© 2008 - 2015


-

Archiv

Blogger news

Blogger templates

 

+

Umblättern

Kategorien

 

Μελιταίος

Μουσκίδι από σάπιο σανό, ζώα στο προσκεφάλι
κουφός στον ύπνο, τυφλός τη χαραυγή
το λαρύγγι δαρτό κι οι οίακες αυτοερωτική θηλιά
γλυκάνισος δέσμη λευκή στο χέρι της παρθένου

ηλιοστάσιο κρυμμένος στο σκοτάδι της σπηλιάς
ψύχρα δεκεμβριανή κι η υγρασία στάγδην
χύνεται χωρίς περιστροφές δίπλα στο σουβλί του Swan Ganz
το μέταλλο κάνει την αμμουδιά γυαλόχωμα

οξύς καταρράχτης του μελιού, η όψη αποτραβιέται
το ρίγος πάει κι έρχεται, το ρίγος
πάει κι έρχεται
μαζί κι ο πυρετός, ως το βρασμό

δεν είναι απ'τα χτικιά που συγχωρούν
για αίμα έχω τώρα την ίδια μου τη γη
λέμφο το κλάμα της κυράς
σκέτο θαλασσινό νερό απ'τον αφρό του Wittdün
.


Siècle des lumières

Das letzte Wort gehört mir. Ich schaue durch die Welt, die Welt ist nahezu blind. An manchen Tagen kokle ich, es wird immer rund. Du sollst mir beibringen, wie man sich Hals über Kopf verliebt sein kann. Komm und hilf, dann üben wir autarke hohle Macht aus, rechte Gesindelkönige. Sei es wie es sei, wir pilgern weiter, Erleuchtung rückt heran.

Ονειρικό παραλήρημα

Έφτασα στο σπίτι απόγεμα. Κουβάλησα τα ρούχα και τα άφησα δίπλα στο άχρηστο σαλόνι που σκονίζεται. Η μάνα σου με υποδέχτηκε με εκείνη τη συγκρατημένη εγκαρδιότητα που ίσως είναι βιτρίνα της αντιπάθειάς της για το είδος μου. Μύριζε από ζυμωμένο κιμά και τα αφράτα μέλη της κινούνταν με τη γνώση της εξουσίας τους στο νοικοκυριό της. Αράδιασα τα βιβλία στο γραφείο σου, κάθησα φάτσα κάρτα στα ξακρισμένα παράθυρα βλέποντας το επικείμενο ηλιοβασίλεμα να καθρεφτίζεται απ'τα παράθυρα της άλλης μεριάς. Τα στοιχεία τυπωμένα πάνω στις ξύλινες μεμβράνες μίκραιναν και μίκραιναν και οι φακοί μου σκλήραιναν από την προσμονή του γήρατος τόσο που στο τέλος έπαψαν να ξεχωρίζουν το ένα γράμμα από το άλλο, και όλα ήταν ένας σκιώδης αχταρμάς σαν αίμα σε πανί που γράφτηκε σε ασπρόμαυρη ταινία που λύγισε και μαλάκωσε απ'τη ζέστη. Έτσι ο εγγύς μου κόσμος ήτανε το ίδιο θολός όπως ο μακρυνός μου. Καλύτερα έβλεπα ακούγοντας τους κώνους της σιωπής που ταμπώναραν τα αυτιά μου, καλύτερα έβλεπα νιώθοντας τις πορτοκαλιές ακτίνες που με έβρισκαν στην πλάτη σα μαχαιριές γαλλίου, η ημερήσια πρόοδος ήταν σαφής και ξεκάθαρη μες απ'τα καινούρια μου πολυεστιακά γυαλιά. Ξεχείλιζα άχρωμο και άοσμο εμετό, ένα ζουμί που δε σε βρέχει, τα μάτια μου είχαν πρηστεί στην ανάδυση των νεύρων, δε θυμόμουν τίποτα από όσα με καταδίωκαν τον περισσότερο καιρό. Ένιωθα σε κάθε πληγή του εαυτού μου τα γινάτια της ανοσοπαράλυσης, με κατέβαλλε η παραίτηση εκείνου που έχει πια μάθει για το θάνατό του. 

