© 2008 - 2017


-

Archiv

Blogger news

Blogger templates

 

+

Umblättern

Kategorien

 

Dinestrup Strand

Your gods in my hands
totems of salt and the end

your keen eye behind my lens
jealous of my women but never of my men

the wind lingers by the foredune at Dinestrup Strand
a sheltered little patch of sand

your boiling blood, your seeking heart
your brave lungs, your patient guard

my freediving muse
up for a breath
down for a glance
hell, what a dance

I stand by your can't-leave-behinds
you stand by my can't-press-forwards

a still war that will never be won
but don't say it hasn't been fair

give me your crabs
I'll pass them along.



Es liegt im Blute



A bow-shot from her bower-eaves,
he rode between the barley-sheaves,
the sun came dazzling thro' the leaves,
and flam'd upon the brazen greaves
       of bold Sir Lancelot.
A red-cross knight for ever kneel'd
to a lady in his shield,
that sparkled on the yellow field,
       beside remote Shalott.

Tennyson

+

 I am in blood
stepp'd in so far, that, should I wade no more
returning were as tedious as go o'er

Shakespeare

Angles morts

Ο θάνατος είναι αδιάκριτος. Βήμα ταχύ και ιδρωμένα μαξιλάρια, από θάλαμο σε θάλαμο, το φίδι του οξυγόνου απ'τα ντουβάρια και η κάπνα σε όλες τις γωνίες. Τα παραβάν της συμφοράς με τις ροδούδες που τσιρίζουν, τα κυριακάτικα καλά των πεθαμένων και η ανθοδέσμη στο χέρι αφότου υποχωρήσει η νεκρική ακαμψία. Οι ρυτίδες έρχονται να προσευχηθούνε γύρω από τα μάτια, οι σημαδεμένοι της ετοιμότητας. Στην κλειστή κάστα των εξεταστηρίων ανθίζουν οι κοινοτοπίες, οι συνάδερφοί μου κρέμονται από μια κλωστή θρησκείας και μια κλωστή τεκνογονίας που έχουν δεθεί σε εύθραυστο κόμπο, και ο αέρας που μας φυσάει όλους είναι ο αέρας του θανάτου, οι κλανιές της σάπιας κωλότρυπας, και η βροχή που μας ραίνει είναι τα ζουμιά από τις άδειες κόγχες και τα ρουθούνια με τις κρούστες. Όλα είναι αμφιθεατρικά στην ιατρική, τα αγκομαχητά, τα κλάματα και τις λιτανείες τις ακούμε ανεξαιρέτως όλοι, απ'την υπόγα ως τα παρκεταρισμένα γραφεία των γιάπηδων που το παρακάνουν με το αφτερσέηβ, όλα είναι αμφιθεατρικά στην ιατρική, όλοι βλέπουμε πάνω από τον ώμο του αλλουνού, ουδέν κρυπτόν, ουδέν μεμπτόν, κι όμως κάθε σκαλί και μυστικό, κάθε πόρτα και ιστορία με χαμηλή φωνή, κουτσομπολιό και λοξές ματιές, μην και δεν είναι όλοι πανομοιότυπα ψωμάκια στη γραμμή παραγωγής, γιατί στο τέλος του ιμάντα περιμένουν οι σακούλες και είναι όλες κομμένες ίδιες με τη στάμπα του Schulstad ή του Kohlberg.

Η φύση δεν είναι αξιοπρεπής. Οι σκηνές επαναλαμβάνονται σε παραλλαγές. Στεκόμαστε ο ένας δίπλα στον άλλον εμπρός από τους ανοιχτούς φωριαμούς. Δε θα αποφοιτήσουμε ποτέ, η παθολογία είναι ισόβιο αντικείμενο. Στη μέσα μεριά της πόρτας του φωριαμού του είναι κρεμασμένη η ζωγραφιά ενός σπιτιού με stråtag και η φωτογραφία του ακριβού του Pinarello. Κουμπώνω το πουκάμισο από κάτω προς τα πάνω, όλη τη διαδρομή ως το γιακά που είναι αφετηρία και τέρμα, βούρτσα στα μαλλιά και χτένα στη γενειάδα, καθαρά μάγουλα, μάτια χωρίς τσίμπλες, αλλά η σάρκα είναι αδιάκριτη, τα χείλια είναι ξεπετσιασμένα, το στόμα η πρόσθια κωλότρυπα η πόρτα της νυχτός, δεν ξεγελιόμαστε, δεν παίζουμε κρυφτό, τα δόντια μου βρίσκουνε στα δόντια του και ακούγονται μικρά τακ, η σάρκα δεν ξέρει από ντροπές και τη σφίγγουνε τα σκοινιά της σχολής του καθωσπρέπει και τα βυζιά της ζουλιούνται και μελανιάζουν και οι ευκοινώνητοι τον παίζουνε πυρετωδώς με αυτό το γελοίο μποντάζ, η επιταγή είναι σαφής, η κτηνωδία, το σκάνδαλο, όλα χορεύουν γύρω απ'τις αρμονικές της πείνας και της δίψας, λέει Σ'ευχαριστώ σαν να ονειροπολεί, δεν καταλαβαίνω γιατί μ'ευχαριστεί, το λέει συχνά τελευταία, με πλησιάζει να με φιλήσει, γυμνώνω τα δόντια μου σαν σκύλος και τα χτυπώ στα χείλια του, στα δόντια του, δαγκώνω το στόμα του, η αρμύρα του αίματος είναι ρεύμα, τα νεύρα είναι χαλκός, από το αγγείο στο μυαλό με το σούσουρο της απώλειας της παλιάς τηλεφωνογραμμής, αγκαλιά, μπουνίδι, τράβηγμα και σπρώξιμο, λέω Θέλω να σε λιώσω, είμαστε πίθηκοι, τα πουκάμισα είναι για τη μόστρα, θέλω να τον πονέσω, να χώσω τα δάχτυλά μου στην καρδιά του και ν'ανακατέψω το αίμα του, ξυρισμένος ευλαβικά σε κάθε ίντσα της μούρης του, νύχια κομμένα βαθιά, όπως τον βλέπω δια της αφής με γυρίζει μέσα έξω, ντύνομαι τις σκέψεις μου, τα αρχίδια σκαρφαλωμένα στην πύελο, η πούτσα μου παλεύει με τη ζώνη, δεν ξεχωρίζω το σάλιο μου απ'το σάλιο του, τώρα γνωριζόμαστε αρκετά καλά.

Κοιτάζω τον κόσμο αφ'υψηλού όταν το μουλάρι της υπέρβασης καταφέρνει να σταθεί στα καλαμένια ποδαράκια του. Κάτω η μούργα ανάγαπη κι εγώ χρισμένος γίγαντας στη βερνικωμένη σέλα με ένα μάτσο χαίτη ανάμεσα στα δάχτυλα, velvidende πως η σάρκα μου δουλεύει ακούραστα εναντίον μου, οπλισμένη με ένα γκασμαδάκι αρχαιολόγου με σκοτώνει λίγο λίγο, το λερό κορμί είναι πατσαβούρι εξόν από όταν στήνεται με τα ρεγκάλια του έρωτα απάνω στο μουλάρι που το έχουνε λαδώσει και το έχουν πεταλώσει τα ένστικτα, και από αυτό το λιγδοπατσάβουρο φυτρώνει ένα λεπτό φως σαν ηλιαχτίδες μέσα στο νερό πριν τις καταπιούν τα βάθη, έτσι γίνεσαι θεός, έτσι ακριβώς. Όλα τα άλλα είναι σκατά: ο Γκέοργκ ο Βερολινέζος που δίπλα μου στο διατμηματικό για τους καρκινοπαθείς είπε χαλαρά Το θέμα με τη θεραπεία του καρκίνου είναι πως πρέπει να εκτιμούμε εάν ο ασθενής αξίζει τα λεφτά της θεραπείας, και να αποφασίζουμε για μη θεραπεία όταν δεν τα αξίζει, γιατί αλλιώς πάνε χαμένα, είναι πολλά λεφτά, ο τσευδός Χένρικ που είχε πάει με τη μαλτεζογυναίκα του στην κλινική υποβοηθούμενης αναπαραγωγής μόνο και μόνο για να τους ενημερώσουν πως η γυναίκα ήταν ήδη γκαστρωμένη με το τέταρτο που τόσο είχε αργήσει και είχαν πιστέψει πως είχε πάθει υπογονιμότητα μετά από τα τρία πρώτα, ο Άλλαν με τις αρχές καράφλας που κυκλοφορεί περήφανος σαν καρδινάλιος και συζητάει με τη Σούζαν με τη φιδίσια μούρη για τους ταλαντούχους γιους τους με τα σπάνια ονόματα, η Χέλλε ο πατσάς και οι τίτλοι της, σκατά, σκατά, σκατά. Έτσι παίζεις το θεό, και αν είσαι τυχερός, ο Θεός σε βλέπει και γελάει, όπως και να'χει μένεις εκεί πατσαβουριάρης και ασήμαντος στον πάτο, αυτάρεσκος, ηλίθιος και άδειος, να παραφυλάς σαν κατινούλα πίσω από τους φωριαμούς για να δεις αν ισχύουν αυτά που λένε στα ΤΕΠ για τον υπεύθυνο της ανάνηψης και τον υπεύθυνο του τραύματος, το σημείο τομής, medicina e chirurgia, ποτέ σου δε θα καταλάβεις, ποτέ.

