© 2008 - 2017


-

Archiv

Blogger news

Blogger templates

 

+

Umblättern

Kategorien

 

ὤλετο μέν μοι νόστος, ἀτὰρ κλέος ἄφθιτον ἔσται

Τα φώτα ιδρώνουν αλλιώτικα στις ακτές της βόρειας Σουμάτρας, τα κουνούπια βουΐζουν πιο τραγουδιστά στ'ανοιχτά του Σάο Τομέ και Πρίνσιπε και όταν σε τσιμπάνε παίρνουνε μπουκιές, οι καταιγίδες στη θάλασσα Φλόρες μυρίζουν ινδοκάρυδο, τα παραδείσια πουλιά του Τιμόρ κάνουνε κόντρες με τους γλάρους όταν πλέεις τσίμα τσίμα, τέτοια μαλλιά δε θα δεις αλλού, μαλλιά πανέμορφα αλειμμένα με το λάδι του λωτού, στο νότιο ημισφαίριο όλα έρχονται τούμπα, εκεί δε σου δείχνει το δρόμο ο πολάρις που ξέρουμε, αλλά ο αυστραλιανός πολάρις, που είναι αλλιώτικος και ξένος, και ρίχνει ένα φως πρασινωπό όταν τρως το μπουμπούρ σάγκου που είναι μύξα των γιγάντων. -Έχει γίγαντες στο νότιο ημισφαίριο; -Ναι, φυσικά και έχει. -Κοιμάσαι; Μην κοιμάσαι. -Δεν κοιμάμαι, ξεκουράζω τα μάτια μου. -Πες μου πάλι για τη Βόρεια Αφρική.

-

Ήμουν στο Μπέργκεν όταν προσγειώθηκες στο Κάδιθ και χαράματα χτύπησε το τηλέφωνο, απάντησα μισοκοιμισμένος και μου είπες να ρε, έφτασα στα Γάδειρα, και νόμιζα πως είχες μετανιώσει και είχες πάει σε κάποιο χωριό της Καβάλας αντί του αρχικού σχεδίου, φυσικά και δεν είχες μετανιώσει, δεν είσαι παιδί που κάνει πίσω. Δεν ήταν έκπληξη για κανέναν παρά για τον πατέρα σου, που μια ζωή είχε σύνθημα δεν είναι πράγματα για γυναίκες αυτά, και μια ζωή σου'κανε πλάτες για όλα εκείνα τα πράγματα που δεν ήταν για γυναίκες, και νομίζω έλεγε το σύνθημα σα χαλασμένο κασεττόφωνο χωρίς να το πιστεύει, επειδή τον είχε επηρεάσει η κασεττίλα του ΚΚΕ, και δε μπορούσε πια ούτε ποδοδάχτυλο να βγάλει έξω απ'τη γραμμή, άσχετα που ο κώλος του μόνο τη γραμμή δεν ακολουθούσε.

Σπούδασα τη Βόρεια Θάλασσα και τις σκανδιναβικές δαντέλες, δεν αγάπησα ποτέ άλλη γωνιά του κόσμου όσο το W A T T E N, όμως εκείνη η γοητεία των ζεστών χωρών με την οποία φρόντισε να με γαλουχήσει η μάνα μου πριν φύγει δε μ'άφησε ποτέ, και θάφτηκε στο αίμα μου σαν σπόρος. Η χλωμιάρα σάρκα μου υποφέρει από τον ήλιο, τα μάτια μου εκπλήσσονται όταν ξημερώνει ξαφνικά, αλλά τότε που πήρες να μου διηγιέσαι λίγο λίγο για τη σκόνη της ερήμου, το Πόρτο δας Σαλέμας που το'βλεπες απ'τα αχαμνά, δηλαδή από τη λάθος μεριά, από τη βάρκα, τα χρυσά κάστρα του Εσσαουίρα από ινδικό χρυσό, όχι τον ξεπλυμένο τον ευρωπαϊκό, το ψηλό, κοφτό κύμα του Ατλαντικού κοντά στο στόμα της Μεσογείου, ξανάγινα παιδί, έπεσε μια χούφτα νερό στο πατριωτικό κρασί μου, ξεκόλλησαν οι παρωπίδες και χάθηκαν έτσι που έτρεχα σαν καμτσικωμένος, φύτρωσε ο αρχαίος σπόρος και μου'σκισε τη σάρκα, ξεκίνησε αυτό που θα εξελισσόταν σε καθαρή προδοσία στο Σαρόκο. -Πες μου πάλι για τη Βόρεια Αφρική.

-

N VS S




Moonshine bum

We built everything from fine rain
our parallel world by the river
of wheels in its tarry bed
around us and from us the tributaries flow

the fountain of fevers
the glistening waters sheet after sheet
sliding off my skin and yours
the sun from the streetlights

reflecting on my moonshine bum
showing Dalum how it's done

x

Εκσκαφικά

Δε θα πω ψέματα, εκείνο το πρωί μετά από μια πιπακωλοβάρδια που με ξύπνησε ξεκουφαίνοντας η κλάψα του Περπινιάδη η πρώτη μου σκέψη ήταν μα τι στο διάολο. Μετά έκλεισα πάλι τα μάτια, σκεπάστηκα πιο βολικά και βρέθηκα στο διαμέρισμα του τρίτου ορόφου στη Β..., μια χειμωνιάτικη καθημερινή, το περασμένο βράδυ το είχα παρακάνει, το μισό κεφάλι μου ήταν πουρές, είχε ξημερώσει προ πολλού αλλά δεν ήταν αυτό που με είχε ξυπνήσει, ήταν η κλάψα του Περπινιάδη. Το σπίτι μύριζε καφέ και τσιγαράκι, έβλεπα θολόν το φυματικό Ρωσοπόντιο απέναντι πίσω από τις κουρτίνες με το βρακί στο μπαλκόνι οκλαδόν, κάπνιζε κι αυτός δίπλα στις μαρμελάδες της κυράς του. Μετά έκλεισα πάλι τα μάτια, σκεπάστηκα πιο βολικά και βρέθηκα στη γκαρσονιέρα στη Δ..., τώρα έχουμε πάει δώδεκα χρόνια πίσω, άκου δώδεκα χρόνια, και δε θυμάμαι ακριβώς την εποχή, πρέπει να ήταν αρχές καλοκαιριού γιατί ήμουν σκεπασμένος μόνο με το κίτρινο σεντόνι με τις γαλάζιες ροζέτες και από κάτω ήμουν γυμνός, το παράθυρο πάνω από το κρεβάτι ήταν ανοιχτό και έκανε ψιλό ρεύμα με τη μπαλκονόπορτα στην άλλη άκρη, ήμουν γουλής τότε και είσαι πολύ αντιληπτικός με τις πνοές του αέρα όταν είσαι γουλής, αλλά δεν ήταν αυτό που με ξύπνησε, ήταν η εκκωφαντική κλάψα του Περπινιάδη, και τότε η πρώτη μου σκέψη ήταν μα τι στο διάολο, απαράλλαχτη στα χρόνια, τώρα πλέον κλασσική.

Μόλις πέρασαν οι πρώτοι μήνες της εγκατάστασης στη Θεσσαλονίκη, τότε τα παλιά χρόνια, ήρθε η απογοήτα. Οι σάπιες πλάκες στα ταβάνια στο πανεπιστήμιο που ήταν σαν γκαστρωμένες και απειλούσαν να ξεράσουν τα ζουμιά της αποχέτευσης πάνω στα αντιδραστήρια που με τόση σπουδή είχα δοσομετρήσει, οι άφαντες χέστρες και οι διαλυμένες τουαλετόπορτες (θυμάμαι μερικές φορές να κατουράω και με το ένα πόδι να στηρίζω την πόρτα για να μη μου την ανοίξει κανείς στον κώλο), η χαοτική κίνηση στην Αγ. Δημητρίου, ο παρακμιακός Μασούτης στη Μανωλάκη Κυριακού με εκείνη την πικραμένη ταμία που έκρινε τι αγόραζες και τι δεν αγόραζες και κάποτε είχε χέσει μια φοιτητριούλα επειδή είχε το θράσος να θέλει ν'αγοράσει ένα τεστ κυήσεως από αυτά που βρισκόταν σε σωρό πάνω στο ταμείο, ο πνιγηρός καιρός και η κολλώδης σκόνη με εκείνους τους αδιαπέραστους ουρανούς, το ξεπαρθένιασμά μου ως νέος οδηγός στις συναντήσεις στην Απ. Παύλου και στο παρκάρισμα στα πλακόστρωτα τετραγωνίζοντας τον κύκλο που με ίδρωνε στις δίπλες της μικροσκοπικής κοιλιάς, το σκυλολόι μετά τσιμπουριών σε κάθε ήσυχη γωνιά, οι Χ.Ο. καθηγητές που βρωμούσαν κιτρινίλα, οι Χ.Ο. συμφοιτητές που βρωμούσαν κιτρινίλα, το χτυκιό που με χτύπησε στο πρώτο εξάμηνο και τουρτούριζα σαν πρέζουλας στη φυσούνα του 5 και εν τέλει οδήγησε στην ανακάλυψη της καρδιακής μου κακοτεχνίας, οι σιωπές, τα πρωινά που δε μπορούσα να σηκωθώ από το κρεβάτι, οι αγωνιώδεις νύχτες που απελπισμένα έψαχνα γιατρικό για μυστικές παθολογίες, δεν ήξερα τι μου έφταιγε αλλά ξαφνικά ήθελα να γυρίσω πίσω. 

Όμως άρχισαν σιγά σιγά οι κλεφτές ματιές μέσα από τα δικά σου μάτια, και η απογοήτα άλλαξε μορφή και έγινε κάτι άλλο, έγινε το τοπικό ιδίωμα, έγινε τα ριζίδια των ριζών μου, έγινε vasa vasorum. Η θρησκευτική μοναχικότητα του ανατομείου μετά τις 1600, οι παλαϊκοί διάδρομοι με τα αρχαία μηχανήματα, οι φυλλωσιές έξω από τα ψηλά ιδρυματικά παράθυρα, ο σύλλογος αλιέων και η περισυλλογή στην κυματοσκασιά, το χαρτί που πάντα κάποιος ήταν έτοιμος να παίξει, τα κρουασάν με βερύκοκο, η χαοτική κίνηση στην Αγ. Δημητρίου, οι τρέλες στον περιφερειακό, το σταθερό σχόλιο όταν έβγαινες από το τούνελ να εδώ σκοτωνόμαστε, τα ιστορικά παρκαρίσματά σου μονοτιμονιά που ακόμα τα ζηλεύω, η κόντρα που πήγαινες και πήγαινα τους αγγουροκωλιασμένους και τα επεισόδια που διηγιόμασταν στα τσίπουρα, τα τσίπουρα που με δηλητηρίασαν και έκτοτε ξερνάω με μια γουλιά και το'χεις ακόμα να με δουλεύεις άντρας που δε μπορεί το τσίπουρο αρχίδια άντρας, οι νύχτες στο Αγγελοχώρι μες στο αμάξι με τις στάλες της βροχής να πληθαίνουν και να πληθαίνουν και τα λιγοστά φώτα να μπερδεύονται, η θαλασσίτσα (δηλ. ο Θερμαϊκός) και το αεράκι (δηλ. ο βοριάς), το τσιμεντένιο δάσος της μιζέριας και η επαναστατική θαλπωρή του να ευημερείς εκεί μέσα χωρίς την ευλογία της κρετινικής ευτυχίας, ο πεταμένος καναπές κοντά στο προξενείο που απέκτησε καθρέφτη και τασάκι, η ποδαράδα από το τέρμα της Μίκρας στο κέντρο και μετά που με τη μέση κομμένη καθόμουν στην καρέκλα στη Ζώγια και έπινα έναν γαλάζιο κήπο που θεράπευε τα πάντα, έξω τα λεωφορεία ουρά στη Βενιζέλου, δεν ήξερα τι μου συνέβαινε, αλλά να...

Όλα εδώ μέσα είναι ρε, όλα εδώ, και χτυπάς τον κρόταφο με τον τεντωμένο δείκτη. Διαφωνούσα για χρόνια, ήμουν αβάσταχτα θυμωμένος με όλες τις εξωγενείς μαλακίες που μου σαφράκιαζαν τα νεφρά από την πίκρα, μέχρι εκείνο το απόγευμα στα ανοιχτά του Μπέργκεν πάνω στην πλατφόρμα που στεκόταν σαν τρίχα πάνω στο δέρμα κρεμασμένου που τον φύσαγε δυνατός χειμωνιάτικος αέρας, μέσα στη μέθη της μοναξιάς κράτησα τα μάτια ανοιχτά να δακρύσουν από την πούντα, και το μήνυμα αναδύθηκε από τα έγκατα των σπλάγχνων μου και έκαψε τα οστά και τα πετσιά μου, ΤΙΠΟΤΑ ΕΚΕΙ ΕΞΩ ΔΕ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΣΕ ΘΕΡΑΠΕΥΣΕΙ. Από παιδί ροπή στην αυτοτιμωρία, εγώ ο εμπόλεμος, εγώ ο απελπισμένος, ισορροπώντας στο λεπτό σύνορο ανάμεσα στην παραίτηση και την υπομονή, αργότερα πήρα είδηση πως είμαι στη χρυσή τομή, εκεί ακριβώς που βρίσκεται αυτό που λέμε σθένος. Όλα εδώ μέσα είναι ρε, όλα εδώ, και χτυπάς τον κρόταφο με τον τεντωμένο δείκτη. Όταν κλαις σιωπηλά και οι φαβορίτες σου σγουραίνουν δεν ξέρω τι να κάνω, δεν έχω συνηθίσει να σε βλέπω να λυγάς και μισοπαραλύω, αποφασίζω μια αστεία απόπειρα να σε παρηγορήσω, και εξυπνακίστικα λέω μα αφού όλα είναι εδώ μέσα, ρύθμισ'τα να πάνε στην ευχή, διέσχισες το ευρύχωρο σαλόνι και μου άστραψες ένα χαστούκι κατευθείαν στο αυτί, κάθε φορά που το σκέφτομαι ξυπνάει ξανά το βουϊτό.

