© 2008 - 2017


-

Archiv

Blogger news

Blogger templates

 

+

Umblättern

Kategorien

 

Σήμερα εδώ αύριο πουθενά

Ο Τ. Τ. έπεσε από μια τρύπα στη θάλασσα.
Όταν φυσάει πάνω από εφτάρι ο αέρας σέρνεται ανάμεσα στα σίδερα. 
Το κατασκεύασμα βγάζει μουσική.

Όταν έχει καλό καιρό τα κίτρινα αντανακλάνε φως κι ο χάλυβας γίνεται χαλκός.
Ένας επίμονος πυρετός ταλαιπωρεί τρυπάνια, μηχανές και έγκατα.
Χολή της γης, λάσπη, λασπόνερο, νερό.

Οι σχάρες στα καταστρώματα η μια πάνω από την άλλη, δίχτυ ίλιγγος
πύργος βλογιοκομμένος απ'τις πεταλίδες.
ΤΑΠΑΤΑΠΑΤΑΠΑ άρβυλα ασφαλείας παρέλαση των δούλων.
Όταν μπει αέρας στο σωλήνα της βρωμιάς σφυρίζει ο γελαδάρης,

ένα βοσκοτόπι ως εκεί που φτάνει το μάτι, το χορτάρι μαλλιά,
αθώα κύματα στην αύρα, βουκολική γαλήνη.
Οι σχάρες έρχονται σε στοίβες όπως τα πλακάκια.

Τερρακόττα στο σπίτι του κύριου καθηγητή, ατσάλι στην πλατφόρμα.
Ένα πλακάκι λείπει, τρύπα στην καρδιά, τρύπα στο πλέγμα δαπέδου SS.
Ο Τ. Τ. έπεσε από το Βαλάρις ΧΧΧ στη θάλασσα.

Όταν φυσάει πάνω από εφτάρι ο αέρας σέρνεται ανάμεσα στα σίδερα,
ο ήχος θυμίζει μαλακή δοξαριά σε τσέλλο, μακρινό μοιρολόι και σωστά.
Από τα ειλικρινή συλλυπητήρια της εταιρείας στο λασπόπατο της Βόρειας Θάλασσας
είναι μια απόσταση ικανή.

Σήμερα εδώ αύριο πουθενά.



-Ζαλίζεσαι;
-Όχι ακόμα.

Συνέντευξη για δουλειά

 Είχα πάρει το τραίνο να πάω για συνέντευξη για δουλειά στα σύνορα. Το νοσοκομείο δεν ήταν το γυάλινο κτίριο που έδειχναν οι φωτογραφίες. Ήταν ένα πέτρινο κάστρο, σαν το Νόυσβανστάιν. Μπήκα από ένα παραπόρτι στα χαμηλά επίπεδα. Κατέβηκα περιστροφικές σκάλες μέχρι που ζαλίστηκα. Όταν έφτασα στο σωστό υπόγειο, πήγα στον κοιτώνα των συναδέρφων μου. Εκεί είχε παρατεταγμένες σειρές κρεβάτια με άχυρο για στρώμα. Μια γυναίκα σηκώθηκε, μου έδωσε μερικές πληροφορίες για τη θέση, και μετά με ρώτησε:  

-Έχεις δει το βουνό από πλακάκια; 
-Όχι. 
-Έλα, είναι δυο λεπτά από εδώ.  
Με οδήγησε σε έναν άλλο χώρο όπου το φως από τους φεγγίτες έπεφτε σαν προβολέας σε ένα βουνό από σπασμένα πλακάκια κάθε λογής. 
-Αν θες να πάρεις τη δουλειά, πρέπει να βρεις το κομμάτι με τη χρυσή λεπτομέρεια. 
-ΟΚ. 
-Θα σε αφήσω να ψάξεις. Έχεις πέντε ώρες. Θα έρθω να σε πάρω όταν τελειώσει ο χρόνος.
Γύρισε για να φύγει, και έτσι όπως γύρισε, είδα στην κωλότσεπη του πέτσινου παντελονιού της το κομμάτι με τη χρυσή λεπτομέρεια.
 
