Σήμερα εδώ αύριο αλλού
Σήμερα εδώ αύριο εκεί
Δεν ξέρω αν έχει μείνει τίποτα σ'αυτό το σακί. Ο Ούντο Κ. πέθανε και το έμαθα εφτά μήνες μετά, την περασμένη Πέμπτη ταινίας που βλέπαμε τους Ινδιάνους στο σινεμαδίκο της πλατφόρμας. Έπεσαν οι τίτλοι και στη μαύρη οθόνη έγραψε στη μνήμη του Ούντο Κ. Έπιασα το κούτελό μου και ρώτησα τον μηχανικό υδραυλικών συστημάτων Πέθανε ο Ούντο Κ.; εκ του περισσού, σα να είχα ζαλιστεί από το μαντάτο. Ο μηχανικός έφαγε δυο ψίχουλα από σάλτε σπιράλερ που είχαν μείνει στη μπλούζα του και με ρώτησε κι εκείνος εκ του περισσού, Ε πόσο ήθελες να ζήσει; Πουρό ήταν, απολίθωμα. Ο μαθητευόμενός του από δίπλα ρώτησε με τα παραγούλια να κουνιούνται, Ποιος ήταν ο Ούντο Κ.;
---
Πήγαμε τα όργανα στο άλλο σπίτι, να ξέρεις, η φωνή σου στο τηλέφωνο όταν είμαι εδώ έξω είναι μια ιστορία από μόνη της. Στωική και φτωχή σε συναίσθημα. Η Δ. έχει τελικοσταδιακό Πάρκινσον. Στωική και φτωχή σε συναίσθημα. Η Δ. ήταν η παραμάνα σου, αλλά έτσι όπως το ανακοίνωσες θα μπορούσε να ήταν μια ασθενής που είδες μια φορά εκτίμηση στη νευρολογική. Όσο τα πράγματα σκληραίνουν, τόσο σκληραίνεις κι εσύ. Έπιασα το κούτελό μου και σε ρώτησα Από τις χημειοθεραπείες; εκ του περισσού, σα να είχα ζαλιστεί από το μαντάτο. Έκανες σκιπ το τραγούδι που έπαιζε στο παρασκήνιό σου και έβαλες Ένας μάγκας στον τεκέ μου. Άκουγα δεύτερο χέρι, όπως κάνω πάντα. Κουτσοτραγούδησες έσπασε το μπαγλαμά μου, δηλαδή αλλαγή θέματος, και μετά είπες Τα πλήκτρα τα ανεβάσαμε στη σοφίτα. Και τα πεταλάκια κι αυτά. -Αποφασίστηκε τελικά η κατανομή; -Ναι, τα ηλεκτρονικά όλα στη σοφίτα. Τα ακουστικά και ό,τι άλλο δε χρειάζεται καλώδια κάτω. Δεν έχει πολλές μπρίζες κάτω. A, θα βάψω τα νύχια μου πράσινα χόλο. -ΟΚ. Το άσμα συνεχίζεται, Άρπα Νώντα το μαχαίρι και δε θυμάμαι τι.
---
Ένα καλοκαίρι στο Σταυρό πριν πολλά χρόνια έβαλες το χέρι σ'ένα σακί με ηλιόσπορα για να βγάλεις μια χούφτα για το άλογο. Το σακί ήταν κάτω από τις τσιμεντένιες σκάλες στη σκιά. Μέσα στο σακί ξεκουραζόταν μια οχιά. Σε δάγκωσε ανάμεσα στο δείκτη και τον αντίχειρα. Έκτοτε σου έγινε συνήθεια να κοιτάς μέσα στο όποιο σακί πριν βάλεις το χέρι. Κοιτάς ακόμα και σε σακιά που δεν υπάρχει περίπτωση να ξεκουράζεται οχιά, όπως στο σακούλι με το αλεύρι που έχουμε στο ντουλάπι πάνω από τον πάγκο ή στο σακί του ρυζιού με το πλαστικό φερμουάρ, ακόμα και στο πάνινο σακί που μέσα έχεις τα κουβάρια του πλεξίματος.
