© 2008 - 2017


-

Archiv

Blogger news

Blogger templates

 

+

Umblättern

Kategorien

 

Στη φόρα 18 (1/2)

Ήμουν στη φυλακή. Με είχαν κλείσει σε παραλλαγή κελιού που δείχνουν στα γραφεία του σερίφη στα παλιά γουέστερν. Είχα και συγκρατούμενο το Μ. Καθόμασταν σε μια προεξοχή του τοίχου. Από το φεγγίτη έμπαινε χειμωνιάτικο φως. Οι ώμοι μας αναδύονταν μέσα από τις σκιές σαν ώμοι γκόμενας σε έργο φωτογράφου με μόνιμο μαλακό πουλί. Αδρό ύφασμα, ευγενικές τσαλάκες. Λαδομπογιά, θολά ντουβάρια. Το κελί ήταν καθαρό, επειδή δεν ήταν αληθινό.
 
Ξύπνησα με το μάγουλο στο τσιμέντο. Το φως δεν είχε αλλάξει. Είχα κοιμηθεί μια αιωνιότητα, ένα λεπτό. Το σκηνικό ήταν παγωμένο στο χρόνο. Ο Μ. στεκόταν πέρα απ'το φεγγίτη. Το σκοτάδι ρουφούσε τα μαλλιά του και έμοιαζε να του λείπει μέρος του κρανίου. Έσυρα τα πόδια μου στο πάτωμα, καθαρό πάτωμα, ψεύτικο κελί. Ήθελα να τον ρωτήσω, τι κάναμε και είμαστε μέσα; Έφταιγε εκείνο το περιστατικό στο Πέννυ; Αλλά με πρόλαβε η νύστα.

Η πλάτη μου πονούσε. Ήμουν στο πάτωμα. Επίμονο χειμωνιάτικο φως. Τα σωματίδια της σκόνης αιωρούνταν σε αργή κίνηση σαν φυσσαλίδες μες στο λάδι. Ένα ζευγάρι εσπαντρίγιες πέρασαν ένα δάχτυλο απ'τη μούρη μου. Κάτι με είχε κλωτσήσει στον ώμο. Δε μπορούσαν να είναι οι εσπαντρίγιες. Ίσως οπλές αγελαδινές ή κάτι άλλο τέτοιο βάρβαρο. Ηλίθιε, τίποτα πιο βάρβαρο από τον πολιτισμένο άνθρωπο. Το βραχιόνιο εξείχε από το κρέας, είχε σπάσει κάτω απ'τον χειρουργικό αυχένα, σε μια μυτερή αιχμή. Το άλλο κομμάτι κρατιόταν ακόμα από το στροφικό περικάλυμμα στην άρθρωση. Ο ώμος δεν πονούσε τόσο όσο η πλάτη. Δε μπορούσα να κουνηθώ. Ποιος φορούσε τις εσπαντρίγιες; Τα σιγανά βήματα απομακρύνθηκαν και επέστρεψαν. Όταν μπήκαν στο οπτικό μου πεδίο, είδα το ένα πόδι να κοντοστέκεται, και το άλλο έπεσε μετεωρίτης στο σαγόνι μου. Τίποτα πιο βάρβαρο...
 
Ακόμα στο κελί. Το χλωμό φως. Είμαι ντυμένος με σκούρο μπλε πουκάμισο και σκούρο μπλε παντελόνι. Στο βυζί είναι το σήμα της ναυτιλιακής. Είμαι ντυμένος με τα ρούχα της δουλειάς. Μα δε μπορώ να πάω στη δουλειά. Είμαι στη φυλακή, ανάθεμα. Ο Μ. είναι τσιτσίδι. Το πάτωμα είναι λείο, τριμμένο, παλιό. Γιατί είμαστε μέσα; με ρωτάει. -Νόμιζα ήξερες εσύ. -Δεν ξέρω. -Μήπως ήταν εκείνο το περιστατικό στο Πέννυ; -Ξέρεις πόσα χρόνια έχουν περάσει από τότε; -Μας είδε κανείς; -Δεν ξέρω. Δεν πιστεύω. -Ο γυμνισμός δεν είναι παράνομος στη Γερμανία. -Σου μοιάζει με γερμανική φυλακή αυτή; -Όχι. -Ξύπνα, αρχίδι. Ξύπνα, αρχίδι. Ξύπνα, αρχίδι. Ξύπνα, αρχίδι.
 
