© 2008 - 2015


-

Archiv

Blogger news

Blogger templates

 

+

Umblättern

Kategorien

 

Let me go back



Now at least I know I picked the wrong path...

Περί εντοπιότητος

ΕΧΤΕΣ τις ώρες τις νυχτερινές έμεινα ξυπνός κοιτώντας σε στα μάτια. Ήσουν καθισμένος μόνος σε έναν από τους πάγκους της εκκλησίας από όπου ξεκίνησε ο λαισταδιανισμός. Κάτω από τη στεγανή σκεπή, στη ζέστη που μύριζε από το μοναδικό κερί, ήμασταν ομόθρησκοι και ομοεθνείς. Η ιστορία μας περίμενε έξω, με τα μνημεία της, τους νεκρούς, τους επιζώντες, μάλιστα, έφτανε ως εκεί, στου διαόλου τον κώλο, δεν τολμούσε όμως να πλησιάσει παραπάνω εκείνους που αμαρτάνουν στον κόρφο του προτεσταντισμού, θέλει να είσαι ξεχασμένος για να οργίσεις έτσι αυτόν τον ολιγαρκή θεό.

Η γυναίκα μου είπε πίνοντας το κονιάκ πως η ιστορία έχει τελειώσει. Έψαξα τον αναπτήρα στην τσέπη του πουκαμίσου. Αν η ιστορία έχει τελειώσει, εγώ τι θα έχω για να περηφανεύομαι; Μια σύντομη ευημερία; Αυτό;

Δεν είμαστε ό,τι έχει προηγηθεί, δε μας ορίζουν οι διαδοχικές οργανωμένες συνευρέσεις που έτυχε να καρποφορήσουν. Έτσι ήθελα να πιστεύω, αλλά το βούτυρο στα χείλη σου είναι το Βόρειο Σέλας, και στα δικά μου απόδειξη ενοχής, οι λάσπες στα πόδια της πικρής κυρίας είναι ταυτόσημες με τα λεπτά μαλλιά της, και τις νύχτες το πρόσωπό της μοιάζει με πανσέληνο υπερκορτιζολική πάνω από το νησί, εγώ είμαι περαστικός της. Οι γονείς της είναι γηγενείς, το αίμα τους απρόσμεικτο, βρασμένο είναι ίδιο με το συρόπι από τα μούρα των θάμνων της πίσω αυλής του πατρικού σπιτιού της. Πάνω από το τζάκι τους έχουν το πορτραίτο δυο γέρων από δυο αιώνες πριν, και ξέρουν πως μουνί μουνί τους έχουν φέρει από εκεί σ'αυτό το μέρος, σ'αυτό το παρόν. Όλα τα χρόνια ζήλευα τις οικογένειες της κλειστής επιμειξίας. Τώρα έμαθα πως είναι προτιμότερο να είσαι μπάσταρδο σκυλί παρά καθαρόαιμος κρετίνος. Δεν υπάρχει τίποτε ανάξιο στον παππού που γλίτωσε κρεμασμένος κάτω από το βαγόνι χίλια χιλιόμετρα δρόμο μόνο και μόνο για να πεθάνει καθιστός υπνωτισμένος από τη φωτιά που έκαιγε μέσα στη σόμπα όταν τα πράγματα είχαν στρώσει. Δεν υπάρχει τίποτε ανάξιο στον πατέρα που πεθαίνει κάθε μέρα από λίγο καθιστός σύμφωνα με τη σύντομη ιστορία μας. Δεν είναι μεμπτό που γράφουμε παράδοση που ξεχνιέται κάθε δυο γενιές, γιατί έτσι τα λάθη τα οικογενειακά είναι εφήμερα και προσωρινά όπως και εμείς.

Η γυναίκα υπήρξε κάποτε δική μου, μα τώρα τα οξυγονωμένα νύχια και ο τρυφερός λαιμός της δε με αφορούν. Η ιστορία μπορεί να έχει τελειώσει αλλά θα επιμείνω. Ο αναπτήρας άφαντος, καλύτερα, να γυρίσω και στα σπίρτα.

