© 2008 - 2017


-

Archiv

Blogger news

Blogger templates

 

+

Umblättern

Kategorien

 

Οι νύχτες του Δεκέμβρη

Δέκα λεπτά πριν τις οχτώ είμαι στη διασταύρωση κάνω να κόψω αριστερά τα φρένα παγωμένα το ποδήλατο πατίνι προς το ντουβάρι του μεσιτικού τελευταία στιγμή πηδάω κάτω το παίρνω στα χέρια και τρέχω στο πάρκην του νοσοκομείου. Φτάνω λαχανιασμένος στα αποδυτήρια, το ένα γάντι πέφτει στο μωσαϊκό, λάθος κλειδί, άλλο, το τηλέφωνο χτυπάει τη στιγμή που σπρώχνω την πόρτα, Πού είσαι; -Στα αποδυτήρια. -Δε θες να 'ρθεις απ'την κλινική; Σε περιμένουμε. 

Οι νύχτες του Δεκέμβρη είναι πέτρες στις τσέπες, το φως απομακρύνεται, η ρόμπα ασήκωτη μέσα στο νερό, βουλιάζει και βουλιάζει και το σκοτάδι του βυθού με καταπίνει όπως ο κλίβανος το ξεχασμένο ράμμα, τίποτα δεν αφαίμαξε τα μάτια μου απ'τη μέρα όσο εκείνο το αναθεματισμένο άσπρο της στολής, το άσπρο στα σεντόνια, το άσπρο στις λεχρές κουρτίνες, το άσπρο στα γάντια, στις μάσκες, στα πανιά.

Στο κρυφό κλιμακοστάσιο για την κλινική περνώ την πτωμαΐλα του υπογείου, τη σκατίλα της γαστρεντερολογικής, τη μούχλα του αρχείου, τρίτος όροφος, χλωρίνη και γεροντομουνιά, χτυκιό, σκατά, ρίχνω μια ματιά στο παράθυρο με τις δυο μικρές γλάστρες, έχουν δυο τούφες παγωμένο χιόνι, είναι πολύ χαμηλά, προχώρα.

Η Καρλίννα έρχεται κουνώντας τη χοντρή της μέση και μου δείχνει τα νύχια της. -Γιατί στο σκοτάδι, γιατρέ; Ακουμπώ στο τζάμι. -Θα γίνει μέρα σύντομα. Μου δείχνει τα νύχια της, είναι βαμμένα σαν φραμπουάζ. -Αν σε πιάσει η υπεύθυνη υγιεινής ξέρεις τι θα γίνει. -Μ'αρέσουν τόσο πολύ, γιατρέ! Και ξέμειναν από εχτές. Θα φοράω γάντια όλη μέρα. Ξέρω πώς είναι αυτή, αετομάτα κάργια! 

-Θέλω παγωτάκι. Η πρεζού αγνώστων στοιχείων ξύπνησε μετά το ναλοξόν, τώρα περιφέρεται με το γνώριμο τριγωνικό βηματισμό στο διάδρομο από πόρτα σε πόρτα, ψάχνει παγωτάκι. -Θέλω παγωτάκι. 

Η γριά κορωνιασμένη υποδύεται την αβοήθητη στο κρεβάτι του θαλάμου 30, κλεισμένη πίσω από τις διπλές πόρτες της απομόνωσης. Ιδρώνω μέσα στη στολή του αστροναύτη, δεν ήξερε πού έπρεπε να πάει να εμβολιαστεί, δε μπορούσε να βρει τη διεύθυνση -Είμαι τόσο κουρασμένη, πολύ κουρασμένη, πολύ εξασθενημένη. Της βάζω έναν ορό, δεν πάει να γαμηθεί. Λύνω την ποδιά, ποδονάρια, γάντια, απολύμανση, σαπουνάδα, ποδιά, απολύμανση, σαπουνάδα, σκούφος, απολύμανση, σαπουνάδα, βιζίρι, απολύμανση, σαπουνάδα, πρώτη μάσκα, απολύμανση, σαπουνάδα, δεύτερη μάσκα, απολύμανση, σαπουνάδα, τρίτη μάσκα (ffp3), απολύμανση, σαπουνάδα, αίμα, όλα ξεκολλάνε, όλα ξανακολλάνε, μάσκα, μάσκα, μάσκα, σκούφος, βιζίρι, ποδιά, ποδονάρια, γάντια, μια σφαίρα ανάμεσα στα μάτια, πάρε με από 'δω.

Κλείνω τα μάτια, το μάγουλο στο μπράτσο πάνω στο γραφείο, η λάμπα τζιτ τζιτ τζατ τζιτ τα'χει κλάσει και δε θα ασχοληθεί κανείς ως τη Δευτέρα, το κεφάλι μου το έχει πιάσει ένας γίγαντας ανάμεσα στο δείχτη και τον αντίχειρα και το ζουλάει σαν μπαλάκι από ζυμάρι, ξαφνικά τίποτα, η νύχτα του Δεκέμβρη, σκοτάδι, το τηλέφωνο χτυπάει, χτυπάει, χτυπάει, ψάχνω να θυμηθώ σε ποια γλώσσα πρέπει να πω τον τίτλο μου, -Στέλνω εισαγωγή. -Στοιχεία. -1927... -1927; -Ναι, ο κύριος είναι ηλικιωμένος. Το κεφάλι μου, τα δάχτυλα του γίγαντα, τα πελώρια νύχια, η κάντιντα ανάμεσα στα κολοσσιαία ποδοδάχτυλα, ρυπαρές ραγάδες, μια αγγειίτιδα, τα μάτια των Γροιλανδών, εκείνο το χλωμοκάστανο βλέμμα τους που πάντα βλέπει μακρυά, μια σφαίρα ανάμεσα στα μάτια, το μυστήριο του θανάτου, το νοσοκομείο με τον τσιμεντένιο κώλο του κάθεται στο στέρνο μου ακριβώς, ο άνθρωπος και η αρρώστια του, ο άνθρωπος, τίποτα χειρότερο, τίποτα πιο καλό, κατάρα, ευλογία, έξω όλα παγωμένα, το χιόνι σκληρό σπάει σε κομμάτια, φυσιέται ντουμάνι, αλάτι στο δρόμο, εκείνη η αρμυρή λάσπη, οι νύχτες του Δεκέμβρη, η ανάσα μου επίμονη, επιμελής, ακριβής, το κούτελο αρυτίδωτο, τα μάτια βαθουλωμένα, τα μαλλιά το αντικείμενο του πόθου των κοριτσιών, τα γόνατά μου, τα πόδια μου, εγώ, η τιμωρία μου.

Προχώρα, αρχίδι. Το δάχτυλο στη χαίνουσα κωλότρυπα της θείας, σκατά παντού, τα κωλομέρια, το πάμπερ, η Καρλίννα στέκεται απέναντι ορθή και περιμένει με το νεφροειδές, το ταβάνι χαμηλώνει, το πάτωμα σηκώνεται, τα κρεβάτια είναι στόματα νεοσσών με τα λαρύγγια φάτσα φόρα, κότες και τα ολέθρια ράμφη τους, τσιμπάνε τα πάντα, τσιμπάνε τους σουλήνες, τσιμπάνε τα ντουβάρια, τσιμπάνε σβέρκα και αγκώνες και νύχια και Αχιλλείους, καννιβαλιάρες κότες, καταστροφή, η πόρτα του θαλάμου 6 δεν κλείνει καλά.

Το τηλέφωνο, ακούω τους συνομιλητές μου που καταπίνουν τον αέρα με ένταση και σιγά σιγά όσο προχωράει η κουβέντα μολύνονται και πέφτουν οι τόνοι τους, ο χρόνος μου είναι πάντα διεσταλμένος, η ήρεμη φωνή μου, η Έλσε 42 πυρετό και τα μάτια από τις κόκκινες κόγχες τους κρεμιούνται απ'τη φωνή μου, τα χέρια μου, η Έλσε, το τηλέφωνο, η φωνή μου, οι φωνές τους, φασαρία, συρφετός, ιδρώτας που ποτίζει τα πάντα, ιδρώτας στο κρεβάτι, ιδρώτας στο μωσαϊκό, -Δώσε μου κάτι, οτιδήποτε, δε μπορώ άλλο, δεν το μπορώ, της χαμογελώ γερμανικά Ach, Else και κάτι την ψυχαγωγεί μέσα στην αγωνία της, ιδρώτας, πυρετός.

Ο γέρος Πέτερ είναι να πεθάνει, τα χρώματα των απέραντων αμερικάνικων λειβαδιών, στενά σύννεφα απ'άκρη σ'άκρη, οξυγόνο απ'το μαρκούτσι και τσπσσσσσς, η μελαχροινούλα με τα τατουαζιασμένα φρύδια δίνει πούλπα στοκόπουλπα με την εξηντάρα σύριγγα στο σακούλι, -Χορηγώ την εντερική διατροφή. -Ναι, το βλέπω. -Θέλετε να φύγω; -Όχι, μην κόψουμε τον Πέτερ πάνω στο μεσημεριανό του. -Χι, χι. -Καχνόγκ καχνόγκι! Καχνόγκες! (αυτός είναι ο Πέτερ) Βάζω το ακουστικό παρά της αορτικής όχι από απορία αλλά για να νιώθουμε όλοι εδώ μέσα πως γίνεται μια σοβαρή προσπάθεια. -Κρύο κρυώνεις! Κρυώνεις! (ο Πέτερ πάλι).

Δευτέρα χαράματα ανάσκελος κάτω από τη λάμπα τζιτ τζιτ τζατ τζιτ θέλω να μου ρίξω μια δυο τρεις ανάποδες και ίσιες και να με πετάξω στα σκουπίδια αλλά είμαι ακίνητος, ανέκφραστος, ήσυχος, τα μάτια ανοιχτά, η στολή καθαρή και περιποιημένη, οι κάλτσες φρέσκιες, τίποτα δεν έχει συμβεί, όλα όπως πριν, η πόρτα ανοίγει ξαφνικά. -Τι κάνεις εδώ; Βλέπω την ώρα, είναι οχτώ και έξι λεπτά. Η Κατρίνε Γκ. έχει ήδη πάρει τη σκυτάλη. Στον καθρεφτάκο του εφημερείου βλέπω τα χρόνια μου όλα ένα προς ένα και ίσως λίγα ακόμα δανεικά, χορεύουν σαν ξωτικά γύρω απ'τα μάτια μου.

Έξω στο κρύο, πρωινά δάκρυα, ανάβω την πίπα, Άκαπνο νοσοκομείο μέσα και έξω λέει η πινακίδα, επανάσταση, σκέφτομαι τη Ναυσικά, το μπουγάζι του Σταυρού, το ξύλινο ταβάνι και το ασσορτί περβάζι, τις θύελλες στο Βυκ, άμπωτη στα χαμηλά και στα επίπεδα στην ψιλή άμμο του Νορντφρίσλαντ, σκέφτομαι τις γυαλισμένες πλάκες στη Φιλαρμονικής, το φάντασμα του Οτράντο, τις ανεμώνες, τα ουράνια τόξα πάνω απ'την Αλβανία, τα δάχτυλα του γίγαντα μου συνθλίβουν το κεφάλι, είναι μια κούραση απ'την οποία ποτέ δε θ'αναρρώσω, είμαι ποτισμένος μ'αυτήν τη θλίψη του επαγγέλματος όπως οι κουβέρτες στην κλινική είναι ποτισμένες με κάτουρο, έξω στο κρύο, προχώρα να σου γαμήσω, η σέλα είναι παγωμένη, η ρόδα έχει κολλήσει, ορθοπεταλιά και τσουλάει, η πίπα στο στόμα, το μαύρο μπουφάν, το μαύρο σκουφί, οι πέτρες στις τσέπες, οι νύχτες του Δεκέμβρη.



Θυμήσου

-I know I'm not good enough for you. But I also know nobody else in the world is good enough for you. Because you're perfect.
-So you thought-
-Yeah, I thought I might as well be selfish. For you it'd be a lose lose situation regardless.

x

Από την ανατολική ακτή της Μεσογείου στην ανατολική ακτή της Βόρειας θάλασσας στην ανατολική ακτή του Ατλαντικού ο κόσμος και οι αδυναμίες του από τα μάτια τα πολωνικά στα μάτια τα γερμανικά στα μάτια τα μπάσταρδα της Διασποράς από στόμα σε στόμα και από γλώσσα σε γλώσσα από γωνιά σε γωνιά και από χορδή σε τύμπανο και πίσω σε κουβάλησα μαζί με μια πίστη άπιστη και βρωμερή σε τσαλάκωσα σε δίπλωσα σε άπλωσα και σε ξαναδίπλωσα και οι δυο γραμμές που ήταν γραμμένες στο χαρτί σου δε σβηστήκαν ούτε λίγο, από την απελπισία των χειρουργείων στο βόμβο της πλατφόρμας από το ιερό των εξωτερικών στον ιδρώτα της ανάνηψης απ'τους κοριούς στην αφραγκιά στις παρτίδες στα κλεφτά και πίσω στα λεφτά από εδώ εκεί και οπουδήποτε κάποτε γουλί άλλοτε με σκουριασμένη κώμη ποτέ τέλειος και πάντα απατεώνας οι δυο γραμμές σου εκεί τα δάχτυλα επί το έργον ο χορός της σκόνης στον ήλιο του μεσημεριού η πάχνη τη Δευτέρα το πρωί και η αλατολάσπη στην αυλή ανάθεμα τη σκοτεινιά ανάθεμά τα όλα 

δυο γραμμές
ΤΙΠΟΤΑ ΕΚΕΙ ΕΞΩ ΔΕ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΣΕ ΘΕΡΑΠΕΥΣΕΙ
ΠΑΡΑ ΤΟ ΔΡΕΠΑΝΙ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ


Φ Λ Λ 

Feathers of quail

It's a long way from Ierapetra to John o' Groats, the tide is low, the land is bared, the land is separation. My car is at the shop, the handbrake is torn apart again. It must be the fourth time. Now I know I'm never seeing it again. A pity I can't remember anything from the last time other than the handbrake in my hand like a useless limp rod. I don't have any luggage, all I need is in my pockets. What a relentless sunshine in the dead of winter!