-Ξύπνα, αρχίδι. 

Όταν τα πράγματα ήταν δύσκολα το καλοκαίρι του '17, ο Μ. ήρθε να μείνει μαζί μου για να μην είμαι μόνος. Ήρθε λίγες μέρες μετά την αποτυχημένη κρεμάλα και έφυγε έξη μήνες μετά. Έμενα σε μια κωμόπολη τότε, που έχει κακό μικροκλίμα, με παγετούς και έναν ηπειρωτικό αέρα που κόβει σαν μαχαίρι και εξαφανίζεται μόλις φύγεις δεκαπέντε χιλιόμετρα νότια ή δυτικά. Νοίκιαζα ένα διαμέρισμα δευτέρου ορόφου κοντά στην πλατεία, απέναντι από το τατουατζίδικο που τώρα έχει κλείσει. Στο νοίκι συμπεριλαμβανόταν και ένα ξέχωρο δωμάτιο στη σοφίτα του κτιρίου. Εκεί στήσαμε ένα αερόστρωμα από το Γyσκ για να κοιμάται ο Μ.. Σταδιακά ο χώρος γέμισε με εργαλεία λινογραφίας, μήτρες, χαρτιά, χαρτόνια και κουβαδάκια με διάφορα ζουμιά, χαρτορολλά, ντοσιέδες με τις παραγγελίες των πελατών και τις οδηγίες του αφεντικού του. Η δουλειά οκλαδόν στο αερόστρωμα του πείραξε το σβέρκο. Αγοράσαμε λοιπόν ένα αρχαίο γραφειάκι κοψοχρονιά από το Στρατό του Κυρίου για το δωμάτιο της σοφίτας, αγοράσαμε ένα μικρό χαλί και κουρτίνες. Το δωμάτιο της σοφίτας έγινε συμπαθητικό, παρότι δεν είχε θέρμανση και οι σανίδες του πατώματος ήταν παλιές και συρρικνωμένες. Το κρύο κυλούσε ανάμεσα από τους αρμούς όπως οι υδρατμοί σε ιαματικά λουτρά. Οι αρμοί έκρυβαν ανεξάντλητους πληθυσμούς από χαλικάκια και υπερτροφικά φαλάγγια.

Ξαπλώναμε συχνά σ'εκείνο το αερόστρωμα από το Γyσκ στο δωμάτιο της σοφίτας και καπνίζαμε. Χάζευα τα σύννεφα που τσουλούσαν, διάφορες αποχρώσεις σκοτεινιάς η μία πάνω στην άλλη, απλωμένα σεντόνια που τα φυσάει ο αέρας, και ο Μ. μιλούσε, όπως του αρέσει να κάνει. Κάποια πρωινά Κυριακής που ξεμέναμε χτεσινοί, με ξυπνούσαν τα βήματα του γείτονα που έβγαινε για τρέξιμο κάτω στο δρόμο, και ακουγόταν ένα στέρεο ταπ-ταπ-ταπ-ταπ καθώς απομακρυνόταν, γιατί η σοφίτα δεν είχε μόνωση και παρότι ψηλά, ήταν πιο κοντά στον κόσμο από το διαμέρισμά μου δυο ορόφους κάτω. Του είχα πει πολλές φορές να την πέφτει στον καναπέ ή στο κρεβάτι μου, αλλά για κάποιο λόγο επέμενε στο αερόστρωμα. Όχι πως ήταν κακό· μπορούσες να ρυθμίσεις πόσο τέζα ήθελες να το φουσκώσεις, και έτσι ρύθμιζες και την εργονομία του. Δεν έκανε φασαρία και ήταν απρόσμενα ανθεκτικό με βελούρ επίστρωση. Αλλά όπως και να'χει, ήταν ένα σημείο τριβής για ολόκληρο εκείνο το εξάμηνο, Γιατί δεν την πέφτεις στον καναπέ; -Γιατί δεν πας να γαμηθείς;