Στην είσοδο του γιατρείου κρέμασα μια άδεια μεζουζά, δεν την παίρνει είδηση κανείς αλλά και που τη φιλώ δε με παρηγορεί. Θα ήθελα να ντυθώ χασιδιστής και να εξαφανιστώ πίσω από επτά άψυχα παιδιά στο Ισραήλ και να δω τη Μέση Ανατολή καμένη γη τόπο νεκρών. Αλλά αυτό θα ήταν αυταπάτη, το ανήκειν δεν επιτρέπεται στους γύφτους. Ντύνομαι άγαμος κόρη της αρετής χωρίς άποψη και πίστη, και εξαφανίζομαι ανάμεσα σε Ελληνοϊταλούς και Ιλλυρίους, μέσα στο πηχτό σκοτάδι της ελλειπώς ηλεκτροδοτούμενης περιοχής.

φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ, ἑτοιμάσατε τὴν ὁδὸν Κυρίου, εὐθείας ποιεῖτε τὰς τρίβους αὐτοῦ

(το πλατώ)

Sprich nicht!
Du redest in den Wind...

Είδα τον ήλιο που το έσκαγε για την Ιταλία. Και τώρα ξεκινάει το δύσκολο τρίτο της ζωής.

Ένα κιβώτιο βιβλία στέκεται δίπλα στο κρεβάτι για παρηγοριά. Από την κρεμάστρα στο απέναντι ντουβάρι, εκείνο που έχει και την αφίσα από τους αγώνες ιστιοπλοΐας, κρέμεται η σάκα μου και ένα φουστάνι της μικρής. Ντυμένος στα μαύρα από το σώβρακο ως τις κάλτσες, είμαι εγώ όπως με ξέρεις, μισοκαθιστός, ακουμπισμένος σε δυο μαξιλάρια, χωρίς καμιά βιασύνη. Στο στρώμα κάπου χωνιασμένα βρίσκονται τα γυαλιά μου, τα γκρίζα, όχι τα χρυσά, τα σπίρτα, ο Βίκτωρας Ουγκώ και τα ρυθμονόρμ. Αυτή η κομπανία δεν κάνει φασαρία. Το μόνο που ακούγεται είναι τα άρουρα που μπαινοβγαίνουν στις φωλιές τους, κάτω ακριβώς από τα παράθυρα. Σε λίγο, μόλις καλοσκοτεινιάσει, θα ανάψω το κερί.

Ένας άντρας που παραλίγο να πεθάνει στα χέρια μου ήρθε εχτές και μου έρραψε τον αγκώνα στη μασχάλη με ράμμα συρματόρραμμα. Με χαιρέτησε και έφυγε από τη σκηνή. Έμεινα ξαπλωμένος στο εξεταστήριο. Πού στην ευχή έμαθε να ράβει;

Κάνω γιατρείο με τα ίδια ρούχα που κοιμάμαι και το βράδυ. Δε φοράω ρόμπα, δε φοράω μάσκα, τις μισές φορές υποδέχομαι τους ασθενείς με κάλτσες και φλιφλόπια, αλλά για να έχεις ήσυχο το κεφάλι σου, είμαι ευλαβικός με τα γάντια από το Λιντλ. Τα αποστειρωμένα είναι μόνο για τα Σάββατα. Η μελλόνυμφη που της λείπει το κωλάντερο και έχει κιρσούς από τους αστραγάλους ως τα μουνόφυλλα παραπονέθηκε. Η προηγούμενη γιατρός ήταν καθωσπρέπει. Ο τωρινός; Έτσι έκανε όταν ήταν στη Γερμανία; Εκεί η πίπα έσταζε κοστούμι και γραβάτα και ο φλόμος έδινε κι έπαιρνε στα ευγενικά. Κι εκεί κι εδώ το στόμα μόνιμα κλειστό, τα λεφτά είναι έτσι κι αλλιώς λειψά.

Την ερχόμενη βδομάδα θα ορκιστώ στα ισπανικά. Δε θα ψευδορκήσω. Θα γίνω σένιος και θα φωτογραφηθώ με τον καινούριο μου σκοπό από στομάχι κατσικίσιο. Δε θα είσαι εκεί για να με δεις. Θα προσπαθήσω να σε θυμηθώ.