Στη σοφίτα του πατρικού σου, μπανιαρισμένοι και ξαρμυρισμένοι αμφότεροι μετά από μια παρατεταμένη τύποις εφημερία στη βάρκα, μέσα έξω απ'το νερό η συνταγή του εγκαύματος για κάτι χλωμά πρόσωπα σαν και του λόγου μου, μια ο ένας μια ο άλλος για βουτιά από το χάραμα ως τη δύση, όλα μου τα μούσκουλα ευδαιμονικά κουρασμένα και ζεστά, εσύ ηλιαρπαγμένο φρούτο Χαλκιδικιώτικο, άχνιζες μες στην άπνοια, στάθηκες απέναντί μου, πιάσε με, είπες κι έτεινες τα αντιβράχια, ναι, δοκίμασε να με κρατήσεις, υπάκουσα, έσφιξα γερά το εγγύς τριτημόριο του πήχη σου και στις δυο πλευρές, και σα δεντρογαλιές γλίστρησαν τα δικά σου χέρια και μ'άρπαξες και έλυσες τις λαβές μου, βλέπεις, κάθε λαβή σου μου δίνει λαβή, δράση αντίδραση, αν πιάνεις σημαίνει πως είσαι έτοιμος να πιαστείς, και αν δεν προλάβεις σ'έκανα πέρα ή τις έφαγες, κατάλαβες; Δοκίμασε πάλι, πιάσε με, να, και γύρισες την πλάτη, σε έπιασα κεφαλοκλείδωμα, οι δεντρογαλιές πάλι χώθηκαν γοργά και με άρπαξαν να με λύσουν σαν κορδόνια αρχαίων παπουτσιών, σου άρεζε πάντα να παίζεις έτσι λιονταράκι, και όταν ερχόταν η ώρα έριχνες και ξύλο που δεν το'βαζε ο νους σου, η μάνα σου το'φερε βαρέως για χρόνια που σε είχαν αποβάλει κάποτε γιατί πλακωνόσουν με τους άλλους στο χωριό, κάτι μάθαινα κοντά σου, αλλά ήταν το δούναι και λαβείν, μια αμοιβαία περιστασιακότητα, κάτι σου μάθαινα κι εγώ, βάλε το αυτί σου στο στήθος μου και άκου τους λεπτούς τρίζοντες, το θαλάσσιο ψίθυρο μέσα από το ναυτίλο, το καρδιογενές άσθμα, πιάσε τις πετέχειες ως αστερισμούς σε πέτσινο στερέωμα, δες τα νερά της φωτοτοξικότητας από το ταμποκόρ, εγώ κωλότρυπες θα ράβω, δε χρειάζομαι τις παθολογίες, και χωνόταν ο πατέρας σου από τη θέση του τραπεζοβασιλιά με το στόμα γεμάτο κολοκυθάκια με πατάτες στο φούρνο, χειρουργός που ξέρει παθολογία είναι θεός, να το θυμάσαι, ο πατέρας σου με είχε σε εκτίμηση από παλιά, κάποτε με είχε πάρει παρακείθε δίπλα στα βαρέλια και μου εξομολογήθηκε πως τον ταλαιπωρούσατε, θα ήθελε να με έχει παιδί του γιατί δεν ήμουν πονοκέφαλος, επειδή ακριβώς δεν ήμουνα παιδί του. Είχες πει κατηγορώντας σχεδόν το'χουνε σκεφτεί, το ξέρω πως το'χουνε σκεφτεί, κι εγώ αφελής καθόμουν στο κρεβάτι σου γυμνός δεν ήξερα τι είχανε σκεφτεί, οι πατεράδες μας, εμάς μαζί, τι, όχι; Ξέρεις κι εσύ πως το σκέφτονται και τους καλοπέφτει. Μαστιγωμένοι από τα καπρίτσια της μιας και της άλλης επαρχίας, μα ναι, βέβαια, όταν το ανέφερες το αναλογίστηκα και έκτοτε το έφερνα στο νου μου μια στις τόσες, και μου προκαλούσε αμηχανία, δεν ήθελα να με σκέφτεται κανείς τόσο ευάλωτο και τόσο καυλωμένο, πόσο μάλλον οι πατεράδες μας, ήταν ξεβρακωτικό.

Η ενδελεχής μελέτη της νοσταλγίας, το μονοσέλιδο έργο της ενήλικης ζωής μου, η σύνοψη: τα ταξίδια μέσα στο Ρούνγκχολτ και στο Νορντφρίσλαντ διασχίζοντας βουβά τα σεντόνια της ομίχλης με το κούτελο κολλημένο στο νωπό τζάμι. Όταν μεγαλώνεις σε ένα κωλονήσι στο έλεος της άμπωτης και των μηχανοστασίων μαθαίνεις την υπομονή, όπως λέει και ο Τάτσης θα περιμένωμε ώσπου να γυρίσει ο καιρός, τι άλλο; Και πάντα το απέναντι είναι και σπουδαίο και απειλητικό, το αχανές απέναντι, η κλειστοφοβία των τόπων που δεν έχουνε ακτές, και πάντα περνώντας απέναντι έχω το ένα παπούτσι αφημένο στο νησί σαν πριγκιπέσσα. Σκάβω, σκάβω εντός μου με τα χέρια φτυάρια, λες για να με θάψω μέσα μου και να μη με ξαναδώ, και σκάβοντας έρχονται στην επιφάνεια γεωσκούληκα και γυμνοσαλίγκαρα και ασπρουλιάρες νύμφες που δεν πρέπει να τις βλέπει το φως του κόσμου, δεν πρέπει να τις βλέπει κανένα μάτι. Ακούς ποτέ το φύσημά σου; -Όχι. Ακούω μερικές φορές το κλικ και με πονάει το στέρνο. -Σε πονάει επειδή το ακούς. Ναι, για τ'ανάθεμα, επειδή δεν είναι για να τ'ακούω, συμβαίνει από λάθος. Πήρα υπό μάλης μέρες εδώ κι εκεί διάσπαρτες σε χυλώδη μεσοδιαστήματα, από το ένα στο άλλο νησί, από το ένα στο άλλο λιμάνι, από το ένα στο άλλο αεροδρόμιο. Οι ενδιάμεσοι σταθμοί είχαν την πυρετική γυαλάδα που τους δίνει το παραταξίδεμα, βρήκα με τη μούρη τον πάτο του πηγαδιού πολλές φορές, και όταν κατάφερνα να γυρίσω στην πλάτη μου και να κοιτάξω κατά πάνω έβλεπα τη φάτσα σου με το τσιγαράκι και το επικριτικό ύφος για μια μικρή στιγμή, και μετά κάποιος μου πετούσε το σκοινί και πάντα αργά ή γρήγορα το'πιανα και σκαρφάλωνα πάνω ντροπιασμένος, ώσπου έφτασε εκείνος ο Αύγουστος, που το πηγάδι ήταν τίγκα στη λάσπη του τύφου που θέριευε όλο το καλοκαίρι, και μου πέταξες το σκοινί και αποφάσισα να κρεμαστώ. Αλλά πάλι με είχες προλάβει, και το σκοινί που μου'ριξες εκείνη τη φορά ήταν σκάρτο και έσπασε πριν προλάβω να αποχαιρετήσω τα εγκόσμια. Έμεινα στο μούργο κλωσσώντας την αποτυχία μου για μήνες, από το τηλέφωνο μου είπες κλείσ' τα μάτια και βούτα στο σκατό, στην άλλη άκρη της κωλότρυπας είναι το στόμα, και θ'αναδυθείς από το ξερατό σαν άλλος φοίνικας, και γέλασα και ανακάλυψα πως δε χρειαζόμουν το σκοινί, βήχοντας και κλάνοντας μπορούσα να σκαρφαλώσω στα γλιτσερά πετρότουβλα μέχρι πάνω και τώρα; Τώρα πηδάω στο χτυκοπήγαδο γι'αστείο, έμπειρος μουργοδύτης.

Μες στο αίμα σου κολυμπάει ο χρόνος μου
η λόξα είναι στα καρωτιδικά σωμάτια
από εκεί με παίρνει και μ'αφήνει το σκοτάδι
από εκεί με πιάνεις και με χρήζεις και με αφορίζεις

ο Θεός να σε φυλά με τα δικά μου χείλη.

Κοκκινέλλη η επτάστικτος

Σύρθηκα σα γέρος στο μπάνιο. Άναψα το φως, κατούρησα ενώ περίμενα να ξετυφλωθώ. Στήθηκα πάνω από το νεροχύτη εμπρός από τον καθρέφτη. Εξέτασα τη μούρη μου προσεκτικά. Το ένα ζυγωματικό ήταν ύποπτα πρησμένο και μια ερυθρότητα δίκην χαστουκιάς απλωνόταν από το αυτί ως τη ρινοπαρειακή πτυχή. Ψηλάφισα το ζυγωματικό εκεί ακριβώς πάνω στη γωνία, κλύδαζε διακριτικά, η περιφέρεια ήταν σκληρή, πονούσε. Πήρα το ψαλίδι για τα μούσια από το ράφι δίπλα και τράβηξα μια ψαλιδιά φέτα από το ζυγωματικό. Άνοιξε σαν καπάκι από μικρό κουτί, και εκείνη τη μικρή στιγμή που μεσολάβησε απ'την κοψιά ώσπου ν'αρχίσει η αιμορραγία, είδα μια πασχαλίτσα μες στη σάρκα που άνοιξε τα φτερά και απογειώθηκε. Το αίμα λέκιασε το πατάκι, το νεροχύτη, τις κάλτσες μου, την άσπρη φανέλα που λέει the ultimate Lada driver, το κομμάτι κρέατος είχε παραπέσει κάπου και δεν το έβλεπα. Ζαλίστηκα, πισωπάτησα φοβισμένος, και ξαφνικά ακούμπησα στο λαδή καναπέ του πατρικού, τα σκληρά μαξιλάρια, το ψιλοριγέ βελουδώδες ύφασμα, ανάσαινα βιαστικά μέσα στον πανικό μου, και εκεί που πνιγόμουν στην αβοηθησιά μου, εμφανίστηκε ο πατέρας με ταιριασμένο παντελόνι, πουκάμισο και κάλτσες (τα ρούχα της δουλειάς) και τα καθαρά δροσερά του χέρια, με χάιδεψε στο μάγουλο, η στρογγυλωπή του βέρα ήταν κρύα, με ηρέμησε, όλα καλά θα πάνε, εδώ είμαι εγώ, έκλεισα τα μάτια και πήρα βαθιές ανάσες, ολοένα και πιο αργά, ολοένα και πιο αργά, το σπίτι δε μύριζε τίποτα και αυτό ακριβώς σήμαινε πως ήμουν σπίτι.

Ξύπνησα μούσκεμα στον ιδρώτα, πασαλειμμένος στο αίμα, η ρινορραγία συνεχιζόταν, μου'φερες κουζινόχαρτο, το'κανα ρολό και το'χωσα ταμποναριστά στο μύτο, είδα ένα περίεργο όνειρο, είπα, και σου διηγήθηκα την ιστορία, ε όχι δεν είναι περίεργο, είπες, αφού έχουμε όντως μια πασχαλίτσα στο μπάνιο, -Τι; -Ναι, έλα να δεις. Και μου την έδειξες που άραζε κάτω ακριβώς από τη λάμπα άνωθεν του καθρέφτη. Μα δεν την είχα δει προηγουμένως. -Εσύ ίσως δεν την είχες δει, αλλά την είχε δει το μυαλό σου.

Wishful Ulysses

To sail beyond the sunset, and the baths
Of all the western stars, until I die.
It may be that the gulfs will wash us down;
It may be we shall touch the Happy Isles,
And see the great Achilles, whom we knew.
Though much is taken, much abides; and though
We are not now that strength which in old days
Moved earth and heaven, that which we are, we are,
One equal temper of heroic hearts,
Made weak by time and fate, but strong in will
To strive, to seek, to find, and not to yield.

Tennyson

שלושה





Well-known, alas, is the case of the poor German who was very fond of three and who made each aspect of his life a thing of triads. He went home one evening and drank three cups of tea with three lumps of sugar in each cup, cut his jugular with a razor three times and scrawled with a dying hand on a picture of his wife good-bye, good-bye, good-bye.

Flann O'Brien

Στη φόρα 5

Έκανα πολύ δρόμο ως εδώ και τώρα που στάθηκα να πάρω μια ανάσα κοίταξα πίσω και η διαδρομή με διαπέρασε κατάστερνα σαν βέλος. Από την τρύπα που άνοιξε στο στήθος μου άρχισε να ρουφιέται όλο μου το παρελθόν, ξαφνικά ήμουν με την πλάτη στα επικείμενα, το βάρος της παλιάς μου απελπισίας μ'έσκιζε λίγο λίγο, και το αίμα που πήγε να τρέξει από την πληγή με ζέστανε παρήγορα-

-θύελλα και παλίρροια πλημμύρα, η παραλιακή κλειστή κάτω από δυο μέτρα θαλασσόνερο και φλοίσβος στον πεζόδρομο, το φέρρυ είχε κόψει, δεν είχε που να δέσει, η μύτη μου θα ξεκόλλαγε απ'το κρύο, απέναντι θολούρα, δε θα 'φτανα στο Χούζουμ ούτε αύριο, δεν έχει δουλειά σήμερα, μπήκα πάλι στ'αμάξι και πέντε λεπτά αργότερα στέγνωνα τις κάλτσες μου στο καλοριφέρ του παιδικού δωματίου του φίλου μου του Μ. ενώ αυτός έτρωγε σταφύλια Αιγύπτου από το τάπερ μισοξαπλωμένος στο καλοστρωμένο κρεβάτι του με τις χειροποίητες κουβέρτες. Τότε ήμουν με την Όλγα που ήταν στο Αμβούργο, δεν ξέρω πώς κατάφερνε και εκτιμούσε εκείνη την ελεεινή εκδοχή του εαυτού μου που της σέρβιρα, αλλά τελοσπάντων με θεωρούσε βαθύτατα γοητευτικό, με πήρε τηλέφωνο και άκουγα τη θύελλα να κάνει χου-χου στην αόρατη γραμμή μέσα στο θαλπερό δωμάτιο ενώ το ξύλο του κρεβατιού μου μούδιαζε την πλάτη, και με ρωτούσε καχύποπτα πού ήμουν και με ποιον γιατί την είχα ήδη κάψει, και ως συνήθως της έλεγα αλήθεια, είμαι με τον Μ. στο νησί, έχω ξεμείνει, το δελτίο καιρού είπε θα μείνουμε χωρίς φέρρυ ως την Πέμπτη, Mach bitte keine Dummheiten, ο Μ. που άκουγε από δίπλα μου μασουλώντας μου'κλεισε το μάτι, της είπα παιχνιδιάρικα Keine Sorge, Fräulein, schbin immer etepetete, du kennst mich da gut, ε, ναι, της έβαζα φωτιά, αναστέναξε, ήμουν αδιόρθωτος, δεν είχα σωτηρία, νομίζω αυτό τη συγκινούσε κάπως, τότε δε διαννοούμουν άλλο, ήμασταν ένας άστοχος συνδυασμός εν τέλει, η Όλγα κι εγώ, όμως με χρειαζόταν και τη χρειαζόμουν για να ναυπηγηθούμε ανάμεσα στις ξέρες εκείνων των εποχών, είμαι ανακουφισμένος που ξέφυγε απ'την τροχιά μου, ο καλβινισμός της με ανεχόταν όσο ήμουν σε πόλεμο με τις παρεκκλίσεις μου, αλλά ήταν τόσο μακρυά εκεί πέρα στο Αμβούργο, εμένα μ'έκρυβε καλά η Sturmflut, και μέσα στο πέπλο της αρμύρας, με τους γονείς του Μ. στον κάτω όροφο, έχωνα τη γλώσσα μου στο στόμα του και είχε γεύση από καλοκαίρι στις όχθες του Νείλου. 