Έχω μετακομίσει τρεις τέσσερεις φορές από τότε. Το αερόστρωμα τρύπησε πέρσι. Το αντικαταστήσαμε με ένα ίδιο. Τον τελευταίο καιρό όταν έρχεται, κοιμάται μεν στο αερόστρωμα, αλλά όταν δεν είναι να κοιμηθεί επισήμως, αράζει σε μια προβιά που έχω στη γωνία του μεσοδωματίου. Ρίχνει ένα δυο ανθηρά μαξιλάρια της γυναίκας κόντρα στον τοίχο, παίρνει το κουβερτίνι από τον καναπέ και έτσι εμφανίζεται η φωλιά του μελισσοφάγου. Η γυναίκα του κλωτσάει τα πόδια όταν περνάει από εκεί και τον λέει σκλάβο του Ρωμαίου πατρικίου. Αυτός της απαντάει ναι, ναι, ναι κοροϊδευτικά.

---

Η Κουασιμόδα γέννησε ένα τεράστιο πουκ. Το βρίσκουμε πολύ αστείο, γιατί το πουκ είναι εξ ορισμού μικρό, αλλά της Κουασιμόδας είναι τεράστιο. Στο νησί μεγαλώσαμε με την ιστορία πως αν το πουκ έρθει στο σπίτι σου, ρίχνει σβουνιές στο γάλα και φτιάχνει βουναλάκια από χοντρό ροκανίδι και τα αφήνει εδώ κι εκεί για να δοκιμάσει τις αντοχές σου, κι εσύ πρέπει να καθαρίζεις αδιαμαρτύρητα αν θες να κερδίσεις την εμπιστοσύνη του, ώστε μετά αυτό να προστατεύει το σπίτι σου. Η Κουασιμόδα έστειλε στον Μ. διάφορες φωτογραφίες από το πουκ της και του έγραψε όλη την ιστορία, πώς τελικά ο Σλοβάκος ήτανε μαζί της στο νοσοκομείο αλλά έκλαιγε συνέχεια και δεν ήταν χρήσιμος, πώς προσπαθούσε να γεννήσει 20 ώρες ώσπου της κάνανε καισαρική, και πώς το πουκ κλαίει πάρα πολύ δυνατά όλη μέρα και όλη νύχτα, και αναγκάστηκε να κατέβει μαζί με το γκόμενό της στη Μπρατισλάβα, γιατί και αυτή και ο Σλοβάκος χρειάζονταν βοήθεια γιατί δεν άντεχαν να ακούνε το πουκ όλη μέρα να κλαίει. Ο Μ. μου έδωσε το κινητό του για να διαβάσω όλο το ραππόρτο, και είδα όλες τις φωτογραφίες από το τεράστιο πουκ, την καραφλιασμένη Κουασιμόδα και τον ηλίθιο Σλοβάκο της. Έχεις δεύτερες σκέψεις; -Τι εννοείς; -Τώρα που είδες το πουκ. Τις κινηματογραφικές οικογενειακές στιγμές στις φωτογραφίες. -Είσαι καλά; Όλα αυτά είναι επιχειρήματα για να βάλω καπότα και να τη ράψω στο πουλί μου. Τι άλλο έχεις να πεις; -Τίποτα. -Δεν έχεις να πεις, "Μπράβο σου Μ. που δεν απάντησες. Μπράβο σου που δεν έδωσες έκταση." -Μπράβο σου Μ. που δεν ήσουν μαλάκας. -Αρχιδάκι, σε χλωρό κλαρί δε μ'αφήνεις, παρά τα όσα πέρασα.

