© 2008 - 2017


-

Archiv

Blogger news

Blogger templates

 

+

Umblättern

Kategorien

 

Jævla hetero

Στον παράδρομο με τις εργατικές κατοικίες ένα ταυ από βαρύ χαλύβδινο σωλήνα κείτεται καταγής και γύρω κοφτερά θραύσματα γυαλιού. Το παράθυρο του υπερυψωμένου ισογείου έχει το τζάμι σπασμένο αλλά το γυαλί είναι διπλό και το ταυ δεν έφτασε πέρα πέρα. Στο περβάζι είναι στιβαγμένα κουτιά από τσιγάρα εισαγωγής, χωρίς τις τοπικές επιγραφές. Τέσσερεις και σαράντα το πρωί, φυσάει ανατολικός, έχει δραματικό κρύο. Το κορίτσι προφίλ, θα έλεγες πως είναι όμορφο. Το φως μονόπαντο υπονοεί πως το πρόσωπο έχει και σκοτεινή μεριά, το μισό πρόσωπο είναι περασμένο στον τρίφτη. Δε θες να έχεις απορίες, θες τη σκοτεινή μεριά. Σύρθηκες με την κοιλιά στ'αγκάθια για τη σκοτεινή μεριά, δε χορταίνεις με βουκολικούς εξωραϊσμούς και παραμύθια της προπαγάνδας, θες να δεις το καυλί που σε γαμάει. 

Το υπόγειο με τις φλύδες μπογιάς με πι-σι-μπι και μόλυβδο που τις περπατάς γίνονται σκόνη και τις αναπνέεις, ο ημικρετίνος με την πατατένια μύτη κόβει μισό κύκλο αριστερόστροφα μισό κύκλο δεξιόστροφα με ακτίνα μισό μέτρο ανάμεσα στις δυο εξόδους του βαγονιού ασταμάτητα, θες να τον αρπάξεις απ'το λαιμό και να τον κάνεις πουρέ, ανάθεμα το μουνί που ξηλώθηκε για να πετάξει στον καημένο κόσμο άλλο ένα σκουπίδι, ο θεός της υπομονής, ο ημίθεος του Ριταλίν, η δοκιμασία. Τα ποντίκια βουνά στις σιταποθήκες, το ένα πατάει στο άλλο και όλα πατάνε στον πολιτισμό, το ποντίκι ενάντια στο ποντίκι, σιταποθήκες, σκαταποθήκες. Το κακό χαρτί όπως και να το γυρίσεις σου φυσάει τα φράγκα. Η πόρτα κλείνει βαριά, τέσσερεις και σαράντα το πρωί, το γραφείο τελετών είναι άδειο, στο σταθμό βρωμάει ντήζελ, το πρώτο τραίνο φεύγει και φεύγω μαζί.

Δυο μήνες φυσάει ανατολικός, ανάποδος αέρας γι'αυτά τα μέρη, που φέρνει μια παγωνιά στην οποία δεν είμαστε ακριβώς συνηθισμένοι, μια ξερή παγωνιά με περίεργες ξάστερες νύχτες που δεν είναι ποτέ εντελώς σκοτεινές. Οι επιβάτες βιάζονται, τέτοια βιασύνη στον κόσμο, όλοι είναι σημαντικοί και τρέχουν για τις σημαντικές υποθέσεις τους, τίποτα δε μπορεί να περιμένει, αλλά στην πραγματικότητα ό,τι βρίσκεται στον κόσμο περιμένει, είναι το κοινό μυστικό μας. Σε λίγο θα τελειώσει το Νοττούρνο και θα παίξει η φωνή του εκφωνητή που θυμίζει ευγενικό μπάτλερ. Το τζάμι των γειτόνων το σπάσανε πρεζόνια. -Ξέρεις γιατί κάποια μέρη είναι τόσο φριχτά γκρι, φριχτά, φριχτά γκρι; Μου ήρθε επιφοίτηση τώρα. Είναι επειδή μένουν εκεί πολλά πρεζόνια. Και τα πρεζόνια δε νοιάζονται για τίποτα έξω από την πρέζα, και το σύμπαν γύρω τους γίνεται μουλιασμένο χαρτόνι, είπε ο Μ. καπνίζοντας ενώ βλέπαμε το Οξυάννα στο διαμέρισμά του σε ένα ξυλιασμένο Φλένσμπουργκ. -Δίκιο έχεις. Δεν το είχα σκεφτεί. -Ακόμα και αν η πρόθεση ήταν αρχικά καλή. Να, πάρε τη Χαρισλήα Στράσσε. Ή δες δάση και νερά που έχουν στην Οσεάνα και κοίτα πόσο σκατά την κατάντησαν. Δεν τους νοιάζουν τα δάση και τα νερά, τους νοιάζει η πρέζα. -Η πρεζουλίαση είναι τρέλα. Εννοώ, σύμφωνα με το Ντι-Ες-Εμ-5. -Ε, σάμπως τους άλλους τρελούς δεν τους καταπίνει η τρέλα τους πολλές φορές;