---
Ο ήλιος που ανατέλλει καθρεφτίζεται στο γυάλινο κτίριο του Μπλου Γουώτερ Σίππινγκ, τρυπώνει απ'τις διακοσμητικές τρύπες της κουρτίνας και ζωγραφίζει λουλούδια και γραμμές στη ντουλάπα. Είναι έξι το πρωί. Η κεκτημένη ταχύτητα απ'τη δουλειά επιμένει. Θα επιμείνει ώσπου να πρέπει να ξαναπάω στη δουλειά. Είναι κόλπο, μόνιμη οικειοθελής καταστολή. Εχτές στο καταμαράν που μας έφερνε πίσω βλέπαμε ειδήσεις για το κρουαζιερόπλοιο που χτύκιασε και οι άλλοι λέγανε, πάλι καλά που δε χτυκιάσαμε εμείς. Εμείς δε μπορούμε να χτυκιάσουμε, δεν πατήσαμε στις Αμερικές. -Καλά γιατρέ, ξέρουμε πως είσαι ξερόλας, άσε να γίνει η κουβέντα. Δυο Πολωνοί μηχανικοί γνωρίζουνε τον καπετάνιο που είναι πατριώτης τους, ένας μικροσκοπικός άντρας σαν φλύδα. Έκαναν ρεαλιστικές εικασίες για την κατάσταση εντός και την κατάσταση της φλύδας. Εγώ σκεφτόμουν τα προγράμματα κορεσμού για την επόμενη φορά κι αν θα είναι καλό το καλοκαίρι ή θα μας χορέψει στο ταψί.
Ο ήλιος που ανατέλλει καθρεφτίζεται στο γυάλινο κτίριο του Μπλου Γουώτερ Σίππινγκ και έρχεται στη μάπα μου. Ακούω τα κοφτικά απ'το διαλυτήριο στη βόρεια μεριά. Είναι έξι το πρωί αλλά το λιμάνι δεν ξαποσταίνει ποτέ. Ο καπιταλισμός σαν καρχαρίας αν σταματήσει πέθανε. Η καρδιά του κτήνους, οι λασποαντλίες, τα παλούκια της γεώτρησης στη δουλειά, τα κοφτικά, το ρελαντί των αγκυροβολημένων, οι γερανοί και τα φορτηγά στο σπίτι, τώρα έχω γίνει όπως ο γέρος που αφήνει την τηλεόραση να παίζει όλη μέρα και τα γυρεύω. Σηκώνεσαι να φύγεις, είναι ώρα, έχεις κολεκτομές να κάνεις. Βρακώνεσαι, καλτσώνεσαι, βάζεις τον αγαπημένο σου βάτραχο δίπλα μου και λες Δε σκίζεσαι να μετακομίσεις τώρα, ε; -Τώρα είναι πολύ αργά. -Στης καρδιάς μου το μπαλκόνι ήρθε άλλο χελιδόνι κι έχει χτίσει τη φωλιά, είναι αργά πολύ αργά. Πάω να το βάλω, μ'έφκιαξες τώρα, με φιλάς, κλείνεις την πόρτα και λίγο μετά ακούγεται πνιχτά το μπουζουκάκι. Υπολόγισα πως μετακομίζω περίπου κάθε τριετία εδώ και δεκαπέντε χρόνια, λίγο πάνω λίγο κάτω.
---
Δεν ξέρω αν έχει μείνει τίποτα σ'αυτό το σακί, εσύ όμως χώνεις το χέρι ως τον αγκώνα και όλο βγάζεις κάτι καινούριο. Όπως το ότι ξαφνικά δε σκίζομαι να μετακομίσω. Αυτό ήταν με το κυνηγητό, ξεμπέρδεψα. Δεν ήταν και γρήγορη διαδικασία αλλά το πήρα πρέφα τελικά. Όσο και να μετακομίζω, τον κόσμο θα τον βλέπω μέσα απ'αυτό το ίδιο σακί. Το σακί περιορίζει το οπτικό πεδίο αν το αφήσεις. Θέλει να το ταχτοποιείς για να μη μπαίνει στη μέση και σου χαλάει τη θέα. Πιάνω το βιβλίο που μου χάρισε η γυναίκα με το Αφρικάνικο όνομα, γραμμένο από μια άλλη γυναίκα με Αφρικάνικο όνομα. Ο Κιμπογκό ανέβηκε στον ουρανό. Τώρα θα πάω στους λόφους της Ρουάντα με τη βλάστηση που στάζει υγρασία και τη μπανανόμπιρα που μυρίζει σάπια μπανάνα. Σήμερα εδώ αύριο εκεί.
Τι σε πονάει τελικά
Jævla hetero
Ι caught a golden waveIt left me lost at seaI turned crazyWild and awakeThe ocean was angryFoaming at the mouthTurning in the undertowTurning in the undertowTurning in the undertowTurning in the undertowMistakes, oh you paid and paid and paid forSun breaks, but you're finding only shadowSo you paid and paid and paidSo you paid and paid and paid(Oh you paid and paid and paid and paid)
X-ISLE 00
By myself I'd be in Árd Tí CuainWhere the mountain stands awayAnd ’tis I would let the Sunday goIn the cuckoo’s glen above the bayAgus, och och Éire lig is oÉire lionndubh agus oAh, the quiet land of ÉrinAh my heart is weary all aloneAnd it sends a lonely cryTo the land that sings beyond my dreamsAnd the lonely Sundays pass me byI would travel back the twisted yearsIn the bitter wasted windsIf the God above would let me lieIn a quiet place above the winds