I need to find someone to drive me. I won't get any more chances after sunset, nobody dares pick up hitchhikers at night in these deserted villages. The townhall provides shelter from the wind, I'll stand here patiently, two, five hours, all day, however long it takes, everyone who drives through the village drives by the townhall anyway. I'm parched, my lips feel as if I've been eating crisps for my day's pay, I stretch them and they burst like sausage skin. 

A rotten ZAZ 966 stops before me just as I'm licking the blood off my lips. The car was white once, but at some point the color turned into an oatmeal kind of hue, like the weathered linen that's met the bleach one time too many in the big cauldrons in the hospital basements.

Inside the ZAZ sits an ancient man, almost as wrecked as his little car. He's wearing a knitted sweater, it was also probably white once, now it's just old. The man speaks Norwegian; I understand him, that's no surprise, I spent two years working in Norway, so far so good, things are making sense.

"I'll take you where you need to be, but you'll have to pay me in quails."
I caress the wad of tenners in my pocket almost sensually, it might as well have been my dick.
"You don't want money, then?"
"I'm not interested in money."
I shrug in acceptance, it's the same to me either way. He gets out of the car, produces a dirty rifle from the trunk, places the greasy sling around my neck, hands me two boxes of ammo, the finest pellets, ideal for shooting quail. God knows how old the ammo is, the brands have long disappeared from the boxes, now plainly shit brown with a thin green stripe.

I sit comfortably in the co-drivers seat, rest the rifle on the sill, the window on my side is rolled down and the handle is stuck. The old man starts the car again and off we go.
"To John o' Groats" I say, "as fast as you can."
"Why the hurry?"
"If I miss this card, I lose the entire game."
"Death will take everything you have. It doesn't matter what you do."
"Death is dealing, old man. Take me there on time and I might stand a chance."
"Look around for quails. As soon as we start cruising north, there'll be fog so dense, you won't even dream of seeing the birds with the eyes you were given. God help you with those eyes, boy."

At night the hunting ceases: respite. I sleep in the spacious seat, my head swaying from side to side with each turn. The ZAZ is hollow like an empty shell, whatever insulation it had has deteriorated to the point of evaporation. It's as if we're on foot, I can hear the tiniest grit on the veins of the road. The permanently open window helps too. There is no shelter from the cold, and fuck me if it isn't cold. I'm not sure I have all my toes anymore, but I don't dare check, I don't want to know, whatever's happening in the woolen socks is none of my business.

The old man drives tirelessly. We drink sweet tea with buttermilk from a keg on the back seat. We eat salty hardtack. We piss in a whisky bottle. As far as shitting goes, we're doing none of that: the menu is strategically selected to keep you constipated. The old man smokes some fat cigars that smell of candied orange. He chews the tip for a while, then eats it, then lights the cigar and smokes for hours.
"Mind if I take a puff?"
"Sure. When pigs fly."

During the day I hunt. I shoot carefully, taking my time to think, track the birds and aim. My forehead resembles crumbled paper from the strain. The quails drop magically by the road, right on the shoulder. I open the door just enough for my arm to fit, the old man slows down and I pick the game in motion.
And then there's my handiwork: cleaning the quail of the pellets. It's not an easy task. It's messy and impractical in the small car. To be honest, the thought of removing the pellets hadn't even crossed my mind, until the old man said snarkily:
"What are you staring at your knees for? Grab a bird and get rid of the pellets. I want nothing burdening them."
No complaints, the old man is doing me a favor. Five thousand kilometers. Plus the handiwork keeps me occupied.

"Last ride, boy. I'm retiring. But we were going the same direction anyway. I myself am going home."
"Where to?"
"Fodderty."
"You aren't taking me all the way, then?"
"I'm taking you to Fodderty. I'm having you over for dinner."
"No, that won't work. I don't have time for that."
"Keep an eye for quail. Leave the planning to me. I'm not an amateur."
"What's that supposed to mean?"
"I've made this drive before. From Ierapetra to John o' Groats. We didn't make it then. Arrived too late. See, I needed sleep. Now we'll make it easy, in very good time, even. One wastes a lot of time sleeping."
"Sleeping is nice."
"Only if you're afraid of the world."

The tea keg is buried under a mountain of quails. The back of the car is completely packed with game. I'm out of ammo. The fog is impenetrable. The sleet is needles in my arm, I'm leaning towards the old man, trying to avoid it as much as I can. We got some decent weather for the greatest part of the trip. But now it's all lead-like darkness and this unbearable cold.

"We're almost there."
"Is this enough quails?"
"Yes."

The ZAZ is huffing like a fat asthmatic kid on the gravel road. Rolling hills under a soft blanket of dark moss. A gray stone brick cottage appears in the horizon. Of course it's the old man's home. The old man himself, the ZAZ, the keg, the rifle -they all belong organically to the gray stone brick cottage.

When he turns off the engine, the ZAZ lets a deep sigh and starts steaming. In the yard, under a sturdy canopy, there's an unexpected meeting: my father, my mother, my good friend Bertie, my wife, the old man's wife and I. They have already set the table, a really long narrow table with about twenty chairs by each side, a bright white tablecloth on, it looks foreign, hell, they've brought it all the way from Tzavros, I have seen it before, I'm certain.
The old man disappears in the kitchen to deal with the cooking. The others are drinking dark beer from a keg identical to the one we have in the car. I unload the quails, piling them on the ground right by the table. This takes a couple of hours, a tedious project, hundreds of small dead birds. I had no idea I had shot that many, now at the sight of the genocide my temples break into a sweat. 

Drenched and with my knees like jelly from the prolonged immobilization and the strict fast of the recent days, I finally sit by the table, absolutely exhausted. The old man shows up with the food, perfectly timed, choreographed even, carrying powsowdie in a tin bucket and sheep's heads cooked in their own blood. We help ourselves, my father breaks the bread, dark beer is flowing from the keg, strong beer that doesn't foam, flat like home, we're hungry, we're thirsty, soon we're tipsy, loud, laughing, not long until I'm drunk, so quick to forget.

The old man remembers though. Time is after me and the old man remembers. He takes the plates away and returns to brush the crumbs off the impeccable tablecloth. Then the following happens:
The old man stands next to me, the brush in one hand.
"Here we are. It was my last ride. Good luck, boy. God help you with those eyes you got." he says. He puts the brush abruptly on the table with a bang, grabs his chest in pain, turns blue, turns black, his eyes roll backwards, only their whites visible. Then he drops dead to the ground. The very moment of his passing, the quails open their eyes one by one, a sudden gust, wings start flapping, a flock, a cloud, the old man's soul, they fly south.

From within the shadow of the flock, the figure I was after all along emerges, a dark statue, a swarm of iron filings, the only thing standing out ten ashen fingers, I extend my arm, provocatively rosy before the haggard creature, I touch each and every phalanx, one by one, patiently, diligently. It smells like flesh, living, warm flesh in the dead of winter, and a soap I never knew before, my nails under the nails of the creature, such clean nails. I approach, I see the outline of a chest, a well-ironed shirt from the same fabric as the tablecloth they brought from Tzavros, so blindingly white. I place my good ear on the good chest, close my eyes and hark: the heart, the creature's heart, this heart is not beating like a fleshy heart. This heart is a lute of glass.

The creature turns me around so that my back touches the radiant body, nests me in a tender embrace and whispers in my ear:
"Welcome."
And then we both shatter to thousands of quails.
We sink into the sky as if it was sea on a summer night, leaving no trace but a few feathers of quail.

Μεγάλος κανελλής σκύλος

ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ

Ένα μυστήριο πράγμα. Ομίχλη στο ενάμισι μέτρο ύψος σαν αιωρούμενη ζώνη και από κάτω και από πάνω τα πάντα διαυγή. Ένας βιαστικός κοκκινολαίμης που αποφάσισε να κάτσει σε έναν ώμο. Το Βόρειο Σέλας και ο μαλακός αποβροχάρης δυτικά του Ράμπεργκ. Τα φρούτα του ευώνυμου του ευρωπαϊκού πασπαλισμένα με πρώιμο χιόνι. Το ζυμάρι κάτω από την πετσέτα σε μια ζεστή κουζίνα. Τα πόδια, το ένα εμπρός από το άλλο, βήμα βήμα, χιλιόμετρα στην ψιλή άμμο και στο βάθος το μπούνκερ.
Ξύπνα!
Τα γυαλιά που θολώνουν μόλις μπαίνω στον παλιό φούρνο του Κερτεμίνε απ'το κρύο έξω. Το παράθυρο στο Ραβελίνεν που βλέπει τη λίμνη στολισμένο με λαμπιόνια. Τα πράσινα τσουλούφια των υακίνθων. Οι πεταλούδες το καλοκαίρι γύρω απ'τους θάμνους στη δυτική ακτή. Η κουβέρτα που μου έκανε δώρο το νοσοκομείο πριν δυο τρία χρόνια τώρα στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου ανάμεσα στα κουκλιά και τα μαξιλαράκια. Φλάουτο τραβέρσο, Τέλεμανν και κυριακάτικη ησυχία.
-Ξύπνα!
Τα βλέφαρά μου είναι πρησμένα και ξερά από την αγρύπνια, ανοίγω τα μάτια σαν να ξεκολλάω το περιτύλιγμα από καραμέλες που έμειναν στον ήλιο. Είμαι ανάσκελος στο άβολο κρεβάτι, χωρίς σκέπασμα, με τα ρούχα της δουλειάς και το τηλέφωνο στο χέρι πάνω στην κοιλιά. Από το κόκκινο ντουβάρι κρέμεται η κοκκινωπή ζωγραφιά. Το ψηλό λαμπατέρ γυρισμένο πέρα από μένα για να μη με καρφώνει στο μυαλό ρίχνει το άσκοπο φως του προς την πόρτα. Ο ουρανός είναι ακόμα σκοτεινός, μένουν σίγουρα τέσσερεις πέντε ώρες ακόμα. Αλλάζω γνώμη, κλείνω τα βλέφαρα, αφού δε χτυπάει το τηλέφωνο όλα καλά, αν είμαι έξτρα τυχερός θα λαγοκοιμηθώ ως την πρώτη ενημέρωση στις εφτά.
-Το βλέπω που είσαι ξύπνιος ρε.
Αισθάνομαι ξένη ζέστη στο κούτελό μου. Ανοίγω τα μάτια πάλι, βλέπω μια μούρη κολλημένη στη δικιά μου, η πλαστική θήκη του στρώματος τρίζει σαν μικρές κλανιές ενώ προσπαθώ να φτάσω τα γυαλιά μου απ'το περβάζι, ρίχνω τη λίστα των πεθαμένων στο πάτωμα, το στηθοσκόπιο, το άδειο πλαστικό ποτήρι, τώρα έχω ξυπνήσει οριστικά, την ανάσα αυτή την έχω ξαναμυρίσει.
-Τι στην ευχή, πώς μπήκες μέσα;
-Δεν είχες κλειδώσει.
-Πώς ήξερες πως ήμουν εδώ;
-Ρώτησα τη Μαριόλλα στο ισόγειο.
-Ποια είναι η Μαριόλλα; Ρεσεψιόν;
-Ναι.
Θέλω να τον πάρω αγκαλιά αλλά αποφασίζω να τρίψω τα μάτια μου που ζουμιάζουν και με φαγουρίζουν. Καθαρίζω το λαιμό μου, ο εξαερισμός του νοσοκομείου με κάνει σαν αφυδατωμένο λαχανικό. Πατάω πάνω στα σαμπώ χωρίς να βάζω τις πατούσες μέσα. Αυτός στέκεται ένα μέτρο απ'το κρεβάτι. Δεν ξέρω τι ακριβώς θέλει να πει, αλλά φαίνεται φορτωμένος.
-Γιατί είσαι εδώ πάνω;
-Δεν έχει κίνηση.
-Γιατί δεν κοιμάσαι; Να κοιμηθώ κι εγώ, έγινε της πουτάνας όλο το βράδυ με τις ανακοπές.
Κάθεται κολλητά μου, τρίβει κι αυτός τα μάτια του, καθαρίζει και το λαιμό του, μου πιάνει σφιχτά το χέρι, το στρώμα τρίζει πάλι να σου οι μικρές κλανιές, οι παλάμες μου ιδρώνουν και τα αυτιά μου παίρνουν φωτιά, δεν έχει καν αρχίσει να μιλάει κι αισθάνομαι ήδη άβολα. Για λίγο δε λέει τίποτα και είναι σα φουσκόψαρο έτοιμο να εκραγεί. Τα νύχια του είναι ωραία και πλατιά και ομαλά από το βουρτσάκι των χειρουργείων. Τα δάχτυλά του είναι ζεστά. Γέρνω το κεφάλι μου, το μάγουλό μου ακουμπάει στην κορυφή του κρανίου του. 
-Η Σουκριγιέ είπε να έρθετε για Πρωτοχρονιά, θέλει να σε γνωρίσει, δεν αντέχω άλλο, παίρνω όποια εφημερία ορφανεύει μήπως και συντονιστούμε, μου λείπεις, δεν αντέχω άλλο, η Σουκριγιέ με έχει εξαντλήσει, θέλει να έρθετε για Πρωτοχρονιά, νομίζει πως είμαι σαν τον πατέρα της, από τότε που έγινα δεκαοχτώ τα έκανα όλα όπως έπρεπε, όσο πιο σωστά ήταν όλα, τόσο πιο κοντά στο ευτυχισμένος θα ήμουνα, να μείνω στην ποδηλατική ομάδα, να γίνω ο πατέρας της Σουκριγιέ και ο πατέρας των παιδιών της Σουκριγιέ και ο πατέρας των πατεράδων μας και να γίνω ειδικός και να έχω σπίτι με αυλή και δυο αμάξια και δεν ήμουν ποτέ τόσο ευτυχισμένος και τόσο δυστυχισμένος όσο τώρα.