-μια μέρα μισοσυννεφιάς όψιμη ανοιξιάτικη στο Στρατόνι με την ενοχή του ορυχείου μάρτυρα οι πατούσες μου στην παράξενη άμμο, η μικρή επέπλεε λίγο πιο κει σαν να την είχε πάρει ο ύπνος, την τράβηξα απαλά κοντό κυματάκι και την έφερα κοντά μου, το δέρμα της που μ'άγγιξε δε διέφερε απ'το νερό και την άμμο και την ανεμοπνοή και τις πευκοβελόνες όλα ένα, όλα ψήγματα Χαλκιδικής, ήξερα πως είχα ξεμείνει από χρόνο, ήξερα πως ο φρουρός ερχόταν να με σύρει πίσω στο κελί, αλλά ήμουν τόσο απελπισμένος που έκανα πως ήμουν ταξιδιώτης μ'ένα σκάφος που πορευόταν κάπου πέρα από τις ώρες και τις μέρες, φεύ για φαντασιόπληκτος. Η μικρή είχε μια εντυπωσιακή αντοχή μες στο νερό ακόμα και το χειμώνα, εγώ μελάνιαζα γρήγορα στ'ακροδάχτυλα, αυτή ζεστή και πάντα αυγουστιάτικη, την κράτησα εκεί, πανάλαφρη χάρη στον Αρχιμήδη, το κεφάλι της στον ώμο μου, ανέπνεε ήρεμα στ'αυτί μου, ήταν ύποπτα ήσυχη, Τι κάνεις ρε;, καμία απάντηση, έκανα να την σπρώξω λίγο πέρα και το κεφάλι μου σα να είχε πιαστεί κάπου, ψηλάφησα πίσω μου, είχε πλέξει τα μαλλιά μου με τα μαλλιά της, βρεγμένα και αλατωμένα όπως ήταν, ένα δίχρωμο τριχωτό τσουρέκι, το μήνυμα ήταν σαφές, εγώ όμως ήμουν πολύ απασχολημένος με την παράξενη εκείνη αίσθηση, πώς κατάφερνε να είναι και να μην είναι, ημιαόρατη σαν μέδουσα στα μεγάλα βάθη, πώς σχεδόν δεν υπήρχε γύρω μου τίποτε άλλο παρά η φιλόξενη θάλασσα, και μέσα σ'εκείνο το πέπλο της αρμύρας, με τον φρουρό να βαράει τις μπότες του  σε κάθε βήμα, ο χρόνος ξεπηδούσε από άπατο κουβά και πλημμυρίσαμε, οδήγησα Στρατόνι Σταυρό σαν τρελός ενώ αυτή μου έκλεινε τα μάτια στις στροφές, χτύπησε το κεφάλι της στην επικλινή στέγη ενώ μ'έπαιρνε ολόγυμνο με λύσσα με τα χέρια σφιχτά γύρω απ'το λαιμό μου, έχυσα σε ακριβώς δεκαοχτώ δευτερόλεπτα, Κι αν γκαστρωθείς; -Δε θα το μάθεις ποτέ. Το άλλο πρωί ξύπνησα μόνος δίπλα στη μισοδιαβασμένη Καρδιά του Σκότους.

-Πρωτοχρονιά στο πανάκριβο δωμάτιό μου στο Όσλο στην Χόλμπεργσπλαςς, το τραμ περνούσε κάθε τόσο και έτριζαν τα πάντα, από το γυρτό παράθυρο φαινόταν μόνο η ουράνια μαυρίλα. Ίσα που χωρούσε ένα διπλό κρεβάτι και ένα γραφειάκι, και επάνω στο κρεβάτι οκλαδόν εγώ και ο φίλος μου ο Μ., πίναμε εναλλάξ φραουλόγαλα και φτηνή σαμπάνια, είχαμε περάσει όλη τη μέρα περιπλανώμενοι στο μικρό χιονάκι και είχαμε ξυλιάσει στο πάρκο του Βίγκελαντ. Geh'n wir! -Hä? -Auf den Platz runter. -Warum denn bloß nicht? και βγήκαμε πάλι, και πήγαμε εκεί στην ανοιχτωσιά που ήταν μαζεμένος κόσμος καλοντυμένος με τα μπουκάλια κρυμμένα σε χαρτοσακούλες, και έφυγε ο χρόνος και σαν να εξαφανίστηκαν όλοι εκτός από εμάς, και εκεί μπροστά στο παλάτι τελείωσα το φραουλόγαλα και τελείωσε τη σαμπάνια, Ach du fucking Milchbart, μου είπε τρυφερά και μου σκούπισε το μουστάκι, και μετά άρχισε να μου λέει πού θα λιαζόμασταν το καλοκαίρι.

-στη μνήμη μου η πραγματικότητα είναι εκεί για να με φροντίζει, να μ'έχει ευχαριστημένο, να με πληγώνει, να με απελπίζει, είναι εκεί επειδή είμαι εγώ εκεί, στη μνήμη μου όλα υπάρχουν για να αφήνουν κάποιο σημάδι στο λεπτό κοκκινοτρίχικο πετσί μου, όταν σκαλίζω μες στο κεφάλι μου δε μπορώ να βρω τίποτα που απλά μου συνέβη χωρίς να με τσαλακώσει, δεν είμαι εγωπαθής, είναι ο μηχανισμός που με εκθέτει έτσι, το πώς λειτουργεί ο αστείος κοινός νους, έχω άλλοτε ισχυριστεί πως έχω ασθενική μνήμη, ψέμα, θυμάμαι αποσπασματικά, αλλά θυμάμαι όλες τις σκηνές που με τσαλάκωσαν με κάθε λεπτομέρεια, θυμάμαι τι μάρκα ήταν το φραουλόγαλα, θυμάμαι τι χρώμα ήταν το καπάκι του τάπερ με τα σταφύλια, θυμάμαι τι σαπούνι μας έπλυνε μετά από εκείνο το κολύμπι, θυμάμαι πολύ καλά τις λέξεις και τις μυρωδιές και τις εκφράσεις, κι ας πάνε πέντε δέκα δεκαπέντε χρόνια, το παρελθόν συμπυκνώνεται και γίνεται σαν κεντρί από πάγο και όταν με καρφώνει λιώνει και δεν αφήνει ίχνος, δεν είμαι ποτέ μόνος, δεν είμαι ποτέ μόνος

έκανα πολύ δρόμο ως εδώ και τώρα στέκομαι να πάρω μια ανάσα
μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα όμως
δεν είμαι μόνος
οπότε κάτι θα καταφέρουμε.

Χυλόπιτα

Ξεντύνομαι βιαστικά για να ξεφύγω όσο το δυνατόν γρηγορότερα από τη μπόχα του αποδυτηρίου. Ο φωριαμός μου είναι δίπλα στο παράθυρο, στη μια γωνία, δίπλα στου Γκ., του άλλου Γερμανού του τμήματος. Αλλάζω με τη μούρη στο ανοιχτό παράθυρο. Βγάζω το παπούτσι της δουλειάς και χώνω το πόδι κατευθείαν στο πολιτικό παπούτσι προσέχοντας επισταμένα να μην ακουμπήσω το πάτωμα (the floor is lava). Έχω πετάξει τα λερά πράσινα στη μαύρη σκουπιδοσακούλα. Ψαχουλεύω στα υπάρχοντά μου, η ζώνη έχει μπλεχτεί με το κασκώλ. Ξαφνικά κάτι με ακουμπάει στη νεφραμιά. Τινάζομαι. Είναι η Μέη, μια ανειδίκευτη υφιστάμενή μου, με κότσο ανανά στην κορυφή του κεφαλιού. Στέκεται δίπλα έχοντας βγάλει μόνο το πάνω μέρος της στολής, το οποίο κρατάει ακόμα στο ένα χέρι. Κοιτάζω τριγύρω να δω αν με περπατούσε καμιά κατσαρίδα.
-Was zum Geier... hvad fanden?
-Jeg ville bare mærke din tatovering.
-Nej, hvad fanden?
Απλώνει το χέρι της πάλι, τραβιέμαι και ακουμπάω κατά λάθος το δηλητηριώδες καλοριφέρ με το κατωμπούτι μου. Με κοιτάζει πίσω από τα φω γυαλιά οράσεως και σουφρώνει το μικρό της στόμα.
-Kom nu jo, jeg ved du er interesseret.
-Passer ikke.
-Undskyld, F., jeg må have misforstået.
-Verdammt richtig, du har misforstået. Du må ikke røre ved mig.
-Jeg vidste ikke, du var sådan hysterisk.

Τραβιέται προς τη μεριά της δίπλα στην πόρτα, είναι φανερά προσβεβλημένη. Η Μέη έχει περίσσευμα αυτοπεποίθησης, ένα παιδί εφηβικό ατύχημα, έναν γκόμενο ψυχίατρο και οδηγάει ένα υβριδικό συχτιράκι. Της αρέσει πολύ να ακούει την ίδια της, έχει τελειοποιήσει τη στομφώδη ρητορική, είναι γυμνασμένη και προσέχει τη διατροφή της, μου είναι αντιπαθής.

Ξεμπερδεύω την αναθεματισμένη ζώνη από το αναθεματισμένο κασκώλ και ολοκληρώνω την αποστολή, φοράω το σκούφο και το κράνος, αλιεύω τα κλειδιά του ποδηλάτου από την εσωτσέπη του μπουφάν και φεύγω χωρίς άλλη κουβέντα. Οι γαστροκνήμιοι είναι πιασμένοι απ'το σκοινάκι και πονάνε ενώ κατεβαίνω τις αρχαίες σκάλες για να βγω από την πίσω πόρτα των τακτικών της οφθαλμολογικής. Δέκα χρόνια πριν θα είχα δεχτεί την πρόταση, και θα την είχα αφήσει να εξετάσει το τατουάζ, και εν τέλει και τα υπόλοιπα μέρη του σώματος που μίσησα ενδελεχώς και με μεγάλη προσήλωση. Τώρα η σκέψη με απωθεί. Δε βλέπω πια το νόημα να με σπρώχνω σε καταστάσεις και ανθρώπους που δε θέλω, για να μάθω το μάθημά μου (ποιο μάθημα;). Εκτίμησα τα στραβά μπούτια και τα ξερακιανά γόνατα και τη σπανή κοιλιά και τον κακοποιημένο λαιμό και τα μάλλον κομψά χέρια και τις αλλήθωρες μικροσκοπικές βυζορώγες, χώνεψα πως μια ζωή θα αιωρούμαι ανάμεσα σε γλώσσες και προφορές, αποδέχτηκα τη σαθρότητά μου, δε θέλω να σπάσω τη μύτη του καταστροφικού, σαδομαζοχιστικού τρελαμένου που εμφανιζόταν στις πέντε το πρωί στον σταγμένο καθρέφτη κάποιου άγνωστου μπάνιου. Εκείνο το επίμονο σύννεφο βίας που ήταν δεν ήταν άλλο από τη δική μου, ιδιαίτερη, προσωπική αντιπάθεια νεφελοποιημένη, διαλύθηκε με τον καιρό, και με άφησε εκτεθειμένο. Αντί να με πετάω σαν πατσαβούρι σε μια μόνιμη κατάσταση αμυντικής επίθεσης, βούλιαξα, όχι χωρίς αντίσταση, στο ιαματικό λουτρό του ἐνδιδόναι. Όχι άλλη αυτοτιμωρία, άλλοι την αξίζουν πιο πολύ. Να, όπως για παράδειγμα η φαντασμένη η Μέη, που νόμισε πως θα της καθόμουν.

Αν ήταν το πουλί βιολί

Τα παράθυρα έπιασαν μαύρη μούχλα με γουνάκι στα ενώματα από την υγρασία. Ο γέρος γείτονας με βλέπει με το σώβρακο οκλαδόν στο περβάζι να καθαρίζω τη μάκα. Τσουγκρανίζει τα φύλλα από την αυλίτσα. Έχω ανακατέψει διαφόρων ειδών απολυμαντικά για μέγιστη απόδοση, μαστουρώνω από τις αναθυμιάσεις όπως η τυπική σαρανταπεντάρα τα μεσημέρια των Σαββάτων που έρχεται στα ΤΕΠ με δύσπνοια φορώντας ακόμα τη στολή της καθαριότητας. Τα νύχια μου ξεκολλάνε από τις κοίτες τους και λίγο αίμα γλείφει τα αυλάκια. Η χειραπολύμανση εκατό φορές στη βάρδια με δοκιμάζει. Ένας κουρεμένος σιτεμένος Άη Βασίλης μέσα στη γυάλινη σφαίρα με το ζουμί και το ψεύτικο χιόνι ταχτοποιεί το μικροσκοπικό του σπίτι. 

