© 2008 - 2015


-

Archiv

Blogger news

Blogger templates

 

+

Umblättern

Kategorien

 

±




Λέξεις, λέξεις, τόση ακρίβεια στην κάθε πετούμενη ιδέα, τόση ακρίβεια χαμένη.

Ruffian

It's a real pity you can't run

because
when the dogs with the dengue fever eyes
shed your skin apart, shatter your bones in snowy stars

there is no deliverance from your most contented god

It's a real pity you can't run
as fast as the Ruffian you are by tenet and no

truth
be told, I take my sin at heart with a smile
at the spilling of your blood, at the clenching of their jaws

locked by the poison of rust, and pray on my knees...



שיבולת


Shibboleth:
die Funkschweigsamkeit bringt die Regierung um
wir haben uns die gute alte Zeit entgehen gelassen
.

How far a bull can throw a man

Do any knots seem loose because oh they are they are

will your only lung tear apart
will your only lung

---

Does the room blur from loss to loss,
my glasses slide off thank you nurse

something's bleeding in the sink
diathermy please fast

---

that's when we're standing up and pissed ourselves
the air was stuck

so I thought I heard you ask
how far a bull can throw a man

the scalpel rushed to tell
hey, you got 
the plague on your hand
the plague on your hand

---

Ich lege mich auf den Badboden hin


und der Morgen kommt 
friedenstiftend

Η ελίτ

Γύρω απ'το τραπέζι πλατσουρίζουμε
στην ξοδεμένη ρώμη του περιστατικού

το αίμα που δεν πήζει είναι του πεθαμένου
και του βασιλικού

---

Σε άκουσα παλιότερα να λες αυτός
έχει δειλή καρδιά και πόδια από ξύλο

θα του μετρήσω δυο μετάνοιες
ως να τον συντρίψει το σφίξιμο της θωρακοτομής

---

Για όσους σακάτες φόβισες
φταίει η αδηφαγία του σιεόλ

για όλους τους υπόλοιπους
έκανες λάθρα ράμμα από χρυσό.

#34

Ο ήχος του αργού μεσημεριού

Ώρες ώρες έστριβα το τιμόνι κι έπαιρνε μαζί με τα ημιαξόνια ένα βαρύ κορμί στροφή, ανακατεύονταν όλα όπως τα χρώματα της ρόδας του Νεύτωνα σ'ένα ημίαιμο λευκό, ένα απροσδιόριστο νεογνό φως, οι σάρκες μου και τα λιγότερα από ξύλινα οστά μου με τους μουσαμάδες, τα αλουμίνια και τα πλαστικά, δίχτυ από λεπτά νήματα με περίτεχνους κόμπους. Τα καλώδια μονωμένα απ'τη γλοία ξεχύνονταν απ'το κουρκούτι τους κι επιμηκύνονταν τόσο και διηθούσαν ενάντια στη φύση τους. Είχα άριστη αίσθηση σημείων εκτός του εαυτού μου γιατί ο ίδιος έφτανα ως εκεί. Έστριβα το τιμόνι κι έστριβα ασήκωτος μες στα στενά, ασήκωτος και κακοσυντηρημένος. Ήμουν αγεωμέτρητος, με έζωνε η κρυφή αμφιβολία όταν ξεκινούσα στα τυφλά να εναρμονίσω το όχημα με την άσφαλτο και τα πνιγηρά της πεζοδρόμια. Κι έτσι αγεωμέτρητος καθώς ήμουν κάθε φορά κατάφερνα να γλιτώσω κάπως με φροντίδα τα κράσπεδα απ'το σπαραγμό της καταχώσεως. Η ψυχή μου το'ξερε κι όλα τα εικοσιένα που δεν ήρθανε ποτέ πάνω στην τσόχα. Η παχουλή μου τύχη έρευε σε κάθε αλλαγή πορείας και τις νύχτες των ρεπώ δεν έμενε σταγόνα, σταγόνα δεν έμενε.