Στην κίτρινη σακκούλα από τα αφορολόγητα του Ντύσσελντορφ κρύβονται εικοστρείς καπότες που δε θα χρειαστώ, το Βε-Ντε-Φίρτσικ, ένα μπουκάλι υγρό για αναπτήρες, τα ζάναξ και σαπούνια υποαλλεργικά μέσα στα κουτιά τους. Σκέφτομαι κάθε μέρα πότε θα μ'επισκεφτείς. Σχεδιάζω από τώρα πώς θα σε... και πώς μετά θα σου ζητήσω ήσυχα μια φορά αυτό που είναι να σου ζητήσω, και θα με χτυπήσεις χωρίς αναστολή μέχρι να αρχίσω το παρακαλητό, και την επομένη τούμπα. Έχεις μετρήσει πόσα λέγονται και πόσα εννοούνται, το ξέρω που κρατάς λογαριασμό. Είμαστε τόσο ειλικρινείς για όλα εκτός απ'το γιατί.

-

Είναι ένα ξέφωτο στην ανατολική πλαγιά, χωμένο στα πεύκα και τις οξιές, στο οποίο φτάνεις με γλίστρημα και κωλοτσούλημα σε ένα μονοπάτι μονίμως γλιτσερό που έχει το πλάτος μιας πατούσας. Στο ξέφωτο αυτό υπάρχει μια οικογένεια αιωνόβιες ελιές που μοιάζουν με σεκόγιες. Εκεί, ανάμεσα σ'εκείνες τις ελιές, βγαίνουν βόλτα οι μπεκάτσες. Δεν πάω εκεί τα απόβραδα για να τις τουφεκίσω. Πάω για να κρυφτώ.

-

Τα πόδια του κρεβατιού, του γραφείου, της καρέκλας είναι φουσκωμένα. Η μεταλλική ντουλάπα που προοριζόταν για τα μητρώα έχει αναρριχόμενη σκουριά. Οι κάλτσες και οι πετσέτες στα κάτω ράφια μυρίζουν ρουφιάνα γη. Το κιβώτιο με τα βιβλία λερώνει το σεντόνι στο κρεβάτι. Το πάτωμα είναι όπως η ακτή μας το πρώτο δίωρο της άμπωτης. Χωματοσκούληκα, ισόποδα, ακρίδες και κουνούπια πλέουν και βυθίζονται πνιγμένα στο ανάλατο νερό, ανάμεσα σε λάσπη λευκή, χαλίκια και ξηλωμένα χόρτα. Στο κέντρο της γελοίας μικρής καταστροφής είμαι εγώ όπως δε με έχεις ξαναδεί, άπλυτος, γυμνός, σκεπασμένος μέχρι τη μέση με το πράσινο κουβερτάκι, καθιστός, τελείως νικημένος, με τα τραπουλόχαρτα να βόσκουν ανάμεσα και πάνω στις ζάρες. Δε σου είπα βέβαια κουβέντα για το θέμα, η ήττα είναι πάντα μυστική.

(Δεν ήταν η βροχή, ούτε η απομόνωση, ούτε η αργομισθία, ούτε η κρίση της στηθάγχης Πριντσμετάλ, ούτε τα νιτρώδη που δανείστηκα από το φαρμακείο του μαγαζιού μου, ούτε το όταν έρθω θα σε βοηθήσω. Δε νικιέμαι από τέτοιες μαλακίες. Αυτό που με έκανε κομμάτια ήταν που δεν έβγαινε η πασιέντζα.)

