εποχή που η "πρώιμη βροχή ξεπλένει τα άγανα πριν τις ανοιξιάτικες καταιγίδες" δηλαδή την εποχή της αιματοχυσίας. Αργά το απόγεμα στο τέλος μιας κουραστικής εργάσιμης τη ρώτησα στον άδειο διάδρομο Ποια είναι η ιστορία με το όνομά σου; -Α, ναι, αυτό... όλοι με ρωτάνε γι'αυτό. -Θα επιβιώσω και χωρίς την ιστορία. Και μετά, σαν να μην ήταν εντελώς σίγουρη πως θα επιβίωνα χωρίς την ιστορία, μου έκανε τη χάρη. Ή ίσως εγώ της έκανα τη χάρη, που έγινα πρόθυμος ακροατής. Οι γονείς ήτανε ευκατάστατοι πατατο-Δανοί που είχαν μεγαλώσει στο Ρινγκιόμπινγκ, δεν τους έλειπε τίποτα, είχαν καλή ζωή, όχι κάτι εξαιρετικό, αλλά ποτέ βασανιστικό. Εκεί ήγκειτο και το πρόβλημα, όλα ήταν επίπεδα, σαν τα βαλτοτόπια γύρω απ'το Ρινγκιόμπινγκ. Η λύση ήταν να πάνε στη Ζιμπάμπουε για έναν ανώτερο σκοπό, για παράδειγμα να μάθουν στα αραπάκια να διαβάζουν. Η μάνα της μικρής γυναίκας γκαστρώθηκε εκτός γάμου, σύμφωνα με τη χαλαρή Δανέζικη ηθική, αλλά η Ζιμπάμπουε ήταν άλλος κόσμος. Το παιδί μιας άγαμης μάνας δε μπορούσε να υπάρχει: δεν δικαιούτανε χαρτιά. Ένας γραφειοκρατικός εφιάλτης που έπρεπε να αποφευχθεί. Ο μαύρος παπάς ο ομόθρησκός τους, τους πάντρεψε εμπρός σε ένα αβοκαντόδεντρο. Και η μικρή λευκή γυναίκα -τότε μικρό λευκό παιδί- γεννήθηκε κάπου στη μέση του πουθενά, σε μια καλύβα με αχυροσκεπή, πάνω στα βουνά, ώρες λασπόδρομο από το ανατολικό σύνορο, πήγε στο σχολείο μαζί με τα μικρά μαύρα παιδιά, έμαθε να γράφει, να προσεύχεται, να αρρωσταίνει. Η οικογένεια επαναπατρίστηκε οχτώ χρόνια μετά, επειδή οι γονείς είχαν παίξει αρκετά τους ιδεολόγους και το κάλεσμα είχε αλλάξει: αφορούσε πια στο κονσερβαρισμένο Δανέζικο σενάριο με μονοκατοικία στα προάστια, τρία-τέσσερα παιδιά, κονφιρμασιόν στην εκκλησία και καλοκαίρι στο σόμμερχους. Όταν έγινε δεκαοχτώ, η μικρή γυναίκα έπρεπε να διαλέξει αν ήθελε να είναι υπήκοος Δανίας ή Ζιμπάμπουε, η τελευταία χώρα απαιτεί αποκλειστικότητα, μία ήταν η λογική επιλογή. Το μόνο που έμεινε να ομολογεί το ασυνήθιστο παρελθόν της ήταν αυτό το περίεργο όνομα που σήμαινε κάτι ευγενές. Η μικρή γυναίκα μου είπε την ιστορία γιατί είχε αποφασίσει πως άξιζα τον κόπο. Δεν είχε σημασία αν τον άξιζα όντως ή όχι, αυτές οι αποφάσεις είναι αυθαίρετες τελεσιδικίες. Στάθηκα εκεί πειθαρχημένος στο διάδρομο και την άκουσα με προσοχή, σαν καλός μαθητής, αλλά εντός μου σκεφτόμουν γαμημένοι αποικιοκράτες.

