© 2008 - 2017


-

Archiv

Blogger news

Blogger templates

 

+

Umblättern

Kategorien

 

Τα άπλυτα υπό μάλης



    Έχω τα άπλυτα υπό μάλης. Πηγαίνω στο κτίριο 100 της πνευμονολογικής για να τα ρίξω στο καρότσι. Το δικό μας καρότσι δεν ξέρω τι απέγινε, λείπει από τη θέση του εδώ και βδομάδες. Η χοντρή κυρία της καθαριότητας δεν είχε πληροφορίες. Ένας ταρίφας κορνάρει μια γριά που περιμένει στη γωνία και δεν τον έχει δει. Κουνάω το χέρι εμπρός από την κλειδαριά αφής. Την εγκατέστησαν όταν οργίαζε η πανούκλα για να μη χουφτώνουμε την παραδοσιακή κλειδαριά, αλλά επειδή την πιάνει η βροχή συχνά δε σε βλέπει με την πρώτη. Στέκομαι σαν σκιάχτρο και αερομαλακίζω την κλειδαριά. Η τζαμόπορτα ανοίγει, τρεχάτα βήματα. Μπαίνω στον προθάλαμο των εξωτερικών της πνευμονολογικής και μαζί μου μπαίνει και η Σουκριγιέ. Καλημεριζόμαστε τύποις ευγενικά. Με βρίσκει η ίδια αίσθηση όπως όταν βγαίνω στο διάδρομο στη δουλειά και βλέπω μια θυμωμένη ασθενή με τη θυμωμένη μάνα της και δίπλα μια απολογητική γραμματέα που με πιέζει με το βλέμμα, μόνο που τώρα φοράω ήδη πολιτικά και η Σουκριγιέ τρώει τις θυμωμένες ασθενείς και τις θυμωμένες μάνες τους για πρωινό. Κατεβαίνω τις σκάλες προς το υπόγειο, το καρότσι στέκεται ανάμεσα στις δυο πόρτες πριν το τούνελ. 
    -Θέλω ν'ακούσω γιατί το έκανες. Γιατί;
    -Εδώ;
    -Τώρα σε νοιάζει η ιερότητα του χώρου;
    -Να πετάξω τα βρώμικα τουλάχιστον.
    Τραβολογάει τα ρούχα τα ξεμπογώνει και κρέμονται σαν πατσαβούρια. Μια μπλούζα πέφτει κάτω. Τη μαζεύω, πηδάω τα τέσσερα σκαλιά που έχουν μείνει, ανοίγω την πόρτα, να το καρότσι, ξεφορτώνομαι τη μάζα και το υφασμάτινο κλαπέτο μένει ανοιχτό. Το κούτελο της Σουκριγιέ φτάνει στο επιγάστριό μου, αλλά είναι τόσο θυμωμένη που έχει γίνει τεράστια, δεν τη χωράει το μέρος, και όσο με βλέπει θυμώνει πιο πολύ και βουρκώνει από την ΑΔΙΚΙΑ. Ξέρω πως έβραζε στη σκέψη της αναμέτρησής μας όλη νύχτα, ενώ εγώ περίμενα να έρθει το πρωί να πάρω το ποδήλατο για να πάω στο φούρνο, όχι επειδή είμαι απλός αλλά επειδή είμαι πολύ απασχολημένος με τον εαυτό μου, χαμένο κορμί. 
    -Γιατί; Γιατί; Γιατί;
    Το έχει ανάγκη. Όπως έχει ανάγκη η θυμωμένη ασθενής και η θυμωμένη μάνα της να αναθεματίσουν την κλινική και το νοσοκομείο και εμένα και τις νοσοκόμες και τα φάρμακα και ό,τι άλλο βρεθεί στο δρόμο της αγανάκτησής τους. Ο Κ. Σ., ο σφίχτης ορθοπεδικός που γαμούσε η γυναίκα μου όταν ήμουν στη Νορβηγία και δεν ήταν ακόμα γυναίκα μου, μου είχε μεταδώσει τη σοφία του πριν χρόνια. Είχα αρπαχτεί με έναν επιχειρηματία άρρωστο, μια μαλακία που είχε κρατήσει βδομάδες, μας είχε μάθει όλος ο χειρουργικός τομέας. Ο Κ. Σ. έκανε κωπηλασία και ήταν η επιτομή της πραότητας. Τον είχα πετύχει να ξαπλώνει στο εξεταστικό κρεβάτι στο γιατρείο και να χαλαρώνει, πιάσαμε την κουβέντα και επί του θέματος της κόντρας με τον επιχειρηματία μου είπε: Όταν έρχονται θυμωμένοι ασθενείς, εγώ ξαπλώνω κάτω και τους αφήνω να με πατήσουν. Μετά ξεθυμαίνουν και κάνεις τη δουλειά σου.