מכות מצרים

το νερό εξοιδαίνεται ζεστό
από τα αγγεία στην κοιλιά των πνευμονιών

παλιόχαρτα πέφτουν δίπλα στο υγρό κρεβάτι
δίπλα σ'εκείνον που κάνει πως κοιμάται
οι μύγες πηγαίνουν πρώτα για τα μάτια των νεκρών

η απελπισία κρύβεται πίσω από το παραβάν
τι χείλη αγοριών, τι χείλη κοριτσιών

όλα περιφρουρούν τα ίδια άδεια λόγια
-

9/2012
ο καρδιογράφος μαρτυρά τα μυστικά μου
ξαπλώνω στο τραπέζι με τις απαγωγές βεντουζωμένες
δεν έχω ξανανιώσει τόσο αβοήθητος και τόσο ευτυχισμένος
-

9/2016
το ρολόι του πάνω στον κλιβανάκο μετράει το χρόνο που μας μένει
και πάνω του μετρώ πόσες αναπνοές απ'τον κουβά χάνει στο λεπτό

οι μέρες στενεύουν σαν κορσές
κράτα το κεφάλι σου ψηλά
κάνε υπομονή
καλωσήρθες στον πραγματικό κόσμο
είναι αργά για να μετανοήσεις τώρα
τι σόι νησιώτης είσαι που δεν αντέχεις έτσι

κάτω απ'τη γλώσσα λιώνει ένα πενσορντίλ
πάνω απ'τη γλώσσα διέρχεται η μπύρα
ένα σκουπίδι για γιατρός σε ένα σκουπίδι τόπο
αλλά ο Θεός θα ΔΩΣΕΙ
ό,τι είναι να δώσει


Basslauf goes long (δείγμα)