Η θέση μου είναι ζεστή, δίπλα μου κάθεται ένας άλλος μπλου κόλλαρ τύπος που διαφημίζει κι αυτός την εταιρεία του με το φωσφοριζέ μπουφάν του. Φτάνουμε στο Κόλινγκ, γίνεται η γνωστή έφοδος, το τραίνο γεμίζει και περνάει ο ελεγκτής, και τον ξέρω και με ξέρει. Αλλάζουμε μια ματιά καθώς περνάει βιαστικός όπως όλοι οι άλλοι, είναι το ξερό πέρασμα, πηγαίνει στην άλλη άκρη για ν'αρχίσει να κοιτάει τα μπιλιέτα, και ακούω εκείνο το μελωδικό nye rejs-nde με το μικρό ερωτηματικό στο τέλος που νόμιζα πως είχα ξεχάσει. Όταν επιστρέφει κρατιέται απ'το ράφι πάνω απ'το κεφάλι μου και χαμογελάει, -Hei. -Hej, hr. togfører. -Για πού τέτοια ώρα; Δουλειά; -Δουλειά. Παίρνω το τραίνο προς τα ανατολικά, για να πάρω το αεροπλάνο προς τα δυτικά, για να πάρω το ελικόπτερο προς τα ανατολικά, ό,τι είναι φτηνότερο για τον εργοδότη, όχι ό,τι είναι λογικότερο για το μούλο. -Έλα μπροστά. Βγάζω τ'ακουστικά και σβήνω το Νοττούρνο, δεν έχει σήμερα φωνή του εκφωνητή που θυμίζει ευγενικό μπάτλερ.

Καθόμαστε ο ένας αντίκρυ στον άλλο στο κουπέ του ελεγκτή, αφήνει τα μαραφέτια και τα κλειδιά πάνω στο τραπεζάκι, βγάζει το τζόκεϋ, στρώνει τα μαλλιά παρότι είναι στρωμένα, πίνει καφέ απ'το θερμός. Καθόμαστε ο ένας αντίκρυ στον άλλο χωρίς να μιλάμε ώσπου ακούγεται η ανακοίνωση για την επόμενη στάση. -Δε θ'αργήσω, μείνε. -ΟΚ. Ένα πακέτο Γκενεράλ, ο φορτιστής του κινητού και το θερμός στο τραπεζάκι. Ανάμεσα στη θέση και το ντουβαράκι ένα τσαλακωμένο κίτρινο βιβλίο Jævla hetero. Γελάω μόνος μου ένα περίεργο γέλιο μέσα στο κουπέ. Η συρόμενη πόρτα ανοιγοκλείνει μόνη της καθώς το τραίνο ξεκινά και το μπουφάν από την κρεμάστρα γέρνει. -Jævla hetero, hva? τον ρωτάω όταν γυρνάει. Κλείνει τη συρόμενη πόρτα με ένα κλικ, κάθεται, τα κάνει όλα πέρα στο τραπεζάκι και σερβίρει τα χέρια του. -Πώς και δε σε πέτυχα άλλη φορά; -Ανακλητός. -Αφού ήσουν μόνιμος. -Παραιτήθηκα πέρσι τον Απρίλη. -Γιατί; Χαμηλώνει το κεφάλι και κρύβεται κάτω από το γείσο του τζόκεϋ. 
 
Το υπόλοιπο ταξίδι γίνεται διαλογισμός. Κάθε τόσο φεύγει και τον ακούω από το διάδρομο να λέει nye rejs-nde. Έπειτα επιστρέφει, κλείνει τη συρόμενη πόρτα με το κλικ, κάθεται, βάζει τα χέρια του στο τραπεζάκι και κάνουμε διαγωνισμό βλέμματος.
 