Η φωτιά των ζωντανών μπορεί να είναι τόσο πολύ κομψή, η μελέτη της παθολογίας γίνεται αλλωστε στη σιωπή. Τα κουμπιά κάπως ζεστά σαν φιλντισένια και τα πουκάμισα σφαλίζουν, τα ρούχα φρεσκοπλυμένα ντύνουν με το σάβανο της δυτικής υπεροχής ό,τι θα θύμιζε απολίτιστους αγρίους, και είμαστε οι δόκτωρ και δόκτωρ τάδε, και όταν κλείνει πίσω μας η βαριά πόρτα της εισόδου 136 είμαστε περαστικοί στη Σόνρε Μπουλεβάρ και μετά δεν είμαστε κανένας για κανέναν παρά για εμάς, ο κόσμος γυρίζει πλευρό και δε φάνηκε ούτε σπίθα, ο Θεός κρύβεται στο ρουμπινί αυγό στη μοναχική φωλιά στο θάμνο μες στο χιόνι, ο Θεός κρύβεται στο λάπις των ματιών σου όταν χύνεις, ο Θεός κρύβεται στη μια σταγόνα αραιό αίμα που ανατέλλει από τα χάρτινα χείλια μόλις με κάνεις να χαμογελάσω, ο Θεός κρύβεται στην ανάσα που κρατάς, στο φαλάγγι που αρνείσαι να σκοτώσεις, σε ό,τι δεν ομολογείς, σ'εκείνα που πονάνε ταυτόχρονα και όχι, ο Θεός κρύβεται στο μου λείπεις, Ο ΘΕΟΣ ΕΙΝΑΙ ΚΡΥΦΟΣ. Οι αγωνίες με κάλτσες και τα πρόσωπα που δεν ομολογούν, ήσυχα βήματα στο σαλονάκι την πιο μικρή μας ώρα, επίμονοι επισκέπτες επίμονοι εφιάλτες, πάλι δίπλα σ'εκείνο το καταραμένο κρεβάτι στα επείγοντα στο MODT. 7 και τα πάντα σίγουρα χέρια μου να τρέμουν γύρω από ένα νυστεράκι που πέφτει και ξαναπέφτει και ξαναπέφτει, πάλι μια τρίχα απ'την Αννουντσιάτα και εκείνο το φιλί που μου πήρε την ψυχή και μετά τα πέντε χιλιάδες χιλιόμετρα να τρέχουν σε ένα λογαριθμικό κοντέρ κι ο κόσμος να απλώνει και ν'απλώνει και ν'απλώνει, η δοκιμασία είναι εδώ, δεν υπάρχει άλλη κόλαση, δε θα'ρθει άλλη κρίση: η φάρσα της αγάπης που είναι σαν κοφτερή πέτρα του νεφρού, κατουροδιαμάντι, αθάνατη και ανένδοτη και εγκλωβισμένη μέσα σε θνητά κορμιά που τα γαζώνει η δειλία, ο κόσμος γυρίζει πλευρό και δεν έγινε και κάτι, κάποιος ξαπλώνει ήσυχος σα να κοιμάται, αόρατοι επισκέπτες, αόρατοι εφιάλτες, και φτάνει ανεξαιρέτως το πρωί και το κατρακύλι προχωράει, η κατουρόπετρα γρανάζι γυρνάει και σκίζει τα πάντα από μέσα, κανείς δε θα μπορούσε να μαντέψει, μια φωτιά ήσυχη, κομψή και αβαρής, όπως ο θάνατος που έρχεται με τα αραχνοδάχτυλά του και τσεπώνει τον γέρο στον τετράκλινο και δεν το παίρνει κανείς πρέφα ως την ώρα της επίσκεψης την επομένη, αλλά το κακό έχει γίνει.

Θυμήσου τις νεκρές γωνίες
εκεί συμβαίνουν ιστορίες στα κρυφά
κι ώσπου να τις δεις είναι πολύ πολύ αργά

ξυπνάς είσαι εκτελεσμένος κι αγαπάς
κι ο θάνατος είναι καταστροφή.

ANGLES MORTS 


(to be continued)

Νangiarneq

Καρδιά από νήμα 
βόμβος των μεδουσών
πλοκάμια παλλόμενο φως

στη μνήμη αυτών
αίμα σαν ρεύμα στα γυάλινα παρασόλ
περαστικοί, αδύναμοι και ήδη ξεχασμένοι

λάδι με λάδι, δόντια οχυρό
στην ουρά της αρρώστιας το όραμα
το ανελέητο χέρι του χρόνου

στη μνήμη αυτών
που διάλεξαν τη θάλασσα
καρδιά από νήμα

κρικόδεσμος στο κέντρο
όσο φερμάρει η ομίχλη
τόσο σφίγγει η θηλιά








היפה בנשים

Είναι η ώρα αυτή η μυστική
το φως ψιλό ψιλό τριμμένο
κε σοσανά μπεΐν αχοχίμ
κεν ραγιατί

μάτια στα φτερά της πεταλούδας
σκιά μεσογειακή στους κόγχους
αγιόκλημα και χώμα

πένα οστού χορδές του ταμπουρά
καρπός καρπός σφυγμός 
σφυγμός και τύμπανο 

μόνο σύνορο η ακτή
αίματα μπερδεμένα

οι δώδεκα φυλές οι δώδεκα πληγές του Ισραήλ.

//

Τα χρόνια χιλιάδες χρόνια τ'ακούει κανείς στην προφορά, 
τα χρόνια χιλιάδες χρόνια τ'ακούει στην κάθε εισπνοή, στην κάθε εκπνοή, 
ιστορία σκαλί και ο ήλιος ανελέητος

από τη μάνα στον πόνο και από τον πόνο σε σένα, σε μένα
οι άντρες ασήμαντοι πατεράδες και γιοι
η πίστη πληρώνεται έτσι και μόνο: δια πυρός 

και σιδήρου, το όνομα είναι γραμμένο στα χείλη
στα δόντια, στο δέρμα, στα νύχια, η καταγωγή
κόμποι σε ένα υφαντό από δροσιά

είναι η ώρα αυτή η μυστική
το τριημιτόνιο της νύχτας
η άμμος χορεύει

το φως
κε σοσανά μπεΐν αχοχίμ
κεν ραγιατί

///

Σ'ακούω που κυλάς απ'τα ισπανικά στα ελληνικά στα εβραϊκά μονοκοντυλιά και το δέος μου δεν παλιώνει, είναι λες και το λαρύγγι σου ράφτηκε από σεφαραδίτα ράφτρα, πάμε ξανά, οι εβραίες όταν είναι όμορφες είναι αδύνατο να τις αντισταθείς, στέκονται στην κόψη μιας λάμας παράξενης, απ'τη μια πέτρα και από την άλλη λάδι. Ναι, στις γλώσσες του βορρά επιμένει η παιχνιδιάρα προφορά σου, όπως επιμένει η στέγνα μου στις γλώσσες τις δικές σου, όλα έχουν το τίμημα, όταν σε διαβάζω βλέπω το γερμανισμό σου σαν στοιχεία ανάμεσα στα στοιχεία, όταν σε σκέφτομαι ακούω το αηδόνι στο Σταυρό ένα βράδυ μαγιάτικο, Σιρ Χασσιρίμ των φαντασμάτων.

מים רבים לא יוכלו לכבות 
את האהבה

John the gentle

11/2021

Στη βιβλιοθήκη του νοσοκομείου έχουν τη συλλογή από παλιές εικόνες ιατρικού ενδιαφέροντος, αποκόμματα από εφημερίδες και άτλαντες και περιοδικά, κάθε εικόνα στο δικό της γυαλί, και όλες οι γυάλινες πλάκες δεμένες σαν ένα χοντρό βιβλίο, και σ'εκείνο το τμήμα υπάρχουν αρκετά από αυτά τα γυάλινα βιβλία πάνω σε μικρά βάθρα ανάμεσα στα ράφια. Εκεί συναντιέται το κορίτσι με το γηραιότερο του τμήματος, τον Τζων, και κάνουν απογραφή των γεγονότων του μήνα.

Το τμήμα με τα γυάλινα βιβλία είναι στο υπόγειο και λίγοι το επισκέπτονται. Οι βιβλιοθηκάριοι κάθονται στους πάνω ορόφους και δεν είναι κοντά να απαιτήσουν ησυχία. Ο Τζων δεν έχει ανάγκη έτσι κι αλλιώς. Μιλάει πάντα πολύ σιγά. Και πριν αρχίσει να μιλάει εισπνέει σα μικρό σκυλί, αυτό σημαίνει πως σκέφτεται. Ο Τζων δε μιλάει ποτέ χωρίς να σκεφτεί. Ο Τζων είναι επιδέξιος στα χέρια και στα λόγια. Είναι από εκείνους τους παλιούς χειρουργούς που ήταν και κουρείς και γιατροί και εξομολογητές, τελευταίος πια στο είδος του. Έψαχνε απεγνωσμένα σχεδόν διάδοχο ενώ η σύνταξη τον έχει στο κατόπι. Τα πιστά μάτια του κυκλώνονται από βλέφαρα οιδηματώδη σαν την άκρη ενός βραστού λουκάνικου που είναι έτοιμο να σκάσει, από την ισόβια αγρύπνια και το βάρβαρο εξαερισμό των χειρουργείων, είναι υπερβολικά υγρά και οι επιπεφυκότες υπεραιμικοί, αυτοί οι φτηνοί σκυλίσιοι βολβοί του δίνουν οξεία ενόραση, και είναι σα λαδερός, κοντός, τσιμπλιάρικος δρυΐδης με μια μικρή κοιλίτσα, αρτσωμένα μαλλιά και πάντα πέντε μέρες αξυρισιά. Φοράει τη ρόμπα πάνω από τα πολιτικά ενώ ο κανονισμός λέει πράσινα και μπλε και ιστορίες, ο Τζων παραείναι θαλασσοδαρμένος για όλα αυτά. Ο κανονισμός είναι για να ξεπαρθενέψει τους νεόκοπους, να τους σπάσει το τουπέ, να τους ξεβρακώσει για να τους κάνει μέρος του ιδρύματος, οι βετεράνοι τον γράφουν στ'αρχίδια τους, οι βετεράνοι είναι το ίδρυμα.

Το κορίτσι θα μπορούσε να είναι κόρη του, ένα μικροκαμωμένο πλάσμα που δεν κάνει ιδιαίτερη εντύπωση εκ πρώτης όψεως, στις διατμηματικές συνεδριάσεις με τους ακτινολόγους δουλεύει πυρετωδώς το βελονάκι στο σκοτάδι, λες ίσως δεν την κόβει τη μικρή, χαζονοικοκυρούλα, αλλά όσο περνάνε οι όψεις ανακαλύπτεις κάτι διακριτικά γοητευτικό που σιγά σιγά αναδύεται από την ομίχλη σαν κτήνος επιθυμίας, ένα σαρκικό θηρίο, λυσσαλέο και όμως τόσο τρυφερό, το κορίτσι είναι χαρισματικό, τα χεράκια που χωράνε με άνεση στο εξάρι γάντι έχουν τρομακτική μυϊκή μνήμη και ακρίβεια. Μαζεύει υποστηρικτές των χειρουργικών ειδικοτήτων σαν εντομοσυλλέκτης, και νομίζω, παρότι αλλαξοπίστησα στην πορεία, κάτι με δένει ακόμα με την αγέλη, και εν μέρει είναι αυτή η κοινή μας αδυναμία. Το βλέμμα, αθώο και περίεργο, που όμως μοιάζει μονίμως να σε τσακώνει να κάνεις κάτι που δεν πρέπει, εδώ ξιφομαχεί ήσυχα με την απλανή, νυσταγμένη, εσωστρεφή ματιά του Τζων, παρασκήνιο τα γυάλινα βιβλία στα βάθρα τους και το ημίφως του υπογείου. Εκεί ξετυλίγεται ένα νήμα που έχουμε μαζέψει και ξαναμαζέψει σε μπόγο, ένα νήμα που έχουμε σίγουρα ξαναδεί κάπου στο πάτωμα δίπλα στην κουνιστή πολυθρόνα. Ο Τζων γίνεται πάλι εικοσάρης, η σιγουριά του βετεράνου τρεμοπαίζει, μερικές φορές χαμογελάει στο κορίτσι ντροπαλά, και χαμογελάνε και τα κουρασμένα μάτια του, το κορίτσι ηλιοτρόπιο τον παρακολουθεί, είναι ένας χορός εξωτικών πτηνών, και γύρω το δάσος σκοτωμένο και βιβλιοδετημένο και κομμένο και ραμμένο και θαμμένο κάτω από βουνά του πυριτίου.