Οι εικοστέσσερεις της παραμονής ήταν μέρα ηλιόλουστη και κρύα. Μια μέρα αρκετά καλή. Ολόκληρη η περιοχή ήσυχη σα νεκροταφείο. Στάθηκα εμπρός στην πόρτα της αποθήκης. Την κλώτσησα δυο φορές. Άνοιξε ένας άντρας υποψιασμένος. Είχε πέσει το σύρμα πως κάποιος θα’ρχόταν να τον βρει. Το είδα στο διαλεγμένο άδειασμα της αποθήκης. Τίποτε δικό του δεν έστεκε στα ράφια, τίποτε στο τραπέζι. Το κρεβάτι δεν είχε στρώμα. Πόδια και τάβλες μόνο κι ένα γυμνό μαξιλάρι πάνω. Το πρόσωπο του άντρα ούτε που σφίχτηκε μόλις με είδε. Ήταν έτοιμος και δασκαλεμένος.
Προτού προλάβω να κόψω μέσα μέσα, έβαλε το χέρι πάνω στον αγκώνα μου και τον λύγισε απ’τα έξω. Είχε στραβώσει η δουλειά. Α, το κατάλαβα αμέσως. Μα δε μπορούσα να το βάλω και στα πόδια, να σωθώ και να σωθεί κι αυτός. Έκανε να μου ξηλώσει το μαχαίρι από τη χούφτα αλλά ήταν σα να προσπαθούσε να μου ξηλώσει το άντερο. Πρώτα θ’άφηνα την ψυχή μου κι έπειτα το μαχαίρι. Έτσι με άρχισε στο ξύλο, όσο προλάβαινε έτσι που κυνηγιόμασταν σκυφτοί. Στο πρόσωπο, στο στομάχι, στ’αχαμνά, στο σβέρκο, στα βυζιά. Του κατάφερνα από καμιά με το ελεύθερο χέρι. Το άλλο του μαχαιριού το φύλαγα γιατί το είχε στο μάτι. Το’πιασε να το στρίψει να το σπάσει. Τον κλώτσησα στο γόνατο. Πήρε φόρα. Ο κρότος στο κεφάλι μου έφερε κουφαμάρα. Νύχιασε τα σκυλομάγουλά μου. Με πήρε απ’το λαιμό. Με πήγε στο ξυλοντούβαρο. Μου έτριψε τη μούρη στις ακίδες. Δεύτερη μες στο μάτι. Η γροθιά εκείνη ήταν αρβυλιά, εκατό πονοκέφαλοι μαζί. Πέσαμε στη γη. Νόμισε πως η λαβή μου θα ενδώσει. Γυρίσαμε τρεις τούμπες. Απλώθηκε να πάρει μια τάβλα απ’το κρεβάτι. Αν την έφτανε θα είχε φύγει σώος. Δεν την έφτασε. Τον γύρισα άλλη μια. Σήκωσε το χέρι με τα δάχτυλα καρφιά. Σκόπευε να τα μπήξει στις κόγχες των ματιών μου. Τότε είδα τη λάμα που λύγισε μια στιγμή πριν βγει από την άλλη μεριά της παλάμης του. Τράβηξα το μαχαίρι πίσω. Δεν είχε φτάσει η ώρα μου ακόμα. Η δική του όμως είχε ‘ρθεί.
Του έσκισα το λαιμό πέντε γύρες δώθε πέρα για να σιγουρευτώ. Η μύτη και το στόμα μου έσταζαν αίμα πάνω στο αίμα του. Ήταν αξεχώριστα στο μάτι, εκείνου όμως ήταν αίμα του πεθαμένου κι εμένα του ζωντανού. Με το ζόρι έβαλα κόντρα στα δάχτυλα να σηκωθώ. Κοίταξα τριγύρω για θεατές. Άλλος στην αποθήκη δεν υπήρχε. Πέταξα το μαχαίρι. Βγήκα ξανά έξω στο φως.
Μόλις έστριψα να πάρω το χωματόδρομο προς τη Ζυρόνα, είδα και το φυγά. Απομακρυνόταν τρεχάτος, ένα σκίτσο από κάρβουνο κόντρα στη λιακάδα. Εμένα το χαρτί μου είχε ένα όνομα. Εδώ τα νέα είχαν φτάσει ζεστά και περίμεναν απ’οίκω δυο.
Οι σόλες του τρίβονταν στο χιόνι και το χώμα.
Κρρρκ. Κρρκ. Κρρρκ. Κρρκ. 
Κρρρκ κρρκ κρρρκ κρρκ.
Παρέλαση βιασύνης.
Απομακρυνόταν όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Κράδαινε ένα τουφέκι. Δεν κοιτούσε πίσω. Ήξερε τι θα έβρισκε να δει. Βλαστήμησα όλους τους Αποστόλους του Χριστού. Ξαναμπήκα στην αποθήκη. Έψαξα τα ρούχα του νεκρού. Μισό ψωμί στη μια τσέπη. Ένα φλασκί στην άλλη αδειανό. Πιστόλι δεν είχε. Στάθηκα και παρατήρησα το εσωτερικό της αποθήκης: ξυλοκιβώτια, καπάκια σε στοίβα χωριστή, σακιά με αλεύρι, σακιά με φασόλια, ένας κουβάς, χαλί από παλιό άχυρο και στεγνωμένη λάσπη, λίγη αλογοκοπριά. Δυο άντρες, μια καραμπίνα. Αυτός ήταν ο όρος του παιχνιδιού; Δεν είχα περιθώριο για άλλο χασομέρι. Μάζεψα το μαχαίρι από κάτω. Έτρεξα προς τους λόφους με όλη μου τη δύναμη.
Ο άλλος δεν είχε πάει μακριά. Είχε διαλέξει να τρέχει μέσα στα χωράφια, εκεί που ήταν απάτητο το χιόνι, για να με δυσκολέψει. Τα βήματα βαθούλωναν και γλιστροκοπούσαν. Έβγαζα χνώτα σαν αλόγου σκαρφαλώνοντας την ανεβασιά. Το αίμα μου έσταζε δραματικό έτσι που ζοριζόμουν. Ζεστό όπως ήταν, το χιόνι κάτω από τις σταξιές γινότανε νερό.
Ο άντρας έτρεχε κι αυτός όπως μπορούσε. Ήταν τροφαντεμένος. Ποιος ξέρει πόσο πιο νωρίς είχε πάρει να τρέχει και δεν τον είχα δει. Η καραμπίνα κουνιόταν σα ραβδί δεξιά κι αριστερά. Είχα λαχανιάσει τόσο να τον προλάβω που με άκουσε. Γύρισε να με δει. Μας χώριζαν πενήντα μέτρα. Πενήντα μέτρα το πολύ. Επιτάχυνε βογγώντας. Το σώβρακό του ξεκουμπώθηκε. Ξεκρεμάστηκε. Πια κυνηγούσα δυο κωλομέρια μέσα στην παγωνιά.
Σε λίγο θα περνούσαμε τον κίτρινο φράχτη. Μισό χιλιόμετρο από εκεί βρίσκονταν τα πρώτα σπίτια. Έπρεπε να λύσω το πρόβλημα μέσα σε λίγες δρασκελιές, αλλιώς θα φανερωνόμασταν στους κατοίκους των σπιτιών, κι εκείνος θα ήταν ένας ολοκαίνουριος μπελάς που χρειαζόταν άλλου είδους μέτρα.
Έβγαλα μια φωνή. Τα μπούτια μου είχαν πάρει φωτιά. Κόντευαν να μαγκώσουν. Έβγαλα μια φωνή για να μπορέσω να τα αγνοήσω. Ο άντρας σταμάτησε και με σημάδεψε. Έδωσα ένα σάλτο. Έπεσα πάνω του. Τη στιγμή εκείνη το τουφέκι εκπυρσοκροτούσε διαγράφοντας μια καμπύλη πορεία προς τον ουρανό. Έκανε να στρέψει την κάννη στη μεριά μου ουρλιάζοντας αλλά την είχα κάτω απ’την κνήμη μου και το σίδερο με έκοβε καθώς έβαζε κόντρα. Κάρφωσα το μαχαίρι μια φορά στη λακκούβα του λαιμού να μη φωνάζει. Μετά άλλες δυο φορές στις καρωτίδες. Το αίμα του σαν συντριβάνι της στιγμής πήγε προς το δρόμο που είχαν χαράξει τα σκάγια από πριν κι επέστρεψε βροχή του μελανιού πάνω μας και στο χιόνι.
Κοιτούσα παρανοϊκά τους λόφους του λευκού και του πρασίνου. Δεν υπήρχε κανείς. Τις αποθήκες τις είχαμε αφήσει πίσω. Δυο σπουργίτια σε χαμηλή πτήση έξυσαν το περίγραμμα του αγρού. Τινάχτηκα σαν κουνέλι.