Τέρμα στο αεροδρόμιο. Η αποβάθρα είναι άδεια. Στέκεται με το ένα πόδι στο σκαλί του βαγονιού και το άλλο στο τσιμέντο. Μοιάζει πάλι τόσο νέος. Ή ίσως απλά μοιάζει αφελής. Ένα παροδικό άνοιγμα στα σύννεφα στέλνει μια παρήγορη στιγμή. -Να πάρω τηλέφωνο; -Κάνε ό,τι θες.

--- 
 
Το καινούριο του σπίτι είναι ένα εικοσιοχτάρι ιστιοφόρο με θέα τη γέφυρα του Οέρεσουντ από τη μαρίνα του Λίμχαμν. Μας καλωσορίζει ένας κοκκινότριχος γάτος που περπατάει με την ουρά σηκωμένη πάνω στο κουζινάκι. Είναι στριμόκωλα όσο τίποτα και έχει κρύα υγρασία. Σερβίρει δυο ουήσκια σκέτα. Κάθομαι γιατί δεν είναι για να στέκεσαι. Από τα μακρουλά φινιστρίνια φαίνονται τα γείτονα βαρκάκια και μια ρανίδα ουρανού. Ο ελεγκτής είναι πολύ αξύριστος και τα μαλλιά του είναι άστρωτα. Ξέρω πως θέλει να ακούσω, η αφορμή μπορεί να ήταν άλλη, όμως ο αληθινός λόγος της παρουσίας μου εδώ είναι για ν'ακούσω. Ο γάτος ξαπλώνει πάνω στον ένα μου κουντεπιέ με τη ζεστή τριχωτή κοιλιά του. Στρατηγικός σύντροφος, γιατί τώρα δε μπορώ να κουνηθώ και δε μένει άλλο απ'το ν'ακούσω. Ακούω λοιπόν.
 
Παραιτήθηκε από τη δουλειά, έφαγε όλα του τα λεφτά από εδώ κι από εκεί, δε μπορούσε να πληρώσει το νοίκι, δανείστηκε από τη φίλη του την Καρολίνα και από δυο άλλους, αγόρασε το ιστιοφόρο από μια χήρα κοψοχρονιά. Του φάνηκε καλή ιδέα να ωθήσει τα πράγματα στο άλλο άκρο, για να μη μείνει η παραμικρή αμφιβολία πως ήταν jævla hetero (γελάσαμε και οι δυο, αλλά αυτός με πικρία). Άρχισε να πρήζει μπάλες για τον Ώκεσσον και τον Τραμπ, η πολυετής φιλία του με την Καρολίνα δηλητηριάστηκε, η Καρολίνα με τα τατουάζ χεληδόνια στις κλείδες και τη μωβ τούφα στα μαλλιά απείχε έτη φωτός από εκείνα τα σκατά. Αυτουνού του φαινόταν μονόδρομος, είχε αηδιάσει τόσο με τον ίδιο του, που έπρεπε να αηδιάσουν οι άλλοι τόσο για να ισορροπήσει το σίχαμα. Μεσοκαλόκαιρο η Καρολίνα κατέβηκε στη μαρίνα και τον βρήκε άλουστο με λερωμένα ρούχα σε αποδιοργάνωση να προσπαθεί να επιδιορθώσει το μικρό ντηζελοκαυστήρα, με γράσα και λάδια παντού πάνω του και στο πλεούμενο. Του έκλεισε ραντεβού στο γενικό γιατρό, τον ανάγκασε να ξαναγίνει άνθρωπος, έφερε κάποιους γνωστούς να βοηθήσουν με την καθαριότητα, τον συνόδεψε στο ραντεβού, περνούσε κάθε μέρα και σιγούρευε πως έπαιρνε τα Σεροξάτια, τον έβγαλε από τη λούμπα, του έσωσε τη ζωή. Καρολίνα, η τροφός-κολλητή, είχα γράψει το καλοκαίρι του '24 και τώρα μπορώ να το παινευτώ, ήμουν εύστοχος. Ερχόταν χειμώνας, έπρεπε να πληρώσει για τη θέρμανση, το ιστιοφόρο έχει θερμοαπώλειες, έπιασε το πρώην αφεντικό του και ζήτησε να του δώσουν τη θέση πίσω, δεν έχει θέσεις, του είπε, και τον έκανε ανακλητό, και τώρα τα φέρνει βόλτα τσίμα τσίμα. Ετοιμάζεται να πουλήσει το ιστιοφόρο και να επιστρέψει στο νοίκι, αλλά όχι στο διαμέρισμα που έμενε με το Μάρκους, επειδή αυτός βρήκε άλλον συγκάτοικο στο μεταξύ. Την ουρά στα σκέλια δηλαδή και να μαζέψει τα σπασμένα. Θα μπορούσα να χτίσω σπίτι με τα λάθη μου. Φλας μπακ στην τελευταία φορά που είχαμε ιδωθεί, ξάπλωνε στο κρεβάτι στο Κόλινγκ ενώ ντυνόμουν και έκλαιγε ήσυχα ήσυχα, και δεν το πήρα πρέφα ώσπου είχα φορέσει το μπουφάν και είχα δέσει τα κορδόνια. Τι στην ευχή, είχα ρωτήσει, τίποτα δε με είχε προϊδεάσει, και μου είχε πει να μη με ξαναδείς, εντολή, ειπωμένη με αγωνιώδη απέχθεια. Εκείνη τη στιγμή αναρωτήθηκα αν θα σηκωνόταν τρελαμένος με κανένα σουγιά και θα γινόμασταν μουνί, ήμουν έτοιμος όπως και να'χει. Αλλά έμεινε ακίνητος στο κρεβάτι σαν άρρωστη γριά, και είπε πως θα επισκευάσει αυτό που έχει στραβώσει εντός του, και πως ήμουν μολυσμένος και τον μόλυνα κι αυτόν, και γι'αυτό να μη με ξαναδείς. Και δεν τον ξαναείδα, σύμφωνα με την επιθυμία του. Ώσπου συναντηθήκαμε τυχαία στο τραίνο, και μετά με πήρε τηλέφωνο ενώ ήμουνα στη ντουζιέρα στην πλατφόρμα, και βγήκα στάζοντας παντού γιατί ήταν λάθος ώρα για τηλέφωνα, νομίζοντας πως είχε συμβεί κάτι απ'αυτά που δε θέλω να συμβούν, αλλά ήταν απλά ο ελεγκτής που ήθελε να τον πηδήξω.
 