---

Γυρνάω απ'τη δουλειά πρωί, κάπου στις δέκα. Δεν περιμένω να βρω κανέναν στο διαμέρισμα. Πλύθηκα στα ντουζ της εταιρίας, φοράω φρέσκα ρούχα και είμαι έτοιμος να ξεκινήσω το ρεπώ. Φτιάχνω τσάι με γάλα και το μεταφέρω στο μεσοδωμάτιο, όπου θα βάλω το ράδιο να παίξει και θα ακούσω πίνοντας. Προσέχω που πατάω γιατί στην προβιά κρύβεται όχι σπάνια κάποιο κοπίδι λινογραφίας. Μαζεύω ένα άδειο σακούλι Μπέικ Ρολλς. Αν ήταν οποιοσδήποτε άλλος δε θα ξαναρχόταν σπίτι μου, αλλά ο Μ. είναι εξαίρεση, και ως εξαίρεση χαίρει ειδικών προνομίων, όπως για παράδειγμα να μη με πειράζει που είναι τσαπατσούλης. Έχει αφήσει το χαρτοσακούλι που έχει τα σύνεργα και το καπνομίξ (κάποια αηδία του τύπου Τσήτα Μπλάου ανακατεμένη με κους) στην προβιά, οπότε θα γυρίσει σύντομα. Γλυκά κοντά μοτίβα, η ψευδαίσθηση της μονιμότητας, δροσοσταλίδες που αργότερα θα γίνουν θρύψαλα και θα κόβουν σαν γυαλί. Το μεσημέρι της ζωής μου, οι ώρες που δε θα περάσουν ποτέ, οι ώρες που ξαφνικά θα έχουν περάσει. Αν ήξερα πως τα πράγματα θα ήταν έτσι εννιά χρόνια πριν, η κρεμάλα ούτε που θα μου είχε περάσει από το νου.

---


Σήμερα εδώ αύριο πουθενά

Ο Τ. Τ. έπεσε από μια τρύπα στη θάλασσα.
Όταν φυσάει πάνω από εφτάρι ο αέρας σέρνεται ανάμεσα στα σίδερα. 
Το κατασκεύασμα βγάζει μουσική.

Όταν έχει καλό καιρό τα κίτρινα αντανακλάνε φως κι ο χάλυβας γίνεται χαλκός.
Ένας επίμονος πυρετός ταλαιπωρεί τρυπάνια, μηχανές και έγκατα.
Χολή της γης, λάσπη, λασπόνερο, νερό.

Οι σχάρες στα καταστρώματα η μια πάνω από την άλλη, δίχτυ ίλιγγος
πύργος βλογιοκομμένος απ'τις πεταλίδες.
ΤΑΠΑΤΑΠΑΤΑΠΑ άρβυλα ασφαλείας παρέλαση των δούλων.
Όταν μπει αέρας στο σωλήνα της βρωμιάς σφυρίζει ο γελαδάρης,

ένα βοσκοτόπι ως εκεί που φτάνει το μάτι, το χορτάρι μαλλιά,
αθώα κύματα στην αύρα, βουκολική γαλήνη.
Οι σχάρες έρχονται σε στοίβες όπως τα πλακάκια.

Τερρακόττα στο σπίτι του κύριου καθηγητή, ατσάλι στην πλατφόρμα.
Ένα πλακάκι λείπει, τρύπα στην καρδιά, τρύπα στο πλέγμα δαπέδου SS.
Ο Τ. Τ. έπεσε από το Βαλάρις ΧΧΧ στη θάλασσα.

Όταν φυσάει πάνω από εφτάρι ο αέρας σέρνεται ανάμεσα στα σίδερα,
ο ήχος θυμίζει μαλακή δοξαριά σε τσέλλο, μακρινό μοιρολόι και σωστά.
Από τα ειλικρινή συλλυπητήρια της εταιρείας στο λασπόπατο της Βόρειας Θάλασσας
είναι μια απόσταση ικανή.

Σήμερα εδώ αύριο πουθενά.



-Ζαλίζεσαι;
-Όχι ακόμα.

Συνέντευξη για δουλειά

 Είχα πάρει το τραίνο να πάω για συνέντευξη για δουλειά στα σύνορα. Το νοσοκομείο δεν ήταν το γυάλινο κτίριο που έδειχναν οι φωτογραφίες. Ήταν ένα πέτρινο κάστρο, σαν το Νόυσβανστάιν. Μπήκα από ένα παραπόρτι στα χαμηλά επίπεδα. Κατέβηκα περιστροφικές σκάλες μέχρι που ζαλίστηκα. Όταν έφτασα στο σωστό υπόγειο, πήγα στον κοιτώνα των συναδέρφων μου. Εκεί είχε παρατεταγμένες σειρές κρεβάτια με άχυρο για στρώμα. Μια γυναίκα σηκώθηκε, μου έδωσε μερικές πληροφορίες για τη θέση, και μετά με ρώτησε:  