Τα μάγουλα της γυναίκας με το όνομα το κλεμμένο από τους Σόνα κοκκινίζουν ένα βαθύ κόκκινο κλεμμένο από τα τριαντάφυλλα δίπλα στο ντουβάρι του παλιού νοσοκομείου του Αγίου Ιωσήφ, που τώρα είναι εφορία. Τα τριαντάφυλλα δίπλα στο παλιό νοσοκομείο του Αγίου Ιωσήφ τα βλέπω τα πρωινά που πηγαίνω στη δουλειά στο καινούριο νοσοκομείο. Όταν ψιλοβρέχει μοσχοβολάνε και η βροχή λάμπει μέσα τους σαν άστρα. Η γυναίκα έχει κοφτερά ζυγωματικά και αδύναμο πιγούνι, μικρά ταχτοποιημένα δόντια και δυο μάτια σαν λουλακί μπίλιες. Είναι κι αυτή κοκκινότριχη, διαφορετική εκδοχή από μένα, ξανθωπή, τα μαλλιά της είναι όπως μου είπε jordbærblond, φραουλοξανθά, πυκνά τόσο που μοιάζουν με περούκα. Είναι καλή, όχι πολύ έμπειρη, αλλά γι'αυτό υπάρχει αναπόφευκτη θεραπεία. Το σημαντικό είναι πως έχει τη σπίθα στη ματιά, το στίγμα του σαμάνου. Την έκανα μια ντουζίνα χρόνια μικρότερή μου, τελικά ήταν μόλις τέσσερα. Δεν ξέρω τι έκανε όλον αυτόν τον καιρό που εγώ γερνούσα και σκοτείνιαζα, όπως και να'χει πάντως, αυτή παρέμεινε μικρή.

-Ξέρεις, αν κάναμε παιδιά, θα ήταν αλεπούδες, μου λέει μέσα στο paternoster, ανάμεσα στον ημιώροφο και το ισόγειο. Γελάω, γελάει κι αυτή, χα-χα-χε-χε, μεσόκοπο καμακάκι στο κλιμακοστάσιο που δεν έχει αλλάξει απ'τη δεκαετία του '70, στην προτεσταντική κωλόπολη, στα πρόθυρα της λάσπης, ο εξωτισμός μας είναι απλό ντεκόρ, στην πραγματικότητα είμαστε μέρος του σκηνικού.

---

27 του μήνα είμαι στο τμήμα, και είναι η τελευταία μέρα του κουτσού συμβολαίου. Μετά μένω για πρώτη φορά έξω από τη νοσοκομειακή πιάτσα από το '15. Είναι περίεργη μέρα, δεν έχω πολλή δουλειά, οι άρρωστοι δεν είναι πολύ άρρωστοι, εξόν από εκείνον που πεθαίνει, στον οποίο δεν έχω τίποτα πια να προσφέρω. Την ώρα της μεσημεριανής ενημέρωσης μαζεύονται οι νοσοκόμες και η γριά Γ. μου δίνει μια ανθοδέσμη και ένα κρασί και βγάζει λόγο, πως είμαι καλός και αυτά και εκείνα και πως τις στεναχωρεί που η διοίκηση δε με αφήνει να συνεχίσω, οι νοσοκόμες είναι θυμωμένες με τη διοίκηση επειδή τις έχει γαμήσει συστηματικά, τώρα είναι θυμωμένες παρεμπιπτόντως και για λογαριασμό μου. Με έχουν πιάσει ενώ τρώω μια μπανάνα και έχω τα πόδια απλωμένα πάνω στην απέναντι καρέκλα, και είμαι σαν παιδί που του κάνουνε πάρτυ-έκπληξη, λέω ευχαριστώ, ήταν καλή συνεργασία, μυρίζω την ανθοδέσμη, μυρίζει ωραία, και οι νοσοκόμες χαίρονται, γιατί νομίζω πάντα έχουν την τάση να με βλέπουν σαν παιδί, όπως άλλους έχουν την τάση να τους βλέπουν σα μνηστήρες, είναι οι ποικίλες σχέσεις των εργαλείων μεταξύ τους όταν δεν τα κοιτάς, η βάρκα και τα κουπιά, το βόδι και το άροτρο, η σκούπα και το φαράσι, ο γιατρός και η νοσοκόμα. Διπλώνω τη μπανανόφλουδα με ενδελέχεια και την κάνω σαν σεντόνι σε μαγαζί με σεντόνια.