Έπρεπε να εξαφανιστώ το γρηγορότερο.

Ψιλολόγια

Μας πήρε το ΚΤΕΛ της Παλιοκαστρίτσας. Στεκόμασταν μια ώρα σχεδόν δίπλα στο σπίτι του πατέρα που έχει μια εγγονιά που του είναι και κόρη επειδή δεν ξέρει τι και τι δεν πρέπει να γαμάει. Κάηκα σύσαρκα, ρώτησα πολλές φορές γιατί, ενώ τα είχα όλα απαντημένα. Δεν ήθελα να κάτσω τον κώλο μου στις θέσεις με το χνουδοκάλυμμα που είχε ποτίσει ιδρώτα ρωσικό και ιόνιο νερό, γι'αυτό χρονοτριβούσα. Ο εισπράχτορας ο δέκα χρόνια μικρότερός μου απορούσε.

Από το σταθμό πήγαμε γραμμή για το Σαρόκκο. Εκεί αγόρασε δυο φουστάνια, σύνολο κοντά στο διακοσάρι. Δεν είχαμε κάνει ούτε εκατό μέτρα και την έπιασε ανησυχία.
-Τι;
-Είμαι εμφανίσιμη μ'αυτό το παλιό;
-Καλή είσαι.
-Πάμε κάπου να αλλάξω. Να βάλω ένα από τα καινούρια.

Ήπια μια μπύρα μονορούφι σε έναν παρηκμοκαφενέ αντί να διαφωνήσω, δικά της τα χιλιόμετρα, δικός της και ο γαμωκερκυραίος. Αυτή χώθηκε στα έγκατα και επέστρεψε πιο σένια, με την ταμπέλα να κρέμεται από τα πίσω της λαιμόκοψης.
-Μπορείς να το κόψεις;
-Δε μπορώ. Θα στο κρύψω από μέσα.