Ο τωρινός μου εαυτός, ο καινούριος, θέλει να ρωτήσει γιατί τα κάνει όλα πιο δύσκολα απ'όσο είναι. Αλλά ο άλλος εντός μου, ο περασμένος εαυτός, καταλαβαίνει στο μεδούλι το μαλακισμένο μηχανισμό, την αυτοκαταπίεση, την ψευδαίσθηση του σφιχτού γιακά των υποχρεώσεων και των προσδοκιών. Φιλώ το κρανίο του, ρουθουνίζω, μυρίζει παρήγορα, λες και πήγα από όνειρο σε όνειρο και από φαντασία σε φαντασία, και είναι ακόμα Κυριακή πρωί και το τραβέρσο κελαηδάει Τέλεμανν και δεν έχω ξυπνήσει. Ξέρω απ'έξω κι ανακατωτά πώς είναι, δεν έχω ξεχάσει τα χρόνια που όλα τα τρομαχτικά και όλα τα γυναικεία τα είχα καταχωνιασμένα κλειδωμένα και κρυμμένα κάπου πίσω απ'το στομάχι μου, και τώρα που έχω κάνει πέρα το χαλί και τα σανίδια πλημμύρισε όλο το υπόγειο με όλα αυτά που με μια για χρόνια λέξη σιχαμένη και ταμπού λέγονται αγάπη, τι σκατά, ακόμα κάπως με ζορίζει, να σταθώ και να τη δω στα μάτια, αλλά με λίγο σφιγμένα δόντια το κάνω και το ξανακάνω και γίνεται πιο εύκολο κάθε φορά, και οι ζωές μου και οι ζωές των άλλων μπλέκονται σαν λεπτό νήμα που παράπεσε και δε μαζεύτηκε σωστά, καύλα και νοιάξιμο και φόβος του θανάτου και τρυφεράδες, ανάθεμα, τίποτα δε με τρομοκρατεί, τίποτα δεν είναι απαγορευμένο, και ψάχνω εντός μου αλλά δε βρίσκω πια εκείνο το θυμό, εκείνες τις αμφισβητήσιμες προθέσεις, το πουτανιάρικο αρχίδι έχει αντικατασταθεί από ένα μεγάλο κανελλή σκύλο, με ένα άπατο βαρέλι καλοπροαίρετων σκέψεων γι'αυτούς που το ερπετομυαλό μου κρίνει άξιους, και μια ξερή αδιαφορία για όλους τους υπόλοιπους και να πάνε να γαμηθούνε. Έχω προδώσει πολλά από τα απόλυτα τσιτάτα που είχα για πυξίδα π.χ. δε χέζουμε εκεί που τρώμε, οι σκύλοι άλλωστε τρώνε και σκατά δεν έχουν τέτοιες αναστολές, αλλά όπως και να'χει η καταστροφή δεν εμφανίστηκε, και από τις τουλίπες αναδύθηκα σαν κακοταϊσμένος φυματικός Βούδας. 
-Σε βλέπω στον ύπνο μου όταν έχω καιρό να σε δω στ'αλήθεια. Θέλω να σε λιώσω κάθε φορά που σε πετυχαίνω. Και κόψε τις μαλακίες με τις εφημερίες λες και δεν έχουμε αρκετές.
Βγάζω το πρόγραμμά μου από τη βυζοτσέπη, ένα χαρτί Α4 διπλωμένο σε μικρό κωλοχαρτάκι, και το μπάζω στη δικιά του. 

Τα τηλέφωνα κάνανε μόκο ως το πρωί. Παραλίγο να χάσω την ενημέρωση των οχτώ, την πρώτη την έχασα και από συναδερφική αλληλεγγύη δε με πήρε κανείς από τους υφιστάμενούς μου να με ξυπνήσει, κάτι που προς τιμήν τους κάνουν συχνά. Έχυσα πάνω στο κλαζοκρεβάτι και ο Άλμπερτ έχυσε στο στόμα μου. Όταν φύτρωσε ο χλωμιάρης ήλιος με την πορτοκαλιά άλω που μου έμοιαζε ύποπτα πολύ, το πρόγραμμα εφημεριών μου συνέχιζε να βρίσκεται στη βυζοτσέπη του Άλμπερτ, τα λόγια του συνέχιζαν να αράζουνε στο νου μου, οι ταρίφες έρχονταν και έφευγαν από την πιάτσα της κύριας εισόδου, οι γλάροι κάθονταν στις στέγες δίπλα στα περιστέρια, οι νεκροί περίμεναν στο νεκροθάλαμο τη φρέσκια πρώτη γραμμή να τους γράψει τα θανατόχαρτα, ακάθεκτος στ'αρχίδια του ο κόσμος, όπως κάθε πρωί. Ο μεγάλος κανελλής σκύλος κοίταξε καλά την κοκκινωπή ζωγραφιά και βγήκε απ'το εφημερείο, η Μαριόλλα είχε σχολάσει και το κλειδί το πήρε η πρωινή βάρδια, ο Άλμπερτ κίνησε χαρωπός για τη δικιά τους ενημέρωση, περίμενε να μ'ακούσει να λέω "έχεις δίκιο, όλα είναι εφιαλτικά" αλλά αντ'αυτού είπα εδώ είμαι εγώ, μη φοβάσαι τίποτα, είναι φανταστικό φάρμακο όταν το εννοείς, και ανάθεμά με αν δεν το εννοούσα, έχω ασθενική καρδιά αλλά έχει πείσμα, ε ναι, γαμήσαμε εν ώρα υπηρεσίας, αλλά δουλέψαμε κιόλας, τα περιστατικά ήταν τσίφτικα, την Πρωτοχρονιά θα με γνωρίσει και η Σουκριγιέ για να της παίξουμε το θεατράκι από κοντά και να της βγει το άχτι και ούτε γάτα ούτε ζημιά. Τα πάντα για τη θεραπεία της μοναξιάς. Το δύσκολο είναι να διαλέξεις στρατόπεδο, άπαξ και περάσει η πρώτη νύχτα στο αντίσκηνο όλα παίρνουν το δρόμο τους, και η νύχτα πάντα περνάει.



Para ser bueno hay que hacer el mal

Para ser bueno hay que hacer el mal
pero a escondidas
Para ser bueno hay que hacer el mal
pero a escondidas 

Los espiritus


Σαραντάρα σεφ δυο εμφράγματα και το διάφραγμα τρύπιο απ'την κόκα τα μάτια γυαλιστερά κουμπιά τα χέρια τσιμεντένια τρέμει στη λαβή μου πηχεοκαρπική και καρπομετακάρπια πρώτη, δεύτερη, τρίτη και γυρνάνε οι λεπτοδείκτες τα μπλε γάντια του νιτριλίου η λευκή στολή της ευλογίας τα μαλλιά υλάνγκ υλάνγκ το μουστάκι που γλείφει τα χείλια τα κοκκάλινα καινούρια γυαλιά που γλιστράνε στη μύτη τα μάτια μου τα μάτια της και όλα διαφανή Δεν έχεις ινομυαλγία, δεν έχεις αρθρίτιδα, δε σε πονάω που σε πιάνω σαν φτερό. Αλλά ξέρω πως μετά απ'τα περσινά δεν αντέχεις να ξαναγυρίσεις στη δουλειά. Το τρέμουλο κόβει, ένα πλατύ χαμόγελο μου δείχνει δόντια φροντισμένα, δέκα μήνες κοροϊδία, ἀπέστειλεν αὐτὸν ὁ Ἅννας δεδεμένον πρὸς Καϊάφαν τὸν ἀρχιερέα, ώσπου να πέσει στον ξερακιανό κοκκινοτρίχη με την πίπα στη βυζοτσέπη της ρόμπας, Το ξέρεις πως έχεις γοητευτική προφορά; Από πού είσαι; της γυρίζω την πλάτη, Fra Før, σα να της έχω πει από πριν, και χωρίς να τη βλέπω βλέπω την απορία της, Før, Föhr και før -στα δανέζικα σημαίνει πριν-, den grønne ø, συμπληρώνω, Tyskland, και αναφωνεί, Μα δε θα το είχα μαντέψει! -Σε στέλνω στην ευχή του θεού, δε χρειάζεται να σε ξαναδώ. -Θα μου δώσεις όμως τη διάγνωση; -Θα στη δώσω. Θέλει να μ'αγκαλιάσει, η μέρα της έχει διορθωθεί, το μέλλον της δεν είναι πια τόσο ζοφερό, τώρα από τα χέρια αυτά που αναδύθηκαν από τα μπλε γάντια του νιτριλίου θα ξεπηδήσει η ελευθερία της και η πρόωρη σύνταξή της και όλα θα γίνουνε καλά.

/

Σπανιόλα, έπιασε δουλειά λάντζα μετά από δυο χρόνια αυτοκαταστροφής, ο γιος της κρεμάστηκε στο υπόγειο το '19, τον βρήκε μπλε μαρένιο, ανέβηκε πάνω να ενημερώσει τον άντρα, κι αυτός μόλις το άκουσε τη μαύρισε στο ξύλο, δυο χρόνια φυλακή στο Sdr. Omme, αυτή στο καταφύγιο γυναικών στο Vejle, και στο τρελάδικο, και λίγο στους δρόμους, και πάλι στο καταφύγιο, και τελικά διαζύγιο και μια γκαρσονιέρα στις εργατικές στο Vollsmose, και τώρα την έπιασε απ'το πλύσιμο ένας πόνος στον αγκώνα, έρχεται με βιαστικό παραπεμπτικό από το γενικό γιατρό που κατευθείαν δυο σειρές και στο ψαχνό μου ψιθυρίζει την ιστορία, μια τοπική για επικονδυλίτιδα, και είμαι διπλοκλεισμένος αλλά δε γαμείς, ο μέγας ευεργέτης ο μέγας ελεήμων, λέω τ'όνομά της, η μόνη μελαχροινή στην αίθουσα αναμονής, αν είχε γατίσια αυτιά θα τα όρθωνε, την εξετάζω, Έχεις χάσει βάρος -Ναι, είκοσι κιλά. Ξέρω κι εγώ κι αυτή γιατί, είναι σαν καμμένο σπίρτο, μαύρο κεφάλι καρφωμένο σ'ένα ξυλαράκι, η δυστυχία χτυπάει πιο εύστοχα τους μελαχροινούς που τυχαίνουν στο βορρά, το σώμα πεινάει για λιακάδα, το υπέρηχο λέει παρακονδύλιες αποφύσεις χωρίς ευρήματα, τα δάχτυλά μου λένε kein Tennisarm, αλλά σηκώνομαι κι ετοιμάζω Depo/Lido μιξ για μπλοκ, πειστικός τόσο που δυσκολεύομαι να το πιστέψω, αλλά μ'εμπιστεύεται, Δεν είσαι από 'δω, αυτό και που μπορώ να πω το -ρ- στ'όνομά της την παρηγορούν, είναι απ'τη Μαγιόρκα, ήταν εισαγωγή του απήδηχτου Δανού που της έσπασε τα πλευρά, της κάνω τη διήθηση και της λέω αν δε δουλέψει πάρε τηλέφωνο σε μια βδομάδα και την στέλνω κι αυτήν στην ευχή του θεού, έχει περάσει μήνας και δεν πήρε τηλέφωνο, δούλεψε το μαγικό.

/

Μοναχός στη γνώριμη ιεραποστολή, λευκά σεντόνια με γαλάζια σχέδια, μια τάβλα στο ντουβάρι, μπούζι απ'το παράθυρο και το λεωφορείο για Kerteminde κάνει στάση στο υπερπέραν, το ταβάνι κάνει κοιλιά και μου γλείφει το κεφάλι, γονατιστός στην προσευχή, σκοτάδια στην περιφέρεια του πεδίου, πίσω στα παλιά, άντρας σκυφτός άπιστος και κρυμμένος καλά πίσω απ'το μόκο, ο λαιμός σημαδεμένος από θηλιά και από θηλιά, γενειάδα όσο επέτρεπε η φύση χτένα βούρτσα και ήμουν σένιος, τι λάτρα, τι ιστορία, τα μάτια μυωπικά και τρελαμένα, τα χέρια σε γροθιές, τα μάτια μαυρισμένα, τα χέρια πιασμένα και στη γη, από καυγά σε καυγά, μονίμως αρπαγμένος, μονίμως κάπου αλλού, ένας συχτιρισμένος καλόγερος με βρωμόστομα και χαχόλικη καρδιά, μια αγωνία αργή σαν κρύο μέλι, η ησυχία της μονής, η μοναξιά της ησυχίας, χείλη λερά που φιλήσανε και δεν το εννοούσαν, μην εμπιστεύεσαι τους άλλους, μην εμπιστεύεσαι ποτέ, Θεέ μου πώς αγάπησα κρυφά, πέρα δώθε κι ο εφιάλτης δεν είχε τελειωμό, θυμάμαι εκείνο το βράδυ στο Αμβούργο σα να'ταν χτες, ο Άλεξ χτύπησε με τη δανεική τατουαζιέρα τον ουροβόρο στο κωλομέρι του Γιονάταν κι ο Μπέρτι πήρε το πατσαβουριασμένο τετράδιο με τη ροζέττα που είχα για τα λογοξερατά και είπε αυτό το θέλω στην καρδιά μου, κι έτσι ο Άλεξ για τη φάση και όλοι στα ουήσκια είδαμε τη ροζέττα στο αριστερό ημιστήθιο του Μπέρτι να'ρχεται στο φως, και το αίμα λέρωσε το χαλί, ρε μαλάκες η καρδιά είναι πιο χαμηλά, αλλά ήταν πια αργά, και το πρωί Φριτς Κόλα και σελοφάν και δεν έτρεχε και τίποτα, οι χρόνοι στο ναό είναι συμπτωτικοί, η ιέρεια σκάει μύτη κάθε Παρασκευή και λειτουργεί και όλα μια πλημμύρα, βλέπω τις διακριτικές της ακρωμιοκλειδικές, βλέπω τα καθαρά της μάτια που ως πριν λίγο ήταν σφιχτά κλεισμένα, τη βλέπω πάλι να χύνει αρπαγμένη απ'τους ώμους μου, και πίσω απ'όλα βλέπω ξανά το σκηνικό από απόσταση, ένας μουγγομπάσταρδος σαμάνος με γιατροσόφια της συμφοράς και μπερδεμένα ξόρκια, μια γυναίκα φάντασμα δέκα μέτρα κάτω απ'τα κύματα τυλιγμένη στη φωτιά παρέα με τις σμέρνες, ένας φρουρός του τάγματος της τετραπτυχίας με άκοφτο καυλί, για να πέσουν τα σωστά χαρτιά λιώσανε τα δάχτυλα της μάνας, αν θες να λες το μέλλον πρέπει να πληρώνεις με ό,τι έχεις, το ήξερε πως ήταν αυτή η συμφωνία, κι εγώ μοναχός σε μια ξέρα στο νότιο Ειρηνικό, ποτέ δε μπορούσα να μιλήσω, γι'αυτό και τόσο γράψιμο, μα και να'θελα δε θα της άλλαζα τη ρότα, όπως έστρωσε έτσι να κοιμηθεί, γριά μυταρόλα κραγιόνι και περμανάν, ωρίστε η μάνα του τραπεζιού, πίνει κονιάκ γελάει βραχνά και από την πουδραρισμένη παλάμη πέφτουν σαν φύλλα φθινοπωρινά, ο κρεμασμένος, η τεμπεράντσα, ο τροχός της τύχης, το ένα μετά το άλλο τα χαρτιά βρίσκουνε την τσόχα όπως το μάγουλο τα λευκά σεντόνια παφ πουφ ποφ, αισίως εμείς και γύρω άλλος κανείς, σηκώνομαι γυμνός και πονεμένος και αναθεματίζω τη γριά, χώσε την υπόλοιπη τράπουλα στον πάτο σου, οι χρόνοι είναι τρεις, οι ομίχλες στην ιεραποστολή, ο ωκεανός και το άγιο βιβλίο, και όλοι πληρωμένοι με πληγές σύμφωνα με τους νόμους της τέχνης.