Τώρα, τελοσπάντων, πίσω στην ταινία του Κάουρισμακι. Στο μικρό πάγκο είναι το ρολόι χειρός του και κάτι μπροσούρες για δημοτικές υπηρεσίες ψυχικής υγείας. Τα δευτερόλεπτα της τρέλας στάζουν σαν γλυφό νερό από σταλακτίτη, τσικ-τσακ-τσικ-τσακ, και πέφτουν στη θάλασσα. Σηκώνει το στρώμα του τύποις κρεβατιού και από κάτω βγάζει ένα διαβατήριο και από μέσα βγάζει τη φωτογραφία που μας είχε βγάλει ένας γέρος στο Ρίμπερσμποργκ κοντά δυο χρόνια πριν. Είναι καλή φωτογραφία, με στέλνει πακέτο σ'εκείνο το πρωί, στις βρεγμένες σανίδες, στο νερό, στο κεφάλαιο από βιβλίο που διάβασε ένα κορίτσι ξαπλωμένο στον ήλιο που έπαιζε ανάμεσα στα φύλλα των δέντρων κάποιο κεχριμπαρένιο καλοκαίρι. Τρίβω το κούτελό μου και του επιστρέφω τη φωτογραφία.
 
-Είναι ώρα για προσευχή;
-Αν είσαι έτοιμος.  
 