Απ'τον πύργο μου είδα ένα τερατώδες αγροτικό που σταμάτησε στο δρόμο εμπρός, δίπλα στη στάση. Στη θέση του οδηγού ένας μελαμψός με παντελόνι σαν ψαρά κρατούσε το τιμόνι με τα πόδια στο ταμπλώ, ο πατέρας του σκυμμένος κάτω με τα χέρια στα πεντάλ και το λεβιέ, θα'σκαγε από το σύνδρομο άνω κοίλης. Πίσω είδα εσένα, χωρίς να σε γνωρίζω, ο ήλιος σε είχε κάνει θερινό, το μουστάκι ήταν το ίδιο, έψαξα κάτι που είχα ξαναγγίξει με το στόμα, ήσουν εσύ, ο ίδιος. Το ψάθινο καπέλο της σειράς, μαυρισμένο απ'το πιάσε βάλε και τις χαιρετούρες, σκονισμένο ραφή ραφή και κόμπο κόμπο σου έδινε επιπόλαιο μυστήριο μα ήταν μια απάτη, κι εσύ ήσουν φανερός. Πήδηξες κάτω ζωντανός, και μαζί σου χύθηκαν μες στην αυλή ένας στρατός από άλλους νέους, άντρες κάθε λογής και γυναίκες πάνω κάτω μιας παρόμοιας κοψιάς, ντυμένοι για παράκτια αμαρτία, τρύγο και λάδι από πέρσι, τους έφερνες όπως η φλύδα από σαπούνι μέσα στο βούτυρο που έχει λιώσει κουβαλάει την καυστική της άλω. Σύντομα το κεφάλι μου καταιγιζόταν από ρυθμούς που δε θα προλάβαινα να χορέψω παρά μονάχα στην καρδιά, ψάρι την ώρα που σκάει το μπουρλότο. Βρέθηκα από παράσυρση να στέκομαι υπόλογος στη σκοτεινή τηλεόραση που δεν είχα δει ποτέ αναμμένη. Στο βάθος μου χαμογέλασες, επιστρέφοντας ταν, σωστός γιος της Γοργούς και μεθώντας τους άλλους με αίμα που κύλησε πηχτό, βρήκε τις στάλες της δροσιάς στις πρασινάδες και έγινε κρασί. Η μόνη απάντηση που είχα ήταν το νεύμα του σακάτη κι η συνοφρύωσή του. Αποφάσισα να κατουρήσω στο δωμάτιο με τα πλακάκια που όταν τα πάταγες ξυπόλυτος πάταγες κάθε γωνιά της γης, κι ήταν όπως όλα τα δωμάτια μα τα πλακάκια μιλούσαν στις πατούσες σφαιρικά, λες και σε κατάπινε ο ίδιος ο πλανήτης και τον μάθαινες απ'τα μέσα. Στάθηκα με την πλάτη στην πόρτα, για να με χνωτίσει στον ώμο η ανάσα τεσσάρων γυναικών, αντίκρυσα τριανταδυό τομείς λιπασμένους από πείνα και κάτι άλλο, συγγενές. Έσπρωξα τα όμορφα σώματα που μαζεύονταν σαν υδρόφοβα κεραμύδια στο δάσος της βροχής. Υποχωρώντας με ακρίβεια και εκείνον το φαινομενικά ψυχρό σχεδιασμό που έχει το τρέξιμο του λαγού, πρόλαβα ίσα ίσα να μαζέψω μουλιασμένα και φουσκωτά τα βιβλία που είχε κάποιος από τη συντροφιά μεταφέρει στο προσκέφαλο του άναρχου κρεβατιού κι είχαν ρουφήξει νυχτερινούς ιδρώτες από όλες τις εποχές. Κατρακύλησα τις σκάλες πάνω στα πόδια μου που έτρεμαν, σε αντάμωσα ξανά, ήξερες κι εσύ
-Σύντομα θα έχουν πάψει όλα, είπες κι η σιγουριά σου έφτανε ως τις τελευταίες παρυφές των ζωντανών, άκρη άκρη στους θαλάμους και πίσω απ'τα πένθιμα παραβάν, μα πού να βάψει τη στέππα των θηραμάτων;

Φορτώθηκα στ'αυτοκίνητο, έβαλα μπρος με την ψυχή στο στόμα, σαν κούπα που πέφτει γεμάτη μαρμελάδα την ώρα του δεκατιανού στην Πελοπόννησο έσπευσαν δέκα μέλισσες για να'ρθουνε κι αυτές, δεν είχε σημασία -βγαίνοντας απ'τον αυλόγυρο, το ράδιο έπαιζε ένα επικήδειο εμβατήριο, μόνο που οι πεθαμένοι δεν ακούν και πήρα λάθος ρότα. Ο ουρανός σημαδευόταν όπως όλες οι ράχες του κοπαδιού από τα σχέδια του Λίχτενμπεργκ, το ξημέρωμα θα σας περνούσε η καταιγίδα. Η άσφαλτος λιγόστευε, δεν είχα ιδέα προς τα πού τραβούσα, οι επιβάτες έφθιναν σιγά σιγά προς σκόνη, ο κινητήρας έπαψε τα ομόκεντρα του κύκλου του Όττο τα τερτίπια, κι εγώ... εγώ έγινα αιμοσφαίρια που φυγοκεντρίζονταν σε τροχιά.