もうりょう

 



(without death there is no life)

Η υγρασία στάζει απ'το μουστάκι, η σέλα του ποδηλάτου που στέκεται παρακεί έχει φτιάξει λιμνούλα στο βαθύτερο σημείο. Το κρύο δεν κολώνει, μπουφάν, πουλόβερ, πουκάμισο, πετσί, τα κόβει όλα και δε σταματάει παρά όταν βρει τα κόκκαλα. Άπνοια, πυκνά χαμηλά σύννεφα γλείφουν το έδαφος, σε πρώτη όψη λες όμιχλη αλλά όχι, είναι αλλιώτικος καιρός, είναι το ωκεάνιο κλίμα των χαμηλών ακτών, είναι η ανάσα του χειμώνα σ'ένα ανατριχιασμένο σβερκάκι. Γαλότσες, κάλτσες θινσουλέητ 40 χιλιοστών και παρ' όλ' αυτά νιώθω το νερό να μου ρουφάει τη ζέστα. Ο φακός με τυφλώνει, τα βήματά της γίνονται όλο και πιο σαφή καθώς βγαίνει στα ρηχά και ο πάτος γίνεται όλο και πιο κολλώδης και ο εξοπλισμός όλο και πιο βαρύς χωρίς την αρχιμήδεια ευλογία, οι καλαμιές του W a t t e n  λαμποκοπάνε μες στον κρύο τους ιδρώτα, φιλτραρισμένη πίσω απ'το κεντητό τους ξεχωρίζει η χλωμή μου μούρη και το αφρόντιστο μουσκεμένο μουστάκι και η λαβή του φερμουάρ κάτω απ'το στενό πηγούνι σαν να τα βλέπω σε φωτογραφία, και από την ανελέητη μέρα του φακού ανατέλλει ένα κεφάτο σφύριγμα, χαμηλώνω το βλέμμα, να οι γαλότσες μου, με τυφλώνεις, το πνεύμα του βάλτου αντηχεί κοροϊδευτικά, με τυφλώνεις, και ξαναπιάνει το σφύριγμα, σηκώνω το βλέμμα, να ο ουρανός ένα παλιό σεντόνι, το φεγγάρι φαίνεται πίσω από τους υδρατμούς σαν οιωνός αυτοκινήτου πίσω από στροφή σε δασική οδό, μου έλειψες, χαμηλώνει το φακό, το κρύο γάντι μου πιάνει το γενάκι και με γυρνάει προς το μέρος της, Τι είπες; η φωνή ανθρωπινή αλλά η όψη ξένη, η μάπα ζουληγμένη από τη στολή και τη σηκωμένη μάσκα και τα χείλια κωλοτρυπιδιασμένα από τον αναπνευστήρα, ετοιμάζεται να με κατασπαράξει, θα μου φάει τα σωθικά και θα αφήσει το τομάρι μου σαν άδειο σακούλι στην πράσινη λασπερή όχθη, αλλά δε στέκομαι από τύχη στη μέση του πουθενά στην κοιλιά της νύχτας, μια φορά γιοκάι αυτή, δέκα εγώ, μου έλειψες, οι λέξεις αναδύονται απ'το κεφάλι μου σαν σπόροι μανιταριών, ο αιώνιος πυρετός της με τυλίγει σα βλεννώδες πέπλο, ο φακός σβήνει και όλα σκεπάζονται από ένα γλυφό φιλί, δεν είναι αλληγορία, έτσι έγινε ακριβώς, και έπειτα οι κόρες στα πελώρια μάτια της εξαφανίζονται, τα σκίζει η απογοήτευση, τη γέλασα, δεν έχω σωθικά, δεν είμαι καν νεκρός, δεν έζησα ποτέ.

The labyrinth habit


 

Alle naslang wegrannte ich bis ich in die Ecke getrieben wurde und dann Simsalabin wie ein Phönix aus der Asche bin ich mit heiler Haut davongekommen, alles ist mir ein Heimspiel. Nicht schlecht, Herr Specht.

...nor will I love another one, until the day I dee


... 

My love has built up a bonny ship, and he set her on the sea
with seven score good mariners, for to bear her company
there is three score is sunk m' lads and three score dead at sea
and the lowlands of Holland hae twined my love and me

Καπνά

D I A L O G

09/2021 Στην αυλή του πατρικού είναι στημένες οι δυο μεταλλικές καρέκλες κήπου με τα αρχαία μαξιλαράκια. Έχει ήλιο. Ο πατέρας καπνίζει. Ήταν μεγάλο θέμα τότε που το Εμ-Ες Σελεμπρέησον εμβόλισε το φορτηγό Καπετάν Σαν Λουί, εσύ δεν το θυμάσαι, μιλούσες, είχες μιλήσει νωρίς, αλλά ήσουν δεκατεσσάρων, όχι, ψέματα, δεκατριών μηνών και λίγων ημερών, τι να θυμηθείς, το φορτηγό κουβαλούσε τσιμέντο, βούλιαξε σε δέκα λεπτά, ήταν πολύ μεγάλο θέμα, φρικτή ιστορία, σημαία ευκαιρίας το Σελεμπρέησον, δεν έπαθε τίποτα το τέρας, η μάνα σου το έλεγε και το ξανάλεγε, "το έκοψε σαν βούτυρο και το ρούφηξε η θάλασσα", μαζί με τον καπετάνιο που δεν ήταν ούτε τριάντα πέντε και άλλους δυο. Οι υπόλοιποι σώθηκαν, τους μάζεψε το Σελεμπρέησον και μετά τους έχεσαν και από πάνω επειδή δεν είχαν ανάψει λάμπες. Δεν μπήκαν στον κόπο να κοιτάξουν το σόναρ στο Σελεμπρέησον, είχε πολύ καλό καιρό και τεμπέλιαζαν, αλλά το φορτηγό είχε διακοπή ρεύματος και δεν είχε φώτα και δεν το είδαν, τους κάλυψε όλους ο καπετάνιος, ξέρεις ποιος ήταν; Ο Γκαβίνο, πέθανε ο Γκαβίνο πέρσυ, στο είπα; Μίλησα με τον Άλεξ -Ποιον Άλεξ; -Τον Αλεσσάντρο, μιλήσαμε τελευταία φορά το χειμώνα και μου το είπε. Τέλοσπάντων, έφτασε και κοντά εκατό χρονών, πλήρης ημερών, έκανε πολλά ταξίδια μετά το συμβάν, δε μασούσε.

09/2021 Ο πελάτης πήρε το αφεντικό και είπε πως δεν παραδώθηκαν ποτέ οι εκτυπώσεις. Και του έστειλε φωτογραφία την αποθήκη του άδεια με ημερομηνία για να δείξει πως δεν παραδώθηκαν οι εκτυπώσεις. Σοβαρά; Το αφεντικό είχε δει τις πλάκες πριν τυπώσω. Τι θα τα έκανα εκείνα τα βουνά πανί με τις ροζουλί μαλακίες, στούμπο; Ο φορτηγατζής της Ντι Χο Ελ έβγαλε φωτογραφία όταν έκανε την παράδοση και είχαμε την ίδια ακριβώς αποθήκη γεμάτη ντοκουμέντο, δεν ήρθαμε εχτές στον κόσμο. Φτηνιάρης κουτοπόνηρος, ακούς; Άκου. Δεν παραδώθηκαν οι εκτυπώσεις. Να σου στρίψω ένα; Γνέφω όχι. Έλα, θα σου στρίψω. Μετά άλλαξε το τροπάριο, πήγε να διαπραγματευτεί μήπως και γλυτώσει κανένα κατοστάρικο. Είπε οι γωνίες ήταν λυγισμένες, να του κόψουμε δώδεκα τοις εκατό. Εγώ είπα από μέσα μου να πάρει το σίδερο να τις σιδερώσει άμα είναι λυγισμένες, και εκεί που θα το έχει βάλει μπρος, να σιδερώσει και το κωλόστόμά του. Τον ταχτοποίησε το αφεντικό. Ανάβει το τσιγάρο και μου το δίνει. Ανάβει και το δικό του. Δεν ήρθαμε εχτές στον κόσμο, Φ. Εντάξει, ίσως εσύ, που κάθε φτηνό πλοτ τουήστ στις χαζοταινίες σε αφήνει μαλάκα. Αλλά εγώ όχι, και το αφεντικό έκλεισε τα εβδομήντα ένα, θα του έκλανε τις μπάλες.

09/2021 Ψαχουλεύω στο μπωλ της πίπας για να κάτσει ο καπνός, ανάβω και καπνίζω βιαστικά και πειναλέα και καίγεται η γλώσσα μου. Στην παλιά καρέκλα δίπλα στο παράθυρο η κοφτή κουρτίνα κάθε τρύπα και ηλιαχτίδα ρίχνω πασιέντζα αλλά είμαι μόνος μόνο στα χαρτιά στο νου μου παίζει το φιλμ της νοσταλγίας σε αέναη επανάληψη μια δυο δροσοσταλίδες από μένα σε σένα ένα πρωί στο τζάμι μια νύχτα ομιχλώδης και λίγα λόγια περήφανος για όλα με τη γενειάδα κουρεμένη με τα λιπόσαρκα μάγουλα και το στενό πηγούνι και ο λαιμός δοκιμασμένος φανερά, θα σε κάνω ό,τι θέλω και αυτό σημαίνει θα σε κάνω ό,τι θες, και μετά θα σε σκεφτώ μια ώρα σαν αυτή και να που βγαίνει και η πασιέντζα.

07/2021 Το παράθυρο της κουζίνας ανοίγει διάπλατα. Μόλις έχω πάρει τη στροφή στο χαλίκι με το ποδήλατο και ξεκαβαλάω. Η γυναίκα στέκεται πίσω από το νεροχύτη και κρατάει ένα βαρύ σακούλι και το κουνάει πέρα δώθε από το ανοιχτό παράθυρο. Από το στόμα της κρέμεται ένα σβηστό τσιγάρο κατά τα γνωστά. Τα μαλλιά της είναι ακόμα διπλωμένα εντός τους τυλιγμένα έτσι αυστηρά και το απογευματινό φως φωτίζει δυο φιλντισένιους στερνοκλειδομαστοειδείς. Της γνέφω τι, με ερωτηματικό. -Σάπιες! Σάπιες οι πουτάνες ακόμα δεν τις πήραμε. -Θέλεις τίποτα άλλο απ'τη μαρκέτα; -Την πούτσα σου. -Δεν την πουλάνε στο ΝΕΤΤΟ. Μου στέλνει ένα φιλί απ'αυτά τα επιδέξια που τα καταφέρνει πάντα με το τσιγάρο στο στόμα και ξανανεβαίνω στο ποδήλατο. Η γυναίκα μου, που ήτανε γραφτό να γίνει γυναίκα του μαφιόζου, αλλά δεν πίστευε στη μοίρα.

05/2021 Ακούγονται χαρτιά και σακούλες από το τηλέφωνο, ή ίσως είναι αρτεφάκτ από την ανοιχτή ακρόαση, είμαι στην εθνική και δεν έχει καλό σήμα, τελικά ακούγεται τσακμάκι. Η γιαγιά καπνίζει τα σλιμς, σχεδόν τη βλέπω εμπρός μου. -Έχει εκεί να μου στείλεις χαρουπάλευρο; -Χαρουπάλευρο; Να πάω στα βιολογικά να δω, στο Μασούτη δεν έχει. Ξέρεις πώς τα λέγαμε τα χαρούπια; Ξυλοκέρατα. Τα έφαγε ο κόσμος στην Κατοχή, αλλιώς ήταν για τα ζώα, θρεπτικά βλέπεις.