Το γιατριλίκι εγκαθιστά μια παρανόηση, πως είναι στο χέρι σου να θεραπεύσεις. Αλλά δε μπορείς να θεραπεύσεις. Μπορείς να χορέψεις το χορό του σαμάνου, να κουνήσεις τις κουδουνίστρες με την άμμο, να ταΐσεις τον άρρωστο βότανα και να τον ποτίσεις πικρά ζουμιά, αλλά η θεραπεία είναι απόφαση του άρρωστου κορμιού. Πολλές φορές τα κάνεις όλα, σύμφωνα με τους νόμους της τέχνης, με όλη σου τη δύναμη, με όλη σου την επιθυμία, και το άρρωστο κορμί παρολαυτά αποφασίζει να επιμείνει στην αρρώστια του. Η κρίση σου δοκιμάζεται στην απόφαση του πότε τα κάνεις όλα, πότε κάνεις μερικά, και πότε αφήνεις τα πράγματα να τσουλήσουν χωρίς παρέμβαση. Ενίοτε η μη-παρέμβαση είναι ακριβώς η ιδανική συμβολή, και η ευαίσθητη ισορροπία καταφέρνει και δε γκρεμίζεται, και όλα πάνε καλά. Το βάρος της ενοχής, αν έκανες αρκετά ή αν έκανες πάρα πολλά, το κουβαλάς για πάντα. Ξέρω πως είναι η κακή φωνή, ξέρω πως είναι αδυναμία να υποκύπτω, ξέρω πως δεν έχει νόημα να καταπιάνομαι με τι-και-αν...

---

Στον παράδρομο με τις εργατικές κατοικίες το χαλύβδινο ταυ και τα θρύψαλα απ'το γυαλί έχουν καθαριστεί. Το παράθυρο του υπερυψωμένου ισογείου έχει ακόμα το τζάμι σπασμένο. Ο αέρας γύρισε σωστός βορειοδυτικός, έχει αδιαπέραστη ομίχλη, βρέχει αρμυρό σπρέυ, οι μπότες γλιστράνε στα τσιμέντα. Η πούντα μαλάκωσε. Τρεις βδομάδες και κάτι ψιλά, πόσο γκρίζα έχει γίνει αυτή η γειτονιά, πόσα χάπια περνάνε σακιά απ'το λιμάνι, πόσοι παραπατάνε στον κόσμο. Τρεις βδομάδες και κάτι ψιλά και είμαι πάλι σπίτι. Στην πολυθρόνα δίπλα στο καλοριφέρ αναλαμβάνω να στεγνώσω εκείνη την κρύα υγρασία απ'το ιστιοφόρο του ελεγκτή.

---

Ι caught a golden wave
It left me lost at sea
I turned crazy
Wild and awake
The ocean was angry
Foaming at the mouth

Turning in the undertow
Turning in the undertow
Turning in the undertow
Turning in the undertow
Mistakes, oh you paid and paid and paid for
Sun breaks, but you're finding only shadow

So you paid and paid and paid
So you paid and paid and paid
(Oh you paid and paid and paid and paid)

X-ISLE 00

By myself I'd be in Árd Tí Cuain
Where the mountain stands away
And ’tis I would let the Sunday go
In the cuckoo’s glen above the bay


Agus, och och Éire lig is o
Éire lionndubh agus o
Ah, the quiet land of Érin


Ah my heart is weary all alone
And it sends a lonely cry
To the land that sings beyond my dreams
And the lonely Sundays pass me by


I would travel back the twisted years
In the bitter wasted winds
If the God above would let me lie
In a quiet place above the winds






. . .



Cada hombre un tirano

  En las tablas se puede silbar al tirano; en el mundo hay que sufrirle; allí se le va a ver como una cosa rara, como una fiera que se enseña por dinero; en la sociedad cada preocupación es un rey; cada hombre un tirano; y de su cadena no hay librarse; cada individuo se constituye en eslabón de ella; los hombres son la cadena unos de otros.