-Έχεις δει το βουνό από πλακάκια; 
-Όχι. 
-Έλα, είναι δυο λεπτά από εδώ.  
Με οδήγησε σε έναν άλλο χώρο όπου το φως από τους φεγγίτες έπεφτε σαν προβολέας σε ένα βουνό από σπασμένα πλακάκια κάθε λογής. 
-Αν θες να πάρεις τη δουλειά, πρέπει να βρεις το κομμάτι με τη χρυσή λεπτομέρεια. 
-ΟΚ. 
-Θα σε αφήσω να ψάξεις. Έχεις πέντε ώρες. Θα έρθω να σε πάρω όταν τελειώσει ο χρόνος.
Γύρισε για να φύγει, και έτσι όπως γύρισε, είδα στην κωλότσεπη του πέτσινου παντελονιού της το κομμάτι με τη χρυσή λεπτομέρεια.
 
Πέντε ώρες μετά εμφανίστηκε όπως είχε υποσχεθεί. Με οδήγησε στην αίθουσα του θρόνου, όπου ο βασιλιάς ήταν τώρα έτοιμος να με ακροαστεί. Στάθηκα εκεί που τελείωνε το στενό χαλί, εμπρός από το βάθρο, και γονάτισα στο ένα γόνατο.
-Βρήκες το κομμάτι με τη χρυσή λεπτομέρεια;
-Ναι. Είναι στην κωλότσεπη αυτηνής, είπα και έδειξα με το κεφάλι τη γυναίκα που στεκόταν παραδίπλα μου, κοντά στους φρουρούς.
-Τολμάς να κάνεις τέτοιους ισχυρισμούς για το ήθος μας; Πετάξ'τε τον έξω.
Οι φρουροί με άρπαξαν από τις μασχάλες, με έσυραν μέχρι που μούδιασαν τα χέρια μου και με πέταξαν έξω. Προσγειώθηκα με την κοιλιά στο λασπερό χορτάρι. Μύριζε άνοιξη. Αυτός ήταν ο κόσμος.

Σήμερα εδώ αύριο αλλού

Τα γλυκά ζυγωματικά της Περουβιανής, τι πίκρα, η πίκρα του κινίνου. Σπεύδει ένστολη απ'την πασαρέλα στην άσφαλτο της προβλήτας. Λύνει τα μαλλιά και χάνεται ανάμεσα στις αποθήκες. Δυο μέρες που περιμένουμε δίπλα στο μεγάλο σκάφος της ναυτικής σχολής της χώρας της η τεράστια σημαία τους με το χρυσό κέρατο χαστουκίζει τον πρόβολο, τέσσερεις κρότοι το λεπτό συν πλην, δυο μέρες ο αέρας δεν άλλαξε μοτίβο.
 
Κάποιος φωνάζει απ'την κουζίνα και τον ακούω απ'τον αεραγωγό. Σαν κάποιος να τσιμπάει μια κιθάρα και ανάμεσα στις τσιμπιές η αγωνία του κοινού και οι τέσσερεις κρότοι το λεπτό συν πλην. Η πιο σκληρή δουλειά αυτή που δεν τελειώνει. Σταγόνα που χορεύει στο καυτό ατσάλι, πυρετός ανάμεσα στα τεντζερικά, στόμα βιαστικό, στόμα που δεν το προλαβαίνεις. Κάτι συζητιέται στην κουζίνα, κάτι μαρτυράνε οι σωληνώσεις, ποιος δίνει σημασία.

Αίμα από χώμα και αέρα αραιό, μια ξαστεριά βγαλμένη από ζωγραφιά. Χρυσή καρδιά το Αμαλθείας κέρας που ξεχειλίζει κέρματα, χρυσή καρδιά κομμάτια, τέσσερεις κρότοι το λεπτό συν πλην, ώσπου δε μένει τίποτα. Τα γλυκά ζυγωματικά της Περουβιανής, ρονρόκο απ'το κουφάρι του αρμαντίλλο, σπαρτό σκληρής γης σπαρτό ξεριζωμένο, καλούπι του ορεσίβιου, πόδια δυνατά και χαμηλό ανάστημα, ζέστη στα μάτια.

Σήμερα εδώ αύριο αλλού... 