Έξω γαμιέται ο κόσμος. Κάθε φορά που πιάνω δουλειά περιμένει μια άλλη φάτσα κι ένα άλλο όνομα με πολυαρθρίτιδα ή παθολογικό κάταγμα ή πυελονεφρίτιδα ή πνευμονία ή ανακοπή ή ό,τι άλλο εφευρετικό από το τεφτέρι του Θεού. Η νέγρα έκλεισε τα τριάντα στην κλινική, καραφλιάζοντας από τις ανοσοθεραπείες, μέρα παρά μέρα στην αιμοκάθαρση, τριπλή από το πρήξιμο, η φίστουλα να σιγοαιμορραγεί μονίμως, ο Δανός δερματολόγος σύζυγος που την έκανε ιμπόρτο από την Ακτή Ελεφαντοστού ανησυχούσε αν θα ξανάβρισκε τη σέξυ σιλουέτα της, και πώς δεν είχε χρόνο για να του αρρωσταίνει τώρα η γυναίκα, και πώς δεν έδειχνε το δέον μητρικό ενδιαφέρον για τη δίχρονη κόρη τους, δηλαδή οι προτεραιότητες του κωλανθρώπου, αυξάνεσθαι και πληθύνεσθαι και κατακυριεύσατε και χέσατε παντούθε και φάγατε τα σκατά σας, η νέγρα το'καψε έλεγε μαλακίες μέρα νύχτα, δεν έκλεινε μάτι και καθάριζε τις γωνίες του θαλάμου με χαρτοπετσέτες, οι ψυχίατροι έλεγαν παροδική ψύχωση του λύκου ή ντελίριο, εγώ λέω Η ΑΛΗΘΕΙΑ, ΕΙΔΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ, όλη εκείνη η δηλητηριώδης δίνη της άνοιξε τα μάτια, ποιος ν'ακούσει, κι εμένα για τρελό μ'έχουν, ο Χ. Κ. όταν με πετυχαίνει στο διάδρομο με ρωτάει πάντα με οίκτο αν όλα είναι καλά, και προσπαθεί να με διαβεβαιώσει πως τα πράγματα δεν είναι τόσο δύσκολα, του χαμογελώ πίσω από τη μάσκα και δεν του απαντώ, μόνο κουνάω το κεφάλι αποδοκιμαστικά. Εβδομήντα δύο ώρες στην αλέστρα και όταν τελειώνει η εφημερία έχω κάνει μια τρύπα στο νερό, έναν κόβεις δέκα φυτρώνουν τα κεφάλια της Λερναίας Ύδρας η ανθρωπότητα. Κάθε φορά που τραβάω κάποιον πέντε πόντους πέρα απ'τη μέγγενη των νεκρών πλημμυρίζω ενοχές και μ'απεχθάνομαι σα να αναδύθηκα από το κατακάθι του οχετού, τι σόι προδότης, κουνώ το κεφάλι αποδοκιμαστικά ενώ τρίβω τα λάστιχα γύρω απ'τα τζάμια. Το κάνω για το νοίκι και γιατί μ'αρέσει το καλό κρασί, το κάνω γιατί δεν έχω τ'αρχίδια να κρεμαστώ, δεν το κάνω για τη σωτηρία των ανθρώπων. Ο θάνατος είναι ίαση. Η καταστροφή είναι που τον καθυστερώ. Εκατόν πενήντα χιλιάδες θάνατοι τη μέρα, τριακόσες ογδόντα πέντε χιλιάδες γεννήσεις τη μέρα, γαμιέται ο κόσμος, το δουλεύει το πουλί, πάτα κιούτα πατσάδες στους κωλοπατσάδες, κάποιος έχυσε και ξαφνικά γίνεται θαύμα, και δίνουν ο ένας στον άλλον συγχαρητήρια που μένουνε πιστοί στο σκοπό και γαμήσανε κι αυτοί τον κόσμο, ένα χύσιμο πιο κοντά στη διάλυση, μια νέα ευλογία πιο κοντά στην κόλαση. Φτάνει ρε, χύστε και λίγο έξω, γαμήστε και κάνα κώλο.






Ben a la vora del mar

Dona'm la mà que anirem per la riba
ben a la vora del mar
bategant
tindrem la mida de totes les coses
només en dir-nos que ens seguim amant

Les barques llunyanes i les de la sorra
prendran un aire fidel i discret,
no ens miraran;
miraran noves rutes
amb l'esguard lent del copsador distret.

Dona'm la mà i arrecera la galta
sobre el meu pit, i no temis ningú.
I les palmeres ens donaran ombra.
I les gavines sota el sol que lluu

ens portaran la salabror que amara,
a l'amor, tota cosa prop del mar:
i jo, aleshores, besaré ta galta;
i la besada ens durà el joc d'amar.

Dona'm la mà que anirem per la riba
ben a la vora del mar
bategant,
tindrem la mida de totes les coses
només en dir-nos que ens seguim amant.

J. Salvat - Papasseit



Το πρέπον και το φρόνιμον

Κρεατοσκούληκα απ'το πτώμα ως το ταβάνι δέκα ζευγάρια παπούτσια βηματίζουν γύρω η υγρασία η χτεσινή έξω χειμωνιάτικη μουντάδα στην τρύπα της φορτοεκφόρτωσης η νεκροφόρα και ο γύπας καπνίζει ένα πουράκι τρεις μήνες, μήνες τρεις έμεινε στο πάτωμα πίσω απ'το μπουφέ του, δεν τον έψαξε κανείς, κλασσική ιστορία λησμονιάς κλασσική ιστορία θανάτου, ήμουν είκοσι χρονών, έτρωγα το κρουασάν μου, ο ιατροδικαστής είπε να περάσετε έξω σας παρακαλώ, το να τρώτε εδώ μέσα είναι ασέβεια προς τους νεκρούς και του αντιμίλησα νομίζετε κύριε πως ο νεκρός νοιάζεται για το κρουασάν μου; Είναι τιμή, που τρώω αντί να ξερνάω από αηδία.

x

Βλαστημάς στο ντουζ, της μάνας σου το μουνάκι, γαμώ της μάνας σου το μουνάκι, ανοίγω και με χτυπάει η γνωστή μυρωδιά χαλκού, κάτω από το κενό της κουρτίνας πάνω στο μωσαϊκό του μπάνιου τα νερά είναι αιμοβαφή η κουρτίνα είναι λευκή με τη βοτανολογική ζωγραφιά ενός ξεριζωμένου μη-με-λησμόνει, το Νιβέα τριαντάφυλλο με το αυτοκόλλητο που λέει Pick me! και μ'έπεισε και το αγόρασα αντί του κλασσικού μπλε Νιβέα κάνει απαλό ροζουλή αφρό, εφτά ώρες εργόχειρο και ιδού το αποτέλεσμα, ξεκόλλησε όλο το πρόσθιο τοίχωμα της αορτής μαζί με τη μαλακία και μας έμεινε στο χέρι. Μετά βγήκα να κάνω ένα τσιγάρο, και βλέπω παντού Forbudt και Røgfrit hospital και πρέπει να πάω ένα τέταρτο δρόμο στο rygepavillon. Δεν πάω εκεί πέρα μαζί με τους λεπρούς, να πάνε να γαμηθούνε. Το άναψα στην είσοδο, και μου λέει η στεγνωμένη της υποδοχής det må du ikke. Και της λέω Σύρε από 'δω din fede svin, μη σε γαμήσω κι εσένα.

x

Το πουλί βράζει στην κατσαρόλα με ένα κρεμμύδι και δυο ντομάτες. Η Jever που έπινα ιδρώνει δίπλα στην εστία. Το παράθυρο είναι μισάνοιχτο και τρίζει καθώς πηγαίνει λίγο πέρα λίγο δώθε με το αεράκι. Στο πάτωμα το βρακί με τους ανανάδες, οι μάλλινες κάλτσες, το γαλάζιο κοντομάνικο που έχει τρυπήσει, η περιβολή της γοητείας. Στο χωλ τα ασορτί μπλε κράνη ποδηλασίας, ένα στηθοσκόπιο, δυο κάρτες εισόδου για το πανεπιστημιακό, ένα ζευγάρι φλιφλόπια, το πρόστιμο για 800 κορώνες από προχτές για παράνομη στάθμευση. Στο σαλόνι το λαμπατέρ απ'το Εϊλάτ ρίχνει γλυκό φως. Πάνω στο καθαρό χαλί γονατιστός ένας άντρας με φυματική φυσιογνωμία. Πίσω του καθισμένη στον καναπέ μια γυναίκα με πυκνά μαλλιά κι έμπειρη λαβή. Το ένα χέρι της στηρίζει την πλάτη του, το άλλο σφίγγει μια θηλιά γύρω απ'τον λαιμό του. Οι γαστροκνήμιοι και οι τετρακέφαλοί της κρατάνε κόντρα και διαγράφονται κομψοί. Οι αχίλλειοι μαζεμένοι, στηρίζεται μόνο στα ποδοδάχτυλα. Τον εκτελεί. Οι δυνατοί του ώμοι σφίγγονται απελπισμένα καθώς κρατιέται απ'το σκοινί που του ζώνει τις καρωτίδες. Τα πλευρά του εμφανίζονται και εξαφανίζονται. Η γυναίκα είναι διαβασμένη: ξέρει την ισχαιμία, την ασφυξία και τις διαφορές τους. Στο καλοφτιαγμένο στέρνο της ξεκουράζεται μια μικροσκοπική περίτεχνη μαύρη χάμσα με χρυσές λεπτομέρειες. Χαμένο χλωμό κορμί και η αρχή του τέλους. Η θηλιά ελευθερώνει. Η θηλιά ελευθερώνεται, οι φλέβες ξεφουσκώνουνε μεμιάς, ο άντρας χαϊδεύει το γένι του κι έπειτα το λαιμό. Από το σαλόνι στο χωλ και πίσω στην κουζίνα. Η ακαταστασία άφαντη. Το πουλί έχει ξεμείνει από νερό. Συμπληρώνω. Πίνω μια γουλιά Jever, δεν πρόλαβε να ζεσταθεί.

El amor pa' quien lo trabaje, como la tierra

Μέρες μελανές σύννεφα τυρφώδη μαύρο αίμα απ'τα σκισμένα τύμπανα
ὁ τρώγων μου τήν σάρκα καί πίνων μου τό αἷμα ἔχει ζωήν αἰώνιον
αργός βασιλικός χορός πλανήτες που λύθηκαν απ'τα βαρυτικά δεσμά τους
φλεβόκομβος νοσών ορείχαλκος τετηγμένος μουλιάζει τον ποδόγυρο της ιδεολογίας

καὶ ἐνώπιον τοῦ θρόνου ὡς θάλασσα ὑαλίνῃ, ὁμοίᾳ κρυστάλῳ
τα αστέρια θρύψαλα αυτού που ήταν κι έπαψε να είναι δάκρυα και σπινθηρισμοί
ταχύ-βραδύ ατέρμονη διαστολή αέναη διάλυση το δοξάρι της τιμωρίας
εβδομάδες αρπισμών σε άταστη κλωθοειδή διαδρομή με πάγο στις φουρκέτες

τρόμος εκ προσηλώσεως στις πλαγιές το χιόνι λιώνει, λιώνει, λιώνει
οι χείμαρροι αρμυροί οι εκβολές θολές σμαραγδένιοι ρόμβοι το χάραμα στο στέμμα
οὗτοί εἰσιν οἱ ἐρχόμενοι ἐκ τῆς θλίψεως τῆς μεγάλης
μάτια σαν της μύγας ένα σώμα όλο μάτια μάρτυρας της επίγειας αγωνίας

φωνή βραχνή λόγια ενός που έχει χαθεί
χέρι αρπαγμένο από χέρι βλέμμα σε βλέμμα αγκιστρωμένο νυστέρι στον αέρα
λεπίδα πυρακτωμένη κόβει δέρμα, υποδόριο, περιτονία, μήκος, πλάτος, βάθος και χρονική πρόοδο
το μεσεντέριο ανοίγει σαν κουρτίνα.

῟Ωδε ἡ σοφία ἐστίν· το τίποτα ανάμεσα στα φύλλα της σαρκός.
Πίσω μας και εμπρός το χώμα η αρχέγονη απειλή
δως μου το μέλι των χειλιών σου
πεθαίνουμε 

ανάμεσα σε δυο θανάτους μια ζωή.

 

Να σκάψεις το λάκκο σου (διήγημα)

Τον σκότωσε εκεί ανάμεσα στο πλήθος εν ψυχρώ αξεχώριστη στην κοσμοσυρροή. Ο πυροβολισμός τους τράνταξε όλους. Δεν υπήρχε αμφιβολία για το τι είχε συμβεί. Ο καραγκιόζης έπεσε κάτω σαν πατατοσακί. Το άξιζε, η σφαίρα ήταν όλη δική του, κι αν ο κόσμος είχε μια σπιθαμή δικαιοσύνης όφειλε και να τη χρεωθεί, αλλά στο σκατόβουρκο δεν ξεχωρίζουν σκατά από σκατά. Η λαοθάλασσα σώπασε σκανδαλισμένη, αλλά μέσα σε όλους εκείνους τους φανατικούς της βλακείας υπήρχαν και λίγες ψηφίδες αντιφρονούσες. Σχημάτισαν μια ανεπαίσθητη φλέβα και γλιστρώντας από πλάτη σε πλάτη και από κώλο σε κώλο και αγγίζοντας φευγαλαία μπουφάνια, γαλότσες και τσάντες, η Χάνκα εξαφανίστηκε, έγινε και πάλι μια ψηφίδα στη σαρκοπλημμύρα. Η πρόχειρη περιγραφή της εξαπλώθηκε σαν καρκίνος, με πρωτοπαθή εστία το σαπιομηλί παλτό. Μπορούσες σχεδόν να διακρίνεις το κουτσομπολιό να διαπερνάει τα πάχη του κόσμου όπως δονείται ένας ζελές. Η Χάνκα τελοσπάντων το έσκασε. Οι αρχές πήραν τη σκιά της στο κατόπι. Ο καημένος ο Παλ πέρασε μια άρρωστη βδομάδα, πυρετώδης από την αγωνία. Ήταν η πρώτη της φορά.

Την επόμενη Δευτέρα, ο Παλ έκοβε δρόμο πίσω από το μίνι μάρκετ επιστρέφοντας σπίτι. Ένα Ψιτ! τον χτύπησε στο στόμα σαν άτυχο μυγάκι. Ήταν εκείνη. Στεκόταν ανάμεσα στους δυο μεγάλους κάδους ανακύκλωσης στο πίσω ντουβάρι του μίνι μάρκετ. Αρκετά σακατεμένη. Τα ρούχα της ήταν μουλιασμένα στο αίμα, μπαγιάτικο και φρέσκο, και είχαν πάρει τις πολλές αποχρώσεις που παίρνει η υγρασία όταν ποτίζει για χρόνια τα ταβάνια στις δημόσιες υπηρεσίες. Είχε κρύψει το σαπιομηλί παλτό στο σάκο πλάτης και τώρα φορούσε ένα άσχημο ανοράκ ψαρέματος. Ήταν βρώμικη και τα μαλλιά της είχαν αφανοποιηθεί. Σε σημεία ήταν κολλημένα στο κρανίο της αναμεμειγμένα με το ξεραμένο αίμα που φαινόταν σα μαύροι λεκέδες εδώ κι εκεί. Ο Παλ την αγκάλιασε αντανακλαστικά. Την αγαπούσε πάντα. Η Χάνκα δεν περπατούσε καλά. Την είχαν πετύχει κάπου στη νεφραμιά και στο ένα μπούτι. Οι σφαίρες ήταν ακόμα μέσα.
-Δε μπορώ να σε πάρω σπίτι. Την έχουνε στημένη απ'έξω από τη μέρα του συμβάντος. Αλλά θα μιλήσω στην Ελένη, έχει ένα μέρος. Θα βρούμε τρόπο.
-Κάνα τσιγαράκι έχεις;
-Όχι ρε συ, αφού το έχω κόψει, το ξέρεις.
-Ανάθεμα.
-Μείνε εδώ -μπορείς να μείνεις εδώ; Δε θα πάρει πάνω από μια δυο ώρες.
-Αν δε με βρίσκεις χτύπα τους κάδους.