Πέντε ώρες μετά εμφανίστηκε όπως είχε υποσχεθεί. Με οδήγησε στην αίθουσα του θρόνου, όπου ο βασιλιάς ήταν τώρα έτοιμος να με ακροαστεί. Στάθηκα εκεί που τελείωνε το στενό χαλί, εμπρός από το βάθρο, και γονάτισα στο ένα γόνατο.
-Βρήκες το κομμάτι με τη χρυσή λεπτομέρεια;
-Ναι. Είναι στην κωλότσεπη αυτηνής, είπα και έδειξα με το κεφάλι τη γυναίκα που στεκόταν παραδίπλα μου, κοντά στους φρουρούς.
-Τολμάς να κάνεις τέτοιους ισχυρισμούς για το ήθος μας; Πετάξ'τε τον έξω.
Οι φρουροί με άρπαξαν από τις μασχάλες, με έσυραν μέχρι που μούδιασαν τα χέρια μου και με πέταξαν έξω. Προσγειώθηκα με την κοιλιά στο λασπερό χορτάρι. Μύριζε άνοιξη. Αυτός ήταν ο κόσμος.

Σήμερα εδώ αύριο αλλού

Τα γλυκά ζυγωματικά της Περουβιανής, τι πίκρα, η πίκρα του κινίνου. Σπεύδει ένστολη απ'την πασαρέλα στην άσφαλτο της προβλήτας. Λύνει τα μαλλιά και χάνεται ανάμεσα στις αποθήκες. Δυο μέρες που περιμένουμε δίπλα στο μεγάλο σκάφος της ναυτικής σχολής της χώρας της η τεράστια σημαία τους με το χρυσό κέρατο χαστουκίζει τον πρόβολο, τέσσερεις κρότοι το λεπτό συν πλην, δυο μέρες ο αέρας δεν άλλαξε μοτίβο.
 
Κάποιος φωνάζει απ'την κουζίνα και τον ακούω απ'τον αεραγωγό. Σαν κάποιος να τσιμπάει μια κιθάρα και ανάμεσα στις τσιμπιές η αγωνία του κοινού και οι τέσσερεις κρότοι το λεπτό συν πλην. Η πιο σκληρή δουλειά αυτή που δεν τελειώνει. Σταγόνα που χορεύει στο καυτό ατσάλι, πυρετός ανάμεσα στα τεντζερικά, στόμα βιαστικό, στόμα που δεν το προλαβαίνεις. Κάτι συζητιέται στην κουζίνα, κάτι μαρτυράνε οι σωληνώσεις, ποιος δίνει σημασία.

Αίμα από χώμα και αέρα αραιό, μια ξαστεριά βγαλμένη από ζωγραφιά. Χρυσή καρδιά το Αμαλθείας κέρας που ξεχειλίζει κέρματα, χρυσή καρδιά κομμάτια, τέσσερεις κρότοι το λεπτό συν πλην, ώσπου δε μένει τίποτα. Τα γλυκά ζυγωματικά της Περουβιανής, ρονρόκο απ'το κουφάρι του αρμαντίλλο, σπαρτό σκληρής γης σπαρτό ξεριζωμένο, καλούπι του ορεσίβιου, πόδια δυνατά και χαμηλό ανάστημα, ζέστη στα μάτια.

Σήμερα εδώ αύριο αλλού... 



Σήμερα εδώ αύριο εκεί

Δεν ξέρω αν έχει μείνει τίποτα σ'αυτό το σακί. Ο Ούντο Κ. πέθανε και το έμαθα εφτά μήνες μετά, την περασμένη Πέμπτη ταινίας που βλέπαμε τους Ινδιάνους στο σινεμαδίκο της πλατφόρμας. Έπεσαν οι τίτλοι και στη μαύρη οθόνη έγραψε στη μνήμη του Ούντο Κ. Έπιασα το κούτελό μου και ρώτησα τον μηχανικό υδραυλικών συστημάτων Πέθανε ο Ούντο Κ.; εκ του περισσού, σα να είχα ζαλιστεί από το μαντάτο. Ο μηχανικός έφαγε δυο ψίχουλα από σάλτε σπιράλερ που είχαν μείνει στη μπλούζα του και με ρώτησε κι εκείνος εκ του περισσού, Ε πόσο ήθελες να ζήσει; Πουρό ήταν, απολίθωμα. Ο μαθητευόμενός του από δίπλα ρώτησε με τα παραγούλια να κουνιούνται, Ποιος ήταν ο Ούντο Κ.;