M J de Larra

Άρχισα μαθήματα πιάνου λίγο πριν τα πέντε. Ξεκίνησα στο τοπικό ωδείο της Φέλντστράσσε που είναι δίπλα στο δανέζικο σχολείο. Η μάνα μου έλεγε την ιστορία με μεγάλη ικανοποίηση, πώς με πήγε στο ωδείο και είπε στον υπεύθυνο εγγραφών να μου δείξει τα όργανα που είχαν στην αίθουσα συναυλιών για να διαλέξω. Αυτός μου έδειξε και με ρώτησε τι μου άρεσε περισσότερο. Εμένα μου άρεσε η άρπα. Τότε η μάνα με έκοψε, ανακοίνωσε πως είχα δει αρκετά, και πως θα μ'έγραφε να μάθω πιάνο. Ο υπεύθυνος απορούσε με μπανάλ γερμανική ευθύτητα, Was soll denn der Zirkus? Sie wussten doch eh, Sie hatten doch längst entschieden, was er machen soll.. (Γιατί λοιπόν το θέατρο; Αφού είχατε εξ αρχής το πλάνο σας.) Και η μάνα μου έκλεινε την αφήγηση με την απάντησή της: Damit er Disziplin lernt. Egal, was er will. (Για να μαθαίνει πειθαρχία. Ασχέτως του τι θέλει.) Δε θυμάμαι την ιστορία πρώτο χέρι. Η καταγραφή η δική μου αρχίζει από το πρώτο μάθημα στο ωδείο. Τα πόδια μου δεν έφταναν στο πάτωμα ούτε στα πεντάλ. Το πρώτο κομμάτι που έπαιξα λεγόταν Τζο-τζο ο Ινδιάνος και ήταν η επανάληψη του ντο για καμιά δεκαριά μέτρα σε διάφορες αξίες. Ήταν πολύ δύσκολο και το δούλευα βδομάδες. Το βιβλίο ήταν οριζόντιο, όπως τα πρώτα πεντάγραμμα τετράδια για παιδιά, με μεγάλα στοιχεία. Ο Τζο-τζο χόρευε δίπλα στη φωτιά στην πάνω αριστερή γωνία της σελίδας.

Μερικά χρόνια αργότερα, αρχή του έτους, μέσα Αυγούστου, μας είχανε όρθιους έξω από μια αίθουσα θεωρητικών, και ένας ένας περνούσαμε για να μας ακροαστούν οι κυρίες της χορωδίας. Η μάνα στην Αυστραλία, ο πατέρας στο Αμβούργο. Με πρόσεχε η αδερφή του πατέρα μου, η κυρία-θεία, στο Ντούνζουμ. Είχε σημειωμένη την ώρα και την ημερομηνία της υποχρέωσης στο περιοδικό με τα σταυρόλεξα. Πήγαμε στο ωδείο με το πράσινο Όπελ. Την κυρία-θεία την ένοιαζαν οι υποθέσεις του ωδείου μου όσο ένοιαζε εμένα το περιοδικό με τα σταυρόλεξα που την κρατούσε απασχολημένη ενώ με περίμενε στο αυτοκίνητο. Όταν ήρθε η σειρά μου, μπήκα στην αίθουσα και μια από τις κυρίες της χορωδίας καθόταν στο πιάνο. Μου υπέδειξε να σταθώ πάνω στο ξύλινο βάθρο στο οποίο κανονικά στεκόταν ο δάσκαλος των θεωρητικών. Μου είπε να τραγουδήσω τη ντο μείζονα. Έπαιξε ντο - ντο ανεβαίνοντας για να καταλάβω. Έκανα να πω τις νότες αλλά δεν έβγαινε ήχος. Εμπρός λοιπόν. Ντο, ρε, μι, φα... τραγούδησε για να μου δείξει. Μετά από μερικές προσπάθειες έκραξα Ντο, ρε, μι, φα... αλλά στην πράξη φα, φα, φα, φα... ή ίσως κάτι πιο στρυφνό όπως ένα φα και κάτι βυζαντινά μόρια, τελοσπάντων, ένας καυλωμένος γάιδαρος θα τα είχε καταφέρει πιο καλά. Η κυρία της χορωδίας περίμενε μια στιγμή και μετά είπε Ach, nein. Das geht nicht. Όταν βγήκα πάλι στο διάδρομο είχα την αίσθηση πως είχα διαπράξει κάποιο φοβερό παράπτωμα. Μετά από μένα μπήκε ο Πρέμεκ και τραγούδησε δυνατά και καλοκουρντισμένα ντο, ρε, μι, φα... Ο Πρέμεκ ήταν στην ηλικία μου. Ήταν ένα στρογγυλό μελαχροινό παιδί και τον έφερνε πάντα στο ωδείο η μάνα του με τα μεγάλα σκουλαρίκια. Μάθαινε κλαρινέτο. Υπήρχε μια έντονη σοβαρότητα γύρω από το θέμα της καριέρας και της προόδου του Πρέμεκ. Πηγαίναμε μαζί στα θεωρητικά. Είχε καπλαντισμένα πεντάγραμμα και ένα μηχανικό μολύβι με χρυσά γράμματα. Ήταν συγκεντρωμένος και δε χαζολογούσε. Οι ασκήσεις του ήταν καθαρογραμμένες χωρίς λάθη και μουντζούρες. Ο Πρέμεκ ήταν φυσικό που τραγούδησε ωραία στην ακρόαση για τη χορωδία. Δε με απασχόλησε. Η κυρία-θεία ήταν ανακουφισμένη όταν εμφανίστηκα επειδή είχε δουλειές να κάνει. Στο δρόμο για το σπίτι μέσα στο πράσινο Όπελ δίπλα σε ένα βουνό σακούλες από το Ρέβε, με έπεισα πως το θέμα της χορωδίας είχε λήξει και το έβγαλα απ'το νου μου.