Σήμερα εδώ αύριο εκεί

Δεν ξέρω αν έχει μείνει τίποτα σ'αυτό το σακί. Ο Ούντο Κ. πέθανε και το έμαθα εφτά μήνες μετά, την περασμένη Πέμπτη ταινίας που βλέπαμε τους Ινδιάνους στο σινεμαδίκο της πλατφόρμας. Έπεσαν οι τίτλοι και στη μαύρη οθόνη έγραψε στη μνήμη του Ούντο Κ. Έπιασα το κούτελό μου και ρώτησα τον μηχανικό υδραυλικών συστημάτων Πέθανε ο Ούντο Κ.; εκ του περισσού, σα να είχα ζαλιστεί από το μαντάτο. Ο μηχανικός έφαγε δυο ψίχουλα από σάλτε σπιράλερ που είχαν μείνει στη μπλούζα του και με ρώτησε κι εκείνος εκ του περισσού, Ε πόσο ήθελες να ζήσει; Πουρό ήταν, απολίθωμα. Ο μαθητευόμενός του από δίπλα ρώτησε με τα παραγούλια να κουνιούνται, Ποιος ήταν ο Ούντο Κ.;

 ---

Πήγαμε τα όργανα στο άλλο σπίτι, να ξέρεις, η φωνή σου στο τηλέφωνο όταν είμαι εδώ έξω είναι μια ιστορία από μόνη της. Στωική και φτωχή σε συναίσθημα. Η Δ. έχει τελικοσταδιακό Πάρκινσον. Στωική και φτωχή σε συναίσθημα. Η Δ. ήταν η παραμάνα σου, αλλά έτσι όπως το ανακοίνωσες θα μπορούσε να ήταν μια ασθενής που είδες μια φορά εκτίμηση στη νευρολογική. Όσο τα πράγματα σκληραίνουν, τόσο σκληραίνεις κι εσύ. Έπιασα το κούτελό μου και σε ρώτησα Από τις χημειοθεραπείες; εκ του περισσού, σα να είχα ζαλιστεί από το μαντάτο. Έκανες σκιπ το τραγούδι που έπαιζε στο παρασκήνιό σου και έβαλες Ένας μάγκας στον τεκέ μου. Άκουγα δεύτερο χέρι, όπως κάνω πάντα. Κουτσοτραγούδησες έσπασε το μπαγλαμά μου, δηλαδή αλλαγή θέματος, και μετά είπες Τα πλήκτρα τα ανεβάσαμε στη σοφίτα. Και τα πεταλάκια κι αυτά. -Αποφασίστηκε τελικά η κατανομή; -Ναι, τα ηλεκτρονικά όλα στη σοφίτα. Τα ακουστικά και ό,τι άλλο δε χρειάζεται καλώδια κάτω. Δεν έχει πολλές μπρίζες κάτω. A, θα βάψω τα νύχια μου πράσινα χόλο. -ΟΚ. Το άσμα συνεχίζεται, Άρπα Νώντα το μαχαίρι και δε θυμάμαι τι.

---

Ένα καλοκαίρι στο Σταυρό πριν πολλά χρόνια έβαλες το χέρι σ'ένα σακί με ηλιόσπορα για να βγάλεις μια χούφτα για το άλογο. Το σακί ήταν κάτω από τις τσιμεντένιες σκάλες στη σκιά. Μέσα στο σακί ξεκουραζόταν μια οχιά. Σε δάγκωσε ανάμεσα στο δείκτη και τον αντίχειρα. Έκτοτε σου έγινε συνήθεια να κοιτάς μέσα στο όποιο σακί πριν βάλεις το χέρι. Κοιτάς ακόμα και σε σακιά που δεν υπάρχει περίπτωση να ξεκουράζεται οχιά, όπως στο σακούλι με το αλεύρι που έχουμε στο ντουλάπι πάνω από τον πάγκο ή στο σακί του ρυζιού με το πλαστικό φερμουάρ, ακόμα και στο πάνινο σακί που μέσα έχεις τα κουβάρια του πλεξίματος.