Σουρούπωνε ένα φθινοπωριάτικο σούρουπο, είχε πηχτή υγρασία, άπνοια και κουνούπια. Ο Παλ εξαφανίστηκε στο δασάκι πίσω από το μίνι μάρκετ. Η φασαρία της κίνησης από τη λεωφόρο συνεχίστηκε απρόσκοπτη και αμυδρά ανησυχητική όπως πάντα. Η Χάνκα έμεινε στο μέρος. Η στάση της και το πρόσωπό της δεν ομολογούσαν ιδιαίτερη ταλαιπωρία, σε αντίθεση με όλα τα άλλα πάνω της. Ήταν τόσο στωϊκή που έμοιαζε να έχει απωλέσει αισθήματα και πάθη. Η υπομονή είχε επισκιάσει κάθε αδυναμία, της είχε ξεπλύνει την ανθρωπίλα, την είχε μετατρέψει σε τερατορομπότ. Στο μυαλό της πηγαινοερχόταν το τσιγαράκι. Έτρωγε απ'τα σκουπίδια περιμένοντας και έπινε από τα πεταμένα μπουκάλια κάτω από τη γέφυρα.

Είχε νυχτώσει για τα καλά και η Χάνκα λαγοκοιμόταν στο μαξιλάρι με τη μαύρη σακουλομαξιλαροθήκη, όταν άκουσε ένα ταπ-ταπ-ταπ. Άνοιξε μια τρίχα το καπάκι του κάδου για να δει, ήταν η Ελένη αυτοπροσώπως, παρέα με τον Παλ. Σκαρφάλωσε έξω όπως όπως. Οι δυο την φορτώσανε σε μια σκουριασμένη μπαγαζιέρα που κρεμόταν από τον κοτσαδόρο του Φίατ της Ελένης, Τη σκεπάσανε με το μουσαμά και από πάνω της έβαλαν μερικά καφάσια και τα σύνεργα κηπουρικής. Ο Παλ της πέρασε δυο ταμπλέτες μορφίνης και ένα θερμός γεμισμένο με απροσδιόριστο παρηγορητικό. Η διαδρομή κράτησε ένα τετράωρο. Η Χάνκα κατάλαβε πού πήγαιναν όταν άκουσε τη μουσική από τα μεγάφωνα του πορθμείου. 

Πέρασαν απέναντι. Μια γνωστή της Ελένης είχε ένα τριόροφο στην παλιά πόλη που το νοίκιαζε σε φοιτητές από την ένωση. Εκείνο το διάστημα το ισόγειο ήταν ξενοίκιαστο. Ο τελευταίος που έμενε εκεί είχε πεθάνει στην εκκλησία. Ήταν ένα γραφικό κτίριο, πλινθόκτιστο, αρχαίο σχεδόν, κρυμμένο κάτω από παχύ κισσό. Έφτασαν χαράματα. Η Χάνκα είχε λιώσει απ'τη μορφίνη και δε μπορούσε ούτε να συρθεί έξω απ'τη μπαγαζιέρα. Την τύλιξαν ρολλό με το μουσαμά και τη μετέφεραν γρήγορα γρήγορα στο διαμέρισμα. Τα έπιπλα του μακαρίτη είχαν ξεμείνει. Δεν είχε οικογένεια να τα ζητήσει, ήταν ο τελευταίος της γραμμής. Καφενειακές καρέκλες, ένα γραφειάκι και ένα τραπεζάκι μιας άλλης πολύ περασμένης εποχής, ένα κρεβάτι με μεταλλικό σκελετό και χοροπηδηχτό στρώμα με διεισδυτικές σούστες, κάνα δυο μαξιλάρια, πολλές γλάστρες παντού. Το πάτωμα ήταν από πετρόπλακες, πολύ παλιό, έμοιαζε πιο πολύ με γη παρά με πάτωμα, τα ντουβάρια τρία μέτρα χοντρά με εντοιχισμένα ράφια, κουζινάκι, πάγκος, διπλά τζάμια στα παράθυρα που ίδρωναν αναμεταξύ τους. Ο Παλ έφτιαξε νερόσουπα. 

Το πρωί η Ελένη κανόνισε να περάσω να βγάλω τις σφαίρες απ'τη Χάνκα, όπερ και έπραξα. Είχε καλή κράση και οι πληγές ήταν εύκολες στο καθάρισμα, παρότι είχαν κακοφορμίσει, είχαν βέβαια περάσει και δυο βδομάδες στη λέρα, το περίεργο θα ήταν να μην είχαν κακοφορμίσει. Τις καυτηρίασα με την τσιμπίδα του τζακιού. Δε χρειάστηκε να τη μπουκώσω με πετσέτα, ξάπλωνε κοιτώντας το ταβάνι χωρίς να μορφάζει. Τα βλέφαρά της ανοιγόκλειναν νωχελικά. Της χτύπησα μια πενικιλλίνη τζι στο κωλομέρι, της άφησα ένα μπουκαλάκι λάβδανο και της είπα πως θα προσπαθούσα να ξαναπεράσω σε μια βδομάδα. Η Ελένη επέβλεψε τη διαδικασία. Ενώ ετοιμαζόμασταν να φύγουμε, έβαλε την κασέτα που είχα ακούσει εκατοντάδες φορές σε ισάριθμες παραλλαγές να παίξει:
-Θα σκάψεις ένα λάκκο κάτω απ'το κρεβάτι, μια κρυψώνα. Θα το κλείσεις με καταπαχτή από σανίδια. Θα φροντίσω να σου φέρουν. Από πάνω θα ξαναβάλεις τα προικιά του μακαρίτη, όπως τα έχει τώρα, κεντητά, κουβέρτες, με το κασόνι τους όπως είναι. Δευτέρα, Τρίτη και Πέμπτη απ'το χάραμα ως τις δώδεκα το μεσημέρι θα κάθεσαι στην κρυψώνα κλειδωμένη από μέσα και δε θα βγάζεις λέξη, γιατί κάποια στιγμή περνάει η περιπολία, και αν μας είδε κανείς ή μας έχει πάρει πρέφα δεν το ξέρω, δε νομίζω, αλλά δεν το ξέρω με σιγουριά. Ανά πάσα στιγμή μπορεί να αποφασίσουν να μπουκάρουν για έλεγχο. Ξέρουν εδώ πως είναι το σπίτι του ψάλτη που πρεζώθηκε και το αποφεύγουν γιατί είναι μολυσμένο στα χαρτιά τους, αλλά φύλαγε τα ρούχα σου.

Η Χάνκα δεν ξεμύτιζε ούτε με το βαθύ σκοτάδι των μικρών ωρών. Τα πράγματα ήταν ακόμα έκρυθμα. Αν την πετύχαιναν θα την εκτελούσαν, αυτή ήταν η εντολή, και θα ήταν σα να σκότωναν πακέτο και τον Παλ. Μετά την αφαίρεση των σφαιρών ανέβασε πυρετό αλλά ήταν για καλή της τύχη παροδικός. Σχεδίασε τις δυο διαστάσεις της κρυψώνας στο σημείο κάτω από το κρεβάτι για να ξέρει που να σκάψει. Οι πετρόπλακες ήταν φαγωμένες αλλά δεν είχαν ξεχάσει πως ήταν πέτρες. Δούλευε με σφήνα κουτάλι και σφυρί. Το σπίτι είχε ακόμα τρεχούμενο νερό απ'την αντλία. Ήταν ανακούφιση μετά από το κάτεργο να έχει φρέσκο νερό να πιει και να μουλιάσει τα χέρια της που ψήνονταν από την κούραση. Κομματάκι κομματάκι έσπαγε την επιφάνεια. Έπρεπε να προσέχει να μην ακούγεται και να μη δουλεύει όταν περνούσε η περιπολία μην και κινήσει υποψίες. Η Ελένη μας είχε πει όταν φύγαμε από εκεί πως η Χάνκα δεν είχε καλές πιθανότητες, γιατί ήταν μικρόσωμη και το έργο της κρυψώνας δε θα προχωρούσε αρκετά γρήγορα, και θα την προλάβαινε η περιπολία και θα την έσερναν έξω από το σπίτι νεκρή.

Η Χάνκα έσκαβε και έκρυβε τα μπάζα στις συρταριέρες, τα ντουλάπια και τις βαλίτσες του μακαρίτη. Ο Παλ περνούσε σε άσχετες στιγμές, γέμιζε τις τσέπες του και ένα μπόγο κολατσιού και τα άδειαζε λίγα λίγα στη θάλασσα. Μετά από ένα μήνα ο λάκκος είχε σκαφτεί και η καταπακτή είχε εγκατασταθεί και η Χάνκα ήταν ακόμα ζωντανή. Έβαλε ένα μαξιλάρι και μερικές στρώσεις σεντονιών και έπαιρνε μια κανάτα με νερό εκεί κάτω και κλεινόταν ευλαβικά, όπως ακριβώς της είχε πει η Ελένη. Πήγαμε να τη δούμε μια νύχτα μετά από αρκετό καιρό, ίσως μισό χρόνο ή παραπάνω. Είχαν μεσολαβήσει άλλα -είχαν πιάσει μια ομάδα από την ένωση και τους είχαν τρίψει στον τρίφτη για να μας δώσουνε. Ξεκινούσαν απ'τις πατούσες και τους έτριβαν λίγους λίγους προς τα πάνω. Κάποιος είπε πως η δολοφόνα ήταν ακόμα ζωντανή και έσπαγε πέτρες όπως όλοι οι δολοφόνοι. Αυτό τους μπέρδεψε, νόμισαν πως είχε καταλήξει στα ορυχεία. Κεντρικός συντονισμός δεν υπήρχε ούτε γι'αστείο από τότε που ζάππαραν το τελευταίο καλώδιο και έκαψαν την τελευταία κεραία, οπότε αυτό ήταν σχεδόν αδύνατο να διασταυρωθεί. Και έτσι είχε αρχίσει να μειώνεται ο κίνδυνος, γιατί η Χάνκα άρχισε να σβήνει απ'την επικαιρότητα, και άλλες άρχισαν να παίρνουν τη θέση της, και τότε άρχισα να σκέφτομαι πως η Ελένη που τα ήξερε όλα είχε πέσει έξω, και η Χάνκα είχε παίξει ενάντια στις πιθανότητές της και είχε κερδίσει.

Την επισκεφτήκαμε λοιπόν. Ανάψαμε μια ασθενική γκαζόλαμπα. Έσφιξε τα βλέφαρα σαν τυφλοποντικός. Όρθια δίπλα στο κρεβάτι που έκρυβε το λάκκο της. Φορούσε το σαπιομηλί παλτό. Είχε απισχνανθεί από τη μονοφαγία. Τα μαλλιά της κακοπλυμένα πετούσαν γύρω από το κεφάλι της σα ρημαγμένο φωτοστέφανο στο ημίφως. Κοίταξα τα τραύματα, η επούλωση έμοιαζε να είχε σταματήσει στις δέκα μέρες και μισόχαιναν ακόμα. Πάλι καλά βάσταξε η κράση της που με είχε εντυπωσιάσει τόσο στην αρχή και δεν είχε γαγγραινιάσει. Ήμουν πάντα μοιρολάτρης, ίδιον των γιατρών, και πίστευα στις ιπποκρατικές ιδιοσυγκρασίες, αλλά τα τελευταία χρόνια με είχαν πραγματικά διδάξει πόσο αβοήθητοι είμαστε όλοι, κι ας το κρατούσα ακόμα μυστικό. Ο Παλ είχε φέρει λεμόνια και ντομάτες από απέναντι. Η Χάνκα άρπαξε ένα λεμόνι και έκοβε λυσσασμένες μπουκιές και από τα μάτια της κυλούσαν δάκρυα που χάραζαν τα σκονισμένα μάγουλά της. Η Ελένη είπε πως θα άρχιζε να καταστρώνει την έξοδο απ'το νησί. Θα την φυγάδευε σε μια ξερονησίδα πεντέμιση ώρες από εκεί που ήμασταν, για να προπονηθεί ξανά, ώστε να την ξαναστείλουν σε νέα αποστολή ξανά σε πέντε μήνες. Και θα μπορούσε να κοιμάται κάτω απ'τ'αστέρια και να τρώει φρέσκα λεμόνια, μαζί με άλλους που η ζωή τους ήταν μια επίμονη ακολουθία σαν τη δική της, να ξεκάνουν κυβερνητικούς αντιεπιστημονιστές και λεφτούχους στις συγκεντρώσεις, να εξαφανίζονται, να σκάβουν το λάκκο τους, να πεθαίνουν, ν'ανασταίνονται και να σκοτώνουν πάλι, ώσπου να σκαλώσουν σε κάποιο γρέζι του τροχού. Δεν αντέδρασε στα λόγια της Ελένης, λες και δεν είχε ακούσει κιχ. Γύρισε στον Παλ:
-Να σου πω, κάνα τσιγαράκι έχεις;
-Όχι ρε συ, αφού ξέρεις το'χω κόψει.

Την αφήσαμε όρθια δίπλα στο κρεβάτι που έκρυβε το λάκκο της σαν ανθρωπόμορφη ταφόπλακα.
Ο Παλ έκλαψε στον ώμο μου.