    Πρώτα θα μου κοπεί ο κώλος και μετά θα τους αφήσω να με πατήσουν, σκεφτόμουν τότε που έπαιρνα τα πάντα κατάκαρδα. Ο καιρός αυτός έχει παρέλθει, είμαι η νέα βελτιωμένη έκδοση, παίρνω τα πάντα κατάκαρδα χωρίς διαμαρτυρία, προπονήθηκα στη γκίνια. Τότε που έχανα ό,τι είχα κληρονομήσει απ'τη μάνα μου στο χαρτάκι κάπου στο Κορδελιό ήταν ακόμα φρέσκο το τραγούδι Ο χαμένος τα παίρνει όλα, μου έσπαγε τις μπάλες και το απέφευγα, είδα το έργο και γελούσα υποτιμητικά, τι μαλακία ε; Δεν είναι για μας αυτές οι δηθενιές. Το χαρτάκι και το πλουσιόπαιδο και μια αργή πτώση, και μετά μόνος με τα σπασμένα, μόκο. Ο χαμένος παίρνει τ'αρχίδια του και ιδρώνει με το μάγουλο στα πλακάκια του μπάνιου του διαμερίσματος της οδού Β.
    -Γιατί; Γιατί; Γιατί; Ξέρεις τι έκανες; Έχεις ιδέα τι έκανες; 
και άλλες παραλλαγές στο θέμα. Δεν την πειράζει που δε μιλάω. Συνήθως πειράζει περισσότερο αν μιλήσεις, γιατί ό,τι και να πεις είναι λάδι στη φωτιά. Ξαπλώνω κάτω και την αφήνω να με πατήσει, όπως έλεγε ο Κ. Σ.. Δεν το παίρνω κατάκαρδα. Θα προτιμούσα να το είχα γλιτώσει. Είμαι κουρασμένος. Δε θα προλάβω ζεστά κρουασάν στο φούρνο. Με είχα καθησυχάσει πως αν συναντιόμασταν σε κάποιο διάδρομο, δε θα αξιωνόταν να μου μιλήσει, έπεσα έξω, δε γαμείς. Δεν είμαι εγκρατής, αυτό είναι κακό ελάττωμα. Το έγκλημα είναι άλλο. Δε χορεύω μόνος μου σ'αυτό το πανηγύρι. Η ζήλεια αφήνει ουλές και αν μαζέψεις αρκετές μετά δε φυτρώνει άλλη, όπως δε φυτρώνουνε τρίχες στο πετσί που έχει καεί. Η επιθυμία σου δεν είναι αυτό που κάνει κάποιον να σου ανήκει. Η επιθυμία του άλλου είναι που τον κάνει να σου ανήκει. Αυτό είναι το δίδαγμα της ιστορίας, αλλά η Σουκριγιέ είναι πολύ θυμωμένη για να το ακούσει, κι εγώ που το βλέπω πάει στράφι, είμαι αρχίδης εγωιστής, και πώς στην ευχή συνέβη ο Άλμπερτ να πει ψέματα, ο πατρικός Άλμπερτ που ήταν το γέλιο της ζωής της Σουκριγιέ, ο Άλμπερτ που φύτευε πανσέδες, ο Άλμπερτ και τα ροδαλά του βλέφαρα, ο Άλμπερτ που είναι τόσο καλός με τα παιδιά, δε μπορεί παρά να είναι καταστροφή, κάποιου τύπου απάτη, μια χτυκιασμένη πλεκτάνη, δε μπορεί παρά να μολύνθηκε από δόντια κοφτερά μια νύχτα που έκανε το σφάλμα να μου δείξει το λαιμό του, ΧΡΑΠ.
    Ο Άλμπερτ για μένα είναι άλλος ένας στη λίστα, αλλά της Σουκριγιέ ήταν όλος της ο κόσμος. Το '16 όταν πρωτοπάτησα στο νοσοκομείο ξεκίνησα απ'την ορθοπεδική, ακόμα δε μου είχαν δώσει κλειδί για την ιματιοθήκη, ήμουν με τα πολιτικά, ο Άλμπερτ ήταν εκεί, είχανε μια ημερίδα για τις ηγετικές προσωπικότητες και μας μοίρασαν ένα χαρτί που απαντούσες δέκα παπαριές ερωτήσεις και έβγαζες το σκορ να δεις τι κουμάσι είσαι. 
    -Τι είσαι; με είχε ρωτήσει. 
    -Μηχανή. Εσύ; 
    -Άνθρωπος.
   Σκηνή από τη βιομηχανική επανάσταση, ασπρόμαυρη ταινία, χρρ-χρρ-χρρ το ρολό και οι θεατές σιωπηλοί. Η μηχανή δουλεύει, βάρδια απογευματινή, ο εργάτης κλείνει τα μάτια μια στιγμή, αρκεί. Τα δάχτυλα στο γρανάζι, ΧΡΑΠ.
    Ο χαμένος τα παίρνει όλα.