Τους είδα στο χειρουργείο για Γουήπλ μαζί με τους άλλους από το αμφιθεατράκι, το κορίτσι επικεφαλής, ο Τζων βοηθός και υποβολεύς και ο πηγουνιάρης άγκιστρα, τα χέρια τους ήταν φτερά, το πεδίο αλφαδιά και καθαρό, το χειρουργείο ήσυχο σαν μοναστήρι, κανείς δεν άκουγε τις συνεννοήσεις τους, ίσως να μη μιλούσαν καθόλου παρά με τα μάτια, η αναισθησιολόγος πίσω από το ντρέπι στα σουντόκου, δεν ίδρωσε κανείς σ'εκείνη τη Γουήπλ παρά ο θεατής, ήταν σημαδιακή εκείνη η Γουήπλ, η διαδοχή, το σκήπτρο, όσοι παρακολουθήσαμε απ'έξω και η εργαλειοδότρια και ο πηγουνιάρης και η αναισθησιολόγος εντός, όλοι ξέραμε πως είχαμε γίνει μάρτυρες ενός ιερού μυστηρίου, ενός σπάνιου φυσικού φαινομένου, ήταν μια τελετή στέψης, και ο Τζων στα γόνατα και το κορίτσι αιφνιδίως με άσπρα μεταξωτά μαλλιά και χείλη νεκρικά, Θεέ μου πόσο ζήλεψαν οι άλλοι που περίμεναν χρόνια στημένοι στην ουρά και ο Τζων τους πρόδωσε για τη θετή του κόρη που ήρθε σφήνα και λοξά απ'το Σταυρό.

Στη βιβλιοθήκη κοντά στην απογραφή ο Τζων και το κορίτσι συζητάνε και θέματα όπως οι μικρές διαπλοκές της κλινικής και τα αγαπημένα άρθρα του Τζων απ'τα περιοδικά του '80, και φυσικά το φετίχ του, τα ιατρικά φαντάσματα, εκείνα τα case reports που περιγράφουν σύνδρομα και οντότητες σαν θρύλους και παραμύθια για γιατρούς, ο Τζων και το κορίτσι Χένζελ και Γκρέτελ και ένας κύκνος από γραφές τους περνάει απέναντι σαν βάρκα, ανθρωπάρια κάτω από τον ψηλό θόλο της επισταμένης γνώσης, οι μέρες φεύγουν και ρίχνουν τις σκιές τους σαν δαχτυλιές στις παλιές σελίδες, κάποιος φτύνει τα δάχτυλα, επόμενο κεφάλαιο, επόμενο κεφάλαιο, και έτσι η μελέτη προχωράει.

Είναι βράδυ Δευτέρας και εφημερεύουμε και οι δυο ανακλητοί. Όταν η ώρα είναι στρογγυλές οχτώ ο Τζων και το κορίτσι τηλεφωνιούνται, του δίνει την αναφορά της κλινικής για να κλείσει για τη μέρα, και είναι ο χείμαρρος που ξέρω, και ο Τζων είναι η ίδια υπομονετική γη που είμαι κι εγώ, και πάνω του πέφτουν αθρόες ποσότητες ολόφρεσκου νερού, αλλά είναι διαβρωμένος ως το μεδούλι, δεν έχει μείνει τίποτα για να ξεπλυθεί, απαράλλαχτος πια και σταθερός, παλλάδιο κάτω απ'το γαλαζοπράσινο τζάμι της βάθρας, εισπνέει σαν μικρό σκυλί και της δίνει το οκέη, ο ήλιος δύει και το φεγγάρι ανατέλλει, και για ένα διάστημα είναι αμφότεροι στον ουρανό, η πίπα μου ζεσταίνει την παλάμη, η κουζίνα μυρίζει γλυκό καπνό και φρέσκο ψωμί, το τραπέζι είναι άσπρο και καθαρό, αλλά βλέπω τις πληγίτσες που του'χουν μαζευτεί απ'αυτά και από εκείνα, η άσπρη πετσέτα κρέμεται από την πιάστρα του φούρνου, το φως πορτοκαλί από τη γάτα-Τίφφανυς, ο Πούτιν σαν Χριστός μας βλέπει αγία μητέρα και πατέρας από ψηλά, ειρωνεία και νοικοκυροσύνη, οι στενές της φτέρνες ξεκουράζονται πάνω στα γόνατά μου, γέρνω το κεφάλι για να τη δω καλά και κρατώ τα βλέφαρα ανοιχτά με το ζόρι, μήπως και αποτυπωθεί η εικόνα της στους κερατοειδείς μου σαν αμμοβολή στο φως, και όταν πεθάνω μείνει το πορτραίτο της στους γυάλινους βολβούς μου σαν το αγαπημένο πρόσωπο μέσα στο κρύσταλλο σ'εκείνο το αρχαίο δαχτυλίδι από τον οικογενειακό τάφο του Τίτου Καρβίλιου.



(φωτογραφία από τα ευρήματα των ανασκαφών στη νεκρόπολη της Γκροτταφερράτα)

Στη φόρα 9

 



auf und ab

///

There's a certain slant of light,
winter afternoons – 
that oppresses, like the heft
of cathedral tunes – 

heavenly hurt, it gives us – 
we can find no scar,
but internal difference,
where the meanings, are – 

none may teach it – any – 
'tis the seal despair – 
an imperial affliction
sent us of the air – 

when it comes, the landscape listens – 
shadows – hold their breath – 
when it goes, 'tis like the distance
on the look of death – 

E. Dickinson

Pone me ut signaculum super cor tuum




Give other coasts a chance
they'll reward your infidelity
you have but a flash

stray pleasures all over the map
why stick to a few
when you can roll in a seaful.

-

Empty your pockets
fall on your knees
by the end of the day

you'll always go back
no shame in that.
Many can cut you

-

but your blood belongs to one.





0 2  /  2 0 2 2
H E L N Æ S  /  F Ö H R



---

 True Love in this differs from gold and clay,
that to divide is not to take away.
Love is like understanding, that grows bright,
gazing on many truths; ’tis like thy light,
Imagination! which from earth and sky,
and from the depths of human phantasy,
as from a thousand prisms and mirrors, fills
the Universe with glorious beams, and kills
Error, the worm, with many a sun-like arrow
of its reverberated lightning. Narrow
the heart that loves, the brain that contemplates,
the life that wears, the spirit that creates
one object, and one form, and builds thereby
a sepulchre for its eternity.

from Epipsychidion, P. Shelley

Μικροί αστοί, μεγάλοι πειρασμοί


Αργά το απόγευμα. Περιμένω να κάψει το σιδεροτήγανο. Το αλεύρι κάθεται μες στην κούπα που έπεσε και το σμάλτο έσπασε στο χείλος και έφυγε ένα κομμάτι σαν κάποιος να το δάγκωσε. Ανάπαυση εν αναμονή. Η κουβέρτα που έπλεξε η μακαρίτισσα η πεθερά είναι διπλωμένη τέσσερεις φορές πάνω στην καρέκλα για να μην κρυώνει ο κώλος μου. Το φως από το παράθυρο συναντάει το φως από το γατολαμπατέρ και εκεί στο ένωμα είναι τα σταφύλια και τ'αυγά. Το βιβλίο αντί ρολογιού. Διαβάζω μια σελίδα και η κρέπα θέλει γύρισμα. Άλλη μια και είναι έτοιμη. Σύστημα.

-Μίλησα στη Σουκριγιέ.
Τώρα δεν έχω διαφυγή. Βολεύομαι πάνω στη διπλωμένη κουβέρτα. Πιάνω τα ξερακιανά γόνατά μου. Το δέρμα είναι ελεεινό. Βλέπω σχεδόν τις ίνες των μυών μου. Μια μέρα θα γίνω ένας από εκείνους τους σαρκοπενικούς γέρους με το μικρό μπακάκι. Από το παράθυρο έξω όλα μούσκεμα. Τα χρώματα πιο έντονα μετά από τη βροχή. Μίλησα στη Σουκριγιέ, όχι Μίλησα με τη Σουκριγιέ.
-"Από πότε είσαι γκέη δηλαδή;", μιμούμενος τη Σουκριγιέ. Και μετά, με την κανονική του φωνή: Δεν είμαι γκέη.

Σηκώνομαι να βάλω την πρώτη κρέπα. Χωρίς το σύστημα πρέπει να είμαι σε εκγρήγορση. Του γυρίζω την πλάτη. Συνεχίζει να μιλάει, συνεχίζω να ακούω. Μιμείται τη Σουκριγιέ απανωτές φορές. Η φωνή του ανεβοκατεβαίνει, όπως των ψυχωσικών στα τρελάδικα που διαβουλεύονται με τους φανταστικούς τους στρατηγούς. Περιγράφει το βράδυ της Τετάρτης. Ως εδώ με το δούλεμα. Δεν το είχε πλάνο να τ'ομολογήσει. Το αποφάσισε εν θερμώ. Η Σουκριγιέ ήταν ανήσυχη, εκείνη η διαβρωτική αμφιβολία την είχε τουμπάρει. Η αμφιβολία, πιο καυστική κι από βιτριόλι. Κάτι έχει αλλάξει εδώ και δυο τρία χρόνια, δεν είναι αυτός που ήξερε. Πήρε σβάρνα τις ρητορικές ερωτήσεις, ούτε που περνούσε από το νου της πως θα ήταν κάτι τόσο πεζοδρομιακό. Την έκοψε. Βρίσκομαι με τον Φ. Έτσι μου είπε πως της είπε. Ποιον Φ.; Τον Φ. της Ν.; -Ναι. 

Η Σουκριγιέ δεν καταλαβαίνει. Είναι αρκετά παραδοσιακή. Ή είσαι πούστης ή δεν είσαι. Ή είσαι παντρεμένος ή δεν είσαι. Δυναμική μουσουλμάνα, αμάντηλη αλλά όχι ακριβώς. Θα μπορούσε να είναι μια Τουρκάλα απ'το Ρέγκενσμπουργκ, από αυτές που πήγαν κανονικό σχολείο και πανεπιστήμιο και κάνουνε καριέρα, αλλά στέκονται προσοχή στους πατεράδες τους που είναι μουστακαλήδες και έχουν λαμαρινάδικο ή ρεστωράν, και δύσκολα τους ξεχωρίζεις από τους άλλους, που στέλνουνε τις κόρες τους στα τούρκικα σχολεία και τις φοράνε τη μαντήλα και τις παντρεύουν στην Τουρκία με εγχώριο παπούτσι. Αντί για το Ρέγκενσμπουργκ, το σόι της Σουκριγιέ βρήκε άκρες στην Κοπεγχάγη. Πιο καλά λεφτά, πιο εκλεπτυσμένη κατάσταση, μικρότερο το γκέτο, ευοίωνες προδιαγραφές για τη Σουκριγιέ που επιβεβαιώθηκαν, διδακτορικό, καλά μισθά, επιφανής εκλεγμένη στη δανοτουρκική ένωση, πολιτικός γάμος έξω απ'τη μειονότητα, με τύποις προτεστάντη, πρόοδος. Από πότε είσαι γκέη δηλαδή; -Δεν είμαι γκέη. -Με κοροϊδεύεις; Η Σουκριγιέ δεν καταλαβαίνει. Χαστούκι από το πουθενά. ΣΛΑΤΣ. Της κόστισε στη γυναικεία της υπερηφάνεια και στη θρησκευτική της υπερηφάνεια και στην κοινωνική της υπερηφάνεια. Πλήγμα. Όλες οι υπερηφάνειες στα γόνατα. Όπως ο Άλμπερτ στη ζούλα. Τον φαντάστηκε σίγουρα, παραστατικά πίσω από τα μάτια της, τον φαντάστηκε βρώμικο και γελοίο. Τη βλέπω εμπρός μου με εκείνο το σφιχτό χαμόγελο που κρύβει τα δόντια και το λαμπερό σκουλαρίκι στη μύτη, τα στιλπνά μαύρα μαλλιά, τα αλφαδιασμένα φρύδια, ακούραστη ακόμα και μετά από νυχτέρι, με τις βαμμένες βλεφαρίδες που κάνουν μικρούς κόμπους, σα γυναίκα σε γιγαντοαφίσα, σαν γυναίκα από διαφήμιση ιδιωτικής κλινικής με το στηθοσκόπιο κολιέ και τα χέρια σταυρωμένα εμπρός από το στήθος.