Mine to you:

The heart is the toughest part of the body.
Tenderness is in the hands.
-C. Forché

x

Yours to me:

O remember
in your narrowing dark hours
that more things move
than blood in the heart.
-L. Bogan


x

Στη φόρα 7

Είμαστε στο διαμέρισμα του τέταρτου ορόφου στην Τορπέντοστράσε στο Φλένσμπουργκ, στους παλιούς στρατώνες. Έβαλα πενήντα χήνες μετρητά για να πάρει ο Μπέρτι το δάνειο από την Τάργκομπανκ και έχω δικά μου κλειδιά. Στο σαλόνι που βλέπει πίσω είναι στιβαγμένες οι πλάκες λινόλεουμ και λόφοι από κοπίδια και σκαρπέλα πάνω στο αρχαίο τραπέζι του τσαγιού από το μεταχειρισμενάδικο του ερυθρού σταυρού. Πιο πίσω είναι μερικά κουτιά με τα βιβλία μου που δε μπορεί να διαβάσει και περιμένουμε να δούμε πού θα τα στείλουμε. Στη μικρή ελεύθερη γωνία του τραπεζιού κάθεται το τασάκι νούμερο ένα, αυτό που κυκλοφορεί σε όλα τα δωμάτια εξόν από το υπνοδωμάτιο. Στο ντουβάρι η πινακίδα Μισελέν και λίγες δαχτυλιές. Αλλά αυτά δεν έχουν πολλή σημασία. Για το υπνοδωμάτιο θέλω να γράψω επειδή μ'αρέσει να κοιμάμαι εκεί, το δυτικό υπνοδωμάτιο με το κρεβάτι με το ανένδωτο στρώμα που ο Μπέρτι δεν ομολογεί αλλά υποψιάζομαι πως αγόρασε για να μην του τα πρήζω με τη χαλασμένη μέση μου, θέλω να γράψω για το τετράγωνο παράθυρο που φέρνει μέσα κάτι από Καντάβρια και όχι κάτι από Σλεσβιχ - Χόλστειν, και για αυτά που πηγαινοέρχονται μέσα στο κεφάλι μου με εντυπωσιακή επιμονή. Όποτε κοιμάμαι σ'εκείνο το δωμάτιο ο κόσμος κινείται αργά λες και όλο το σκηνικό είναι από κρύα μελάσα και ό,τι με κυνηγάει είναι ξαφνικά πολύ μακρυά για να μ'απασχολήσει. Το πρωί όταν ο καιρός είναι καλός μυρίζω ή φαντάζομαι πως μυρίζω τις τάρτες εγγλέζικης τεχνοτροπίας που φτιάχνουν στο ξενοδοχείο απέναντι και ξυπνάω με σμέουρα πίσω απ'τα μάτια και η ψιλή υγρασία της αυγής ραίνει τα πάντα σαν την άχνη στις τάρτες του Ντας Τζέημς. Ο Μπέρτι αγαπάει τα κομοδίνα όσο εγώ τα μισώ, είναι έτσι παραδοσιακός σ'αυτό το θέμα, θέλει να έχει μια βίβλο και τις καπότες και τα σώβρακα στο συρτάρι και να έχει πορτατήφ και το τασάκι νούμερο δύο, αυτό που μένει πάντα στο υπνοδωμάτιο, που είναι μια κινέζικη κούπα με καπάκι για λόγους υγιεινής, εγώ χτυπάω συνέχεια το χέρι στη γωνία και όταν πάω να βρω τα γυαλιά μου μόλις ξυπνήσω μια στις δυο τα ρίχνω κάτω γιατί δε μπορώ να θυμηθώ πόσο μακρυά είναι το αναθεματισμένο κομοδίνο, τελοσπάντων έχει δυο γυαλιστερά κομοδίνα εκατέρωθεν του κρεβατιού, το δεξιό προς το παράθυρο είναι το δικό του με τη βίβλο και όλα τα συμπαρομαρτούντα, το αριστερό προς την πόρτα είναι το κομοδίνο, der Nachtschrank, είναι εκεί χάριν συμμετρίας, είναι για την εκάστοτε γκόμενα, και ανά περιόδους εμφανίζονται δαντελέ σωβρακάκια και σουτιέδες που έπειτα πάλι εξαφανίζονται χωρίς να αφήσουν άλλο ίχνος, αλλά στην πραγματικότητα ο αληθινός σκοπός του κομοδίνου είναι να περιέχει τα Ζάναξ μέσα στο τσαλακωμένο κουτί που γράφει το όνομά μου, ένα κομματάκι μπλίστερ Ρυθμονόρμ ελληνικής παραγωγής, και ένα πακέτο από τον στάνταρ καπνό μου (Κορνέλλ και Ντίελ, Φθινοπωρινό Απόγευμα, γιατί είμαι και ποιητής με ευαισθησίες) που κάνει το συρτάρι να μυρίζει σαν κάβα, και φαντάζομαι ενίοτε και τα σωβρακάκια και τους σουτιέδες. Είναι μισοάδειο και τα περιεχόμενα χορεύουν πέρα δώθε όταν το ανοίγω, και ταυτόχρονα βγαίνει και η μυρωδιά, και πάντα αν το ανοίξω μες στη νύχτα ο Μπέρτι μουρμουρίζει Is all up Stee? ή κάποιες φορές Alles OK? και πριν απαντήσω ροχαλίζει πάλι.

Χαζεύω έργα Σκανδιναβών ζωγράφων που δείχνουν γυναίκες κοντά σε παράθυρα και ο κριτικός που τα παρουσιάζει στην ακριβή έκδοση με τις ιλλουστρασιόν σελίδες λέει κανείς δεν απέδωσε ποτέ το φως που έρχεται από το παράθυρο όπως οι Σκανδιναβοί, και ξεφυλλίζω, οι ζωγράφοι του Σκέην, και ο Χάμερσχοϊ και ο Χόλσοε και όλοι αυτοί που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο έζησαν εδώ στην ευρύτερη περιοχή, σ'αυτόν τον μικρό κόσμο που με κάνει τόσο κτητικό, στον κόσμο που γνώρισα τα πρώτα χρόνια ως παιδί σε μια απέραντη σκονισμένη ηρεμία και έσβησε προς μια μόνιμη χειμωνιάτικη λιακάδα που λούζει ένα δωμάτιο και τις κλασσικές αιωνόβιες σανίδες που τρίζουν από μόνες τους, και όλες οι ζωγραφιές με πάνε πίσω στο νησί, στο Βυκ, στη Γκμέλινστράσσε, στο δωμάτιό μου, στη μυρωδιά που έχουν οι ακριβές ξυλομπογιές γιατί ο πατέρας δεν έκανε τσιγκουνιές, και μετά με φέρνουν εδώ, στο τετράγωνο υπνοδωμάτιο στην Τορπέντοστράσσε, και άλλοτε στέκομαι ακουμπισμένος στην κάσα της πόρτας, άλλοτε κάθομαι στην άκρη του κρεβατιού, άλλοτε είμαι γονατιστός στο ανένδοτο στρώμα, και βλέπω τη σκηνή που τόσο τίμησαν οι ζωγράφοι του Σκέην, την παρηγοριά της ήσυχης φιγούρας δίπλα στο παράθυρο, το φως που κυλάει απαλά και γλυκαίνει τις μετέωρες αλήθειες και τα μετέωρα ψέματα, και γινόμαστε αθάνατοι σε κορνίζα.

Στο ψυγείο κάνουν παρέλαση ένα τσούρμο κουτάκια Κάρλσμπεργκ από τα ντιούτυ φρη, από εκείνα τα χωρίς παντ, δηλαδή που δε μπορείς να τα βάλεις στο μηχάνημα με την τρύπα και να πάρεις λεφτά, αλλά πρέπει να τα ρίξεις κατευθείαν στην ανακύκλωση, Πάλι αυτό το κάτουρο θα πίνουμε; -Έχω Ντιτμάρσερ Μποκ μαζί με τα ζαρζαβατικά μωρή ντράμα κουήν, και όντως στο συρτάρι με το άησμπεργκ και τις κόκκινες πιπεριές και το ένα λεμόνι με την μυκητοαποικία στη γωνία ξαπλώνουν τρεις Μάιμποκ. Πού έβαλα τα κλειδιά μου; Όχι, γάμα το, έλα να μου την ανοίξεις με το δόντι. -Du mich auch, Mistkerl. Όταν ο φίλος μου ήταν στο Ντάλουμ και ξεκόλλησε η θήκη και έμεινε ξεδοντιάρης πήγε επειγόντως στον πρώτο διαθέσιμο οδοντίατρο της περιοχής, του είπα να τους ζητήσει να του φτιάξουν καινούρια, αλλά αυτοί είπαν, όχι, δεν αξίζει τον κόπο, θα στην ξανακολλήσουμε και θα ζήσει άλλα δέκα χρόνια. Ήταν μέσα στο καλοκαίρι, δεν έχουν περάσει ούτε δυο μήνες, και την περασμένη βδομάδα που τρώγαμε επίσημο πρωινό, δάγκωσε μια λεπτή φέτα σικαλόψωμο και έβαλε το χέρι στο στόμα σαν σοκαρισμένο κοριτσάκι, Τι έγινε; -Εσύ τι λες; Και μου έσκασε ένα θυμωμένο ξεδοντιάρικο χαμόγελο και δεν έβρισκε το κομμάτι που είχε φύγει μέσα στη μπουκιά, Το κατάπιες; Αλλά τελικά ήταν κάπου εκεί μαζί με το ψωμί και το βούτυρο. Του κοστίζει, του χαλάει τη μόστρα, και όλο πάλι αυτοαποκαλείται Suchti trailer trash και Gammler και fucking filthy bum, το κοντινότερο ραντεβού ήταν στις 23 Σεπτέμβρη για να του πάρουν τα μέτρα και 10 Οκτώβρη για να κάνουν την εγκατάσταση του καινούριου πολυμερούς και έτσι πρέπει να ανεχτεί τον ίδιο του για πάνω από ένα μήνα και το χαμόγελό είναι αλλαγμένο γιατί αρνείται να συνηθίσει στην ιδέα της ασχήμιας του και τα οδοντικά του σύμφωνα και το σίγμα είναι ξαφνικά προβληματικά, και απ'όλα εμένα αυτό με ενοχλεί που όταν καπνίζει ακούγεται αλλιώς και ώρες ώρες όταν ξεχνιέται και δεν κάνει την επιπλέον προσπάθεια για να αναπληρώνει για το δόντι που απουσιάζει μου θυμίζει σε λάητ εκδοχή τους παραγωγούς του τρίτου και τους καλλιτεχνιάρηδες που κοροϊδεύουμε όπως τον Ράσμους από τη Γκαλερί Ράσμους που όταν περνάμε απ'έξω ή βλέπουμε το βανάκι του κάνω τον γυναικωτό και λέω Γκαλεγί Γάθμουθ και το βρίσκουμε πολύ ψυχαγωγικό. 

Έχω κάνει μερικές χιλιάδες χιλιόμετρα το τελευταίο δεκαπενθήμερο και τα χάρηκα ένα προς ένα, ακόμα και εκείνα στο μποτιλιάρισμα έξω από τον κόμβο στο Κόλινγκ που η ντίζα του γκαζιού σκάλωσε και ήμουνα με τρεισήμισι χιλιάδες στροφές στο ρελαντί και έπρεπε να κατέβω στη μέση του δρόμου για να την ξεσκαλώσω και ο φορτηγατζής από πίσω μου φώναξε από το παράθυρο Είσαι καλά; Θέλεις να σκοτωθείς; Όχι, δε θέλω να σκοτωθώ, για πρώτη φορά εναντιώνομαι σθεναρά στο θάνατο, μερικές φορές κάμπτεται για λίγο το ηθικό και σκέφτομαι δε θα'ταν άσχημα να πέσω σε ένα χαντάκι ψόφιος τώρα, αλλά αυτό είναι καινοφανές, όχι, δε θέλω να σκοτωθώ, θέλω απλά να ξεσκαλώσω τη ντίζα για να μην ανάψει η μηχανή. Η ψυχολόγος Σίσσι που με στείλανε από τη δουλειά είπε πως είμαι στο φάσμα και όλα αυτά τα χρόνια ήμουν κακοδιαγνωσμένος, και με ρώτησε: Πώς σε κάνει να νιώθεις, το να με ακούς να λέω πως είσαι στο φάσμα; Και εγώ γελούσα γιατί δεν ήξερα πώς έπρεπε να με κάνει να νιώθω, άλλαξε ο Μανωλιός κι έβαλε τα ρούχα του αλλιώς, αλλά όταν έκατσα ήσυχος στην στρογγυλωπή πέτσινη πολυθρόνα και θυμήθηκα τα πάντα από τότε που θυμάμαι κατάλαβα πως η Σίσσι σα να είχε πιάσει κάποιο γρόμπο που δεν ήξερα καν πως είχα και τώρα πρέπει να πηγαίνω κάθε Πέμπτη για να μου τον ζουλάει και να με ρωτάει πώς με κάνει να νιώθω.

Στο Φυνσχόβεδ που ήμασταν το προηγούμενο Σάββατο κάποιοι πετούσαν ένα μπιζ μπιζ, ένα ντρόνε, και ξαπλώναμε στα χόρτα ψάχναμε πέτρες για να του ρίξουμε σαν άγριοι της φυλής. Τώρα που είμαι μόνος και κάνω το λογαριασμό μεταμορφώνομαι σε μπιζ μπιζ και βλέπω όλα τα ανθρωπάρια και τα ασήμαντα πάθη τους και τους ασήμαντους άθλους τους από ψηλά, μια παλλόμενη μάζα γεννημένη να υποφέρει, και τακ, τονκ, με πετυχαίνουνε οι πέτρες μας από το Φυνσχόβεδ στα ελικάκια και από τη μια στιγμή στην άλλη η διαύγεια αντικαθίσταται από τη δροσιά των χόρτων στην πλάτη και βρίσκομαι μαζί με όλους τους άλλους θαμμένος κάτω από ένα βουνό ασήμαντα πάθη και ασήμαντους άθλους, θνητός και πολύ συνηθισμένος, αλλά μες στο κεφάλι μου δε βλέπω άλλο παρά τη σκηνή των ζωγράφων του Σκέην, και η ανθρωπιάρα μάζα διαλύεται σαν κρέας σε σούπα από οξύ και το μόνο που μένει είναι κάτι αιώνιο και τόσο μοναδικό, προστατευμένο πίσω από το γυαλί του.

...



CFU



...γλώσσα που όλο τον κόσμο περπατεί
τςαι αντο λεβάντι στο πουνέντι πάει...