Όταν ανεβαίνω ξανά στο τμήμα, με περιμένει στο γραφείο η μικρή γυναίκα με τη φράντζα ακριβείας, έχει ανέβει απ'τα ΤΕΠ, και κάθεται στο φαρδύ περβάζι, δίπλα στο χαρτομάνι. 
-Μου είπε ο Α. κάτω πως δε θα έρχεσαι άλλο;
-Αλήθεια είναι.
Οι λουλακί μπίλιες βουρκώνουν. Ιδρώνω στο σβέρκο, κάτω απ'τα μαλλιά.
-Γιατί;
-Δεν αξίζω τα φράγκα της διοίκησης.
-Και τώρα ποιος θα με επιβλέπει; Ποιος θα με βοηθάει;
-Ο Μ., λέω και γελάω, επειδή ο Μ. κάθε δεύτερη μέρα φεύγει επειδή τον πιάνει κρίση πανικού ή πονοκέφαλος ή ξερατό ή κάποια άλλη δικιολογία. Τον υπόλοιπο καιρό είναι άχρηστος, αλλά δεν είναι δικό μου πρόβλημα.
-Δεν έχεις καρδιά, καλά λένε.
-Ποιοι λένε;
-Η Σ.
-Πού την ξέρεις εσύ τη Σ. διάολε;
-Ήμουν συμφοιτήτρια με την αδερφή της. Είχαμε τον ίδιο υπεύθυνο στη βασική εκπαίδευση.
-Μμμ.
-Ασθενής; ρωτάει και δείχνει την ανθοδέσμη και το μπουκάλι.
-Όχι, οι νοσοκόμες από το τμήμα.
-Τι λες να μοιραστούμε το κρασί μετά τη δουλειά; Και θα σου πω τι μου είπε η Σ.

---

Ναι, είπα ναι. Μετά τη δουλειά φύγαμε μαζί και περπατήσαμε ως το δάσος του σανατορίου. Με πήγε στη μεγάλη λίμνη, στο κόκκινο παγκάκι που έχει τις δυο καρδιές και το λένε παγκάκι της αγάπης (kærlighedsbænk). Σαν γυμνασιόπαιδα, σαν ηλίθιο αστείο. Έχω κάτσει σ'αυτό το παγκάκι άλλοτε και έχω καπνίσει, τότε ήμουν γέρος, τώρα γυμνασιόπαιδο. Η μικρή γυναίκα φορούσε ένα καλοκαιρινό φουστάνι με άσπρα λουλούδια και ο αέρας μου το έφερνε και το έπαιρνε πίσω. Τα μάγουλά της ήταν τριαντάφυλλα, στην άλλη μεριά της λίμνης ήταν ξαπλωμένα τα ελάφια, τα ψαρόνια κελαηδούσαν, ο ήλιος περνούσε ανάμεσα απ'τις φυλλωσιές, το παραμύθι της δυτικής ακτής. 

Για καλή μας τύχη το κρασί δεν είχε φελλό, ήταν για πληβείους, δηλαδή ιδανικό. Έπινε κυρίως αυτή, έμοιαζε να το χρειάζεται. Ίσως και να με κολάκευα, είναι πιθανό, ίσως το χρειαζόταν για άλλους λόγους που δεν είχαν να κάνουν με την αφεντιά μου.
-Δε θες να ξέρεις τι μου είπε η Σ.;
-Τι σου είπε η Σ.;
-Τα καλύτερα.
-Μμμ.
-Μου είπε, αυτός δεν έχει καρδιά. Μακρυά, μου είπε. Μακρυά! Μου είπε πως είσαι ο πιο ανήθικος άνθρωπος που έχει γνωρίσει, και να μείνω μακρυά. Είπε πως είσαι ντροπή για το επάγγελμα. Και πως δεν γνωρίζεις από σεβασμό. Είπε κι άλλα, θες να σου τα πω;
-Όχι.
-Τη ρώτησα τι είχε συμβεί, αλλά μου είπε πως δεν άξιζε τον κόπο να μου εξηγήσει. Προφανώς μετά έπρεπε οπωσδήποτε να μάθω. Δεν ήθελα ν'αρχίσω να ρωτάω άσχετα άτομα και να με περνάνε για περίεργη. Εννοείται δεν ήθελα να ρωτήσω την αδερφή της. Οπότε το σκέφτηκα μεθοδικά. Έγραψα στην Κ.Μ., κάνει αναισθησιολογία στο Σβένμποργκ. Ήταν στο πανεπιστημιακό όταν ήσουν κι εσύ.
-Ναι, την ξέρω, μια σγουρομάλλα. Δεν ήξερα πως ήξερε. Γιατί με κουβέντιαζες με τη Σ.;
-Τη συνάντησα στο σεμινάριο διοίκησης μετά το Πάσχα. Της είπα πως είμαι στον τομέα Α' και πως έχω έναν ειδικό που θα παντρευτώ και τα παιδιά μας θα είναι αλεπούδες. Και η Σ. με ρώτησε αμέσως αν ήσουν εσύ.
-Ανάθεμα.