Την κυρίως Σουκριγιέ την ξέρω απ'τον Άλμπερτ και απ'τη γυναίκα μου. Στο νου μου είναι χαλκομανία. Την έχω δει φευγαλέα στη δουλειά εδώ κι εκεί. Ίσως έχουμε μιλήσει στο υπηρεσιακό κάνα δυο φορές. Γνωριστήκαμε κανονικά την Πρωτοχρονιά που πήγαμε προσκεκλημένοι. Είχε φτιάξει ταβούκ κιοκσού και παπουτσάκια που τα είπε στα τούρκικα και δε θυμάμαι τη λέξη. Την ενδιέφερα, όχι επειδή είμαι και τόσο χαρισματικός. Την ενδιέφερα επειδή πίστευε πως είχα κάτι κοινό με τον Άλμπερτ, όπως αυτός, έτσι κι εγώ πλάι σε μια δυνατή γυναίκα όπως η ίδια της. Στ'αλήθεια αυτό που την κέντριζε είναι πως έχω κάτι κοινό με εκείνην, αλλά αυτό δεν ήταν δικό μου μυστικό για να τ'ομολογήσω. Την απασχολούσε γιατί δε με πέτυχε όταν ο Άλμπερτ έπαθε τον πνευμοθώρακα, ήθελε να μ'ευχαριστήσει και τα λοιπά. Όλα καλά, χωρίς εκπλήξεις. Καριερίστα με αυτοπεποίθηση, ούτε μύγα στο σπαθί της και, ανάθεμα, είναι κοφτερό σπαθί, πήρε ειδικότητα στα γρήγορα, βέβαια πριν απ'το σύζυγο, βαριά χειρουργεία, αρθροπλαστικές, πολυτραυματίες, απέραντες υπερωρίες, δε σταματάει πουθενά, ξαρχιδώνει σφίχτες στους προθαλάμους για χόμπυ, η κτηνοτρόφα με τη λάμα και το κοπάδι γουρούνια την εποχή του ευνουχισμού, μια ιστορία που λίγο πολύ την ξέρω απ'τα μέσα, τα γνωστά γερμανικά χοιροτροφεία, οι γουρουνοσχολές, αλλάζουν οι σημαίες αλλά το κρέας είναι διεθνής σταθερά. Εγώ κι ο Άλμπερτ διάχυτοι, και οι δυο με μια μισοαρχινισμένη παρατημένη ειδικότητα στην πλάτη και άλλη μια, αποπροσανατολισμένοι, ανεστίαστοι, όλα μονίμως πιο δύσκολα για μας παρά για τις γυναίκες μας, όλα κάπως λάθος, λες από κάποια εγγενή αδυναμία, έτσι φαίνεται, δε λειτούργησε καλά η φυσική επιλογή.

-Θα τον σκίσει η Σουκριγιέ, θα του διανοίξει την κωλότρυπα όπως ο μετροπόντικας διανοίγει τα λαγούμια στη Σαλονίκη, αυτή είσαι εσύ, μικρή μου, κάποιο βράδυ, ενώ ξαπλώνουμε με τα φώτα σβηστά στο ίδιο μαξιλάρι, και ακούω τη φωνή σου στ'αυτιά μου και στα κόκκαλά μου. Η Σουκριγιέ είναι γεννημένη πετυχημένη, καταλαβαίνεις;

-Τι θέλεις να γίνει τώρα;
-Δεν ξέρω.
Γυρίζω την κρέπα. Είναι ματσαλιασμένη. Πάντα η πρώτη είναι με τερατογένεση. Μετά βρίσκω τη ρέγουλα και όλες είναι όμοιες και ομαλές. Ησυχία για λίγο. Μόνο ο ήχος της εστίας τσακ, ο θερμοστάτης ανάβει και σβήνει, και το σιγανό πφφιιιιιιτ ιιιιτ της κρέπας που υποφέρει.
-Δε σου πάει η καρδιά να το πεις, ε;
-Όχι, γιατί ξέρω τι θα απαντήσεις.
Θα έπρεπε να είμαι κολακευμένος αλλά είμαι θυμωμένος. Θέλω να του πω Αφού σου είπα... αλλά η σκέψη ρίχνει λάδι στη φωτιά, με θυμώνουν οι αναδρομικοί γνωστικοί πιο πολύ απ'όσο με θυμώνει που έκανε ακριβώς αυτό που τον συμβούλεψα να μην κάνει. Μέσα στο στρογγυλό γουλένιο πλανήτη που έχει για κεφάλι τα πιατίνια δίνουνε ρεσιτάλ και τ'ακούω ως εδώ, κάτω από το δικό μου κεπέγκι, στα προάστια των Σοδόμων.

Πάλι η Σίσσι και τα κλισεδοτσιτάτα της. Έχουν περάσει πέντε μήνες από τότε που την είδα τελευταία φορά, αλλά τώρα μπορώ μόνος μου να συνθέσω κλισεδοτσιτάτα σα να τα λέει αυτή χωρίς να χρειάζεται να πληρώσω 839 κορώνες. Αυτό μάλλον δηλώνει πως η Σίσσι έκανε καλά τη δουλειά της, και η ψυχοθεραπεία λειτούργησε, ή τελοσπάντων, άναψε μια λάμπα μέσα στην κοιλιά μου και τώρα η ενδοσκόπηση είναι πιο αποδοτική, γράψε τις δικές σου μοτιβέησοναλ κλισεδιές για τη θεραπεία της θλίψης. Σύνηθες πρόβλημα, οι άνθρωποι εξαρτούμε την ευτυχία μας από τους άλλους. Δε μπορείς να περιμένεις από τους άλλους να φροντίσουν για την ευτυχία σου. Πρέπει να τη διεκδικήσεις. Κανείς άλλος δε θα φροντίσει, αυτά είναι κατάλοιπα παιδικά.

Η κουζίνα και το μπάνιο είναι απέναντι, από τις ανοιχτές πόρτες αναθυμιάσεις χλωρίνης ανακατεύονται με τους κρεπατμούς. Σειρά σου να συμμετάσχεις στην κουβέντα (στα ελληνικά γιατί είναι πολύ πριβέ το ζήτημα).
-Να σε πάρει κι εσένα και τα κωλομαλλιά σου, σαράντα λεπτά το κωλοσίφονο, είχε στουμπώσει, και τι έβγαλα από μέσα, ναι είχε και δικά μου, αλλά τι θα γίνει, θα καραφλιάσεις επιτέλους; Τρίχες μάτσα, μαλλιά του πρίγκηπα, μάτσα! Θες να'ρθεις να δεις;
-Όχι, δε θέλω, άσε με θα κάψω τις κρέπες.
-Τι γίνεται όμως πριγκηπάκο, είσαι αγχωμένος; Γιατί τόσες τρίχες για πέταμα;

Οι κολοκυθοκρέπες κάνουν πύργο. Στέκομαι με το σωρτς Τσάμπηον με την τρύπα λιωσίματος στο κωλομέρι εμπρός από την εστία, χωρίς φανέλα, δεν ξέρω πού προσγειώθηκε, κάπου πέρα στα κουτιά που μαζεύουμε για τη μετακόμιση, το παράθυρο ανοιχτό, ιδρώνω, πάντα στο τέλος της μαγειριάς ιδρώνω από τη ζέστη που φυτρώνει από τα σύνεργα, σ'αυτό το σπίτι όταν μαγειρεύουμε είμαστε γυμνοί απ'τη μέση και πάνω, ο καθένας για τους δικούς του λόγους. Ο Άλμπερτ κάθεται στην καρέκλα με το ξεχαρβαλωμένο πόδι. Δε μιλάει άλλο. Τα τροφαντά κοκκινωπά του βλέφαρα είναι κατεβασμένα ρολά, ταχτοποιεί το μαγαζί του. Όλα είναι της σαρκός, και η ψυχή μαζί, αλλά κάπου σκάει το κύμα και απ'τα βρεγμένα βρίσκεσαι στα στεγνά, και σαν να έχεις μόλις φορέσει τα καλά γυαλιά σου, αποκαλύπτονται καινούρια περιγράμματα, η σάρκα εδώ, η ψυχή εκεί, σαφώς ξεχωρισμένα.

Γελάω μόνος μου πάνω από τις κρέπες, το νοικιασμένο διαμερισματάκι του ισογείου, δίπλα στο μαλακόγερο Άρνε που μας χαζεύει πίσω απ'τις κουρτίνες, οι χοντρές αδερφές του πρώτου ορόφου, τα ποδήλατα στο στέγαστρο, ο Νικολάι του υπογείου που παίρνει ντελίβερυ και πάντα τ'αφήνουνε στη δικιά μας πόρτα και πηγαίνεις με τη ρόμπα και του δίνεις το πακέτο από το σουσάδικο και σίγουρα τον παίζει για πάρτη σου, οι σκυταλοδρομίες των μετακομίσεων, τα λεξικά δίπλα στη χέστρα, τα πράγματά μου στο συρτάρι του παιδικού μου φίλου, οι μικροί και οι μεγάλοι έρωτές μου άμμος και αμμοβολή, ανθρωπάρια του Πένφηλντ, καρικατούρες που περιφέρονται από σελίδα σε σελίδα σε κιτρινισμένους άτλαντες, μαλλιά του πρίγκηπα στο σιφόνι, ο εστεμμένος, εκείνος ο ίδιος που όταν πριν χρόνια μια γκόμενα έκλαιγε στον ώμο του γελούσε βουβά σαν ψυχασθενής, ένας εγωπαθής ερημοσπίτης όπως ο πατέρας του πατέρα μου, εγώ λοιπόν, ο μεγάλος πειρασμός. Μα τι στην ευχή; 

-Γιατί γελάς;
-Γιατί είσαι ένας χαζοβιόλης. Κι εσύ και όλοι.

Ένα μουνί σε πετάει από το πουθενά στη μέση του κόσμου, και ξαφνικά αβοήθητος και άχρηστος σαν γυμνοσάλιαγκας πρέπει να παλέψεις με τη μοναξιά ώσπου να έρθεις πρόσωπο με πρόσωπο με το μεγαλύτερό σου φόβο. 
Σκατά επινόηση.