Η μάζα των άλλων, ζωικά μεγάφωνα φασαρίας, ήταν παράσιτη τις ώρες της αιχμής. Δεν χωρούσαν, φυτιλωμένοι απ'έξω συνδυασμένοι κατάλληλα όπως η φλόγα με το ιωδικό άλας του καλίου, ήθελε ελάχιστη ανάδευση απ'την εσωτερική της χώνεψης που συμβαίνει στους λασπόλακκους και γινόταν μέσα σκηνικό αυλαίας που ξηλώθηκε. Το να τους πηγαινοφέρνεις απ'τον έναν στον άλλο μικρό εγωιστικό προορισμό τους ήταν αναβάθμιση απ'το να πηγαινοφέρνεις τα ευγενή σφάγια στις παρυφές των άλλων τους μετενσαρκώσεων, ήταν ευθύνη μια, δυο κατηγορίες μεγαλύτερη. Στην πραγματικότητα ήταν μια επισιοτομή στην υπομονή μου, που έχαινε πια σα σκισμένος τράχηλος στα χέρια άπειρης μαμής. Ό,τι συνέβαινε πάνω στη ράχη μου ή πίσω της ή δίπλα στο αυτί μου ήτανε από άλλες αυτοκρατορίες, ήτανε γι'άλλους καλοντυμένους στρατιώτες.

Όταν συναντιόμουν με το αντίρροπο δρομολόγιο, πέτρωνα την όραση κι έγνεφα μηχανικά χωρίς να ξέρω ποιος γηραλέος προσκυνητής γυρνούσε ή πήγαινε αναλόγως του τι έκανα κι εγώ. Στη σκοτεινιά της διακριτικής αφαίρεσης, με τη δύση να καθρεφτίζεται στην επικλινή πόλη με το στενό λιμάνι όλα τα παράθυρα, όλα τα λαγούμια των κατοίκων ήταν ένα χάλκινο παγοδρόμιο κι έβλεπα αλλού είδωλα της λάμψης κι οδηγούσα ενστικτωδώς, το ρίσκο του μισαώρου πριν επιτέλους σουρουπώσει. Μια άλλη γραμμή που ούτε ήξερα πού πήγαινε ή αν την ήθελαν πολλοί, σφηνώθηκε δίπλα μου πάνω στη διασταύρωση καταιγίζοντας με τις άσπρες και πράσινες ρίγες και τα σλόγκαν για τους κινητήρες αιθανόλης τη γλαφυρή θέα. Στράφηκα με το βλέμμα πέτρινο, έγνεψα κουνώντας μόνο το μέτωπο, αν το επιτρέπει αυτό η σφιχτή ανατομία της περιοχής. Αργά η εστίασή μου ξαναγύρισε απ'την καλή μεριά και δίπλα είδα φιλτραρισμένο απ'τις πλεξιγκλάς πόρτες και τα ζωγραφισμένα φυλλαράκια του οικολογικού μας στόλου, έναν άντρα τρυφερό σαν χτυπημένο στο γουδοχέρι, να ξεδιαλύνεται απ'τα δάκρυα που έπαιρναν τη δίψα απ'τον ορθάμαχτο. (μου) Χαμογέλασε, το φανάρι άναψε πράσινο και με το γκάζι μαλακά κύλησα το ελεφαντινό κορμί μου στην κατηφόρα ενώ άκουγα να κρεμιέται το δικό του απ'το αυτόματο σασμάν.

Αποδιοργανωμένος όταν γύρισα στo τέρμα πετάχτηκα έξω και βρήκα κάποιον απ'τους πολλούς που τόσα χρόνια συναντούσα χωρίς πρόσωπο και ρώτησα, σε ποιο αμαξοστάσιο αφήνουν τα πενήντα; Σε ποιο; Σε ποιο; Σε ποιο; κι έκανε το λάθος ν'απαντήσει.

Ξέχασα το χαρτί και τη χασούρα κολυμπώντας στα κυλιόμενα ρεπώ, κάθε βδομάδα μια μέρα πιο νωρίς, το σπίτι ξεχασμένο κι οι οκτάωρες διαδρομές μίκραιναν, μίκραιναν κι εξαφανίζονταν στη σκιά της προσμονής, παράλυτες από ντροπή. Αγωνιώδης στραγγαλισμένος απ'το γιακά του πουκαμίσου κουμπωμένος πάνω πάνω τάχα με υψηλό σκοπό μα πίσω απ'όλα στην εφηβεία της παρακμής στεκόμουν πεινασμένος δίπλα στο κουβούκλιο της εισόδου κι έβλεπα τον έναν και τον άλλον να χτυπάνε τις κάρτες τους για σχολάσματα μηνών.