Τρίτος νόμος του Νεύτωνα

Μη μου λες πόσο μοναδικοί είμαστε εγώ εσύ αυτός και όλοι οι άλλοι το μόνο που μου λείπει είναι μια σφαίρα ανάμεσα στα μάτια να εδώ μπαμ σε περίμενα να μου πεις πού στην ευχή να πάω από δω και πέρα αντ'αυτού πήρα τ'αρχίδια μου με δεμένα μάτια, μου είπες Περπάτα και μέσα στο σκοτάδι και τη φασαρία άκουγα το ρυθμικό σου βήμα στο αφράτο δασοπάτωμα με τα φύλλα και τις λάσπες και τα βρύα 

οι μέρες είναι άσπρες πράσινες και μπλε κάθε πρωί ανεβαίνω από την κεντρική είσοδο πέρα από τη γαστρεντερολογική και πάνω και μόλις ανοίγει η συρόμενη τζαμόπορτα με χτυπάει κατακούτελα η μπόχα της κλινικής και τα κόκκαλά μου λιώνουν και κάθε πρωί κάτι απροσδιόριστο με σπρώχνει έτσι πουρέ να συνεχίσω ενημέρωση ανάληψη καθηκόντων γάντι μάσκα και ποδιά σήμερα το θέμα της ημέρας ήταν η Γροιλανδέζα δυο χρόνια μικρότερή μου που έχει έναν πήχη δυο δάχτυλα φαρδύ και εξαϋλώνεται σταδιακά δε μπορεί ούτε το κινητό της να σηκώσει πια καραφλή με μόνιμα τρομαγμένα μάτια και ο χοντρός της σύζυγος και κάπου παρά κεί κι ένα μικρό παιδί όπως συνήθως για να ολοκληρώνεται η σκηνή του δράματος μη συννεφιάζουμε και τζάμπα

προχτές στην ουρά της εφημερίας με πήρε ο σφίχτης απ΄τη μονάδα που μια ασθενής μου κρεμάστηκε και πήγα και ήταν όντως κρεμασμένη από το τσουνί του οξυγόνου στο ντουβάρι και η μούρη ήταν τουμπανιασμένη και όλοι κοιτούσαν παγωμένοι ώσπου να πάρω την πολιτί ώσπου να'ρθουν να την ξεκρεμάσουμε παρέα ο ξανθός μπάτσος κι εγώ με τα κεφάλια μας ν'ακουμπάνε αυτός χωρίς γάντια εγώ με και μετά όταν ο τραυματιοφορέας έσυρε το πτώμα με τα ροδούλια στο νεκροθάλαμο παίχτηκε ένας φωνακλάδικος καυγάς εμπρός μου που η νοσοκόμα της μονάδας είχε αφήσει το πόστο της για δέκα λεπτά να προλάβει μπάγκελ με πουλί από το κυλικείο και τηλέφωνο στο διευθυντή του αναισθησιολογικού και τηλέφωνο στη διευθύντριά μου για να τα βρούνε μεταξύ τους να ξέρουνε και τι θα πούνε αν οι συγγενείς ψάξουν να ρωτήσουν τι και πώς έγραψα το πρώτο θανατόχαρτο με το ρίγκορ - λιβόρες, για την αιτία θανάτου δεν είχα δικαιοδοσία να μιλήσω, θα την έδινε ο ιατροδικαστής το επόμενο πρωί

η μούρη του κρεμασμένου είναι σαν παραβρασμένο λουκάνικο η γλώσσα γίνεται μπλαβί μπαλόνι και προέχει σαν κρετίνου τα μάτια καρβουνότρυπες

η μούρη του κρεμασμένου
η μούρη του κρεμασμένου
η μπόχα της κλινικής κάθε πρωί
ο πήχης δυο δάχτυλα φαρδύς
στολή στολή στολή

περνάω τρέχοντας απέναντι με τα βρώμικα υπό μάλης βρέχει και βρέχονται τα βυζιά μου είμαι με το πολιτικό παντελόνι και τα σαμπώ και μια μπλε μάσκα από τη ντάνα μπαίνω από την πίσω πόρτα της πνευμονολογικής κατεβαίνω τη στενή σκάλα πόρτα μικρό χωλ δεύτερη πόρτα κάρτα κωδικός και είμαι στο διάδρομο της ιματιοθήκης ρίχνω τα βρώμικα στο καρότσι και στρίβω στην ιματιοθήκη δύο εκεί συναντιέμαι με τον Άλμπερτ κατόπιν συνεννόησης παίρνει πράσινα παίρνω μπλε Τι μας κάνεις μόστρα που είσαι λεπτός; και μου ρίχνει μια τσιμπιά στο δεξιό λαγόνιο και του σηκώνω τη μπλούζα και του κάνω κλαστικό στοματοτρομπόνι περιομφαλικά τα ράφια με τα καθαρά σκοτώνουν την ακουστική και τα γέλια είναι πηχτά μες στην υπόγα το πρώτο φως της μέρας από τους φεγγίτες και τα φύλλα των θάμνων που πηγαίνουν πέρα δώθε απ'τη βροχή και τον αέρα μάτια τόσο τρυφερά καθρεφτίζονται στους αμφιβληστροειδείς και φωτογραφίζονται στον κώλο του μυαλού μου μάτια τόσο φωτεινά ναι καριόλα Μήε σκάσε μύτη δε δίνω μόνο την κρεμ μπρουλέ μου στον Άλμπερτ αλλά και άλλα πράγματα πολύ πιο σκανδαλώδη πήρες τη λάθος σύζυγο τηλέφωνο γιατί η δυναμική Ευρωπαία Τουρκάλα του Άλμπερτ θα πέθαινε από στεναχώρια αν τον άκουγε να μου λέει Άσε με να σ'αγαπήσω, ενώ τη χωριάτα Ελληνίδα μου την ακούω ήδη να λέει μόνο πότε θα πεθάνω δεν ξέρω και το τσακ του τσακμακιού, είναι έξυπνη επιχειρηματική κίνηση όπως και να το κάνουμε, ρευματολόγος μαζεύει τους αρθριτικούς και ορθοπεδικός τους κάνει σακατορόμποκοπ, όπως γυναικολόγος και παιδίατρος, όπως ογκολόγος και ψυχίατρος, από την παραγωγή στην κατανάλωση, οι σωστές αδυναμίες κυνηγάνε συμφέροντα, το γράφω μισοχαμογελώντας και δεν το εννοώ, το σύμπαν θρύψαλα που απλώνονται σαν πυροτέχνημα και αρπαζόμαστε απελπισμένοι ο ένας απ'τον άλλον κι έπειτα χανόμαστε για πάντα

πρρρρρρρ πρρρρμπρμπρρρτς
οι φεγγίτες και τα φύλλα
μάτια τόσο τρυφερά
Άσε με να σ'αγαπήσω
το τσακ του τσακμακιού
το τσακ του τσακμακιού

κι έτσι δεν πάω ούτε πίσω ούτε μπρος και όταν κάμπτεται το ηθικό σηκώνεται η πούτσα και όλα παίρνουν το δρόμο τους και αρπαζόμαστε απελπισμένοι καθώς χανόμαστε για πάντα, μια ισόβια πτώση, το ταξίδι στο σκοτάδι, καμιά αρπαγή δεν έχει όμοιά της ακόμα και με δεμένα μάτια βλέπω τα ίδια πρόσωπα μη μου λες πόσο μοναδικοί είμαστε το έχω εμπεδώσει, είμαστε και δεν είμαστε.

There’s no shade in the shadow of the cross

Now that I fell into your arms
my only lover
give out to give in
I search for the capsule I lost

Drag me to hell
in the valley of The Dalles
like my mother
give wings to a stone
it’s only the shadow of a cross

I slept on my back
in the shade of the meadowlark
like a champion
get drunk to get laid
I take one more hit when you depart

I’ll drive that stake through the center of my heart
lonely vampire
inhaling its fire
I’m chasing the dragon too far

there’s blood on that blade
fuck me, I’m falling apart
my assassin
like Casper the ghost
there’s no shade in the shadow of the cross


Es gibt keinen Tod. Nur einen Wechsel der kosmischen Adresse.


 

Remembering is the spine of pain.

I will never see you again
death keeps surprising me every time
you were, and now you're not

I'm tired of staying behind
tired of remembering.

/

Remembering is what shows us the door.

I'll be needing new eyes if I'm to ever see you again
death is nothing to fear
you were here, and now you're not

I'm marching to my own end
hang on, a bit more.

Κατινιά και γιατροσύνη

Τώρα θ'ασχοληθώ με μια άλλη καριόλα, τη Μήε, που ήταν δυστυχώς βοηθός μου στην ανάνηψη τις τελευταίες εφημερίες. Η Μήε, και ο αναγραμματισμός από τη Μέη είναι τελείως συμπτωματικός αλλά μοιράζονται την ίδια φανταστική γοητεία, είναι στη διαδικασία να γίνει γενικός γιατρός και τα ΤΕΠ είναι προσωρινό αναγκαίο κακό για την επίτευξη του στόχου της, γι'αυτό νιώθει υπεράνω που δεν είναι οργανικό μέρος της διεστραμμένης φάμπρικας των επειγόντων. Η Μήε όταν φτάνει το περιστατικό στην ανάνηψη στέκεται μες στη μέση και συνεισφέρει στη διαδικασία με σχόλια εναντίωσης του τύπου "μα δεν έχει πυρετό γιατί να δώσουμε αντιβίωση" "εγώ πιστεύω πως πρέπει να πάρει ντιγκόξιν σε ταμπλέτα" ή ρωτώντας τον άρρωστο που είναι στο θανατοκάτωφλο πόσα χρόνια καπνίζει γιατί τώρα ήρθε η ώρα να μετανοήσει.

Βοηθούς σαν τη Μήε μόλις τους πάρω πρέφα για μαλάκες τους στέλνω έξω από την ανάνηψη, στο τριάζ, να πάνε να "καλύψουν άλλες πιο πιεστικές ανάγκες" και να μη μου πρήζουν τις μπάλες. Όμως η Μήε είναι προστατευόμενη μιας γριάς αρχίατρου μόνιμης των ΤΕΠ που δουλεύει μόνο πρωινά και προς έκπληξή μου ήρθε εχτές στο τέλος της βάρδιάς της και στην αρχή της δικής μου, μετά τις δυο πρώτες κλήσεις, μέσα στα εσώτερα του παλατιού μου, δηλ. την αίθουσα της ανάνηψης, για να μου πει καυστικά πως στέκομαι εμπόδιο ανάμεσα στη Μήε και την εκπαίδευσή της και έφυγε δίνοντάς μου εντολή να μην τη στέλνω στο τριάζ. Ο Κάρστεν ο νοσοκόμος από την απέναντι μεριά του τραπεζιού δυσανασχέτησε φωναχτά, εγώ που έχω γίνει μέγας διπλωμάτης και με τη μούρη μου πάνω από ορθάνοιχτο στόμα του αναίσθητου με το λαρυγγοσκόπιο στο χέρι προσπαθώντας να δω πού να χώσω το μαρκούτσι δεν είπα λέξη. Η Μήε είναι από εκείνους τους συναδέρφους που δε μπορούνε να κάνουν τίποτα σωστά, ακόμα και αν τους δώσεις σαφείς οδηγίες, όπως για παράδειγμα "παρήγγειλε μια ακτινογραφία θώρακος επί τόπου τώρα" και είκοσι λεπτά μετά ενώ όλοι περιμένουμε κάθιδροι και λεροί πάνω από το θύμα βάζω τον Κάρστεν να μου καλέσει το ακτινολογικό γιατί ακόμα να φανούν και η απάντησή τους είναι "μα δεν έχετε στείλει παραπεμπτικό", μα τι στον πούτσο έκανες τόση ώρα πάνω απ'το κομπιούτερ, Μήε, όλοι περιμένουμε με το καυλί στο χέρι, ενίοτε κυριολεκτικά αν έχει σκαλώσει το φόλλεϋ στις Συμπληγάδες του προστάτη και κάποιος ψάχνει Τίμανν στα ντουλάπια.

Ράβω το κουτελοσκάλπ της ξυλοκοπημένης γυναίκας στο τραπέζι, ποτάμια το αίμα από τη θρομβοπενία των κιρρωτικών, αλλά πάντα το κεφάλι αιμορραγεί εντυπωσιακά, το πρόσωπο είναι πάντα δραματικό, η μάσκα του θεάτρου, το αριστερό μου πόδι μες στη λίμνη στο πάτωμα, προσέχω να μην πλατσουρίζω πολύ και βρέξω πάλι το μπαντζάκι, η γυναίκα ρίχνει πίεση, έχει βαριά μεταβολική οξέωση που προσπαθεί ν'αντιρροπήσει κρίνοντας απ'την αναπνοή, και τέλοσπάντων χρειάζομαι ένα αέριο αίματος αμέσως, και ο Κάρστεν ο μόνος των νοσοκόμων που το μπορεί είναι στη δίπλα αίθουσα και ταχτοποιεί την προηγούμενη κλήση, Μήε, ένα αέριο αίματος τώρα, -Μα δεν έχει σφυγμό στα χέρια. -Ε τότε πάρε απ'τη μηριαία, για όνομα του Θεού. -Δεν ξέρω τι θα πει αυτό, δεν έχω ξαναπάρει από τη μηριαία, να το κάνεις εσύ. -Πάρε να ράψεις τότε. -Δεν έχω ράψει ποτέ, δε θα το κάνω τώρα. Καταπίνω το θυμό μου και γίνομαι εκπαιδευτής: -Πάρε μια πράσινη βελόνα, βγάλε την κοντή των αερίων, βάλ'την στη σύριγγα αντί αυτής, βρες το σφυγμό στο βουβώνα με δυο δάχτυλα, καθάρισε με οινόπνευμα, και με οδηγό τα δάχτυλά σου προσέχοντας να μην τρυπηθείς υπό 45 μοίρες μπες κόντρα στη ροή ώσπου να γεμίσει η σύριγγα, είναι το ίδιο με την κερκιδική, η μηριαία είναι τεράστια, είναι μάλιστα πιο εύκολη από τις ψιλές αρτηρίες στα χέρια. Είδα με την άκρη του ματιού μου τη δυσαρέσκειά της που την ανάγκαζα ξαφνικά να πράξει, η καθαρή νοσοκόμα της έχωσε τα σύνεργα στα χέρια, και η Μήε έσκυψε το σγουρό της κεφάλι πάνω απ'τα αχαμνά της γυναίκας και ματσάλιασε το βουβώνα χωρίς αποτέλεσμα ώσπου ξεμπέρδεψα με το ράψιμο και ανέλαβα το αναθεματισμένο αέριο. -Πού πας, κοίτα να μαθαίνεις, την επόμενη φορά δε θα έχεις δικιολογία. -Σε αντίθεση με σένα που είσαι τόσο σωστός, ναι; Η καθαρή νοσοκόμα μυρίστηκε το μπαρούτι και παρενέβη για να μην πάρει το θέμα έκταση. Έκανα πάλι σκόντο, τριχωτή ιέρεια της υπομονής. Η Μήε μου χάρισε το βλέμμα του νικητή. Όταν βγήκαμε από το κολαστήριο στάθηκε έξω από τη διπλή πόρτα δίπλα στη ντουλάπα με τα ποδονάρια και τις στολές και τις μάσκες ffp χαμογελώντας περιπαιχτικά. -Έχεις κάτι να πεις; -Μόνο πως ξέρω. -Τι ξέρεις, Μήε; Σίγουρα όχι πού είναι η μηριαία. -Είσαι σίγουρος πως θέλεις να με προκαλέσεις; Εγώ έχω καθαρή συνείδηση. Πέταξα τις μαλακίες της απομόνωσης και τα γάντια και απολυμάνθηκα εκ νέου και την παράτησα εκεί.