Sit and keep talkin' about it

(απομεσήμερο στη μαρίνα, άπνοια, πρώτη ζέστη)
 

Our anchor's too big for our ship,
so we're sittin' here tryin' to think.
If we leave it behind we'll be lost.
If we haul it on board, we will sink.
If we sit and keep talkin' about it,
it will soon be too late for our trip.
It sure can be rough on a sailor
when the anchor's too big for the ship.

Shel Silverstein

Things not to be done on the Sabbath

Grübelei

03/2009

Χιονίζει, είμαι παρκαρισμένος παράνομα στη Μπίλροτστράσσε, αδυσώπητο κρύο, τα παράθυρα είναι θολά σαν να είμαι σ'εκείνο το γυμναστήριο στον Εύοσμο, είχαν προβλήματα εξαερισμού, τα παράθυρα ήταν πάντα θολά, έτσι δε σ'έβλεπαν οι γείτονες να αγκομαχάς στο διάδρομο με φουλ ανηφόρα γιατί ήσουν μνημείο αυτοπειθαρχίας. Ανοιξιάτικο χιόνι, εκείνες οι μέρες περιβάλλονται από γλυκό καιρό, και ξαφνικά πέφτει ένα δόρυ και τα καίει όλα στον παγετό, φωτιά. Έχει κίνηση, περιμένω με το αμάξι μισοκαβαλημένο στο πεζοδρόμιο, ξέρω την Άλτονα απ'έξω κι ανακατωτά, έχω περπατήσει με τα φουσκαλιάρικα πόδια μου κάθε δρομάκι, και τώρα εδώ, στη Μπίλροτστράσσε, περιμένω με τη μούρη χωμένη στο μπουφάν. Το γκρίζο Αμβούργο, το Αμβούργο χωρίς πρόσωπο, κρύο σαν τα κουφάρια στα ψυγεία της ιατροδικαστικής.

Ο κινητήρας έχει τώρα ζεσταθεί αρκετά ώστε να πάρει μπρος το καλοριφέρ, τα παράθυρα ξεθολώνουν, τα χέρια μου γίνονται λίγο λιγότερο άσπρα, και γρήγορα πολύ ροδαλά, το πετσί του κοκκινοτρίχη, το μαλακό δέρμα των αποικιοκρατικών καθικιών, σκέτη βιτρίνα, η καταγωγή και τα χαρτιά δε στηρίζουν την υψηλή μου εμφάνιση. Η Όλγα βγαίνει από το νο. 86, κοιτάζει πέρα δώθε, βλέπει το αμάξι, της γνέφω από μέσα, και με γρήγορο σίγουρο βήμα πάνω στα παλαϊκά τακούνια της παρά τη μούλτσα και τον πάγο ανοίγει και κάθεται δίπλα μου. Θα της ρίξω μια ματιά, τίποτα πάνω μου δε θα φανερώσει συγκίνηση, αλλά με κρυφή επιμονή όλα της τα μέρη μου φέρνουν σφίξιμο στο στομάχι, τα πειθήνια μαλλιά της σαν πάστα από κάστανο, το ομαλό της δέρμα από θαμπή πορσελάνη, τα μακρυά σκουλαρίκια με το σκούρο κεχριμπάρι, τα μάγουλα που κοκκινίζουν δίκην μιτροειδικού προσωπείου, τα μάτια με εκείνο το χρώμα τους σαν από σταχτόνερο με μέλι, ο περίτεχνος γιακάς και τα περίπλοκα υφάσματα με τα ακατανόητα νήματα, το ένα πάνω στο άλλο φτιάχνοντας υφές που μοιάζουν λες και ήταν ανέκαθεν κάπου στον κόσμο και δεν τις έφτιαξε ανθρώπινο χέρι.

Έχω το χέρι στο χειρόφρενο έτοιμος να ξεπαρκάρω όταν η δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου γίνεται όλη κόκκινη, βλέπω στον καθρέφτη τους δυο περαστικούς και τον κουβά αδειανό να τσουλάει προς το παρτέρι και το χιόνι και οι πλάκες να βάφονται κόκκινες, δυο στιγμές, Πού πας, είσαι τρελός; η Όλγα και η απαλή ανησυχία της, ανοίγω την πόρτα συφιλιασμένος, τους ακούω που φωνάζουνε Πίσω στα γκέττο και εβραιογούρουνα και τρέχουν προς την Ούντσερστράσσε, στο κατόπι τους, Θα σας γαμήσω, προλαβαίνω τον πιο αργό, πέφτουμε κάτω, φοράει φουσκωτό μπουφάν με διαμερίσματα, είναι χοντρομάγουλος, ίσως δεν είναι καν δεκαοχτώ, τον φτύνω στη μούρη, του ρίχνω στις μαγουλάρες και είναι γλιστερές, από το λάδι του ή τον ιδρώτα ή το χιόνι, Θα σε γαμήσω, θα σε γαμήσω, μας χωρίζουν τρεις υδραυλικοί από ένα συνεργείο που είναι με το βαν τους παραδίπλα, και ώσπου να φύγω απ'τη λαβή του ενός που μου τρυπάει την υπερκλείδιο, ο αρχίδης το έχει βάλει στα πόδια και έχει χαθεί στο πάρκο Βάλτερ Μόλλερ. Στέκομαι εκεί και βράζω, έξω φρενών, έχω ήδη βραχνιάσει, και οι υδραυλικοί με ρωτάνε τι έγινε και προσπαθώ να τους εξηγήσω αλλά δε βγάζουν νόημα.

Ξεθυμώνω όταν φεύγουμε από το συνεργείο, και τότε παίρνω είδηση πως το χέρι μου είναι σαν κακοφορμισμένη μελιτζάνα. Η Όλγα κάνει το σταυρό της και αναθεματίζει μια φορά, τα μικρά της δάχτυλα που απολήγουν σε στενά, προσεγμένα νύχια κάνουν τη θεία χειρονομία, είμαι χολωμένος και μαζί της, που κάνουμε λες και η μάνα και ο πατέρας της δεν είναι τέτοιοι κι αυτοί και δεν τους θορυβεί που η Όλγα έχει μπλέξει με έναν σαν εμένα, και σκέφτομαι την αδερφή της που με είχε ρωτήσει Εσύ είσαι όντως τώρα εβραίος; κάπως ένοχα σαν να με ρωτούσε αν είχα τατουάζ στο κωλομέρι, και όσο για την ίδια την Όλγα, είχε βάλει πρώτη φορά το χέρι της μέσα στο βρακί μου στο δωμάτιό της εκεί στην Άλτονα και είχε αρχίσει να με χαϊδολογάει για μια στιγμή πριν με κοιτάξει απορημένη, και απόρησα κι εγώ Τι; και αναρωτιόμουν αν είχα χύσει χωρίς να το καταλάβωέμοιαζε μπερδεμένη αλλά και όχι, μετά πήρα μπρος, Ναι, περιτομή, της είχα πει, το ζήτημα έμοιαζε να έχει λυθεί και συνέχισε το δειλό εργόχειρό της. Αλλά το ίδιο απόγευμα πήγαμε για Φριτς Κόλα στο καφενείο εκεί κοντά και με ρώτησε Γιατί; και της είπα Για την πίστη.

03/2022

Λασποβροχή εδώ πάνω έχω δέκα χρόνια να δω, κι όμως, πέφτει σαν αραιωμένο κακάο στο άσπρο αμάξι. Στέκομαι στο πλατύσκαλο μπροστά στο νο. 92 της Φόμποβαϊ με το φωσφορούχο παντελόνι και τη μπλε κοντομάνικη με το σήμα της Έσβακτ πάνω από το βυζί. Περιμένω τη Νάουσι να πακετάρει τα κέζεμπροτχεν. Ο Γιέσπερ από τη Ντάνσκε Φράκτμεν παρκάρει με οπισθογωνία το φορτηγό του στο στενό του εκτυπωτηρίου απέναντι. Τον χαιρετάω από το πλατύσκαλο και με χαιρετάει πίσω από το ταμπλώ του με τους χρυσούς Βούδες. Το Ντάλουμ, το επίπεδο μισοχώρι, ένα γεροντομουνίστικο παράρτημα της Όδενσε εποικισμένο από τίμιους οικογενειάρχες, τίμιους συνταξιούχους, και λίγους άτιμους εκφυλιάρηδες σαν εμάς και το Νίκολαϊ που μένει στο υπόγειο, το Ντάλουμ, μια γεωγραφική παρένθεση. Δε βλέπω την ώρα να φύγω απ'αυτό το μεγάλο συγγνώμη για νησί πίσω στη δυτική ακτή, το κλίμα με έχει χτυκιάσει.

Απασχολημένος να δω αν ο Γιέσπερ θα γκρεμίσει κι άλλο από το πλινθόκτιστο φραχτάκι, κάτι κινείται στα αριστερά, βλέπω τον τίμιο γείτονα από το νο. 90 να έχει μπει στην αυλή και να πηγαίνει προς τα αμάξια, ακούω τη Νάουσι με τη νωθρή βαυαρέζικη προφορά της από το ανοιχτό παράθυρο της κουζίνας να λέει was glaubt er was er da tut, πηδάω από το πλατύσκαλο κάτω στο χαλίκι, κοιτιόμαστε με το γείτονα, έχει το κλειδί ανάμεσα στα δάχτυλα σαν σηκωμένη κεραία έτοιμο να χαρακώσει, είναι λες και τον έχω πιάσει να τον παίζει στην αυλή μου, Τι στην ευχή κάνεις εδώ; ο τύπος κάνει μεταστροφή, δεν είναι η πρώτη φορά. Η ιστορία ξεκίνησε το περασμένο αποκαλόκαιρο που οι άνηθοι της Νάουσι άρχισαν να εξαφανίζονται ένας ένας, ώσπου μια Κυριακή απόγευμα είδαμε τον τίμιο γείτονα από το νο. 90 από το παράθυρο του υπνοδωματίου που ξεκώλιαζε τους τελευταίους που είχαν μείνει στο παρτέρι, και τότε η Νάουσι είχε βγει έξω και τον είχε πιάσει στο πεζοδρόμιο, και της είχε πει Δεν είναι άνηθοι, είναι φυτά δηλητηριώδη και έχω παιδιά και σκύλο, αλλά ήταν άνηθοι, τους τρώγαμε και ζούμε. Τελοσπάντων, τώρα το παρτέρι είναι άδειο, οπότε άλλη έμπνευση, δυο αμάξια στην αυλή αλλά αυτός πλεύριζε το δικό μου. Τον πιάνω από το μπράτσο, πιο δυνατά απ'όσο χρειάζεται, Έχεις πρόβλημα; Ταλαντεύεται για λίγο και επιλέγει τη σύγκρουση, Σκατογερμανοί, η γειτονιά είναι για ντόπιους. Πόσο καιρό είχε αυτό το αυτοκίνητο ξένες πινακίδες; Ε; Του σφίγγω το μπράτσο, σκέφτομαι την υπηκοότητα και το μητρώο, πρέπει να έχω καθαρό μητρώο, θέλω να του ρίξω μια ίσια στο μύτο, α, γάμα το, του ρίχνω μια στο μύτο, είναι σωκαρισμένος, φαινόταν πως ήταν χαλβάς, τίμιος οικογενειάρχης, γυναικουλίστικες μαλακίες να μας ξηλώνει τους άνηθους και να'ρχεται να κλειδιάσει, Θες κι άλλο; Έλα ξανά από 'δω. -Θα σου κάνω μήνυση. -Πάρε μου και μια πίπα. 