Όσο χτιζόταν αυτή η οπερέττα, δεν είχα γεύση ή όσφρηση ή ακοή, δεν είχα μνήμη. Ήμουν ένας θλιβερός λυμφατικός οδηγός μιας γραμμής που δεν ήξερα πού πήγαινε ή αν την ήθελαν πολλοί, πιο μαραζωμένος κι απ'αυτούς που με καλούσαν στις γιορτές συνταξιοδότησης και ποτέ δεν πήγαινα γιατί είχα να φροντίσω τη μανία μου που με είχε ανάγκη σαν άρρωστη μάνα. Κι όταν τελικά τα πιατίνια με τη βαμβακερή επένδυση σηματοδότησαν το τέλος του ταξιδιού, χύθηκαν θάλασσες από κομψά βερνικωτά μελάνια ενώ η καρδιά μου ετοιμαζόταν να με προδώσει καθώς άπλωνα το χέρι και του έπιανα το μπράτσο. Κι ήταν ακόμα και μετά από τόσο καιρό ίδιος με τη φωτογραφία, ή ίσως εντελώς διαφορετικός, μα το επιστέγασμα ήταν πως δεν είχε καμία σημασία όταν (μου) χαμογέλασε.

Περπατήσαμε με κάθε πρόνοια μακρυά απ'το αμαξοστάσιο και τον απορημένο υπεύθυνο κίνησης, ήμουν ακρωτηριασμένος σαν πεζός γεμάτος πόνους μελών-φάντασμα απ'τις πετσοκομμένες ίνες του γρήγορου και του αργού ρεύματος, μηδενικού βάρους, τιποτένιος, βημάτιζα σε πλήρη συντονισμό με τη μέθη της κεταμίνης και του ΝΟ, δε βημάτιζα, αιωρούμουν, έκλαιγα δυνατά μα οι περαστικοί που τους κακοφαινόταν ήταν βουτηγμένοι στο παρασκήνιο. Με πήρε αγκαλιά στο αίθριο του σπιτιού του, ασφυκτιούσα με τα πνευμόνια γεμάτα ως τα χείλη απ'το δέρμα του κι από κάπου αλλού εντός μου, μαζί με κάθε παλμό, ανέβαινε κάτι άλλο προς τα πάνω, του έπιασα τα χέρια και κατόπιν το λαιμό κι από τη φυσική λαβή τον έσυρα παραδομένο ως τον τοίχο με την αναρριχόμενη τριανταφυλλιά, ασθενική και τελειωμένη σε τέτοιο κρύο κλίμα και τον βρόντηξα μέχρι που το αίμα του ενώθηκε με το δικό μου και τα νεύρα μου γυμνά ξεφλουδισμένα κι απ'το τελευταίο κύτταρο του Schwann κατέκτησαν και το δικό του σώμα κι έγινα ένα λεωφορείο με δυο οδηγούς.

Μετά απ'αυτό, πρώτη ανέκτησα την ακοή: σταδιακά άρχισε να πλησιάζει με το Doppler ο ήχος του αργού μεσημεριού, η μουσική του αίματος που πήζει, και με κατέβαλε η ερημιά της Κυριακής. Κατόπιν ήρθαν τα υπόλοιπα.

Warum haben Sie diesen Beruf gewählt?

Νεκροθάφτη, γιατί κλαις; Γιατί αυτά τα δάκρυα τα ίδια με γυναίκας;
[...]
Νεκροθάφτη, όμορφο των πόλεων τα ερείπια ν'απολαμβάνεις μα πι'όμορφο ακόμα ν'απολαμβάνεις των ανθρώπων τα ερείπια.
Le Comte de Lautréamont

(laufende Arbeiten - work in progress)