Totem und Tabu: Einige Übereinstimmungen im Seelenleben der Wilden und der Neurotiker

Στέκομαι με το ένα χέρι να ζουλάει το πρησμένο γόνατο και το άλλο να μανουβράρει τη βελόνα της παρακέντησης. Ο άρρωστος παρακολουθεί αυστηρά. Είναι έμπειρος στην αρρώστια του, ξέρει απ'έξω τη διαδικασία. Το τηλέφωνο της εφημερίας ουρλιάζει σαν πολεμική σειρήνα ρυθμισμένη στη σταντέ μελωδία του Νόκια. Η ένταση είναι κλειδωμένη στο μάξιμουμ από την τεχνική υπηρεσία για να μην έχεις δικαιολογία αν κοιμάσαι. Αποσύρω τη βελόνα υπό αναρρόφηση λέγκε άρτις και την σπρώχνω στο καπάκι. Η εξηντάρα είναι ζεστή γεμάτη φλεγμονώδες αρθρικό ζουμί, κολλάω το χαζαμπλάστ και βάζω τον άρρωστο να αυτοπιέζεται. Σουτάρω τα γάντια στο χαίνοντα κάδο των βιολογικών. Πατάω το ευλογημένο πράσινο κουμπί. Λυγίζω το σβέρκο για να κρατάω το τηλέφωνο ανάμεσα στον ώμο και το μάγουλο.
-Ρευματολόγος εφημερίας, λέγετε.
-Έστειλες χαιρετίσματα κι έκανες μισή δουλειά. Η Κατρίνε θίχτηκε που την άφησες απ'έξω.
Γελώ αμήχανα. 
-Ξέχασα πως υπήρχε.
-Αυτή δε σε ξέχασε.
Ξεπροβοδίζω τον άρρωστο και του νεύω να κλείσει την πόρτα πίσω του.
-Δεν έχεις δουλειά;
-Οι γέροι και οι γριές δε σταματάν ποτέ να πέφτουν. Λες και δεν ξέρεις. Έφερα καχβά. Έλα.
Παίρνω το τηλέφωνο με το χέρι και το βάζω στο καλό αυτί. Το μικρό μου δάχτυλο σκαλώνει και ξεσκαλώνει στη μάσκα. Αιωρούμαι και διαστέλλομαι σα να με ρεζίλεψε η όσμωση. Περπατώ πάνω στο τρυφερό γκαζόν ξυπόλητος και μετά τσκλιπ τσκλοπ στις πλάκες της αυλής. Τα γεράνια του συναντούν τη γάμπα μου για λίγο. Το σπίτι είναι σκοτεινό. Το καλοκαίρι παρατείνεται. Φορώ μια μπλούζα λιωμένη από το πλύσιμο που γράφει 1997, την είχε φέρει η Ε. από την Αστόρια τότε, και ένα δανεικό μακό σωρτς από εκείνα που συνήθως αποκαλύπτουν το πουλί. Τα επίσημά μου ρούχα είναι μέσα, κρέμονται από μια καρέκλα της κουζίνας. Καθόμαστε καταγής. Οι επιγονατίδες συναντιούνται ίσα ίσα. Το καχβά έχει γεύση από εσθονικό ψωμί. Είμαστε μια μαλακισμένη φάρα, ένας διαταραγμένος κλάδος που μαίνεται από θεουσισμό και σύνδρομο σωτήρα και πουριτανιά και φόβο του θανάτου και άλλους κοινούς λεκέδες του λαού που στη ρόμπα τη λευκή φαίνονται κάπως πιο καλά, ακόμα και στο ημίφως, αυτό είναι και το νόημα με τα άσπρα, τα πράσινα, τα μπλε, να ανιχνεύεις τη βρωμιά με ένα γρήγορο βλέμμα στα σκοτάδια της ιματιοθήκης. Ακόμα και φορώντας πολιτικά, όταν κοιτάζω τον Α. είναι σα να βλέπω τον εαυτό μου, και όλες οι μαυριλιές μου καίνε τα μάτια παρότι οι ρόμπες μας είναι χωμένες όπως όπως στους φωριαμούς του υπογείου και κλειδωμένες πίσω από τέσσερεις πέντε βαριές πόρτες. Βλέπω την υποκρισία του, και την υποκρισία μου, και την αδυναμία μου στο τζόγο και την αδυναμία του στη χλίδα, και την ανάγκη του για επιβεβαίωση, και τη μόνιμη μάχη μου με το σύνδρομο της απατεωνιάς, και το φόβο μου για την αστάθεια στο χέρι, και το δηλητηριώδη συντηρητισμό που τον γαλούχισε, και όλη η μοναδικότης μας ξεπέφτει σε στερεοτυπίες, και ανάμεσά μας και μέσα στο δαιδαλάκο αυτής της ερρωμένης φιλίας περιέχεται όλη η λέρα του κλάδου, αναίμακτη και αιματηρή. Αλλά το μόνο που μυρίζω είναι το καχβά, κάρδαμο και σαφράν, ζέστη και παρηγοριά, σα γουρούνι που χαίρεται τη λάσπη του. Το καθετί έχει και τη σκιά του, ο κομψός λιγομίλητος εβραίος που γνώρισε μέσα έξω ο Α. δεν είναι εξαιρετέος, ο γερός προστατευτικός μουσουλμάνος που γνώρισα μέσα έξω εγώ δεν είναι εξαιρετέος. Ο ήλιος μας βρίσκει λοξά απ'τα δυτικά, και οι σκιές μας συντήκονται πανύψηλες και τερατώδεις σε ένα μαγικό εξωτικό τοτέμ.


"Διάολε" είπε ο Μπόλτον κεφάτος, "δεν ξέρω γιατί, αλλά μου έχει κολλήσει στο μυαλό η σκέψη ότι κάποιο βράδυ μπορεί και ν'αράξουμε σε κανένα καλό μπαράκι στη Γουότερ Στριτ. Αν πίναμε και κάνα ποτήρι τζιν ή ένα μπουκάλι μαύρη μπύρα, δε θα ήταν άσχημα. Το φαντάζεσαι, Γκρίπερ;"
"Για να πω τη μαύρη μου αλήθεια" απάντησε ο Γκρίπερ με το συνηθισμένο σαρκασμό του, "έχω χάσει εντελώς τη φαντασία μου".
Verne

Οφηλία

Έφυγα απ'το χωριό ενώ σουρούπωνε και με ρούφηξε το δάσος. Πέρασα μονοπάτια και δρασκέλισα χειμάρρους και σκαρφάλωσα βράχους και μισοκρεμασμένα δέντρα και στο τέλος καθετί γνώριμο διαλύθηκε στις φυλλωσιές και το σκοτάδι. Δίπλα στις λιμνούλες μύριζε μούχλα, τα μανιτάρια γυάλιζαν σαν ιδρωμένο δέρμα, πορτοκαλί δακρυμύκητες έκαναν τους πεσμένους κορμούς πουά. Στην πλάτη μου γαντζωμένος ένας επίμονος εφιάλτης, η ραχοκοκκαλιά μου τιναζόταν προς τα εμπρός, έτρεχα σαν κυνηγημένος. Τα ρούχα μου κόλλησαν πάνω μου και άρχισαν να με κρυώνουν, το χνώτο μου ήταν το μόνο φως. Άπνοια, ομίχλη, αφεγγαριά και όλος ο κόσμος είχε ξεκολλήσει απ'το ντουβάρι και είχε κυλήσει κάπου αλλού. Ήξερα πως είχαν αρχίσει να με ψάχνουν, δεν είχα ποτέ άλλοτε εξαφανιστεί έτσι. Γλίστρησα στα μάλτσια και στα σφάγνα και κουτρουβάλησα καμιά εικοσαριά μέτρα σε ένα βάθωμα ντυμένο με λαμπερά βελούδινα βρύα. Έκλαψα ήσυχα και η δροσιά εξαφανίστηκε άηχα στη στρωματσάδα, και μετά κοιμήθηκα ως το χρυσό πρωί. Η λάμψη της ανατολής έγλειφε ανάμεσα στα κλαδιά και την υγρασία, κι εδώ κι εκεί στις σκιές έσπερνε αδραξιές. Έφτασα στην όχθη του ποταμιού. Ξεπαπουτσώθηκα βιαστικά, έβαλα ένα πόδι μέσα, ήταν σκέτο σίδερο, δεν ήμουν τόσο τρελαμένος για να κολυμπήσω απέναντι. Ερχόμασταν για ψάρεμα εδώ παλιά, μια ώρα ποδαρόδρομο κόντρα στο ρεύμα προς την ανηφοριά υπήρχε μια χοντρή γέφυρα ακριβώς κάτω απ'τους καταρράκτες. Εκεί τον βρήκα νεκρό και σκαλωμένο στο ένα στήριγμα της γέφυρας να επιπλέει και να λικνιέται με το ρεύμα του νερού, τα απαλά του βλέφαρα κλειστά, τα μαλλιά μπουκλιδιασμένα πιο πολύ απ'ό,τι συνήθως, τη μυτερή γενειάδα να χορεύει σαν ουρά φιδιού πάνω από τη σφαγιτιδική εντομή ήταν ωχροπράσινος, λίγο απ'το θάνατο και πολύ απ'το νερό το ποταμίσιο. Αδύνατο να τον ξεσκαλώσω, δεν τον έφτανα, η φασαρία και η ορμή απ'τους καταρράκτες και οι στρόβιλοι στη βάθρα και η θολούρα απ'τα σταγονίδια τον κρατούσαν μια σφιχτή αγκαλιά. Απελπίστηκα, φοβήθηκα, άρπαξα το πρόσωπό μου και το ξεκόλλησα από το κρανίο μου σαν γάντι. Το πέταξα και το πήρε το ποτάμι και δεν το ξαναείδα, το κρύο με έκαψε στα εκτεθειμένα μέρη, και άρχισα πάλι να τρέχω για να προλάβω την ψυχή του, όχι θήραμα πια, αλλά ιχνηλάτης. Με γύρισε πίσω. Στις παρυφές του χωριού εκεί που πλάταινε η κοίτη του ποταμιού και μαλάκωναν οι όχθες, πίσω από το νερόμυλο, είδα ένα φεγγαρόφωτο να αιωρείται πάνω απ'το τσεκούρι και τα καυσόξυλα, χύμηξα και το αγκάλιασα, ναι, ήταν αυτός, που χαμογελαστός με ρώτησε Τι κάνεις. Ετοιμάστηκα να απαντήσω, πνίγηκα από αιφνίδιο ενθουσιασμό, για μια τριχούλα χρόνου η ευτυχία μου έφραξε το λαρύγγι, όλα ως τότε ήταν ψέμα και τότε η ασημένια σκόνη έλιωσε στο δέρμα μου και το φως εξαφανίστηκε για πάντα, και έμεινα με άδεια χέρια.



Πείσμα



"Θανατήτας 8 μποφώρια απ'το βορρά έτσι ήταν σ'εκείνη τη μεριά, έτσι πήγαινε η σούφρα μας απ'το κρύο. Εφοβόμουν να θα ρεμπαρτάρει η κολοκύθα και θα πνιγούμε όλοι, μη μας είδατε, να μη μας ξαναδείτε πάει το Χάμπουργκ πάει η Σαλονίκη όλα πάνε, κι αν ξεβραστούμε τσι πέτρες η πούντα θα μας φάει, κι όλ'αυτά για τα βρωμόψαρα, π'ανάθεμά με έλεγα άμα γυρίσω κάθε μέρα πρικαλίδες με λάδι και ψωμί και άλλο τίποτα δε θα τρώγω."

/

Φαίνανε πανὶ στὸν ἀργαλειὸ
καὶ σὲ ταρσανᾶ ξομπλίαζαν κατάρτι
ἀντικρὺ στὸ Νήρυτο καὶ στὸ Δασκαλιὸ
γιὰ ἕνα κοριτσάκι ἀπὸ τὴ Σπάρτη.

Κι ἄρχισε μία τέτοια φασαρία,
πῆρε πέντε τοῦμπες ἡ Ἱστορία.

Κέρδισε τὴ νίκη μία φοράδα
δίχως νοῦ καὶ δίχως γρηγοράδα -
τό ῾γραψε κι ὁ Γέρος στὴν Ἰλιάδα.

Φύγαμε μπατίδοι ἀπὸ τὴν Τροία.
Ἔχω καὶ χαρτὶ καὶ μαρτυρία.
Δὲ θυμᾶμαι μόνο τὴν πορεία.

Σίγουρα κυβέρναγε τὸ διάκι
ἕνας γιὸς τσοπάνου ἀπὸ τὸ Θιάκι.

Εἶχε δαγκωνιὰ στὸ μάγουλό του
ποὺ καὶ κείνη βγῆκε σὲ καλό του.

Γιὰ τὴ ναυτοσύνη δάσκαλο εἶχα
ἕνα γεμιτζῆ ἀπὸ τὴ Δολίχα.

Τσοῦρμο ἀπὸ Κάστο κι ἀπὸ Ἐχινάδες,
ὅλοι τους παιδιά: κλάφτε, μανάδες.

Χίπηδες λεβέντες μὲ μαλλιὰ δασά,
κι ἦταν οἱ χιτῶνες μας τσαντίρια.
Μᾶς ξεπροβοδίζαν ξένα τρεχαντήρια,
πούπουλο κρεβάτι καὶ καλὰ κρασιά.

Κάπου ἐκεῖ κοντὰ στοὺς Λαιστρυγόνες
ἀγκαστρώσαμε ὅλες τὶς γοργόνες.

(Ἂν τὰ τελευταῖα τὰ γράφω πρῶτα
εἶναι ποὺ μπερδέψαμε τὴ ρότα.)

Εἶχες καὶ τὸ φόβο τῆς τιμῆς σου.
Οἱ ἀνθρωποφάγοι τὰ σκυλιά,
πρὶν σὲ φᾶν᾿, σοῦ κάναν τὴ δουλειά,
γιὰ νὰ νοστιμίσει τὸ κορμί σου.

Σμίξαμε κοντὰ στὴν Ἀσκανία
μὲ τοὺς κατεργάρηδες τοῦ Αἰνεία.
Πήγαμε ὅλοι τσοῦρμο στὰ πορνεῖα.

Κεῖνες οἱ ρουφιάνες τ᾿ ἀποσπόρια,
πῆγαν καὶ τοὺς κάψαν τὰ παπόρια.

Νὰ καὶ ἡ Ναυσικὰ ἀπὸ τσοὺ Κορφοὺς
τυλιγμένη μὲς στὴ σαπουνάδα.
Εἶχε τρεῖς φονιάδες ἀδερφοὺς
κάπου στὸ Μαντούκι, στὴ Σπιανάδα.

Φαῖνε, Πηνελόπη, τὸ πανί σου,
κλώσσαγε τὴν τίμια ἀναμονή σου.

Τοῦ θεοῦ τὸ ἀσκί, τοῦ Αἰόλου,
μᾶς σκορπάει κατὰ διαόλου.

Τὴν εὐχή μου! Βρέστε μου, παιδιά,
κάτι νὰ ριμάρει μὲ παιδεία.
Θέλει καὶ κουράγιο, καὶ καρδιά.
Ὅλοι μία φωνή : - Ἕνα ... δύο ...

Κ.Κ. 

Zog nisht keyn mol az du geyst dem letstn veg


 

Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν είναι ένας Εβραίος διανοούμενος που πορεύτηκε στη ζωή χωλαίνοντας, προσπαθώντας να αποκρύψει την αδεξιότητά του να τη ζήσει.