Τρέχει στο σπίτι του και βροντάει την πόρτα με το στεφάνι από ξερό γκι. Στέκομαι στο πεζοδρόμιο δίπλα στους θάμνους, δεν είμαι τόσο θυμωμένος όσο τότε στο Αμβούργο, ίσα δυο δάχτυλα θυμωμένος, λέω είναι επειδή το αμάξι τη γλύτωσε αυτή τη φορά, ή επειδή με τα χρόνια συνηθίζεις, πάντα κάποιος θα στραβομουτσουνιάζει, πάντα θα υπάρχει ένας καλός κούφιος λόγος, αλλά πίσω από όλα κρύβεται το περιθώριο, τότε το είχα πικρή απορία, γιατί δε μ'έλεγαν Τόμας Κράουζε, γιατί δεν καθόμουν στ'αυγά μου, γιατί δε γκάστρωνα την Όλγα, γιατί δεν έμενα σε ένα μέρος, γιατί δε μπορούσα να θέλω να βλέπω ποδόσφαιρο και να ψηφίζω Ες Πε Ντε, γιατί δεν ήμουν όπως οι άλλοι, ποιοι άλλοι ρε ηλίθιε, και οι άλλοι δεν είναι όπως οι άλλοι, κανείς δεν είναι όπως οι άλλοι. Η Όλγα με ερωτεύτηκε γιατί ήμουν η λάθος επιλογή, ήμουν η ιδέα του κακού, κι αυτή αντλούσε μια αυτοκαταστροφική απόλαυση από το να υποφέρει, κι εγώ αντλούσα μια αυτοκαταστροφική απόλαυση από το να είμαι θύτης, δεν ήταν κακό ταίριασμα. Πολύ θυμωμένος, πάντα θυμωμένος και πάντα έτοιμος ν'αρπαχτώ, και το χούι ξεχούι δε γίνεται και έχω ρίξει ξυλαράκι και τις έχω φάει αρκετές φορές και ακόμα δεν έχουμε τελειώσει. Φυσικά πίσω από την ταλαιπωρία είναι το περιθώριο, αλλά όχι αυτό που νόμιζα επιπόλαια πως ήταν, μα ένα περιθώριο εντελώς δικό μου, χωρίς φυσική τοποθεσία, δεν είναι που είμαι μπασταρδεμένος, ή εβραίος, ή άρρωστος στο κεφάλι, δεν είναι τα ναζίστια στην Άλτονα και οι πατριώτες στο Ντάλουμ, δεν είναι ο προτεσταντισμός, ήμουν ανέκαθεν εγώ και η αυτοσχεδιασμένη Χαλαχά μου. Κάνει ψύχρα στη σκιά από όλα εκείνα που δεν έπρεπε να θέλω αλλά τα ήθελα σαν τρελός και ήμουν σαν σκυλί δεμένο απ'το λαιμό με κοντό σκοινί σ'ένα παλούκι σε μια ξερή κωλοαυλή. Και τώρα τι, τους γράφω στ'αρχίδια μου τους τίμιους οικογενειάρχες και όλο το συρφετό τους.

Της Όλγας όμως δεν της κρατάω κακία, η σκέψη της μου φέρνει ακόμα εκείνον τον κόμπο στο στομάχι. Σε μια άλλη ζωή θα μέναμε στην Άλτονα, και θα είχαμε κάνα δυο παιδιά, και θα με πήγαινε στα σουαρέ και θα την πήγαινα για Φριτς Κόλα, και θα τη γαμούσα κάτω από το γυάλινο εσταυρωμένο πάνω από το προσκεφάλι όπως τότε, και κάποια βράδια θα τα πέρναγα αλλού, και η Όλγα θα έκλαιγε, και θα την έκανα πολύ δυστυχισμένη, όπως και τότε. Αλλά δεν ήθελα ποτέ να την κάνω δυστυχισμένη, τι παράξενο αξίωμα, να μπορείς να κάνεις κάποιον δυστυχισμένο, τι σκατά. Τελοσπάντων, δεν είμαι περήφανος για τις κοκορομαχίες και όση κακία έχει περάσει απ'τα χέρια μου, τα χέρια που θα περίμενε κανείς τρυφερά σαν πουστρελιού από μια φυματική φυσιογνωμία μ'ευαισθησίες που κρατάει κυβερνοημερολόγιο, κι όμως κάπως είναι πολύ σκληρά, και με τα χρόνια γίνονται χειρότερα, λες και τα οστά πετρώνουν, χέρια αδιάφορα κάποιου άντρα απ'το Σλέσβιχ Χόλστειν, χέρια ενός όπως οι άλλοι, ενός που θα μπορούσε να λέγεται Τόμας Κράουζε, ασήμαντα χέρια, ασήμαντες λέξεις, ασήμαντος άντρας.

Θα μείνεις εκεί να κάνεις το δέντρο;
Η Νάουσι έχει ξεπαρκάρει και μαρσάρει δίπλα μου σαν το μικρό δαιμόνιο που είναι, το τσιγαράκι σβηστό κρεμασμένο απ'το στόμα, η δε Μαρίκα Νίνου τραγουδάει μέσα από τ'αμάξι:

Μη δακρύζεις, πάψε, πλέον φτάνει
ξέρεις πόσα για σένα έχω κάνει
ξέρεις πως υπάρχει αντιζηλία
μην ακούς ποτέ την ψεύτρα κοινωνία.

/

מצוות קידוש השבת בדברים

E N D U R A N C E

 



Ballad of a ship

Down by the flash of the restless water 
The dim White Ship like a white bird lay; 
Laughing at life and the world they sought her, 
And out she swung to the silvering bay.
 
Then off they flew on their roystering way, 
And the keen moon fired the light foam flying 
Up from the flood where the faint stars play, 
And the bones of the brave in the wave are lying.
 
'T was a king's fair son with a king's fair daughter, 
And full three hundred beside, they say, -- 
Revelling on for the lone, cold slaughter 
So soon to seize them and hide them for aye; 
But they danced and they drank and their souls grew gay, 
Nor ever they knew of a ghoul's eye spying 
Their splendor a flickering phantom to stray 
Where the bones of the brave in the wave are lying.
 
Through the mist of a drunken dream they brought her 
(This wild white bird) for the sea-fiend's prey: 
The pitiless reef in his hard clutch caught her, 
And hurled her down where the dead men stay.
 
A torturing silence of wan dismay -- 
Shrieks and curses of mad souls dying -- 
Then down they sank to slumber and sway 
Where the bones of the brave in the wave are lying.
 
ENVOY
Prince, do you sleep to the sound alway 
Of the mournful surge and the sea-birds' crying? -- 
Or does love still shudder and steel still slay, 
Where the bones of the brave in the wave are lying?


+

Excerpt from Captain Craig

But as the bitterness that loads your tears 
Makes Dead Sea swimming easy, so the gloom, 
The penance, and the woeful pride you keep, 
Make bitterness your buoyance of the world.

Edwin A. Robinson

/

Το τσιμέντο της προβλήτας μένει πίσω
τα σιδερικά τσουλάνε από το κράσπεδο στη θάλασσα
ο κάτω κόσμος κλειστός σε κεχριμπάρι

η επιφάνεια σγουρή δίκην θολής υάλου
πλατιές ανάσες ήχος κανείς
το σούρουπο πέφτει στην πλάτη μου
στο βάθος του ορίζοντα το φως της Δύσης με καλεί

από το δεξή κρόταφο στον αριστερό κρόταφο
ανοιχτωσιά
ένα ισόβιο ισιάδι

οι θύσσανοι στις φλόγες το βαρομετρικό κατρακυλά
η γη υποχωρεί, οι ακτές τραβιούνται πέρα
τα δάκρυα στα λιμνία, το φτύμα στα ξεροπήγαδα, οι πέρλες του ιδρώτα
τα έλη, οι αιμολίμνες, η βροχή, οι βάλτοι και τα πέλαγα 

στη συμβολή τους ωκεανός
αλάτι και νερό και αλάτι και νερό
η μέρα στον αφρό, η νύχτα στο σαγόνι των κυμάτων
ο χορός των πλανητών

από το αίμα στο νερό
ένα ταξίδι σιωπηλό.



Cheap

The only life that ain't cheap is the rich man's life
or so it says on the bottle
yet when it goes, see
cheap as all else

hand in hand from death to death
our bras de fer of fear
days to come and days gone by
we know where we're headed

oh we know
we're cheap as dirt

and so are you

The devil's got a grip on me

We close our eyes, wait for the night to come. It just takes time. This boy is why we've come from far away, but who saves whose life? Day after day, skin burned in deadly heat - a fractional piece. Night after night, it becomes clear to me that I'm wasting time. We've tried and we're tired, but there's still much to be done. Let's not lose sight. 3:00 AM comes, he calls them to their knees and I pray we're right.

Gregor Samsa


Στη φόρα 8

Πάνω που πάει να με πάρει ο ύπνος χτυπάει το κωλοτηλέφωνο και κάθε φορά η καρδιά μου δίνει μια ριπή μαρμαρυγής, όλα μαυρίζουν, η ακοή μου σβήνει, περιμένω υπομονετικά, και έπειτα σαν η βιντεοκασέτα να ξαναπαίζει, το λευκό φως επιστρέφει, το κωλοτηλέφωνο χτυπάει, απλώνω το χέρι, απαντώ, και ούτω καθ'εξής ώσπου έχω παραπάνω από εμπεδώσει το βασανιστήριο και μπορώ να μετανιώσω για τα πάντα, ακόμα και για όσα δεν έχω κάνει καν.

Βρίζω μια άρτι ορκισμένη πρώτη γραμμή που με ξυπνάει 0145 για να με ρωτήσει μια μαλακία, ξέρω δεν πρέπει να τη βρίσω, θα το θυμάται για χρόνια, αλλά ανάθεμά το, και ξανακοιμάμαι τάχιστα με το τηλέφωνο δίπλα στο μάγουλο. 