Στον καθεδρικό γιόρταζαν έναν γάμο. Το μαγαζί του άντρα απέναντι ήταν κλειστό για την ημέρα του Κυρίου (την Κυριακή, όχι το Σαμπάτ). Αυτή ήρθε πέντε και δυο ώρες δρόμο μήπως και τον δει ξανά. Ο μόνος λόγος που ήρθε. Ατύχησε στη μέρα. Εγώ όμως τον είδα μόλις την περασμένη και ήταν καλά και ζωντανός και μόνος. Πρόλαβε και με έβρεξε το σύγκρυο του ανταμώματος στα δευτερόλεπτά μας. Μπήκα στο φαρμακείο σα να μην έτρεχε κάστανο, έκανα τη δουλειά μου και έφυγα από την άλλη πόρτα. Δεν ξέρω αν με θυμήθηκε.

Καθίσαμε στο πλατύσκαλο με τους βασιλικούς που τελευτούν αυτήν την εποχή. Τα μαλλιά μας ενώνονταν πίσω από τις πλάτες μας και έφτιαχναν μαξιλάρι που θύμιζε μαζική ανώδυνη ορθορραγία. Άνοιγε το σακούλι του καπνού, ρουθούνιζε, το έκλεινε μετά.
-Μια γυναίκα πήδηξε απ'το φρούριο προχτές.
-Και;

Χάζευε έναν πούστη ξανθό ξυρισμένο πεζοναύτη με γενειάδα που είναι της μοδός. Αυτός έπαιζε ξερή -ξερή- με μια γυναίκα αλογίσια που έβλεπε τη μικρή με ζήλεια ή με γούστο. Μου ανέβαινε η ψυχή ολόκληρη στο στόμα όσο τη σκεφτόμουν φθαρτή, θνητή, διάττουσα σαν πλακούντα. Έπινα εναλλάξ μια γουλιά από το τζην τόνικ και μια γουλιά από τον εσπρέσσο της με τα προσδιοριστικά που ήταν σκέτη μπαρούτη για όποιον δεν είναι συνηθισμένος. Κάπου πιο πέρα μια από τις χίλιες μπάντες του νησιού τρόμπαρε τα χάλκινα και έπαιζε μουσικές. Οι τουρίστες που περνούσαν από το σημείο μύριζαν καρύδα, απελπισία και άφτερ σαν.

Στο λεωφορείο της επιστροφής έπαιξε έναν ψηλό Ρώσο με τα μάτια. Η γυναίκα του ήταν απασχολημένη με τις στάσεις και έχασε την παράσταση. Η άσφαλτος ήταν μαλακωμένη. Περάσαμε από το νοσοκομείο και νόμισα πως με είδα στην πιάτσα των ταξί με τη ρόμπα, τα μπλε και τις παντόφλες, αλλά ήταν μια παρειδωλία. Μετά τα Γουβιά, έβαλε το χεράκι της πάνω στο γόνατό μου, είπε Θα μου λείψεις, και συνέχισε τη μαλακία με το Ρώσο και τα πεταχτά αυτιά του ώσπου να κατεβούμε.

-

Έχω δυο παλούκια ξεβρασμένα από τη δυτική μεριά πάνω στο τραπέζι που πήρα από το σπίτι του παπά. Τα έχω τρίψει στο σαγρέ γιατί δεν έχω γυαλόχαρτο εδώ, τα έχω πλύνει και στεγνώσει. Η Ο. με ρώτησε δικαίως σχετικά: Was tust du nun mit d'n? Τα πόδια μου τα έχω επάνω στη διπλανή καρέκλα γιατί κάτω από το τραπέζι είναι τα εμφιαλωμένα και δεν υπάρχει χώρος. Η πορνοτράπουλα και το ποτήρι κάθονται πάνω σε ένα τεφτεράκι με τίτλο Συμβουλές Γέροντος σε χριστιανούς που ζουν στον κόσμο, εικοσπέντε σελίδες με τυπογραφία για πρεσβύωπες. Ευλογημένοι είναι αυτοί που μαρτυρούν αλλά σωπαίνουν. Το τραπεζομάντηλο μουλιάζει από τα μυξόχαρτα. Τώρα που νύχτωσε θα γίνω πάλι σκύλος. Θα βγω να κατουρήσω στις βατομουριές. Θα πάω στο μέρος μου να φάω από τη ζωοτροφή. Ο ιδρώτας ξερνιέται από το σπανό στομάχι μου και τα χλωμά πλευρά όπως ξερνάει το νερό της μια αποτυχημένη ζύμη για ψωμί.