-

Είναι γλυκό το σούρουπο που φτάνει, ένα ψιλό αεράκι, τα νεροπούλια της λιμνοθάλασσας κόβουν τις τελευταίες βόλτες της ημέρας, η γλίτσα στα βότσαλα σαν απαλό χαλί, πέρα κάποιος καίει χόρτα, ένα σκυλί γαυγίζει. Κάθομαι στα ξεβρασμένα τσιμέντα του παλιού μώλου. Το μπουκάλι με τη σόδα ιδρώνει και του έχει κολλήσει λίγη άμμος. Ψαχουλεύω γύρω μου για πλακέ πέτρες, τις κάνω σωρό, και όταν μαζέψω αρκετές σηκώνομαι, ποζάρω σαν χοντρός που παίζει γκολφ, και τις πετάω για να μετρήσω γκελ. Όταν αρχίζει να πέφτει ψύχρα αναδύεσαι με ένα μάτσο καλκάνια στο σακούλι σου, γυμνώνεσαι και κάθεσαι με τα κωλομέρια στα τσιμέντα να στεγνώσεις. Ο γέρος που βόσκει το σκύλο του στο δρομάκι από πάνω παίρνει μάτι. Δώδεκα βατραχάκια η τελευταία πέτρα, η πιο πλακέ, βοηθάει η ηρεμία της λιμνοθάλασσας, ο ώμος μου έχει πιαστεί από τις ρίψεις και τις παρακεντήσεις της ημέρας. Σε χαζεύω ενώ λες για τα καρότα στον κώλο του τραπεζίτη εχτές που είχαν μάλιστα μουχλιάσει, θυμάσαι πως πεινάς και έτσι περνάς στα μαντολάτα που ξέχασα στο ντουλαπάκι του αμαξιού και στο κουρκούτι που θα φτιάξεις όταν γυρίσουμε σπίτι, και θα οδηγήσεις να ξαπλώσω πίσω στις πετσέτες; Θα οδηγήσω, και μπύρα Βιλλεμόες και καλαμάρι Ατλαντικού κομμένο σε ροδέλες και με κιμωλία στον πίνακα πάνω από το τραπέζι της κουζίνας που έμεινε απ'το πρωί, μια μικρή υβρίδια Χαλκιδική στη λασπερή άμμο του βυθού στα μπάσταρδα νερά, Σανά τοβά μικρή μου, τώρα το μάθαμε το τροπάριο, όπου γης και πατρίς.

We would survive even ourselves, as long as we were together

Α.

Τα χαλίκια στο πέρασμα πνίγηκαν απ'το βροχονέρι. Λάσπη ανέβηκε ανάμεσά τους. Το δέντρο ψιχάλιζε με την αύρα. Ίσιωσα το μουστάκι, έσπρωξα τα γυαλιά να κάτσουν πιο καλά στο μύτο, κατέβασα το γιακά. Κοιτούσα κάτω όπως το συνηθίζω, τα παπούτσια μου και τα παπούτσια του καλύτερού μου φίλου, λασποπιτσιλιές και κόκκοι άμμου. Το κορδόνι σου είναι λυμένο και τα πίνει. Οι συννεφιές μας προσπερνάνε από πάνω βιαστικά, στα σκοτεινά του μάτια καθρεφτίζονται εύκολα οι εναλλαγές, Και τώρα δηλαδή τι; ρώτησε, δεν παίρνει μια στιγμή και αρχίζουμε να γελάμε τρανταχτά. Ένας εβραίος και ένας προτεστάντης, ένας ψηλός και ένας κοντός, ένας άτριχος και ένας τριχωτός, δυο ζευγάρια πλακέ κιτσομπλέ πούμα που δεν πολυσηκώνουν τον υγρό καιρό του WATTEN, κι οι δυο μας ασταθείς σαν αδυνατισμένοι πύργοι Τζένγκα και ταυτόχρονα τελείως ριζωμένοι

Ω.

Έξω από την εκκλησία που ίδρυσε ο Άνσγκαρ πολύ πολύ παλιά μ'έπιασε η μικρή μεγάλη αγάπη της ζωής μου απ'το χέρι και τον ώμο και τραγούδησε μουρμουριστά βαλσάκι και χορέψαμε είκοσι βήματα, και ξαφνικά με άφησε, και μ'έσπρωξε πέρα και στάθηκε ακίνητη απέναντί μου, με τον αυστηρό καθολικό της λαιμοδέτη, το δαχτυλίδι με τη χάμσα και ένα άπιστο μειδίαμα, Μα ποιος είστε; Δε σας γνωρίζω! και στα πεταχτά απ'την κατάμεστη ταράτσα στην Όλγας στις νύχτες στο Σταυρό γυμνοί στο Στρατόνι ντυμένοι στη Ρεντίνα, Α, μη μου δίνετε σημασία, περαστικός είμαι. Ένα ψάρι έξω απ'το νερό και μια θάλασσα που πλημμυρίζει τη στεριά, ο Κρεμασμένος και η Τεμπεράντσα, δυο παλιοκέρματα της διασποράς, πάνω απ'το δεξί της νεφρό γράφει o mar não é um obstáculo é um caminho πάνω απ'το δεξί μου νεφρό γράφει incertum quo fata ferunt, κι οι δυο μας χαμένοι μονίμως στ'ανοιχτά

...

Seewärts

 






You want to know my history?
Ask the sea.

D. Walcott

To be able to forget means sanity

Στο ντιβάνι στο σκοτεινό παρασάλονο με τα παντζούρια ο αέρας είναι σα δεύτερο πετσί φοβάμαι τις ρίγες της κουρελούς φοβάμαι τις σκιές στο μαξιλάρι μου ξαπλώνει ο Ινδιάνος με τ'άλογό του και κανένας απ'τους δυο δε βλεφαρίζει δίπλα κοιμάται μια μάνα ένας πατέρας μια ανάσα πιο εκεί κοιμάται η θεία Ντίνα και στην κουζίνα κοιμούνται οι κουραμπιέδες της εχτές με πήρε τηλέφωνο εκείνος ο πατέρας από εκείνον τον Αύγουστο από εκείνο το κρεβάτι και μου είπε υπηρεσιακά πέθανε η θεία Ντίνα στην άλλη πλευρά του ακουστικού καρφί στα περασμένα κατάπια ένα κιχ μισοκρυφά και είπα σαν άντρας σταθερά έζησε μακρά ζωή

Η βεράντα έβλεπε ένα βαθύ και σκοτεινό Ιόνιο, η κληματαριά δε φτουρούσε να σε κρύψει από την πρωινή λιακάδα, η μονοκοττούρα φιλόξενη κάτω απ'τις πατούσες, το δεντρολίβανο σωροί θάμνοι στο ένα πλευρό του σπιτιού, η βεράντα έβλεπε την εποχή της αθωότητας, τα ξύλινα κουφώματα έτριζαν στο πέρασμα της μαϊστραλάδας, οι μοναχικοί σκορπιοί σέρνονταν στις παρυφές της πίσω αυλής, η Τραχειά λιγόστευε πέτρα πέτρα, το κυάλι στο τραπέζι με το σκούρο τραπεζομάντηλο για να δούμε ποιος έρχεται, ποιος φεύγει κι ένα ποτήρι ούζο

σημεία στατικά που τα διαπερνάει ο χρόνος και κομματιάζονται και σβήνουνε προς σκόνη
γεννήθηκα σε ένα υπέροχο θαλπερό φως και έκτοτε κατρακυλώ σε ένα ατέρμονο απόβραδο
και η νύχτα βαραίνει και πυκνώνει και εκείνη η παλιά θάλπη απομακρύνεται ολοένα
αδύναμο αστέρι σε ένα άγνωστο στερέωμα και κάτω μια γη που μαστίζεται από ομίχλες
ο χρόνος ανελέητος και σε πλήρη ανάπτυξη το πυροτέχνημα της δυστυχίας
θέλω να γυρίσω πίσω

Θάνατος σε βουβή εικόνα


 

Το πόδι μου βρίσκει σε κάθε βήμα μια έτοιμη πατημασιά, έχει περάσει κι άλλος από εδώ, δεν είναι η νέα γη, δε γράφω ιστορία, ακολουθώ μια ρότα πολύ γνωστή, το πλοίο της γραμμής, μια μπάτσα στο κεφάλι, μια στην πλάτη και δυο κλωτσιές πίσω απ'τα γόνατα μη σώσει και σηκωθείς καριόλη,
εμπρός τους έχει βρει ήδη η μπόρα, η πλάτη μου έχει διαλυθεί και ενώνομαι σιγά σιγά με τη σκιά μου, είσαι η μόνη άγκυρα που μου έχει μείνει, κρατιέμαι απελπισμένα από κτηνώδες ένστικτο, παρότι ξέρω πως μόλις με καταπιεί το σκοτάδι όλα θα πάψουν.
Το ελάφι που πυροβόλησες εκείνη τη μέρα κυνηγώντας δεν πέθανε ακαριαία
και όταν το πλησιάσαμε είχε την υπομονετική μελαγχολία στο βλέμμα καθώς ψυχορραγούσε.


Θάνατος σε βουβή εικόνα, ένα όνειρο του ματιού, σχήματα που εξαφανίζονται σαν οφθαλμαπάτη. 
H. Melville

Αχαρτογράφητες ακτές

Πλύμα αρμύρας πρωινό
πέπλα που μυρίζουνε κλεισούρα στ'ανοιχτά
το μόνο που ακούγεται είναι το μικρό τρίξιμο της βάρκας που αιωρείται εδώ και πουθενά 
μια κεχριμπαρένια γλύκα ξημερώνει

έχω χαθεί

-

σβήνω απ'το χάρτη καθώς λιώνει στο νερό
προσεύχομαι ξανά
όπως τότε έτσι τώρα
ανθεκτική ανίατη απελπισία
και ο χρόνιος πυρετός της ερημιάς

αίμα δηλητήριο αίμα φαρμακωμένο και πικρό
απόσταγμα δάκρυ δάκρυ μια μυστήρια δροσιά
στα πλατιά φύκια που επιπλέουν ακίνητα στην άπνοια
μια πνιγμονή βραδεία και υπομονετική

ένας θάνατος κρυφός

-

το νερό ρηχαίνει και ρηχαίνει
και ζεσταίνει και ζεσταίνει
οι πρώτες πέτρες οι πρώτες καλαμιές
η λάσπη που ξύνει την καρίνα

αχαρτογράφητες ακτές
μες απ'το μυωπικό θάμβος της αυγής
αναδύεται το όπιο σαν αντικατοπτρισμός
τα μαλλιά περικοκλάδες υδρόβιου κισσού

Θεέ μου, έχω χαθεί

-






F32 επί F33
η σύνοψίς μου και
οι συντεταγμένες
ο χρόνιος πυρετός της ερημιάς

Næste station Lunderskov

Μακάρι να μπορούσα να σου πω γιατί, δέκα λέξεις παραταγμένες σε σειρά, δέκα λέξεις πιστολιά στο κούτελο, γιατί όταν καταλαβαίνεις χάνεται η ομίχλη του μυστηρίου και ξημερώνει ξαφνικά. Το τραίνο παίρνει το δρόμο του, τα λιβάδια ποτισμένα από την ασταμάτητη βροχή ξεχύνονται κι αφήνονται στους ορίζοντές μας και κυνηγώ το ένα μοναχικό σπιτάκι κάπου στους χαμηλούς λόφους γύρω απ'το Κόλινγκ ανάμεσα σε μια δεντροσυστάδα και μας παίρνω απ'τα μαλλιά (εσένα, γιατί εγώ τώρα είμαι καραφλός) και μας φυτεύω στην αυλή σαν πλεϋμομπιλένιους και ευτυχισμένους χωρίς χτες, χωρίς αύριο, χωρίς χρόνους εξακολουθητικούς, απλά στίγματα στο ραδιοεντοπιστή, τώρα όχι τώρα ναι, ένα ψήγμα Σαββατιάτικης σιωπής, μια στάλα αρχαίο λικεράκι αγριοφράουλας, μια κλεφτή ματιά του διψασμένου στη βρύση στην Κατάρα, ένα κάτι ελάχιστο, ανύπαρκτο απ'την προσωρινότητά του,  οι πρώτες δυο συγχορδίες του Clair de lune, χάδι στα βρύα στο ντουβάρι της εισόδου ένα βιαστικό απόγευμα, μακάρι να μπορούσα να σου πω γιατί και να σ'ελευθερώσω, αλλά δεν καταλαβαίνω, ψαύω σαν αμβλυωπικός στη νύχτα και ποτέ δεν ξημερώνει. Έτσι είναι τα πράγματα, έτσι κατηφορίζω, γράφοντας γκέλες ανάμεσα στις αγωνίες και μαρτυρώντας σιωπηλά, χωρίς να μπορώ ποτέ να σου εξηγήσω. Το δάχτυλό σου κολλάει στο ζυγωματικό μου, Μη, μέσα στο βαγόνι γκρι και μπλε ταπετσαρία, εμείς και δυο νοσοκόμες του γηροκομείου που δεν έχουν σταματήσει να κουτσομπολεύουν, να πάρει πόσο κουρασμένος είμαι.

511 Space rendezvous

Ο Κ. Σ. ήταν ένας χαρισματικός ορθοπεδικός από τότε που τον γνώρισα, εξωστρεφής και γελαστός. Πιο παλιά είχε φυσιοθεραπευτήριο αλλά δεν του ήταν αρκετό. Σπούδασε ξανά αργότερα, γύρω στα τριάντα. Πρωτοετής στη Σχολή γνώρισε τη νοσοκόμα γυναίκα του με την οποία έκαναν στα γρήγορα δυο τρία παιδιά. Τώρα ο Κ. Σ. ήταν ακριβώς σαρανταπέντε, απαράλλαχτα μυώδης, στιβαρός, με δυνατά χέρια. Είχε ρυτίδες στους έξω κανθούς, που όταν γελούσε γίνονταν γεροντικές και ομολογούσαν τα όσα έπονταν. Κουρεμένος ένα αστείο καπελάκι και μετά βίας λίγα ίχνη γκρίζου εδώ κι εκεί στο ξανθωπό του, με μεγάλα τετράγωνα γυαλιά, πάντα ξυρισμένος φράπα, δεν τον ξεχνούσες εύκολα. Το πρωί το κορίτσι πήγε και τον βρήκε στο εφημερείο 511. Η καφετιέρα έχεζε ζορισμένα λίγο λίγο στο γυάλινο περιέκτη. Ήπιαν καφέ απ'τη σακούλα με την αραπίνα. Ο Κ. Σ. της μίλησε για το διευθυντή που δεν πλήρωνε υπερωρίες και είχε μαζέψει όλους τους επικουρικούς ρόλους στο όνομά του για να αυτοεπιδοτείται ενώ έσκαγε μύτη δυο φορές τη βδομάδα και δεν έβλεπε ποτέ αρρώστους γιατί ήταν πολύ απασχολημένος με το διοικητικό του έργο. Είχε τραβήξει το θέμα στα άκρα, και ο διευθυντής έβαλε τους δικούς του στο σύλλογο για να του κλείσουν το στόμα και να θάψουν την υπόθεση. Την ιστορία αυτήν δεν την ήξερε σχεδόν κανείς γιατί ο Κ.Σ. δεν ανοιγόταν. Ήταν όμως φανερό πως ήταν στα μαχαίρια με το διευθυντή και θα του πήγαινε ανελέητη κόντρα ώσπου ένας από τους δυο να φύγει ντροπιασμένος, και ο σβέρκος του Κ.Σ. ήταν ο πιο χοντρός οπότε δεν έπαιζα τα λεφτά μου στον ξερακιανό πολύτεκνο τεμπέλη. 