Όταν ξυπνάω έχει βγει ο ήλιος, οι κουρτίνες είναι ανοιγμένες πέρα πέρα, το αναρριχώμενο φυτό στις παρυφές των τζαμιών κάνει το φως να πεταρίζει, κάθομαι στην πολυθρόνα, εμπρός μου το ασορτί σκαμπώ και είμαι σκυμμένος εμπρός και πάνω στο σκαμπώ διαβάζω το ίδιο εθνολόγιο που διάβαζα παιδί, όταν φτάνω στο τέλος της σελίδας κάνω να γυρίσω και αντί για το εφημεριδόχαρτο πιάνω ένα χέρι, το οποίο περιστρέφεται μερικώς, και πάνω του είναι σκαλισμένο το εξώφυλλο του εθνολογίου. Με διαπερνάει ένας κρύος ιδρώτας, εκεί ακριβώς πάνω από την οσφύ, ξέρω το χέρι, φυσικά. Η φωνή είναι παρήγορη όπως πάντα, Θέλεις να διαβάσεις, ε; Πολύ μ'αρέσει να σε βλέπω να διαβάζεις, είναι αστείο που κοιτάς το βιβλίο υπό γωνία λες και σε τυφλώνει. -Αφού ξέρεις πως δεν έχω γερά μάτια. -Νωρίς για τέτοια, νωρίς. -Ο πατέρας μου χειρουργήθηκε για καταρράχτη στα 35. -Το θυμάμαι. Έλα, γύρνα το χέρι, αφού δε βλέπεις. Όντως δε βλέπω, ο ήλιος πέφτει στις σελίδες και τις κάνει πολύ φωτεινές και οι χαρακτήρες δεν ξεχωρίζουν πια, προσπαθώ να γυρίσω το χέρι αλλά δε μπορεί να περιστραφεί αρκετά ώστε να βλέπω, ψηλαφώ και ψηλαφώ το αντιβράχιο, τις τρίχες, το δέρμα, τα αόρατα αγγεία, και χωρίς να βλέπω, βλέπω την επιθυμία απέναντί μου, τώρα ξέρω πως δεν έχω ξυπνήσει, βλέπω το παιχνιδιάρικο χαμόγελο, ακούω τη φωνή, αλλά το εθνολόγιο άφαντο, το δωμάτιο χωρίς όρια, με την περιφέρεια να λιώνει σαν καμένη πόλαροηντ. -Δεν είσαι εδώ. -Είμαι εδώ, ακριβώς εδώ. Το χέρι χτυπάει το στήθος, μια υπέροχη αίσθηση και μια ανησυχία, φυσικά, όλα είναι σκηνοθετημένα από την πεμπτουσία μου.

Όταν ξυπνάω είναι ακόμα σκοτεινά, φοράω ακόμα τη στολή, έχω ακόμα αλλεργία από το χαρχαλολάστιχο, τα χάπια μου έχουν πέσει από την τσέπη, το τηλέφωνο παρακεί, δεν υπάρχει εθνολόγιο, τα μόνα χέρια τα δικά μου, το στόμα μου είναι μια πληγή, έχω πονοκέφαλο, αν κοιταχτώ στον καθρέφτη θα'χω μαλλιά σαν χιόνι, δεν αξίζει τον κόπο αυτή η τρέλα

(-Δεν αξίζει τον κόπο αυτή η τρέλα. 
-Εντάξει, αυτός είμαι εγώ, τελείως ήρεμος. Τίποτα δε με αγγίζει, όλα γλιστράνε γύρω μου, είμαι γρασαρισμένος, είμαι γυμνοσάλιαγκας σε ένα βαρέλι μύξα, είμαι φρικαλέα ευάλωτος και φρικαλέα ανήμπορος. Στα μάτια του που είναι σαν ουρανός το καλοκαίρι σπεύδουν δάκρυα.
-Τι εντάξει;
-Μόλις είπες-
-Δεν το εννοούσα γαμώ το κέρατό μου. Δε μπορείς να πεις κάτι σωστό;
-Έχω σάντουητς με φυστικοβούτυρο και μαρμελάδα στο τάπερ. Μαρμελάδα σμέουρο.
Η κατάσταση είναι σοβαρή. Η Σουκριγιέ ακόμα δεν έχει ιδέα.)

αλλά είναι τα λεφτά στη μέση, και το καθήκον, και αυτό το χρέος που έχω στον Ασκληπιό, γιατί χωρίς αυτά τα γυμνάσια δε θα είχα βάλει το Μπυλάου, ίσως το είχε κάνει κάποιος άλλος, ίσως και να μην είχε προλάβει κανείς, ποιος ξέρει, η Σίσσι είπε πριν λήξει την τελευταία μας συνεδρία πως η σχέση αυτή περιπλέκεται από στοιχεία εξουσίας, -Μα αυτό ήρθε μετά. -Αυτό σου έδωσε μυθικές διαστάσεις στο νου του. -Ωραία. -Μιλάς εσύ ή ο εγωισμός σου; και σώπασα, γιατί δεν είχα κουράγιο να της πω πως εκείνο το επεισόδιο με στοιχειώνει, με πληγώνει, με τρομοκρατεί, με κάνει τόσο μικροσκοπικό, και όταν κατά λάθος ακουμπήσω τη μικρή ουλή πάντα τραβάω το χέρι μου σα να με χτυπάει ρεύμα, αλλά είναι εντυπωμένη στο μυαλό μου σαν σιδερόσταμπα σε μπούτι αγελάδας, η δουλειά με έχει τσαλακώσει με τρόπους που δε χωράνε σε καμία συνεδρία, η Σίσσι δε μπορεί να καταλάβει. -Δεν έχεις ιδέα για αυτή τη σχέση. -Σε θυμώνει η τοποθέτησή μου; Γιατί; 

144 ώρες βάζω αυτή τη βδομάδα, έχουν μείνει 7,5, είμαι κομμάτια, η αϋπνία κάνει τις σκέψεις να μου οργώνουν το κεφάλι, οι κοντοί ύπνοι είναι γεμάτοι όνειρα, και μετά τις πρώτες δυο τρεις μέρες τα όνειρα και η πραγματικότητα αρχίζουν να μοιάζουν ύποπτα μεταξύ τους, τώρα θα πέσω να κοιμηθώ αλλιώς θα μου στρίψει, και αύριο θα φορέσω το γκρι πουκάμισο και θα συναντηθούμε για πρωινό στο φούρνο BRØD που σημαίνει ψωμί και θα πάρω βιεννέζικο κρουασάν και ίσως να κάνει και καλό καιρό και θα γυρίσουμε να κοιμηθούμε στον καναπέ και η μέρα θα κρατήσει για πάντα.

Υποτροπή στο χαντάκι

Όταν είσαι στις καλές σου είσαι υπέροχος. Όταν δεν έχεις κέφια... ο θεός να με φυλάει. 

Γράφω συνταγές και σηκώνω τηλέφωνα στο γραφειάκι δίπλα στο τριπλό παράθυρο. Έχω το μεσαίο ανοιχτό και η αύρα με κρυώνει στο λαιμό. Διεξέρχομαι τη ντάνα με τα κωλόχαρτα, η προϊσταμένη χτυπάει το καμπανάκι για το βραδυνό, οι συνάδερφοι ανασύρουν τα γιαουρτάκια και τα καροτάκια από τα κοινόχρηστα ψυγεία, αυτοί που έχουν περάσει μερικά εμφράγματα κατεβαίνουν στην καντίνα, πέφτει ησυχία. Από το παράθυρο με κυκλώνει ο βόμβος του εξαερισμού του διπλανού κτιρίου της ογκολογικής. Βλέπω και δε βλέπω μια κεφαλή καρφίτσας ένα μικρό σκότωμα του Schrödinger στα δεξιά του οπτικού μου πεδίου, μικροαιμορραγίες, μικρό σκότωμα, μικρό το κακό. Σηκώνομαι να ξεμουδιάσω, στηρίζομαι στο λερό περβάζι το περασμένο με λαδομπογιά, βγάζω το κεφάλι έξω. Δεν έχει σκοτεινιάσει ακόμα. Οι μέρες μεγαλώνουν αλλά εμένα μου φαίνεται πως σκοτεινιάζουν όλα όλη την ώρα. Βλέπω το δέντρο από πάνω, βλέπω τις στέγες, τους σουλήνες του εξαερισμού, βλέπω πάλι το δέντρο, τις ρίζες που έχουν ξεκουνήσει τις πλάκες του πεζοδρομίου, μένουν σαφείς οι πλάκες του πεζοδρομίου, ακριβώς κάτω από το παράθυρο είναι η σκάλα της εισόδου, με τα κάγκελα του προπερασμένου αιώνα, οι πλάκες του πεζοδρομίου, η σκάλα της εισόδου, τα κάγκελα. Σκέφτομαι κάτι που δεν πρέπει, σε βλέπω με εκείνη την αποδοκιμασία σε όλη σου τη μούρη, αλλά το σκέφτομαι, και η διπλοβρακωμένη μάσκα ρουφάει μερικά μικρά δάκρυα, μικρή απελπισία, μικρό το κακό.

Η αλκώλα του θαλάμου 30 τα τίναξε αφού πέρασα όλη νύχτα να μεθοδεύω γιατροσόφια για τη θεραπεία της αναπνευστικής ανεπάρκειας. 48 + 6 ώρες στη γραμμή παραγωγής υγείας και πτωμάτων. Με πήρε ο ύπνος στη συνάντηση για τις ανοσοθεραπείες, ο Νορβηγός που δε χωνεύει τους μελαμψούς με σκούντηξε στον ώμο, ξύπνησα βιαίως, Εδώ συζητάμε για ανοσοθεραπεία, όχι για υπνοθεραπεία, η διευθύντρια, -Είμαι με δυο 24ωρες σερί. (πολύ ενοχλημένος) -Ε σιγά, όπως είναι τα Σαββατοκύριακα. Σιγά το πράγμα. Δεν είναι σωστό να ρίξεις φούσκο στη διευθύντρια, μην είσαι χωριάτης, είναι PhD MPH, έχει γράμματα και πτυχία, εσύ τι έχεις, τ'αρχίδια σου στριμμένα και τις υπερωρίες σου αγγούρι στην κωλότρυπα, γι'αυτό δουλεύεις εσύ τις δυο και τρεις 24ωρες σερί, ναι, και τα Σαββατοκύριακα, και όχι η διευθύντρια, χωριάτη ε χωριάτη.

Η ανατομία έχει χάσει κάθε ίχνος μυστηρίου πια, αλλά ακόμα αναλογίζομαι με δέος τα άπατα της δυστυχίας που μπορεί να χωρέσει ένα σώμα, μερικές φορές η μούργα είναι τόσο πυκνή και το πηγάδι τόσο βαθύ που εντυπωσιάζομαι για λίγο πριν επιστρέψω στο εργόχειρο της μελαγχολίας. Δεν καταλαβαίνω γιατί, μετά από τόσα χρόνια, σε διαλύει ακόμα έτσι αυτή η φοβερή μου δεξιότητα, σου είχα πει όταν καπνίζαμε πίσω από το κοτέτσι της μάνας σου Ich bin ein schwarzes Loch, σ'το είχα πει όταν με έβλεπες με λαμπερά μάτια το καλοκαίρι στην Ολυμπιάδα, κι όταν μου καθάριζες το αίμα από το κούτελο στα πλακάκια του κουζινέτου στον Εύοσμο, κι όταν μάζευες τα σπασμένα δίπλα στην παλιά πόρτα, και ένα σωρό άλλες φορές που δε θυμάμαι, το λέω συχνά και γελώντας για αστειάκι, αλλά πάντα κάνεις πως δεν το ακούς και η συνέπεια απευθείας από το δικό σου στόμα: Όταν είσαι στις καλές σου είσαι υπέροχος. Όταν δεν έχεις κέφια... ο θεός να με φυλάει. Ο θεός δε σε φυλάει, σε γράφει στ'αρχίδια του, γι'αυτό σε καταπίνει η μαύρη τρύπα και είσαι λες και κάποιος σου έχει στραγγίξει όλο το αίμα, εντάξει, ίσως και να ξέρω ποιος καριόλης σου ξηγιέται έτσι, δεν είμαι σίγουρος, αλλά ίσως. Και άμα τον πιάσω στα χέρια μου θα - σε σκεφτώ και θα του στρώσω τα μαλλιά αντί να τον τουλουμιάσω. Ίσως.