x

Κάθομαι στην πολυθρόνα δίπλα στο παράθυρο. Είμαι ξεφούσκωτος σαν τρύπιος μπαλονένιος κούκλος. Χάνω την όραση από το δεξί μου μάτι. Ο χρόνος σαν ατμομηχανή. Πέφτει μια ήσυχη βροχή και τα πουλιά κελαηδούνε απ'τον κήπο. Τα πόδια μου απλωμένα, το ένα στο ξύλο το άλλο στο χαλί. Τα μαλλιά μου έχουνε μισοξαναγίνει. Η φωνή μου δε φαίνεται συχνά, αλλά ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΣΥΝΩΣΤΙΖΟΝΤΑΙ.

Το χώλαιμα μια μέρα τη φορά, το μουλάρι που σήμερα δε θέλει και το καρότσι κολλημένο στη λάσπη του Σλέσβιχ. Εκεί κείται το αίμα μου, στη λάσπη αυτή, και η λάσπη αυτή περιμένει και το κορμί μου, άλλος κανείς παρά αυτή. Σκοτεινιάζει. Είναι η καταδίκη που κονταίνει, περίεργη τιμωρία η ζωή, ασυγχώρητη η μάνα. Γιατί; Δόντια κοφτερά, ένα στόμα πηγάδι σκατοπήγαδο, δηλητήριο, το πεινασμένο στόμα, το αρπαχτικό, το αποφασισμένο χέρι στο λαιμό και μια τραχεία κομμάτια, θ'αποφανθεί ο δικαστής: ο χρόνος σαν ατμομηχανή, τα σώματα εκπίπτουν. Χάνω την όραση από το δεξί μάτι αλλά το φως μου επιμένει, το φως που είναι μέσα σου. Τα πόδια εργάζονται σκληρά, το κυνηγητό συνεχίζεται, κοίτα μπροστά, τη νύχτα στο στόμα και τρέχα. Παλάμη στον κρόταφο παρωπίδα από δω κι από κει, φίδια ποτάμια κατεβαίνουν απ'τις πλαγιές, μαλλιά σκουριά και πέντε άσπρες κλωστές μισό μέτρο μακριές, ο χαλκός οξειδώνεται, μάθε να μην περιμένεις, το τραίνο δε σταματάει πουθενά.