 ---

Πήγαμε τα όργανα στο άλλο σπίτι, να ξέρεις, η φωνή σου στο τηλέφωνο όταν είμαι εδώ έξω είναι μια ιστορία από μόνη της. Στωική και φτωχή σε συναίσθημα. Η Δ. έχει τελικοσταδιακό Πάρκινσον. Στωική και φτωχή σε συναίσθημα. Η Δ. ήταν η παραμάνα σου, αλλά έτσι όπως το ανακοίνωσες θα μπορούσε να ήταν μια ασθενής που είδες μια φορά εκτίμηση στη νευρολογική. Όσο τα πράγματα σκληραίνουν, τόσο σκληραίνεις κι εσύ. Έπιασα το κούτελό μου και σε ρώτησα Από τις χημειοθεραπείες; εκ του περισσού, σα να είχα ζαλιστεί από το μαντάτο. Έκανες σκιπ το τραγούδι που έπαιζε στο παρασκήνιό σου και έβαλες Ένας μάγκας στον τεκέ μου. Άκουγα δεύτερο χέρι, όπως κάνω πάντα. Κουτσοτραγούδησες έσπασε το μπαγλαμά μου, δηλαδή αλλαγή θέματος, και μετά είπες Τα πλήκτρα τα ανεβάσαμε στη σοφίτα. Και τα πεταλάκια κι αυτά. -Αποφασίστηκε τελικά η κατανομή; -Ναι, τα ηλεκτρονικά όλα στη σοφίτα. Τα ακουστικά και ό,τι άλλο δε χρειάζεται καλώδια κάτω. Δεν έχει πολλές μπρίζες κάτω. A, θα βάψω τα νύχια μου πράσινα χόλο. -ΟΚ. Το άσμα συνεχίζεται, Άρπα Νώντα το μαχαίρι και δε θυμάμαι τι.

---

Ένα καλοκαίρι στο Σταυρό πριν πολλά χρόνια έβαλες το χέρι σ'ένα σακί με ηλιόσπορα για να βγάλεις μια χούφτα για το άλογο. Το σακί ήταν κάτω από τις τσιμεντένιες σκάλες στη σκιά. Μέσα στο σακί ξεκουραζόταν μια οχιά. Σε δάγκωσε ανάμεσα στο δείκτη και τον αντίχειρα. Έκτοτε σου έγινε συνήθεια να κοιτάς μέσα στο όποιο σακί πριν βάλεις το χέρι. Κοιτάς ακόμα και σε σακιά που δεν υπάρχει περίπτωση να ξεκουράζεται οχιά, όπως στο σακούλι με το αλεύρι που έχουμε στο ντουλάπι πάνω από τον πάγκο ή στο σακί του ρυζιού με το πλαστικό φερμουάρ, ακόμα και στο πάνινο σακί που μέσα έχεις τα κουβάρια του πλεξίματος.

---

Ο ήλιος που ανατέλλει καθρεφτίζεται στο γυάλινο κτίριο του Μπλου Γουώτερ Σίππινγκ, τρυπώνει απ'τις διακοσμητικές τρύπες της κουρτίνας και ζωγραφίζει λουλούδια και γραμμές στη ντουλάπα. Είναι έξι το πρωί. Η κεκτημένη ταχύτητα απ'τη δουλειά επιμένει. Θα επιμείνει ώσπου να πρέπει να ξαναπάω στη δουλειά. Είναι κόλπο, μόνιμη οικειοθελής καταστολή. Εχτές στο καταμαράν που μας έφερνε πίσω βλέπαμε ειδήσεις για το κρουαζιερόπλοιο που χτύκιασε και οι άλλοι λέγανε, πάλι καλά που δε χτυκιάσαμε εμείς. Εμείς δε μπορούμε να χτυκιάσουμε, δεν πατήσαμε στις Αμερικές. -Καλά γιατρέ, ξέρουμε πως είσαι ξερόλας, άσε να γίνει η κουβέντα. Δυο Πολωνοί μηχανικοί γνωρίζουνε τον καπετάνιο που είναι πατριώτης τους, ένας μικροσκοπικός άντρας σαν φλύδα. Έκαναν ρεαλιστικές εικασίες για την κατάσταση εντός και την κατάσταση της φλύδας. Εγώ σκεφτόμουν τα προγράμματα κορεσμού για την επόμενη φορά κι αν θα είναι καλό το καλοκαίρι ή θα μας χορέψει στο ταψί. 