---

Ο ήλιος που ανατέλλει καθρεφτίζεται στο γυάλινο κτίριο του Μπλου Γουώτερ Σίππινγκ, τρυπώνει απ'τις διακοσμητικές τρύπες της κουρτίνας και ζωγραφίζει λουλούδια και γραμμές στη ντουλάπα. Είναι έξι το πρωί. Η κεκτημένη ταχύτητα απ'τη δουλειά επιμένει. Θα επιμείνει ώσπου να πρέπει να ξαναπάω στη δουλειά. Είναι κόλπο, μόνιμη οικειοθελής καταστολή. Εχτές στο καταμαράν που μας έφερνε πίσω βλέπαμε ειδήσεις για το κρουαζιερόπλοιο που χτύκιασε και οι άλλοι λέγανε, πάλι καλά που δε χτυκιάσαμε εμείς. Εμείς δε μπορούμε να χτυκιάσουμε, δεν πατήσαμε στις Αμερικές. -Καλά γιατρέ, ξέρουμε πως είσαι ξερόλας, άσε να γίνει η κουβέντα. Δυο Πολωνοί μηχανικοί γνωρίζουνε τον καπετάνιο που είναι πατριώτης τους, ένας μικροσκοπικός άντρας σαν φλύδα. Έκαναν ρεαλιστικές εικασίες για την κατάσταση εντός και την κατάσταση της φλύδας. Εγώ σκεφτόμουν τα προγράμματα κορεσμού για την επόμενη φορά κι αν θα είναι καλό το καλοκαίρι ή θα μας χορέψει στο ταψί. 

Ο ήλιος που ανατέλλει καθρεφτίζεται στο γυάλινο κτίριο του Μπλου Γουώτερ Σίππινγκ και έρχεται στη μάπα μου. Ακούω τα κοφτικά απ'το διαλυτήριο στη βόρεια μεριά. Είναι έξι το πρωί αλλά το λιμάνι δεν ξαποσταίνει ποτέ. Ο καπιταλισμός σαν καρχαρίας αν σταματήσει πέθανε. Η καρδιά του κτήνους, οι λασποαντλίες, τα παλούκια της γεώτρησης στη δουλειά, τα κοφτικά, το ρελαντί των αγκυροβολημένων, οι γερανοί και τα φορτηγά στο σπίτι, τώρα έχω γίνει όπως ο γέρος που αφήνει την τηλεόραση να παίζει όλη μέρα και τα γυρεύω. Σηκώνεσαι να φύγεις, είναι ώρα, έχεις κολεκτομές να κάνεις. Βρακώνεσαι, καλτσώνεσαι, βάζεις τον αγαπημένο σου βάτραχο δίπλα μου και λες Δε σκίζεσαι να μετακομίσεις τώρα, ε; -Τώρα είναι πολύ αργά. -Στης καρδιάς μου το μπαλκόνι ήρθε άλλο χελιδόνι κι έχει χτίσει τη φωλιά, είναι αργά πολύ αργά. Πάω να το βάλω, μ'έφκιαξες τώρα, με φιλάς, κλείνεις την πόρτα και λίγο μετά ακούγεται πνιχτά το μπουζουκάκι. Υπολόγισα πως μετακομίζω περίπου κάθε τριετία εδώ και δεκαπέντε χρόνια, λίγο πάνω λίγο κάτω.

---

Δεν ξέρω αν έχει μείνει τίποτα σ'αυτό το σακί, εσύ όμως χώνεις το χέρι ως τον αγκώνα και όλο βγάζεις κάτι καινούριο. Όπως το ότι ξαφνικά δε σκίζομαι να μετακομίσω. Αυτό ήταν με το κυνηγητό, ξεμπέρδεψα. Δεν ήταν και γρήγορη διαδικασία αλλά το πήρα πρέφα τελικά. Όσο και να μετακομίζω, τον κόσμο θα τον βλέπω μέσα απ'αυτό το ίδιο σακί. Το σακί περιορίζει το οπτικό πεδίο αν το αφήσεις. Θέλει να το ταχτοποιείς για να μη μπαίνει στη μέση και σου χαλάει τη θέα. Πιάνω το βιβλίο που μου χάρισε η γυναίκα με το Αφρικάνικο όνομα, γραμμένο από μια άλλη γυναίκα με Αφρικάνικο όνομα. Ο Κιμπογκό ανέβηκε στον ουρανό. Τώρα θα πάω στους λόφους της Ρουάντα με τη βλάστηση που στάζει υγρασία και τη μπανανόμπιρα που μυρίζει σάπια μπανάνα. Σήμερα εδώ αύριο εκεί.