Βήματα στη λάσπη, πορεία μέσα στην ψιλή βροχή, σε ένα αιώνιο ξημέρωμα, σε μια μόνιμη άμπωτη, τα όστρακα κόβουν γυαλί, το αίμα μου κι η λάσπη. Μια στιγμή να πέσω στα γόνατα και να μου ευχηθώ το θάνατο, ένα μαστίγιο με βρίσκει από μέσα σαν αστροπελέκι και πάλι πάνω, το αίμα μου λάσπη. Όρθιος και προχώρα. Τα νυχτοπούλια βλέπουν από ψηλά, μια φιγούρα λασπερή που περπατάει πάνω στην ίδια της τη σάρκα, το W A T T E N από ορίζοντα σε ορίζοντα, δεν υπάρχει νησί, δεν υπάρχει ούτε πίσω ούτε μπρος παρά μόνο λάσπη και οι προσεκβολές της, το έλος ανατριχιάζει. Στρατός λασποστρατός πηγαίνει και πηγαίνει, δεν είμαι μόνος, εκατέρωθεν οι συμπολεμιστές μου πεθαίνουν το δικό τους μυστήριο μαρτύριο, και όλοι εμπρός μαρς ορδή από σκατά.

Εντός μου καίει μια φλόγα πιο δυνατή από ό,τι άλλο έχω, μια φλόγα που με λιώνει. Σώμα από ξεραμένο ξύλο, στάχτη από μέσα προς τα έξω. Τέτοια φλόγα έκαιγε και μέσα στη γυναίκα που με έφερε στον κόσμο, και όταν πήδηξε στην κρύα θάλασσα φούντωσε για λίγο σαν γιγάντια τουλίπα πριν σβήσει για πάντα αφήνοντας τους εραστές της τσουρουφλισμένους να κουβαλάνε το σημάδι είκοσι έξι χρόνια μετά, η παροδική φύση της φωτιάς και η ανθεκτική σκιά της. Μπουρλότο στα κωλολεφτά που μ'άφησε για προίκα για συγγνώμη. Ήταν πολλά και τα έπαιξα όλα, μήπως και απαλλαχτώ απ'την κληρονομιά.  Ασυγχώρητη, να με φυτέψει στην ίδια τιμωρία. Ασυγχώρητη όπως κάθε επίτοκος και κάθε μια λεχώνα. Ηλίθιο παιδί, ο μελαγχολικός κρετίνος, ένα κεφάλι όλο μαλλιά, ένα λεπτό περίεργο κρανίο, το ίδιο χαμόγελο, η ίδια απελπισία, και όπως φαίνεται μια παρόμοια γοητεία, από έρωτες παράπονο κανένα, όποιος χάνει στα χαρτιά κερδίζει στην αγάπη, ναι, δε θα κάνω πως δεν το ξέρω από μετριοφροσύνη, η ίδια φλόγα που με λιώνει λιώνει και αυτούς που πιάνονται στο γρανάζι, ΧΡΑΠ. Στη βράση κολλάει το σίδερο, όταν με κοιτάς με μάτια ονειροπόλα, μάτια τόσο τρυφερά, και λες Άσε με να σ'αγαπήσω η χασούρα είναι δικιά σου, εγώ είμαι μηχανή. Ξέρω έτσι πως δε θα με ξεχάσεις ως το δικό σου τέλος, και θα ζήσω σαν παράσιτο παράταση ζωής μέσα στη δική σου. Αλλά προς το παρόν πάρε ό,τι θέλεις από μένα, παρ'τα όλα, σαν καλός χαμένος.