Ο Κ. Σ. είχε μια σπάνια ιδιότητα. Σε έναν κλάδο πολιτικά ευνούχο και βαθύτατα συντηρητικό, ήταν αφοσιωμένος του εργατικού συνδικαλισμού με αγνές ρομαντικές ιδέες, ίσως ο μοναδικός αυτής της ράτσας που γνώρισα όλα αυτά τα χρόνια. Η σάρκα που κρυβόταν μέσα από το τσόφλι της ωριμότητάς του είχε μείνει παιδική, είχε μάθει από τα λάθη του αλλά δεν τον είχαν απελπίσει. Το κορίτσι ήταν υπαινιγμός, είχε εκείνη τη διαχρονική φωτεινή περιέργεια στο βλέμμα που είχε ρίξει στα γόνατα άντρες πολύ πιο ανένδωτους από τον Κ. Σ. Δεν ήθελε και πολύ. Ανάθεμα, δε θέλησε καθόλου. Αργότερα εκείνη τη μέρα του κράτησε ανοιχτή τη βαριά πόρτα για το κλιμακοστάσιο, αυτός κοντοστάθηκε και θυμήθηκε την καφετιέρα στο εφημερείο 511. Ανέβηκαν παρέα στον πέμπτο. Η καφετιέρα ξερόχεζε, το νερό κόντευε να σωθεί. Η νυχτοβάρδια θα αργούσε να φανεί, κάτω γινόταν της μουρλής. Το κορίτσι τον άγγιξε στον πονεμένο αριστερό καρπό που είχε επιδέσει με φυσιοθεραπευτική ταινία, τον τράβηξε πολύ απαλά κοντά της. Ο Κ. Σ. ένιωθε σα να τον είχε διαπεράσει το διάφανο κορμί ενός φαντάσματος σε ένα ήσυχο ξέφωτο, σα να τον είχαν ποτίσει δροσοσταλίδες ένα πρωί καλοκαιριού. Ο Κ. Σ. ήταν από εκείνους που πάντα ζεσταίνονται και ιδρώνουν κουβάδες αλλά ακτινοβολούσε ευρωστία. Αυτή υπερθερμαινόταν ξερά, το δέρμα της ήταν συχνά σαν αναμμένο μετάξι. Αυτός ήταν σταχυόχρους, αυτή ήταν φεγγαράδα. Τα σαρανταπέντε χρόνια εξαφανίστηκαν από τους έξω του κανθούς και έγινε όλος νέος. Η μυρωδιά του καφέ, ο απογευματινός ήλιος, το ολόλευκο εφημερείο, τα κολλαριστά σεντόνια, το ανένδωτο στρώμα το σχεδόν σαν πάγκος, τα πράσινά τους πεταμένα εδώ κι εκεί, οι σωρείτες, τα πεύκα και η θάλασσα, δυο ζευγάρια επιδέξια χέρια αγκιστρωμένα σφιχτά το ένα απ'τ'άλλο, κοσμογονία.

Το εφημερείο 511 ήταν γνωστό ως η σουΐτα. Ήταν το μοναδικό γωνιακό με βορειοδυτικό προσανατολισμό και πλατειά παράθυρα και στις δυο πλευρές, λουζόταν γλυκά στο φως και ήταν πάντα ευχάριστα ζεστό. Οργανωνόταν λοταρία κάθε χρόνο γιατί όλες οι ειδικότητες κωλοσκίζονταν για το 511 και πριν εφαρμοστεί αυτή η δίκαια μέθοδος, οι εφημερεύοντες έπαιζαν  ενίοτε σούτια στο διάδρομο. Εγώ εκείνο το διάστημα ήμουν εν πλω, συντεταγμένος πολύ μακρυά από το εφημερείο 511 και ό,τι διημειβόταν εκεί μέσα. Αλλά η εγκατάλειψη που σε ζώνει στην πλατφόρμα δίπλα στον αυτόματο πωλητή σνακς τις βουβές ώρες μου τράβαγε βιαίως τα βλέφαρα ανοιχτά και έβλεπα με ισχυρά κυάλια εντός μου και εκτός μου με τρομακτική ευκρίνεια. Το πρόσωπο του Κ. Σ. το φέρνω ακόμα στο νου μου. Δεν είχε τίποτα μεμπτό. Δεν τολμούσα καν να τον ζηλέψω. Ερωτεύτηκε τρυφερά και βραδυφλεγώς, έδωσε το όμορφο σώμα του θυσία και υπηρέτησε το κορίτσι σα μυστικός σταυροφόρος. Είχαν συναντηθεί στο αχανές κενό του διαστήματος υπό τη στιγμιαία απλάνεια αστεριών και πλανητών.

Death is nothing to fear



Περί ου ο λόγος
τα χρόνια του εσταυρωμένου 
οι μέρες του υπομονετικού θανάτου
βροχή και μισοξαστεριά μαζί

ο Θεός με το'να χέρι σε καρπαζώνει
και με τ'άλλο σ'αρπάζει από το σβέρκο να σταθείς

ο φόβος ήρθε και με βρήκε εκείνη τη φορά
ούτε δέκα μίλια ΒΑ απ'τη Σορροσουέλα
και όταν κακοδρασκέλισα απ'το ντόκο στο Normand Prosper 
και μετά μισή ώρα απ'τους Οθωνούς με το Σπύρο μπερδεμένο
και τότε που γύρισε η παλίρροια νωρίτερα στο Ούτερζουμ το '98
και τα παραμάζωσε όλα κι έτρεχα πλημμύρα στον ιδρώτα και η λάσπη μου ρούφαγε τα πόδια

ο φόβος ξέρει πού να σε βρει
πώς να σε δέσει πότε να σου κλείσει το στόμα
ο φόβος σε ξέρει καλύτερα από σένα

ο φόβος έπαιζε κι εκείνον τον αξημέρωτο έβενο χωρίς τα φώτα του Άη Στέφανου 
η θύελλα κουτάλιαζε το νησί κι άνοιξε πάνω απ'το κρεβάτι μου το διπλό παράθυρο και μπήκε μέσα όλη η θεομηνία με τα ξηλωμένα κλαδιά το χώμα κι όλο εκείνο το νερό ξύπνησα απ'τον κρασωμένο λήθαργο άνοιξα τα μάτια ανασηκώθηκα και είδα τη χερούκλα του Θεού που μ'έπιασε από το λαιμό και με ζύμωσε σα φιγούρα από μαρτσιπάν. 
Το τέλος δεν είναι μυστικό.

Το αίμα πνεύμα σταγόνα στον ωκεανό.

*

DEATH IS NOTHING TO FEAR

Σπινθηρισμοί




Μ'έπιασε σύγκρυο μόλις αναλογίστηκα πως δε μπορώ να αγγίξω το παρελθόν. Κάθε στιγμή και απώλεια δηλαδή. Βλέπω τα φαντάσματα της ζωής μου στις φωτογραφίες και είναι τόσο ζωντανά, και όταν απλώνω το χέρι να τα πιάσω να τα τραβήξω απ'τις εικόνες, να τραβήξω όλα τα σπλάγχνα εκείνης της ζωής στο τώρα, βρίσκω στο τζάμι, όλα αυτά είναι θάνατοι, το αγγειονευρώδες μάτσο της μέρας εκείνης έσβησε στον ορίζοντα, πίσω απ'τα μάτια έμεινε ένα φευγαλαίο ηλεκτρικό αποτύπωμα που θα χαθεί κι αυτό μαζί μου συν τω χρόνω.
Το κεφάλαιο του ηλεκτρισμού συνοψίζεται σε μια λέξη
Θ Υ Μ Α Σ Α Ι
;

Kuando muncho eskurese es para amaneser

Είμαι πολύ θυμωμένος, θέλω να πω. Αλλά δε βγαίνει λέξη. Το στόμα μου έχει κολλήσει. Το ένα μετά το άλλο τα αντικείμενα πετάνε προς διάφορες κατευθύνσεις. Αρπάζω ό,τι στέκεται πιο κοντά. Την τράπουλα, την πετσόδετη Σαρλότ Μπροντέ, την ψηλή κούπα, μια κάλτσα, ένα μικρό κουτί, ένα μεγαλύτερο κουτί, το σακούλι με τα αποξηραμένα βερύκοκα. Πετάω το ένα μετά το άλλο τα πράγματα εδώ κι εκεί στο ευήλιο σαλόνι. Είμαι τόσο πολύ θυμωμένος. Το σώμα είναι χαλαρό σαν ξεφούσκωτο ανεμούριο. Μόνο οι μύες του χεριού που κάνει τις ρίψεις δουλεύουν σπασμωδικά. Είμαι ηττημένος, με έχει νικήσει ο ίδιος μου ο εαυτός. Το πιατάκι με το σχέδιο στο κέντρο σπάει μόλις βρίσκει το καλοριφέρ απέναντι. Το μεγαλύτερο κουτί ανοίγει και ξερνάει πάνω στην πολυθρόνα μπίλιες που κυλούν στο πάτωμα και κάθονται ανάμεσα στα σανίδια και δίπλα στο σοβατεπί. Ο αναπτήρας ξεκουνάει τη μικρή χρυσή κορνίζα με το μπλουμπόνετ και αφήνει ένα σημάδι στο υδρόχρωμα. Τα κλειδιά πέφτουν πίσω απ'τον καναπέ. Παίρνω τον κάδο, τον πετάω κι αυτόν, ψίχουλα, στάχτες, σκισμένα χαρτιά, κάνα δυο μπανανόφλουδες, σκορπίζονται παντού. Αγγίζω το ανθοδοχείο με τα ψεύτικα μικρά λουλούδια. Παύση. Στέκομαι δίπλα στο τραπέζι σαν ηλίθιος. Γύρω το διαμέρισμα μπουρδέλο. Kuando muncho eskurese es para amaneser...

Κακό ύφασμα, όπως η μιτροειδής βαλβίδα χαίνει πλαδαρή στην αριστερή κοιλία μέσα στην καρδιά μου, όπως οι φτηνές φλέβες στα χέρια και στα πόδια, όπως η μούρη μου που θα κρεμάσει στραβοχυμένα σε λίγα χρόνια, ένας ελεεινός χαρακτήρας, ένα κομμάτι κακό ύφασμα σε μια πελαγωμένη περιπέτεια για την ανακάλυψη αυτού που θα καταφέρει να με παρηγορήσει. 

---

Από ανθοφορία σε ανθοφορία το νησί αρμυρό βρεγμένο από το πελαγίσιο κλάμα το κουβαλήσαμε στους ώμους. Όπου να'ναι επιστέφω, σκορβουτιασμένος, ξεμαλλιασμένος, βρώμικος, αναιμικός, αναξιοπρεπής και ενηλικιωμένος, δεν είναι λίγο πράμα, να κουβαλάς ολόκληρο νησί όπου πηγαίνεις. Κουρεύομαι στο νεροχύτη του μπάνιου με το μαχαίρι και το ψαλίδι της κουζίνας. Τίποτα δεν είναι όπως χτες, τίποτα δεν είναι όμως και έκπληξη - μπορεί να μυρίζω νιβέα αφροντούζ και καλαμπόκι (Μυρίζεις καλαμπόκι., σ'αρέσει να λες), αλλά είμαι ακόμα εγώ, όπως με ξέρεις, με τα μελαγχολικά μου μάτια, με τα απαλά ροζ αυτιά μου, με το δερμογραφισμό και τις ξερές πισωγαμπίδες, με το χλωμό κωλαράκι, με όλες τις αμαρτίες μου παραμάσχαλα, τις παλιές, τις τωρινές και όλες αυτές που έπονται, πάντα διχασμένος κι όμως τόσο σταθερός και τόσο αφοσιωμένος. Η Κέρκυρα δεν είναι αλληγορία, είναι το καθαρτήριο των ψυχών.

Ξαπλώνω δίπλα της. Είναι ξεσκέπαστη, το λείο της δέρμα αναδίδει μυρωδιά ροδακινιάς. Χαϊδεύω το στέρνο, τα πλευρά και το παλλόμενο στομάχι και σηκώνεται γύρη από τις πικροδάφνες του Άγιου Μάρκου. Τα κλειστά της βλέφαρα τα'χω δει πια τόσες φορές ν'αποκαλύπτουν το μυθικό πλάσμα με το αργό τους άνοιγμα που δίνει χώρο στη ματιά του μεγάλου αιλουροειδούς, που τα βλέπω και τώρα με τη φαντασία μου να ξυπνούν ξανά και ξανά ενώ κοιμάται του καλού καιρού και να φανερώνουν ένα σούρουπο στους Έρμονες με ψιλό κύμα. Στις χαλαρές παλάμες οι φρέσκιοι κάλοι συναντάνε τους παλιούς και το δέρμα αλλάζει αποχρώσεις κι εκεί με βρίσκουν τα άσπρα μαύρα μετά το σύγκρυο της Παλαιοκαστρίτσας. Κάτω από το μαξιλάρι μισοφαίνεται το βιβλίο που διάβαζε πριν κοιμηθεί, ένα που αγόρασα για δυο κορώνες απ'τα μεταχειρισμένα του Στρατού του Κυρίου, και στην πρώτη σελίδα λέει Τα ξώφυλλα τ'άφηκες λιμπρέττο κι όλοι μας εδιαβάσανε. Τα ρούχα της είναι στο πάτωμα σε ένα μικρό σωρό. Η ώρα είναι τέσσερεις και κάτι, το μαρτυράνε τα κελαηδήματα. Το παράθυρο είναι ανοιχτό και μέσα βλέπει στην πλατεία Θεοτόκη έναν Ιούλιο. Είναι τα μεθεόρτια της Walpurgisnacht. Πιο όμορφη νύχτα δεν έχει η χρονιά. Μάλιστα, σα να'ρχεται καλοκαίρι. Είμαι μισοντυμένος, κουρεμένος και ξυρισμένος, φτωχός χωρίς το στέμμα αλλά κύριος και σαμιαμίδης. Είπαμε θα μπουν τα πράγματα από μόνα τους σε τάξη και η ποινή ποινή... Αλλά η Κέρκυρα δεν είναι αλληγορία, και οι ώμοι τόσο μπορούν να σηκώσουν, πού να το πάμε ολόκληρο νησί; Η ζωή είναι κοντή.




and ahh that full bellied moon she's a shinin' on me
yeah she pulls on this heart like she pulls on the sea

and those broken hearted lovers
they got nothing on me