Στο άλλο χωριό είναι ο Τ. με τον οποίο έχουμε μερικά κοινά. Φοράει δαχτυλίδι στο ίδιο δάχτυλο που το φορώ κι εγώ, έχασε ένα βουνό λεφτά στην τύχη, κάθεται σκυφτός με τα βλέφαρα πρησμένα και δε μιλάει πολύ (και όταν μιλάει, θα είναι για να πει κάποια κοινοτοπία, όπως κι εγώ). Πριν δυο χρόνια, ο Τ. θα είχε πεθάνει. Τον βρήκε η γυναίκα του κρυψίνοο και ισχαιμικό κλεισμένο στη ντουλάπα του ξενώνα στο σπίτι τους στη Γαρίτσα. Τον πήρε συρτό, τον τσουβάλιασε στο αμάξι, παραβίασε όλα τα φανάρια και τον διακόμισε νεκρό. Κάποιος συνάδερφος που αισθανόταν ηρωικός τον απινίδωσε, και του ήταν γραφτό να ξαναζήσει. Έτσι ο Τ. δεν κατάφερε να αποδράσει. Η γυναίκα του είναι από εκείνες τις πανέξυπνες, στοϊκές κυρίες που κάπως καταλήγουν με άντρες τελείως ανάξιούς τους. Και τώρα που πέρασε η εποχή του Τ. του αλογατζή και του δυνάστη, τώρα ήρθε η ώρα της να λάμψει. Την περασμένη Τετάρτη το πρωί με είδε στην ταβέρνα και μου έδωσε ό,τι ντομάτα είχε μαζέψει από το χωράφι με τα φίδια. Ο Τ. καθόταν δίπλα μου στον πάγκο, διπλωμένος με τις τιράντες του σαν δώρο ή σα δέμα. Η γυναίκα άδειασε την ποδιά της και κάθισε ανάμεσά μας, ανάμεσα σε ένα παρελθόν και ένα μέλλον αμφότερα ημιτελή και τελειωμένα.

Πίσω στην αρτοποιία. Βγήκε η βρώμα στα άλλα χωριά πως ο γιατρός είναι τεμπελαράς. Μέσα από την ομίχλη του Υπνοσεντόν και του Ζυπρέξα, κάποια πράγματα απαυγάζουν εντυπωσιακά. Είμαι όντως τεμπελαράς. Τους τελευταίους μήνες έμενα νηστικός γι'αυτό το λόγο. Τώρα τρώω τέσσερα γεύματα τη μέρα θεραπευτικά, συνήθως με το ζόρι. Όχι επειδή μου είπαν πως δε θα μπορώ να παντρευτώ αν μοιάζω με φυματικός, μα επειδή αν είναι να με βρει κάποια γυναίκα πολύ καλή για μένα πεθαμένο, προτιμώ να με βρει γεροδεμένο παρά ψευτοασκητικό. Ανεβάζω την πατούσα στο κάθισμα της καρέκλας και χώνω το γόνατο εμπρός από τη μασχάλη. Κολλάνε μεταξύ τους όπως τα δάχτυλα και το ζυμάρι. Αλεύρι και αίμα ξινισμένο μες στη ζέστη είναι η συνταγή του ζυμωτή που μας ζυμώνει όλους. Και όταν πέφτει το γουδί, κανείς δεν ομολογεί πως τα πράγματα σκουραίνουν για να μην τον πούνε χέστη. ΕΓΩ όμως που έχω τώρα ξεμείνει, δε ντρέπομαι να το παραδεχτώ: η δυσκολία σφίγγει όταν σφίγγω τη θηλιά και κάνω δεύτερες σκέψεις.