Μήνες μετά στη συνάντηση γονέων και εκπαιδευτικών θίχτηκε το γεγονός πως δεν τραγουδούσα και αν δε γινόταν κάτι με το σολφέζ θα έμενα μετεξεταστέος. Αυτό ήταν αδιανόητο. Όταν γύρισε η μάνα μου απ'το μπάρκο με έβαλε να σταθώ δίπλα στο πιάνο και μου είχε πει, κάμε όπως ο Πρέμεκ! και έπαιζε τις νότες. Μπορούσα να τις τραγουδήσω, αλλά μόνο και μόνο επειδή είχα το πιάνο οδηγό. Μόλις σταματούσε το βούλωνα. Τα χέρια μου ίδρωναν. Τι έχει δηλαδή ο Πρέμεκ που δεν έχεις εσύ; Εν τέλει μου τις έβρεξε.

/

Το πατρικό μου είναι ένα παλιό διώροφο αγροτόσπιτο τυπικό της περιοχής. Έχει ένα μεγάλο, άδειο σαλόνι, που παλιά χωρούσε μια Μαλτέζα με τα δέκα της παιδιά και τις γειτόνισσες που έρχονταν επίσκεψη. Το σαλόνι παρέμεινε αχανές παρά τις τροποποιήσεις στο κτίσμα με τα χρόνια. Αλλά η μάνα μου έδωσε εντολή το πιάνο να στηθεί στο δωμάτιό μου και δεν άκουγε κουβέντα. Το δωμάτιό μου είναι μικρό, με ένα μεσότοιχο από ψευδοροφή και δυο παγωμένα εξωτερικά ντουβάρια εκτεθειμένα στο βορειοδυτικό καιρό, που είναι ο χειρότερος καιρός που βρίσκει το νησί. Το πιάνο δε μπορούσε να έχει πλάτη στα εξωτερικά ντουβάρια, που κάθε τόσο έπιαναν μούχλα και ήθελαν καθάρισμα και βάψιμο, αλλά εγώ μπορούσα γιατί δεν είμαι ξύλινος. Μετακίνησαν το κρεβάτι μου που ήταν ακουμπισμένο στο ζεστό μεσότοιχο στην απέναντι μεριά, και στην πρώην θέση του κρεβατιού έβαλαν το πιάνο. Η μάνα μου ήταν της γνώμης πως το πιάνο έπρεπε να είναι το πρώτο πράγμα που θα έβλεπα όταν ξυπνούσα και το τελευταίο πριν κοιμηθώ. Οτιδήποτε άλλο θα λειτουργούσε ενάντια στην ευόδωση του σχεδίου που είχε για μένα, να γίνω καριερίστας. Ήμουν χαρούμενος που μου είχαν αγοράσει πιάνο, γιατί προηγουμένως έπρεπε να πηγαίνω στο ωδείο να διαβάζω. Το πρώτο βράδυ που ξάπλωσα να κοιμηθώ στη νέα θέση, οι τοίχοι αντανακλούσαν κρύο, δεν είχα πού να κρυφτώ, και δεν ήταν καν χειμώνας.