Πήρα το μπουκάλι και ήπια μερικές ηχηρές γουλιές, γκλουπ - γκλουπ - γκλουπ. 27 του μήνα, η μέρα που η αυτοπεποίθησή μου τρομπαρίστηκε επιθετικά, και ξαφνικά ήμουν πολύ δημοφιλής, και καθόλου δημοφιλής ταυτοχρόνως. Κεκτημένη ταχύτητα, κακό σκυλί, έπιασα το χεράκι της μικρής γυναίκας, τα νύχια της ήταν μαλακά και καθαρά, το δέρμα της ήταν λείο και ελαστικό, μύριζε αχνά κάτι σαν αγιόκλημα, δεν υπήρχε τίποτα να της καταλογίσω εξόν από το γούστο της στους άντρες. Στον επόμενο τόνο το καλοκαιρινό φουστάνι έκρυψε τη λίμνη, η μικρή γυναίκα με είχε καβαλήσει και ζουλούσε το σηκωμένο μου καβλί. Δάγκωνε επίμονα τα χείλια της και είχαν γίνει πολύ γυαλιστερά και είχαν πάρει το χρώμα που έχουν τα κόκκινα μύρτιλλα στο νησί τέτοιον καιρό, τη φίλησα σχεδόν από περιέργεια, μου έσπρωξε το μουσούδι με το δικό της διδακτικά και μου έδειξε πώς να είμαι τρυφερός. Έβαλα τα χέρια μου κάτω απ'το φουστάνι, ο στρογγυλός της κώλος ήταν αφράτος και είχε καταπιεί το βρακί. Ήταν όλη τόσο ζεστή, ολόζεστη, ήταν η μέρα εκείνη η καλοκαιρινή ενσαρκωμένη. Έβαλε την παλάμη της στρατηγικά στο στήθος μου, τέταρτο πέμπτο μεσοπλεύριο αριστερά, έμεινε ακίνητη για λίγο, καρδιακή ώση, όπως την περιγράφουν τα ιερά βιβλία, την είχα ξαναδεί αυτήν την παράσταση. Η ζωή σε ατέρμονη επανάληψη, οι παραλλαγές στο ίδιο θέμα, όσες προλάβεις ως την κόντα.
-Τελικά ήταν ψέμα. Έχεις καρδιά. Μπορεί να μη χτυπάει γρήγορα, αλλά χτυπάει δυνατά.