Το φως του εφημερείου

Κάποιος βλεφαρίζει μες στα σκοτεινά κι ακούγεται ο λειψός ήχος του πανάκριβου οργάνου. Με τα αισθητήρια του τυφλού και το ραβδί, από τη μια αντιλαμβάνομαι τον τοίχο της λαδομπογιάς κι από την άλλη τα ποδάρια του κρεβατιού. Πιο δίπλα σκροπίζουν οι γόπες απ'το κουτί που γκρεμίστηκε απ'τη σκουπιδοσακούλα. Η επιστήθια θέρμη αυτού που αρρωσταίνει λιώνει στο πέρασμα της γλύκας του οθωμανικού καπνού. Ώσπου να 'ρθει το χέρι απ'την τσέπη για να στρώσει το πράσινο παντελόνι που βιαστικά απάντησα στην ιματιοθήκη, έχουνε κλείσει δυο φορές που στήσαμε το χορό γύρω απ'τον πρώτο ευεργέτη της ημέρας, κι εγώ είμαι δυο χρόνια πιο μπροστά στην ηλικία. Το λάστιχο του παντελονιού είναι τριμμένο ως τον αφανισμό και το'χω ζωναριάσει όπως όπως με τσιρότο εκατέρωθεν της λευκής γραμμής. Τα μπατζάκια είναι κάλτσες μες στα τσόκαρα, οι πατούσες ξυλιάζουν παρά το φάσκιωμα, να'ναι καλά το μαντζούνι του ιντεράλ που ψιθυρίζει κρυφά ο μάγος της φυλής στ'αυτιά των χειρουργών που τρέμουν. Στο παραδίπλα δωμάτιο που είναι τετράκλινο πριονίζουν διπλά ροχαλητά. Εδώ είναι το κελί της σιωπής. Εντός μου χρονοτριβεί ακόμα ο αμανές που έπαιξε τελευταίος στο ραδιοφωνάκι της κουζίνας. Όπως το μέτωπο που συναντάει η σταγόνα απ'το πρωί ως το επόμενο, κι έπειτα το ελάχιστο σφυρί είναι βαριοπούλα και συνεχίζει χωρίς ύλη τη μηχανική δουλειά του, έτσι και τώρα μες στη μοναξιά αισθάνομαι τον κόσμο πάσχοντα και συνοδό να φέρνει σβούρες σα δερβίσης κι ο αέρας που σηκώνουνε μαζί με την ιδρωμένη σκόνη των επειγόντων με βρίσκει σε όλα τα εκτεθειμένα μέρη, ξυραφιές πολλές σαν τους διαύλους του ασβεστίου των λείων μυοκυττάρων που διακρίνονται μόνο μέσα από ηλεκτρομαγνητική διόπτρα. Μια σκέψη για τα σύνεργα που έχω αφήσει σπίτι, και μια παραδοχή για τα όσα δε θυμάμαι: η θεραπεία - η γνώση. Η ίαση;
Στο λεπτό στρώμα των δακρύων και το λιμνίο που στέγνωσε στεφάνι προς στεφάνι με την αγρύπνια και το αγνάντι του θανάτου, οι ίδιοι μου οι βλεφαρισμοί διαβάζουν ανάγλυφα τα όσα έχω δει απ'όταν πρωτοβγήκα απ'το λαγούμι των παιδιών στα αναχώματα του πολέμου που εκτυλίσσεται όπως κινούνται οι σαύρες μες στο κρύο. Έτσι και το πυρετώδες βράδυ στον κάμπο του μαρτυρίου βάφεται λιγότερο εχθρικό απ'όσους έχουν μάθει να λένε ευχαριστώ που τα κατάφεραν. Και με την ίδια ομόκεντρη στρατηγική του συστηματικού καλοκαιριού, με απέραντη υπομονή και χωρίς ν'ακούγεται παράπονο, ξεραίνεται κι η λίμνη του Άη - Βασίλη, την οποία καθώς τσουλάει το αυτοκίνητο κρεμασμένο στην τετάρτη που θα σκάσει, φαντασιώνομαι να κάνω δικιά μου σε αυτόκλητο αναδασμό και να σπέρνω με ηλιόσπορα και άλλες πρασινάδες που θα μάθω στην πορεία, καθώς θα γίνω μαθητής της ανοιξιάτικης ζωής κι όχι της φθισικής.
Η πρωτόγονη αγωγή παρηγοριάς των καταθλιπτικών με στέλνει αύτανδρο στη μανία. Κατά ομάδες νεύρωσης και με φυγόκεντρη ορμή το άθροισμα μηδέν κι η απώλεια όση μπορούσε το ζάχαρο πενήντα να χρεώσει, η αιμωδία της υπερώας απ'τη λαχτάρα, το επινεφριδιακό ξερατό του γιατρού που τ'αφήνει όλα πίσω ενώ βλέπει σφαγμένη, σαφέστερη από την παρασκευασμένη σαφηνή, την κάτω κοίλη φλέβα να κολυμπάει και να πίνει τον πιο χάλκινο χρυσό, η τρέλα ανεβαίνει απ'την οσφύ αμφοτερόπλευρα ως το κεφάλι. Να είναι φαιοχρωμοκύττωμα αυτό που με σκοτώνει; Όχι, τόσο ξέρω για να πω. Ο ρυθμός ακούει τον πυροβολισμό του διαιτητή και ξεκινάει να τρέξει σαν άλογο στην κούρσα, τα στοιχήματα πιάνουνε θέσεις στα λαούτα, χαμένοι όλοι χαμένος κι ο τυχερός κι ο κλέφτης, οι γύροι σ'αυτόν τον ιππόδρομο με χόριο για χώμα και ιδρώτα για ουρανό απειρίζονται σαν καστανή ματιά.
-Καλά είσαι;
Η καρέκλα του θεραπευτή μετακινήθηκε πλέον στη σκηνή, τη βρίσκω άκρη άκρη. Απέναντι λιμοκτονεί ένα κοινό που σκίζεται για δράμα κι η πείνα παροξύνεται στην όψη του ξεντυμένου φόβου, και φανερώνονται οι παρωτιδικοί πόροι που βρέχουνε τις γλώσσες και τα χείλη σα να'χει πάρει το δρόμο της η γέννα του υδραμνίου, η στάθμη του χυλού έχει φτάσει ως τη μέση, τα τσιρότα μαλακώνουν και ξεκολλούν, το παντελόνι φεύγει, με το άσπρο βρακί και την αλυσίδα στον καρπό βλέπω τώρα θεατής γκουρλωμένος από πείνα το αξίωμα να σβήνει και να πλένεται.
Μπράτσα ορθοπαιδικά με λύνουν και με δένουν, με αρπάζουν σακιασμένο ενώ γελώ παραληρηματικός και τελειωμένος
-ΧΑ ΧΑ ΧΑ, ΧΑ ΧΑ ΧΑ ΧΑ!
Το φως ανάβει, πυρσός μέσα σε ανεξερεύνητη κοιλιά, γύρω ασφυξία κι η ζέστη του ηλεκτροκαυτηρίου, μια λαπαροσκόπηση ρουτίνας, το φως του εφημερείου, το φως, το φως είναι μέσα σου.