Στο φως της μέρας περίμενα τη γυναίκα μου δίπλα στο στέγαστρο για τα ποδήλατα πίσω από το κτίριο 96 με γυαλιά ηλίου για να μη χάσω τη νύστα. Με έστησε σαράντα λεπτά. Κοιτούσα το κινητό μου όταν τελικά φάνηκε με το τσιγάρο στο στόμα από το υπόγειο της πράσινης ιματιοθήκης απέναντι. -Ρε παπάρι! Με πήρε στο υπηρεσιακό η μέση γραμμή σου να με πει με ποιους κάθεσαι στο κυλικείο... Στο υ-πη-ρε-σι-α-κό! Το σήκωσε η νοσοκόμα και την λέει δε μπορώ να μιλήσω είμαι στο πεδίο. Είναι υπερεπείγον λέει. Και με το δίνει, χαλάω την αποστείρωση, λέω να τι σκατά, κάποιος άλλος ψοφολογάει πάλι, ή θα έρχεται κάνα τροχαίο ξεκοιλιασμένο να μας πρήξει τις μπάλες. Και ήτανε η μέση γραμμή σου να πει με ποιους κάθεσαι στο κυλικείο... άδειο τ'αυτό, παίει την τσ'λίκα. Τι σε κόφτει μωρή σένα ποιανού το μπούτι πιάνει στο μπρέηκ; Ο άλλος ανοιχτός με τα τζίλια όλα να κρέμονται και ο αναισθησιολόγος να βγάζει σπυριά που έχω πιάσει κουβεντούλα στο υπηρεσιακό. Και επίσης είπε και... έπρεπε να ξαναπλυθώ γαμώ τον αντίθεό της για ν'ακούσω σε ποιον δίνεις την κρεμ μπρουλέ σου... και μετά είπε και... και μιλούσε ψυχαγωγημένη και το τσιγάρο κουνιόταν πέρα δώθε.

Ναι, η κατινιά και η γιατροσύνη πάνε χέρι χέρι. Αλλά μ'αυτά και μ'εκείνα η δικιά μου συνείδηση έχει ζαρώσει σαν αρχιδοσάκουλο γέρου με υποθερμία και είναι άσπρη σαν πανί, σιγά που θα με ιδρώσουνε τα μικροπολιτικά της ανάνηψης και κάτι αγάμητες σαν τη Μήε.

R E S O L U T .




 When Summer lies upon the world, and in a noon of gold, 
beneath the roof of sleeping leaves the dreams of trees unfold;
when woodland halls are green and cool, and wind is in the West, 
Come back to me! Come back to me, and say my land is best!
Tolkien

Στη φόρα 6

Τα γερμανικά μου έχουν μπασταρδευτεί τρομερά, φυτρώνουνε μασημένες δανέζικες λέξεις, βαριέμαι να κουβαλήσω τα απαρέμφατα, η σκέψη μου έχει γίνει παιδιάστικα ευθύγραμμη, και έχει λιγοστέψει η ασάφεια για την οποία κάποτε ήμουν περήφανος, και νευριάζω γιατί με διορθώνει διαρκώς, και το κεφάλι μου κουράζεται απ'το σφίξιμο και στο τέλος τα παρατάω και μιλάω ελληνικά (η υπόθεση είναι πως αν μάθεις πολλές γλώσσες συγγενείς, καταγράφονται στην ίδια γωνία του μυαλού και ανακατεύονται όπως οι μπογιές και την έχεις γαμήσει) και ενώ δε μπορεί να τα μιλήσει, ξέρει πως μερικές φορές το ναι μου είναι ja και όχι ne και ξέρει κάτι σφήνες καλά και αλλιώς θα και αφού και ξέρει όλα τα γαμωσταυρίδια και τις δυο σταντέ διακηρύξεις αδυναμίας μου λείπεις και σ'αγαπώ 

/

τα μπροστινά του δόντια είναι θήκες που κρύβουνε δυο κουτσουρεμένα κολοβώματα από τότε που ήμασταν δέκα χρονών και πήδηξε απ'το πλατύσκαλο κάτω και τα διέλυσε και τον πήγανε στον οδοντίατρο στο Χούζουμ να περισώσει ό,τι ήταν εφικτό και έκτοτε δεν τον έχει δει κανείς με τ'αληθινά του δόντια παρά εγώ ένα πολύ καλά κρατημένο μυστικό και την τελευταία φορά που ξεκόλλησε η μόστρα του πολυμερούς στη δεξιά μεριά ντρεπόταν να μου χαμογελάσει και αποκαλούσε εαυτόν Suchti trailer trash και έκλεισε αγχωμένος κατεπείγον ραντεβού στη θείτσα εδώ στο Ντάλουμ και έλεγε ευτυχώς που η γυναίκα είναι στη δουλειά μέρες σερί κι άρπαξα το χείλος του με τα δάχτυλα και το τσίτωσα και κόλλησα τη μούρη μου στο στόμα του σαν να ήταν άλογο στο παζάρι στο Ντυρσκουεπλάσεν έτσι ιπποτικός με πράξεις όχι λόγια να το βουλώνουν όλοι οι πολίτες της Βαβέλ

/

πριν το Πάσχα κανόνισε να περάσει μια βδομάδα ρομάντζου και σινεμά με την ψηλοκάβαλη Αγκνέτε που τον περνάει έξι χρόνια και τον θέλει πολύ και επίμονα, την έχω γνωρίσει κι εγώ, σγουρή ξανθωπή και στιβαρή, ως και λίστα είχε φτιάξει με arthouse ταινίες για να την ικανοποιήσει, όμως την τρίτη μέρα με πήρε τηλέφωνο να μου πει πώς τη γαμάει για δίωρα και τρίωρα σαν ρομπότ και αυτή τρελαίνεται και χύνει κλαίγοντας και γελώντας και αυτός είναι απών ενώ ως τότε ένα χρόνο δεν του σηκωνόταν, γιατί πρέπει να είναι πάντα άσπρο μαύρο, δε μπορείς να κάτσεις κάπου στο ενδιάμεσο; ρώτησα, δεν είχε τι να πει και άλλαξε θέμα, αλλά ήξερα ποια θα ήταν η κατάληξη, δε θα μ'έπαιρνε τηλέφωνο αλλιώς, το επόμενο πρωί είπε στην Αγκνέτε πως δε γινόταν άλλο, και η Αγκνέτε έγινε θρύψαλα, πέταξε την οδοντόβουρτσά του και τα φλιπφλόπια από το παράθυρο του έβδομου κάτω στο στενάκι στο Ζανκτ Πάουλι και πετώντας τον κι αυτόν έξω από το διαμέρισμα στο χωλ με τα νηπιακά καρότσια και τις γλάστρες και τα μπυροκάφασα του φώναξε ξέρω ποιο είναι το πρόβλημά σου ακριβώς είναι ο Saftsack* ο κολλητός σου κοιτάξτε να πάτε σε Paartherapie και μόλις κατέβηκε στο δρόμο με πήρε να μου τα πει χαρτί και καλαμάρι ενώ ήμουν στη δουλειά και είχε τέτοια λογοδιάρροια που δεν μπορούσα να τον κόψω και αναγκάστηκα να βγω από τη συνάντηση με τους ακτινολόγους στο διάδρομο ενώ το στόμα του πήγαινε σαν κωλότρυπα γριάς που πήρε παραπάνω πικοπρέπ, πώς γάμησε χωρίς καπότα και έπρεπε να πάει να κάνει εξετάσεις πάλι γιατί ποιος την εμπιστεύεται την Αγκνέτε, πώς αυτή είχε γυρίσει τη φωτογραφία του πρώην της ανάποδα στη βιβλιοθήκη, πώς θορυβήθηκε η Τουρκάλα γειτόνισσα και άνοιξε την πόρτα να δει ποιον αφορούσε το κράξιμο, πώς η Αγκνέτε του έκανε κωλοδάχτυλο από το μπαλκονάκι, αυτά τα σκηνικά έχουν παιχτεί κι έχουν παιχτεί σε παραλλαγές με πρωταγωνιστή πότε τον έναν και πότε τον άλλον και τα έχουμε εμπεδώσει και είναι μέρος του όλου, η Αγκνέτε πάντως είχε δίκιο σ'αυτό: είμαι το πρόβλημά του ιστορικά και είναι το δικό μου, αλλά ευτυχώς το πούρεμα φέρνει θάρρος και όλα γίνονται λίγο πιο εύκολα όταν δε φοβάσαι να τα πεις με τ'όνομά τους

/

*κυριολεκτικά σάκος με χυμό, εδώ ο ενοχλητικός μαλάκας

ΑΛΜΑ

ακούω το δισταγμό από χεριά σε χεριά καθώς τα δάχτυλά του αφήνουνε τη μια και κρέμονται απ'την άλλη συγχορδία
ντο - σι
μείζονες χαρές μείζονες δυσκολίες και επί τάπητος κάθε σκαλί και τάστο
γυρνώ την πλάτη στον καθρέφτη αλλά το είδωλό μου χαζεύει ακόμα τις πρόσθιες πλευρές των ακρωμιοκλειδικών παρόν και παρελθόν παρέα στην ίδια τουαλέτα
χτενίζω τη γενειάδα και περιμένω το μέλλον: λα

είδα το δολοφονικό βλέμμα της Κατρίν όταν έχασε μια ύφεση στον ωκεανό της παρτιτούρας δεν κράτησε ούτε μια στιγμή αλλά ήταν εκεί από το πόστο του παρατηρητή τίποτα δεν πέφτει κάτω ο σφιγμένος της λαιμός οι σκισμένες παρανυχίδες τα μάτια που δαγκώνουν η νευρωτική φιγούρα κάτω από τα ωραία υφάσματα και ούτε δέκα μέτρα πέρα από το σκάλωμα έζησε την αθανασία και ήμουν μάρτυρας και μπορώ να υπογράψω

όμως αυτός δεν παίζει όπως η Κατρίν, δεν ξέρει να διαβάζει νότες το αίμα του είναι φύσει αρμονικό κλείνει τα μάτια και μιλάει χωρίς φωνή ροδάνι οι ράγες των δαχτύλων του πάνω στα τεζαρισμένα πρίμα σηκώνουν μια ψιλή ψιλοτάτη σκόνη όλα είναι μετρημένα από τα έγκατα του κόσμου δηλαδή τα έγκατα του σώματος
τα νερά του δέντρου που έγινε μαδέρι που έγινε κιθάρα
τα κοκκία του πετσιού του, το τρίμμα του ναυτίλου
τα πόδια του κίτρινου εντόμου που πέθανε στη λάμπα
οι αποτζιατούρες τα περάσματα ο δισταγμός κι οι ώρες μας
όλα μετρημένα κι όμως σα να μην τ'ακούσαμε ποτέ
περιμένουμε ευέλπιδες το μέλλον

|

Τελευταία ώρα στο σταθμό βρέχει σεντόνια μπόρα καλοκαιριού και πίσω απ'τα στενά στέγαστρα και τα σύννεφα μου κάνει νόημα ένα τροφαντό φεγγάρι ψάχνω τις αναχωρήσεις στον πίνακα για το ρεγκιονάλ προς Ντάουενχοφ δεκατέσσερεις αποβάθρες εννιά γράμματα στην κάθε πλευρά ο γιακάς έχει πνιγεί τα παπούτσια λίμνες η μάσκα έχει σουρώσει δεν έχω με τι να σκουπίσω τα γυαλιά και δε βλέπω πού πηγαίνω δεν ξέρω πού πηγαίνω ανακοίνωση για Πόππενμπύτελ ο κόσμος κολυμπάει γύρω μου κόντρα σ'όλα σαν βιαστικοί σολωμοί στον Καναδά τρέχω στη σκάλα για την απέναντι πλευρά το τραίνο που περιμένει μοιάζει γκριζωπό θυμίζει ρεγκιονάλ αν το χάσω θα ξεμείνω σε κάποιο νεκρό χωριό ως το πρωί μες στον καιρό μια κάρτα πέφτει στα πόδια μου από την τσέπη μιας γυναίκας με αδιάβροχο και μουλιάζει αμέσως σκύβω στην κοσμοσυρροή είναι το μενού από ένα σαβαρματζίδικο και όταν ξανασηκώνομαι βλέπω πίσω από το μπόκε των φακών μου τον Μπέρτι χαμογελαστό με τα μάγουλα από υδροφοβική αμυγδαλόπαστα τι λες, πάμε να φάμε και να γαμηθούμε; το μουστάκι του έχει μακρύνει και το στρίβει λίγο στις άκρες προς τα πάνω τι ν'αυτό ρε χιψτεριό, το δοκιμάζω με το δείχτη και τον αντίχειρα του χεριού που ιδρώνει το εισιτήριο με ανοιχτή αναχώρηση στο άλλο κρατάω τη μικρή καρτοθήκη με το σήμα της ναυτιλιακής που έχει μέσα την κάρτα απεριορίστων για το φέρρυ, το δίπλωμα οδήγησης και τη χρεωστική, αρπάζομαι απ'τα μανίκια του, ο από μηχανής θεός, η σίγουρη θεραπεία των λαθών μου, η αποβάθρα γεμίζει και αδειάζει και γεμίζει, βγαίνουμε προς Στάηντορπλατς, το Λ'αμίρα κλείνει σε μισή ώρα μια τρεχάλα ούτε δυο λεπτά, σαβαρμάς λοιπόν όπως προοιωνίστηκε και μπύρα και πισωκολλητό στη ζούλα στο απάγκιο του Πέννυ και η βροχή ακάθεκτη ως το ξημέρωμα που βρώμικοι βρεγμένοι κουρασμένοι μπαίνουμε στο άδειο ΡΕ-07 και στεγνώνουμε στα χνουδωτά καθίσματα και η ελεγκτής στραβομουτσουνιάζει αλλά δε λέει κουβέντα γιατί δεν έχουμε λάθος προφορά και έτσι όπως κλείνω τα μάτια και βουλιάζω νυσταλέος και πανάλαφρος σαν πλάσμα του βυθού βλέπω ένα όνειρο ίδιο τα γεγονότα της νυχτός παρόν και παρελθόν παρέα στο ίδιο βαγόνι στο ίδιο κεφάλι και οι χρόνοι μου συγκλίνουν και οι αγάπες συνοψίζονται