---

Είχε αρχίσει να νυχτώνει, και αυτό σήμαινε πως ήταν ήδη αργά, γιατί ο ήλιος δύει μετά τις δέκα αυτή την εποχή. Την πήγα έξω απ'το παλιό νοσοκομείο του Αγίου Ιωσήφ και της έδειξα τα τριαντάφυλλα. Δες, της είπα, τα μάγουλά σου. -Είσαι φρικτός, είπε, αλλά χαζογελούσε. Δεν ήταν θυμωμένη που δεν την πήδηξα στο παγκάκι της αγάπης. Είχε αρχίσει να πασπατεύει τη ζώνη μου και της είπα μη. -Γιατί; -Γιατί υπηρετώ άλλη πριγκιπέσσα. -Δεν ήταν εμπόδιο όταν έκλεβες τον άντρα της Σ. -Δεν έκλεψα κανέναν. -Δεν απαντάς. -Έχουμε μια συμφωνία. Οι άντρες δεν την νοιάζουν. Μόνο οι γυναίκες. Όχι γυναίκες. -Τι διαφορά έχει; -Για μένα καμιά. Γι'αυτήν δεν ξέρω, ίσως πρέπει να τη ρωτήσεις η ίδια σου. Δεν είπε τίποτα άλλο, αλλά είχε ένα βλέμμα πεισμωμένο. Η συμφωνία είναι συμφωνία, έτσι έχουν τα πράγματα, αλλά υποψιάζομαι πως η μικρή γυναίκα θα κάνει κι άλλη κρούση, επειδή ήταν φοβερά καυλωμένη, χωρίς ντροπές, σαν θηρίο, μια φανταστική τιμή, ένα καλαμπούρι που δεν παλιώνει και με πιάνει πάντα απροετοίμαστο, ίσως έφταιγε η σχιστοσωμίαση που πέρασε μικρή στο υποτροπικό δάσος, ίσως της άφησε κάποιο κουσούρι.

Mικρή γυναίκα με το κλεμμένο όνομα, σπόρος βρωμοαποικιοκρατών, μάγισσα με τις πέτρες τις δισθενείς, μια μέρα καλοκαιριού στις παρυφές της λάσπης, από όλα αυτά αυτό που με ταλαιπωρεί είναι το εξής: έχω καρδιά. Και όπως στη ζωγραφιά του Σιμονέτ, ο γέρος ανατόμος την έχει ξεριζώσει και την κρατάει πάνω απ'το ανοιγμένο κουφάρι μου. Έτσι όπως την κρατάει σε κοινή θέα, με διαπερνάει σαν σπαθί τέτοιος πόνος αψύς στο στήθος πέρα πέρα και ακούω και αισθάνομαι τη λάμα που αφού με σκίσει βρίσκει στο μάρμαρο του τραπεζιού, ξέρεις λοιπόν, το μέλλον εμφανίζεται ψήγμα ψήγμα στο παρελθόν, η παλάμη που ψηλαφεί την καρδιακή ώση με σιγουριά είναι η θεία δίκη, έξυπνο μαγισσάκι με το όνομα-ξόρκι, εκεί που στάθηκε το χέρι της το πετσί έχει καεί, στο μάρμαρο του τραπεζιού χύνεται κάτι ξινό, σκάβει την επιφάνεια και εμφανίζονται ίχνη σαν φλέβες, οι ρίζες του κακού, μέσα εκεί κυλάει το αίμα. Στις ανατομές κράτα γαλαζωπή κλωστή για να μπορείς να βρεις το δρόμο. Αν δεν προσέξεις μια στιγμή η προφητεία χάθηκε και χάθηκες κι εσύ.

---

Ήταν καλοκαίρι, ήμουν ξαπλωμένος μπρούμυτος στο κρεβάτι σου στο Σταυρό, κάτω από εκείνο το επικλινές ταβάνι, και διάβαζα το μεγάλο τόμο για την ιατρική στην τέχνη που σου είχε πάρει δώρο η μάνα σου από την Πρωτοπορία όταν ήσουν ακόμα στη Σχολή, ένας τόμος με πολυτελείς εικόνες και λίγο κείμενο, και έψαχνα ψηλαφητά το πάτωμα δίπλα στο κρεβάτι να βρω τη φωτογραφική. Έκανε ζέστη στεγνή, φυσούσε ένα ψιλό αεράκι που κουνούσε πέρα δώθε την κουρτίνα, κι εσύ ήσουν δίπλα με το κεφάλι στηριγμένο στην παλάμη, άχνιζες σχεδόν από εκείνη την κούραση που σε ψήνει πάντα μετά τις βουτιές, σαν καρβουνιά, σαν πυρωμένη πέτρα, και έλεγες, ναι, είναι αλήθεια, ακόμα και οι πουτάνες έχουνε καρδιά, απ'αυτήν την κατάρα κανένας δε γλυτώνει! 

---