Ματθαίος

Ο οσφρητικός βολβός έρπει σε κόκκους από χρυσή άμμο
ανάμεσα στα θαλασσοτριμμένα πετραδάκια
κομμάτια από καβουροκαύκαλα, 
σκόνη λεπτή μόσχου και κουρκουμά

άρτιο παβλοφικό παιχνίδι με φέρνει βόλτες
πάνω στην πυρωμένη λαμαρίνα
στην έφοδό της το κοντανάσαιμα με στέλνει
στην άκρη της ζωής μου

το πιστό μου πρόσωπο γδάρθηκε κατανυκτικά
στα πολύχρωμά σου γένια, η γλώσσα μου
ξέχασε όλες τις άλλες γεύσεις
οι μικροσκοπικοί μύες της ίριδας με το μέλι και το χώμα

λιώνουν καθώς τους βράζουν οι βενζοδιαζεπίνες και το ποτό
όπως όλοι οι άλλοι μύες στην πλημμύρα του καμάτου
το πρωί βρίσκει τη γη σαν κεφαλή καρφίτσας και τη θάλασσα
να τυλίγει τη γη και να κλέβει όλο το φως της μέρας μυδριασμένη

το ανθρωπάριο του Πέννφιλντ σα να'χει μπει στην έλξη
έχουνε μείνει τα χείλη στο μουστάκι, τα ακροδάχτυλα 
στις τρεις ξεχωριστές σου εποχές, Αιδεσιμότατε
πέφτω στα γόνατα κι απαρνούμαι το χρίσμα των άλλων εραστών

άδραξέ με απ'το λαιμό
και βόγγηξε μαζί μου την ώρα που το αίμα θα πάρει να πήζει στα αγγεία του βυθού.