Ο ήλιος που ανατέλλει καθρεφτίζεται στο γυάλινο κτίριο του Μπλου Γουώτερ Σίππινγκ και έρχεται στη μάπα μου. Ακούω τα κοφτικά απ'το διαλυτήριο στη βόρεια μεριά. Είναι έξι το πρωί αλλά το λιμάνι δεν ξαποσταίνει ποτέ. Ο καπιταλισμός σαν καρχαρίας αν σταματήσει πέθανε. Η καρδιά του κτήνους, οι λασποαντλίες, τα παλούκια της γεώτρησης στη δουλειά, τα κοφτικά, το ρελαντί των αγκυροβολημένων, οι γερανοί και τα φορτηγά στο σπίτι, τώρα έχω γίνει όπως ο γέρος που αφήνει την τηλεόραση να παίζει όλη μέρα και τα γυρεύω. Σηκώνεσαι να φύγεις, είναι ώρα, έχεις κολεκτομές να κάνεις. Βρακώνεσαι, καλτσώνεσαι, βάζεις τον αγαπημένο σου βάτραχο δίπλα μου και λες Δε σκίζεσαι να μετακομίσεις τώρα, ε; -Τώρα είναι πολύ αργά. -Στης καρδιάς μου το μπαλκόνι ήρθε άλλο χελιδόνι κι έχει χτίσει τη φωλιά, είναι αργά πολύ αργά. Πάω να το βάλω, μ'έφκιαξες τώρα, με φιλάς, κλείνεις την πόρτα και λίγο μετά ακούγεται πνιχτά το μπουζουκάκι. Υπολόγισα πως μετακομίζω περίπου κάθε τριετία εδώ και δεκαπέντε χρόνια, λίγο πάνω λίγο κάτω.

---

Δεν ξέρω αν έχει μείνει τίποτα σ'αυτό το σακί, εσύ όμως χώνεις το χέρι ως τον αγκώνα και όλο βγάζεις κάτι καινούριο. Όπως το ότι ξαφνικά δε σκίζομαι να μετακομίσω. Αυτό ήταν με το κυνηγητό, ξεμπέρδεψα. Δεν ήταν και γρήγορη διαδικασία αλλά το πήρα πρέφα τελικά. Όσο και να μετακομίζω, τον κόσμο θα τον βλέπω μέσα απ'αυτό το ίδιο σακί. Το σακί περιορίζει το οπτικό πεδίο αν το αφήσεις. Θέλει να το ταχτοποιείς για να μη μπαίνει στη μέση και σου χαλάει τη θέα. Πιάνω το βιβλίο που μου χάρισε η γυναίκα με το Αφρικάνικο όνομα, γραμμένο από μια άλλη γυναίκα με Αφρικάνικο όνομα. Ο Κιμπογκό ανέβηκε στον ουρανό. Τώρα θα πάω στους λόφους της Ρουάντα με τη βλάστηση που στάζει υγρασία και τη μπανανόμπιρα που μυρίζει σάπια μπανάνα. Σήμερα εδώ αύριο εκεί.

Τι σε πονάει τελικά

Το μάτι που κοιτάει από ψηλά και τα βλέπει όλα 
το μάτι αυτό δεν κάνει ντούκου. Απλήρωτο εδώ δε μένει τίποτα, έχε το στο νου και κράτα ρεζέρβα. Μπαίνεις στο καζίνο καυλωμένος να παίξεις και θα παίξεις και θα σε χορέψουν στο τύμπανο, ψίχουλο απ'το σοβά που ξεκολλάει, ψίχουλο που τρεμοπηδάει στο πετσί με κάθε χτύπημα. Η μουσική αυτή του πυρετού θα παίζει και θα παίζει όσο εσύ θα παίζεις και θα παίζεις και πιο μετά ακόμα. Κάποτε το ψίχουλο φτάνει στην άκρη του πετσιού και πέφτει και πέφτει για πάντα, όπως η μουσική συνεχίζεται για πάντα, κάποια πράγματα δεν τελειώνουν ποτέ και τελειώνουν συνέχεια. Αλληγορίες για βιπεράκια, διαφορετικά ονόματα για το ίδιο δηλητήριο. Έρχεται ένα βράδυ μεσοβδόμαδο και είμαι μια πιτσιλιά σε έναν χάρτη που δε δείχνει τίποτα άλλο παρά γκρίζο, από άκρη σ'άκρη γκρίζο, ούτε ακτές, ούτε ξέρες, ούτε άλλα σημεία. Ένα ισιάδι που χάνεται στην ομίχλη πίσω, που χάνεται στην ομίχλη εμπρός. Και στο βάθος αυτός ο ζοφερός χτύπος, ο ρυθμός του πυρετού, ψηφιακός στην ακρίβειά του, κρατάει αυστηρά το βήμα, το βήμα, το ένα βήμα μετά το άλλο, πίσω, πρόσω, δεν ξέρω πια, δυο καθρέφτες που κοιτάνε ο ένας τον άλλον κι ανάμεσά τους εγώ, και στο βάθος αυτός ο ζοφερός χτύπος, στο βάθος πίσω από το γάλα της ομίχλης καραδοκεί σκοτάδι.