Συγκλίνουσες ακτίνες


Εδώ μέσα είναι αλλιώς. Η κλειδαριά είναι ιδιότροπη, ο γλόμπος του κοινόχρηστου χωλ δεν αντικαταστάθηκε από τότε που η μικρή κυρία τον έσπασε με το κοντάρι της απόχης, όταν φτάνω σχολασμένος στα σκοτάδια ψαχουλεύω με το κλειδί και προλαβαίνει να ξυπνήσει, να ξεκουκουλωθεί και να έρθει με το πάσο της να μου ανοίξει από μέσα, ενώ περιμένω στάζοντας ξυπόλητος στο μωσαϊκό δίπλα στα ιδρωμένα άρβυλα ασφαλείας. Η ιστορία είναι πως από όποιο λιμάνι και αν επιστρέφω με το ποδήλατο, θα έχω τον αέρα κόντρα. Στη δυτική Γιουτλάνδη λένε πως αν ο αέρας δε σου'ρχεται στη μάπα όπου κι αν πηγαίνεις, τότε δε βρίσκεσαι στη δυτική Γιουτλάνδη. Στο νησί λέμε πως αν δεν ισιώνουνε οι μπούκλες των προβάτων ο αέρας δε λογίζεται. Το χειμώνα στην περιοχή βρέχει επίμονα αρμυρό χιονόνερο σε μικρό διαμερισμό, και μαζί με τον ιδρώτα απ'το πετάλι με λούζει κατάφατσα ο καιρός και πάντα φτάνω λιγδωμένος ακόμα κι αν έχω αφήσει το MSV μπανιαρισμένος. Το σκουφί μου βαραίνει το κεφάλι και οι μυξατμοί ανακατεύονται με βροχή στο μουστάκι και είμαι πολύ ερωτεύσιμος. Πίσω από την πόρτα είναι το forstue της συμφοράς που το διασχίζω με μια γενναία δρασκελιά, και στην ευθεία η φωτογραφία.

/

Επιστροφή απ'το Γκορμ και καρφί για εφημερία. Από την ησυχία της πλατφόρμας στο μπουρδέλο του πανεπιστημιακού. Φυσάει θυελλώδης βορειοδυτικός και στο Λίλλεμπελτ γίνεται της πουτάνας, γλίτσα απ'τον παγετό, τα φορτηγά κουνιούνται πέρα δώθε, δεν τολμάει κανείς να σκάσει μύτη δίπλα τους και πάμε όλοι καρότσι δεξιά, τελευταίος χειμώνας στο μεγάλο νησί.

Πιάνω 1524, ξεκινάμε με τέμπο στην ανάνηψη, το μενού έχει αναπνευστικές ανακοπές, κάθε εφημερία έχει ένα θέμα, είναι σαν το πιάτο της ημέρας. Λίγο πριν τα μεσάνυχτα η νοσοκόμα ροής ενημερώνει πως έρχεται τροχαίο πάνω που η δουλειά μας έχει τελειώσει με την προηγούμενη κλήση, βγαίνω στον προθάλαμο να αλλάξω στολή μετά το ραμολιμέντο που ο τραυματιοφορέας κυλάει με τις ροδούδες στο νεκροθάλαμο, η οθόνη της κατάστασης του CAP μου καίει το μυαλό, κατεβαίνουν οι αναισθησιολόγοι, πρώτη γραμμή είναι εκείνη η πανέμορφη Ινδή με το εντεκασύλλαβο όνομα, και από πίσω ο γερο-Γιενς που φοράει διπλές ffp3 γιατί δεν έχει καμιά διάθεση για τέτοια, έχει πει. Ο Άλμπερτ και το τσιράκι του περιμένουν ήδη στην καθαρή αίθουσα. Ανοίγουμε την ενδιάμεση πόρτα, οι νοσοκόμες ετοιμάζουν και τη διπλανή αίθουσα, δυο εικοσάρηδες, ένα σπασμένο σβέρκο και κάτι ψιλά.

Σαράντα λεπτά στο επιτοίχιο τάημερ και έχουμε σχεδόν συμμαζέψει, ο πρώτος σμπαραλιασμένος έχει ήδη μπει χειρουργείο ν/χ, ο δεύτερος είναι στον αξονικό και όλη η ακολουθία είναι μαζί του, έχω μείνει πίσω με τον Άλμπερτ και γράφουμε οδηγίες, από την ανοιχτή πόρτα φαίνεται η οθόνη της κατάστασης του CAP που έχει αλλάξει διαρρύθμιση, η αρχινοσοκόμα με ρωτάει για την αμιωδαρόνη και γίνομαι νυχτερινός καθηγητής, και ενώ είμαι πάνω στη διάλεξη ο Άλμπερτ μου ρίχνει μια αγκωνιά, Τι; -Κοίτα στην οθόνη. Κοιτάω στην οθόνη, καμια τριανταριά ονόματα φιγουράρουν ώσπου να προχωρήσει η λίστα, ηλικίες, θάλαμοι, αίτιο προσέλευσης, δε βλέπω τίποτα εξωτικό. -Δε βλέπεις; Η Λβιν, υπερτασική κρίση. Κοιτάζω καλύτερα, και ναι, τώρα τη βλέπω και τη Λβιν, 37 χρονών λέει, υπερτασική κρίση, νευρολογικά σημεία. Η Λβιν είναι συνάδερφος απ'τη Μυανμάρ, κοντή και στρογγυλή, μονίμως στην πρέσα, έκπληξη θα ήταν να ήταν μέσα με υπόταση. -Τι σου λέει αυτό; με ρωτάει συνωμοτικά. -Δεν ήξερα πως ήταν 37. -Όχι, τι σου λέει; -Να ρίξουμε στροφές. -Όλοι θα περάσουμε απ'τη μηχανή του κιμά. Λοιπόν, την τελευταία πρόταση την είπε εκείνος και όχι εγώ, αν και τώρα που τη γράφω σκέφτομαι πως ήμουν εγώ που μιλούσα μέσα από τον Άλμπερτ σαν να ήταν δαιμονισμένος. Μαντεύω πως άλλο σκεφτόταν όταν το έλεγε και άλλο εγώ, αλλά όπως και να'χει, οι λέξεις μπήκαν η μια δίπλα στην άλλη με τρόπο ύποπτα δικό μου.

Στο μπροστινό πάρκην ο Άλμπερτ φορτώνει το ποδήλατό μου στη σκαλωσιά στον κώλο του σεντάν. Διώχνω τον πάγο απ'το παρμπρίζ με την ξύστρα με την αφράτη χειρολαβή. Δεν ξέρω τι λέει στη Σουκριγιέ, προτιμώ να μη ρωτάω. Βλέπω τη σειρά με τις συζυγοκτονίες και εύκολα γίνεται κανείς παρανοϊκός. Δυο φανάρια δυο γκαζιές και είμαστε σπίτι. Δεν έχει καλοξημερώσει. Παρκάρει δίπλα στα θαμνόδεντρα στη θέση της χοντρής που έχει ήδη φύγει για δουλειά. Μπαίνουμε στο χωλ, πάλι μαλακίες με το κλειδί και την κλειδαρότρυπα, αλλά σήμερα είμαι στεγνός και όχι τόσο ερωτεύσιμος. Τραβάω την πόρτα και κάνω στην άκρη. Ο Άλμπερτ μπαίνει πρώτος. Κρεμάει το μπουφάν και αναστενάζει όπως όταν κατουράς μετά από διπλοβάρδια. Σιγουρεύω πως δεν κατουράει στο forstue, όχι, απλά στέκεται καταμεσιού με κλειστά μάτια. -Έχω πάει σε πολλά σπίτια αλλά εδώ μέσα είναι αλλιώς. Η μικρή κυρία κάθεται στην πολυθρόνα δίπλα στο παράθυρο με τη φρέσκια ιατρική φυλλάδα ενώ παίζει ο Γιώργος Φλωράκης. Παίρνουμε σειρά για τη ντουζιέρα. Τους ακούω που έχουνε πιάσει κουβεντούλα, και την ώρα που σαπουνίζω τον αφαλό μου ακούω τη γυναίκα που ρωτάει -Στη Σουκριγιέ τι είπες; και με τα χέρια μες στους αφρούς καπακώνω τα αυτιά μου μην τύχει και ακούσω τίποτα που θα μοιάζει βγαλμένο από τη σειρά με τις συζυγοκτονίες. Μετράω ως το εξήντα και όταν ξεκαπακώνω χαζογελάνε και λένε για ράμματα Έβερτινγκ οπότε τη γλιτώσαμε και σήμερα.

/

Το φτυάρι δε μένει αδέσποτο ποτέ

Όσο υπάρχει κάποιος να δουλεύει το φτυάρι επί γης ειρήνη
ένας μόνιμος θόρυβος στα μάτια, κλειστά ανοιχτά δεν έχει σημασία
βλέπω τον πονοκέφαλό μου από την περασμένη Πέμπτη
πίσω στην πόλη με το σκουπιδομάνι πίσω στο συρφετό

όσο υπάρχει κάποιος να δουλεύει το φτυάρι επί γης ειρήνη
η διευθύντρια και ο τροφαντός της κώλος στο εικονικό παράθυρο
στη μεγάλη οθόνη της πρωινής ενημέρωσης κόμμωση και σκουλαρίκια
όλα θολά πίσω απ'τις μάσκες και μέσα απ'τα γυαλιά

όσο υπάρχει κάποιος να δουλεύει το φτυάρι επί γης ειρήνη
η γκαστρωμένη πασπατεύει την κοιλιά της η λεχώνα τα βυζιά της
ο κόσμος καίγεται και το μουνί ράστα και περμανάν
αλλά εγώ εκεί το φτυάρι και το λάκκο

και κάπου εκεί στο μαύρο χώμα
η πόρτα ανοιχτή

τη βλέπω και τυφλός.

Παγετός 2


(the clearer, the colder)

·

Crossing the bar

Sunset and evening star,
  and one clear call for me!
And may there be no moaning of the bar,
  when I put out to sea,

but such a tide as moving seems asleep,
  too full for sound and foam,
when that which drew from out the boundless deep
  turns again home.

Twilight and evening bell,
  and after that the dark!
And may there be no sadness of farewell,
  when I embark;

for tho’ from out our bourne of Time and Place
  the flood may bear me far,
I hope to see my Pilot face to face
  when I have cross’d the bar.
Tennyson

Παγετός


 

Long nights of longing

count your teeth
count your treasures

speak in spermaceti
your throat, the well placed well

learn to count nail by nail
learn to serve and learn to sail

time as punishment time as blessing
freeze and melt, the light as sung by the Fresnel equations

high albedo, drifting salt
that's how we make our way through these long nights of longing