da capo al fine

Κοίτα την πυξίδα, πάνε όπου σου δείξει και κάνε αυτό που πρέπει

    Στο σπίτι στο Πευκί που βλέπει στα χωράφια που τα διαπερνάει εκείνο το ασημένιο ρίγος όταν φυσάει με υποδέχεται ο άντρας από νερό. Πετάω τα μπαγκάζια κάτω και βάζω τις παλάμες μου πάνω στα μάγουλά του και όλα γίνονται μουσκίδι. Κάνει ζέστη αφόρητη. Φοράει ένα πουκάμισο σαν από μεμβράνη λεπτό, ξεκούμπωτο και ενδελεχώς σιδερωμένο. Στο ξυρισμένο του κεφάλι βλέπω πού ακριβώς αλλάζουν ρότα τα μαλλιά και φτιάχνουν έναν μικρό επιμήκη στρόβιλο στις δυο εκατέρωθεν στεφανιαίες ραφές. Με οδηγεί στο δωμάτιο της σοφίτας, εκείνο με το μπαλκονέτο που έχει τη μια και μοναδική ιδιότροπη ξαπλώστρα που αν κάτσεις λάθως σου κόβει τα κωλομπούτια και θέλει πάντα να την προσεγγίζεις με το μαλακό, όπως και τον άντρα από νερό. Οι κουνουπιέρες πάνω από το κρεβάτι είναι ανοιχτές, η λινή κουρτίνα πηγαίνει πέρα δώθε, από το παράθυρο πέρα από την ξαπλώστρα τα χωράφια, ακριβώς όπως ήταν τότε, και στα διακόσια μέτρα η θάλασσα, όπως είναι πάντα. Εκεί θα κοιμηθώ έναν ύπνο σαν θάνατο και την επομένη ο άντρας από νερό μου φτιάχνει τοσ και μαύρο τσάι με γάλα. Παίρνουμε το άσπρο φορτηγάκι του που έχει σαπίσει κατά τόπους και ο κινητήρας κάνει πάτα κιούτα ποτ ποτ ποτ και πηγαίνουμε στο καστέλο, στην ακτή. Φυσάει προς τα μέσα και τα νερά είναι γυαλί, φανταχτερά, διαυγή, με ένα χρώμα πλημμύρα σκέτη. Κατεβαίνουμε τα κατσάβραχα, οι δαχτυλοκόφτες μου λυγάνε, κρατιέμαι απ'τα βάτα, το κάστρο υψώνεται ενωμένο με τον γκρεμό, είναι λες και το ίδιο το κάστρο είναι ο γκρεμός. Ο άντρας από νερό είναι πολύ χλωμός και πρέπει να προσέχει τον ήλιο του νότου, γι'αυτό βουτάει με το πουκάμισο. Εγώ είμαι ξαφνικά γυμνός και χηνόπετσος, η θάλασσα είναι δροσερή και οι ρώγες γίνονται τορπιλίδια, λυγίζω τα γόνατα σιγά σιγά ώσπου να βρουν στον πάτο και βουλιάζω ως πάνω από το κεφάλι. Τα χαλικάκια ακούγονται σσσσ-σσσσ και πιο πέρα τα σπάνια βήματα του άντρα στο βυθό και ο κόσμος μακρυνός, φιλτραρισμένος από το αλατόνερο. Μόλις αρχίζω να διψάω γι'αέρα κάτι με αγγίζει στα παΐδια, ένα δέρμα πολύ λείο αλλά κολλώδες, σαν καουτσούκ. Ανοίγω τα μάτια και στρέφομαι προς τη μεριά του, ένα δελφίνι, του χαϊδεύω την άσχημη μούρη, και πάνω του καβάλα είναι μια χοντρή γυναίκα με μαγικά φουστάνια από τσουχτρόδερμα. Το δελφίνι μου μιλάει, όχι με λέξεις, αλλά κατευθείαν στο μυαλό, και μου λέει σαν πονοκέφαλος, να κοιτάξω την πυξίδα, να πάω όπου μου δείξει και να κάνω αυτό που πρέπει. Η γυναίκα μου δίνει μπούσουλα και κοπίδα. Εξαφανίζονται πριν προλάβω τα περαιτέρω, σηκώνομαι όρθιος, το νερό μου φτάνει ως τη μέση. Ο μπούσουλας δε δείχνει τα σημεία του ορίζοντα, έχει μόνο τρεις ενδείξεις και μια βελόνα που όπως κι αν γυρίσω είναι καρφωμένη προς το καστέλο, στην ακτή. Η κοπίδα είναι βαριά με μαύρη λάμα και λαβή περασμένη μουλιασμένο σπάγγο. Ψάχνω τον άντρα από νερό, του δείχνω προς το καστέλο και πηγαίνουμε κατά κεί. Το νερό γλείφει την ποδιά του γκρεμού. Εκεί που δείχνει η βελόνα του μπούσουλα είναι μια τρύπα στο βράχο στα μέτρα των ώμων μου ακριβώς. 
    -Θα μπω να δω.
    -Να'ρθω μαζί σου.
    -Δε χωράς. Μόνο οι δικοί μου ώμοι.
    Ξαπλώνω στο μισόνερο και σέρνομαι αδέξια στην τρύπα. Ένα λαγούμι που φαρδαίνει. Ο μπούσουλας φέγγει. Στο τέλος της σπηλιάς είναι ένας θρόνος και πάνω του κάθεται ένας πλήρης σκελετός με το πηγούνι του να ξεκουράζεται πάνω στο χέρι του. Φοβάμαι ξαφνικά. Τι στην ευχή να κάνω με την κοπίδα, πρώτη φορά στη ζωή μου βλέπω τέτοιο μαχαίρι. Κάνω μεταστροφή και βγαίνω έξω.
    Κι έπειτα πάλι μετανιώνω και ξανά στο λαγούμι. Στέκομαι στα πόδια μου και πηγαίνω με αποφασιστικό βήμα προς το θρόνο κραδαίνοντας την κοπίδα, θα σε διπλοσκοτώσω καριόλη, θα κάνω αυτό που πρέπει. Ο σκελετός ξυπνά μόλις τον πλησιάζω και πάνω του πέφτουν μούσκουλα και ρούχα σαν γρήγορη βροχή κόκκος κόκκος και στο χέρι του ένα ασημένιο γιαταγάνι και πριν προλάβω να του μπήξω την κοπίδα κάπου στη σφαγή μου παίρνει το κεφάλι που τσουλάει σαν μπάλα στην είσοδο του λαγουμιού και ο άντρας από νερό το βλέπει και το παίρνει τρομοκρατημένος και δυο στιγμές αργότερα νιώθω τα δάκρυά του στο δέρμα του κρανίου μου και σιγά σιγά το σώμα μου ξαναφυτρώνει σαν σαμιαμιδοουρά.
    Το σούρουπο είμαστε στο κάτω μπαλκόνι. Απέναντι φαίνονται οι λάμπες απ'τις βάρκες, νηνεμία. Ο άντρας από νερό μας φτιάχνει λεμονάδα με σόδα και μεγάλα παγάκια στα ποτήρια με τις λακκούβες. Ξεκουράζει τα δάχτυλά του πάνω στο τραπεζάκι. Έχει έρθει η ώρα. Αγγίζω τις άκρες τους, τα νύχια εκεί που φυτρώνουν και εκεί που τελειώνουν, και η δροσιά με φτάνει κατευθείαν από τα χέρια στο λαιμό. Όταν πέφτει το βαθύ σκοτάδι του μεσογειακού καλοκαιριού, εκείνος ο μαύρος ουρανός με τη σκόνη που χορεύει, βρισκόμαστε στο μεγάλο κρεβάτι του πρώτου ορόφου, τα σεντόνια κολλάνε στην πλάτη μου. Του βγάζω τα ρούχα και μου βγάζει τα ρούχα, χαϊδεύω τους δυο στρόβιλους που έχει στα μαλλιά, και ο νους μου του δίνει σάρκα κατά τα άλλα για να τον φέρει στο ύψος των ματιών μου, άντρας από αίμα και άντρας από νερό, και όταν γινόμαστε ένα ξυπνάω χύνοντας.
       


Θα είμαι το συκώτι, θα καθαρίζω για σένα

Χολή στο μωσαϊκό αίμα στη χωρίστρα η αράχνη κόβει τη σταθερή της βόλτα από τη μαλαστούπα στο χωλ όπως κάθε βράδυ την ώρα που οι δίκαιοι κοιμούνται οι άδικοι πληρώνουν μυστικός λαιμός και οι πετέχειες γύρω από τα μάτια σβήνουν γρήγορα και δε μας μυρίζεται κανείς, η ανελέητη λαβή του παντογνώστη, αυτοκαταστροφή και ετεροεπισκευή, πόσες φορές το ράβε ξήλωνε, ποιος κρατάει λογαριασμό; Πάνε εκείνες οι μέρες που ξάπλωνα δίπλα στη Χαμένη στα όνειρά της και της έλεγα σκότωσέ με για λίγο, και έλεγε ούτε για μια στιγμή, οίκτος, ο οίκτος δεν υπάρχει πια, τώρα έχω βαφτιστεί στα ευλογημένα σκατά της Ανάνηψης και είμαι στο έλεος του Θεού, η ενηλικίωση έρχεται όταν παύει να σε προστατεύει η μάνα σου και αναλαμβάνει ο Θεός, κοινό μυστικό πως όταν αναλαμβάνει ο Θεός είσαι τελειωμένος

δάχτυλα που ψαύουν έμπειρα πριν την ώρα τους περιτονίες και οπισθοπεριτόναια, δάχτυλα με μάτια, δάχτυλα τυφλού, τρεις θέσεις, άταστο παλούκι, πρώτη εκατέρωθεν σφυγμός, δεύτερη καρωτιδικά σωμάτια, τρίτη και με βρίσκουν τα φωσφήνια και κατόπιν το σκοτάδι, από το βάθος του διαδρόμου έρχεται μια μουσική τα πρίμα πνίγονται στην ηχώ τους και το μόνο που φτάνει σαφές είναι το κοντραμπάσο, οι χαλαρές χοντρές χορδές και τα σκληρά χέρια της Μαργκερίτ και το τατουάζ κλειδί του φα και ο Τζακ και η φασολιά στον ταρσό όλα αναμενόμενα όλα τόσο ταιριαστά

λοιπόν μικρή μου Ναυσικά, όλοι παίζουμε την ίδια σονατίνα, ο καθένας στ'όργανό του, ξανά και ξανά και ξανά και ξανά ξεπετσιασμένοι, φυλακισμένοι στα κρανία μας, ρώτα και τη Μαργκερίτ, τις νύχτες περνούσε στη ζούλα ο πατριός της και της χούφτωνε τα μπούτια, όταν στο εκμυστηρεύτηκε πήγες και του 'σκισες τα λάστιχα της Μπέμπας, δεκαπέντε χρονών παιδιά, και τ'άλλαξε απορημένος, και τα ξανάσκισες, και νόμιζε πως έφταιγε που ήταν Δαπίτης και δεν τον χώνευαν οι φίλοι της μάνας της Μαργκερίτ που ήταν Κνίτες, και τους κερνούσε στο μπαρ Ε. για να τους καλοπιάσει, στην τρίτη φορά έβαλε κάμερα στην πυλωτή και πήγες στην εταιρεία και πέρασες της Μπέμπας μερικές χεριές χαρακιές ψωλαρχίδια που τις κουβαλούσε ώσπου την πούλησε, και τότε που η Μαργκερίτ έκλαιγε πριν τις εξετάσεις των θεωρητικών της σκούπιζες τα δάκρυα με τον τσαλακωμένο Καλομοίρη, και εκείνο το αργό καλοκαίρι έξω από το Μέγαρο στην πίσω του μεριά, ο Θερμαϊκός ομίχλα βρωμερή και ντουμάνι από κουνούπια, η Μαργκερίτ με κολλητό παντελόνι έτοιμο να εκραγεί και άσπρη πουκαμίσα, επαγγελματίας πια, τσιγαράκι πέρα δώθε μεταξύ σας, της έλεγες πως ο κώλος της είναι πεπονάτος και αυτή τον χάιδευε και έλεγε αλήθεια τώρα ρε;, εγώ στεκόμουν δίπλα στο θάμνο και τα μαλλιά μου γέμιζαν θαμνομπαμπαλάκια, και σας έβλεπα πίσω από τον καπνό της Αμφοράς, όταν πέρασε ο τρομπέτας που ήταν μέγας γκόμενος η Μαργκερίτ σου έδωσε μια αγκωνιά και γελούσατε με νόημα σαν πορνόγριες, πάντα ήταν εξωτικό, η Μαργκερίτ κι εσύ στις συναυλίες τις σινιέ, αυτή χυμώδης κυρία ονειροπόλα με χαραδροντεκολτέδες και Σκόρπιονς και πέτσινο βρακί και τα μυστικά της επαρχίας, εσύ Σιλκάτ και Κερομύτης και μετά τα τσίπουρα ξερνώντας στο παρτέρι στην Ολύμπου να ουρλιάζεις στις δυο τα ξημερώματα Θα είμαι το συκώτι, θα καθαρίζω για σένα!

αλλά τι, δε μπορούνε οι πληβείοι να είναι σοφιστικέ;

Αυτά σκέφτομαι που λες χαράματα στο μπάνιο όρθιος και ακίνητος σαν άγαλμα, ο ίλιγγος με χορεύει απ'τα μέσα προς τα έξω, μια τιμή για κάθε σφάλμα, όλα θολά θαμμένα στο κλιπάρισμα και στη λο-φάη φασαρία, θνητοί και οι αθάνατες τιμωρίες μας και Προμηθέας Δεσμώτης και η μόνη ευκρίνεια που θα βρω ποτέ είναι κάπου στους απλωμένους αρπισμούς της Μαργκερίτ που διαπερνάνε τα ντουβάρια και τη λάσπη και τα σκατοβουνά.