Το μάτι που κοιτάει από ψηλά και τα βλέπει όλα
το μάτι αυτό κάνει και τα στραβά μάτια. Απλήρωτο εδώ δε μένει τίποτα, αλλά υπάρχουν και οι εξαιρετέοι, τι νόμισες; Από μουνί σε μουνί το μαρτύριο περνάει σαν θαύμα, από χέρι σε χέρι το μαχαίρι στην πλάτη, από πόστο σε πόστο διεστραμμένοι καριόληδες σε γραμμή παραγωγής. Στην αυλή με τα ροδόδεντρα ένας γέρος σκάβει μια τρύπα, Τι σκάβεις γέρο; -Σκάβω τον τάφο σου. Κοίτα καλά, ο γέρος έχει τα μάτια σου, κοίτα καλά, ο γέρος έχει τα χέρια σου, κοίτα καλά, δες όσο προλάβεις, γιατί απ'τη μια στην άλλη βλεφαριά ένα μικρό κορίτσι τρέχει βιαστικά και ο μάλλινος ποδόγυρος σκαλώνει στο πόδι του τραπεζιού, απ'τη μια στην άλλη βλεφαριά η κανάτα πέφτει και πέφτει για πάντα, και το γάλα χύνεται και γεμίζει τον κόσμο, κοίτα καλά, δες όσο προλάβεις πριν πλακώσει η ομίχλη και αρχίσεις να στριφογυρνάς. Απ'το φοβισμένο στόμα σου χύνεται το γάλα και γεμίζει τον κόσμο. Έρχεται πάλι το βράδυ το μεσοβδόμαδο και είσαι μια πιτσιλιά σε έναν χάρτη που δε δείχνει τίποτα άλλο παρά γκρίζο, από άκρη σ'άκρη γκρίζο. Ένα ισιάδι που χάνεται στην ομίχλη πίσω, που χάνεται στην ομίχλη εμπρός. Και στο βάθος αυτός ο ζοφερός χτύπος, το τύμπανο της κόλασης, κρατάει αυστηρά το βήμα, το βήμα, το ένα βήμα μετά το άλλο, τα σκιάχτρα μολυβένια στρατιωτάκια παρέλαση ντεμέκ να διώχνουν τα κοράκια που μαζεύονται σαν νέφος και σου μαυρίζουν τα σωθικά. Πίσω απ'την ομίχλη δόντια κοφτερά κι αστραφτερά, σαλιωμένα έτοιμα να ξεσκίσουν.

Το μάτι που κοιτάει από ψηλά και τα βλέπει όλα
το μάτι αυτό έχει στην κόρη μπηγμένο ένα κέρμα, το χρυσό κουμπί που κρατάει κλειστόν το γιακά. Μια γυναίκα με χείλια σαν λιωμένα κράνα παίζει μια άρπα που έχει χορδές από σπάγκο. Τι παίζεις εκεί; Γυρνάει και με βλέπει και αντί για μάτια έχει δυο ουλές από κοίτες. -Παίζω την τύχη σου. Ακούς; Κρατάω την ανάσα μου. Ακούω. Ακούω το σοβά που ξεκολλάει, τη βροχή που κυλάει στις ρωγμές όπως το αίμα στα χαρακώματα του πλακούντα, το κρύο που εφορμά απ'τις άκρες των δαχτύλων της και κάνει τον σπάγκο γυαλί. Από τα δάχτυλά της το αίμα πετιέται σαν ψιλός αφρός. Στο φως του κεριού δίπλα της στο σάπιο ντουβάρι είναι ο χάρτης που δε δείχνει τίποτα άλλο παρά γκρίζο, από άκρη σ'άκρη γκρίζο, ώσπου τον βρίσκει μια πιτσιλιά. Το αίμα διψάει για αίμα, με καταπίνει το γκρίζο, και στο βάθος αυτός ο ζοφερός χτύπος, που παίζει και παίζει και όσο παίζει η γυναίκα την άρπα τόσο πλησιάζει το τύμπανο, και ο χτύπος μεταμορφώνεται σε στριγκλιά, σε αλύχτισμα, σε κάτι φρικτό, σε νύχια από ατσάλι κόντρα σε τραχύ γυαλί. Ψίχουλο απ'το σοβά που ξεκολλάει, το ταβάνι καταρρέει κόκκο κόκκο, το πετσί τέζα και ο κόπανος από το μηριαίο του γέρου βαράει για να μπηχτεί. Ούτε εδώ ούτε κι εκεί, παρά στο αχανές γκρίζο του χάρτη, ανάμεσα στη μια και στην άλλη ομίχλη, ανάμεσα στο πετσί και στον κόπανο.