Δε συνέβη από τη μια μέρα στην άλλη, ήταν μια αργή διαδικασία, αλλά η ιδέα της μάνας μου δεν ήταν άστοχη. Απέκτησα μια στενή, προσωπική σχέση με το βερολινέζικο πιάνο, με το οποίο ζούσαμε σαν παντρεμένοι. Στην αρχή κάθε φορά που το αντίκριζα ήταν αναμέτρηση. Σε αντίθεση με τα πιάνα του ωδείου, που όταν τέλειωνε η μελέτη, τα άφηνα στη σκοτεινή τους αίθουσα και τα ξεχνούσα μέχρι την επομένη, από εκείνο το πιάνο δε μπορούσα να ξεφύγω. Με τον καιρό κατέστη σαφές πως κανένας από τους δυο μας δεν είχε σκοτεινές προθέσεις. Η μελέτη και ο χαβαλές έχασαν τα αφορισμένα όριά τους, οι ώρες της σιωπής και οι ώρες της φασαρίας έχασαν τα αφορισμένα όριά τους. Τον πρώτο καιρό έκλεινα το καπάκι όταν σταματούσα να παίζω. Αυτό είχε ως συνέπεια να ανοιγοκλείνω το καπάκι δεκάδες φορές μέσα στη μέρα. Το καπάκι με τις αλλαγές της θερμοκρασίας στο παλιό σπίτι άλλοτε έκλεινε εύκολα, άλλοτε σκάλωνε με τη συστολή και διαστολή των ξύλων, και καλούσα τον πατέρα για βοήθεια. Αυτό συνεχίστηκε για ένα διάστημα, ώσπου η υπομονή του πατέρα εξαντλήθηκε, και μου είπε, καλύτερα να το κλείνω μόνο όταν ήταν να πάμε για ύπνο, το πιάνο κι εγώ. Η απαλοιφή των ορίων ήταν ο απώτερος σκοπός της μάνας μου, και τον πέτυχε χωρίς να χρειαστεί να εμπλακεί ιδιαίτερα, και το πιάνο έγινε μέρος του εαυτού μου, και ο εαυτός μου έγινε μέρος του πιάνου, και με ασταθές αλλά πολύωρο πρόγραμμα ως την αυλή έφταναν ταλαιπωρητικές κλίμακες, τα ίδια και τα ίδια λάθη, ταν-ταν-ταν-ταν ξανά και ξανά τα ίδια μέτρα, μπουρδουκλώματα και παροδικές μελωδικές εκλάμψεις, και μερικές φορές οι γείτονες κάνανε αστεία, όπως πόσα χρόνια θα έπαιρνε ώσπου να ακούγομαι χωρίς να τρέχουν δάκρυα απ'τα αυτιά τους, που ο πατέρας αντιπαρερχόταν χαμογελαστός. Η μάνα ήταν ικανοποιημένη. Έτσι κι αλλιώς τον περισσότερο καιρό ήταν απούσα, οπότε δεν υπέφερε ακούγοντας σονατίνες σε ατέρμονη επανάληψη.

Στο σχολείο έπεφτε καζίκι και υπέφερα. Βιαζόμουν να γυρίσω σπίτι, στο δωμάτιό μου, να βάλω τα γόνατα κόντρα στο στο ζεστό ξύλο και να κάτσω τον κώλο μου στο σκαμπώ που άνοιγε και μέσα είχα κρυμμένο ένα ξύλινο κουτί με ένα σκαλισμένο έντομο που κουνούσε τα μικροσκοπικά ξύλινα πόδια του. Στο ωδείο συνέκρινα επίμονα τα πιάνα στις αίθουσες διδασκαλίας με το δικό μου, και έβρισκα διαρκώς νέους τομείς στους οποίους υστερούσαν, πάντα υστερούσαν. Τώρα σκέφτομαι τη μάνα μου ιδιοκτήτη ενός κουνελιού-νάνου ο οποίος είχε την αιφνίδια έμπνευση να του αγοράσει μια ξύλινη κουδουνίστρα από αυτές που πουλάνε στα πετ-σωπ. Σκέφτομαι τη χαρά της που το κουνέλι-νάνος έπαιζε με την κουδουνίστρα του κάθε μέρα, για μέρες, για βδομάδες, για μήνες, για χρόνια, και δε βαριότανε ποτέ. Και δε βαριόμουνα ποτέ.

/

Ένα φεγγάρι που η μάνα μου ήταν σπίτι ήρθε να με πάρει απ'το ωδείο και η δασκάλα με έβαλε να περιμένω έξω από την αίθουσα και μιλούσε πίσω από την πόρτα μαζί της. Η μάνα μου έλεγε στη δασκάλα να με χτυπάει και να μη με λυπάται, πως ήθελα πειθαρχία. "Disziplin", μια από τις αγαπημένες λέξεις της μάνας μου, κοντά στις "γαμώ (το Χριστό σου και την Παναγιά)" , "κωλονήσι", "Rauchpause", "εδέσαμε", έτσι, σαν καρικατούρα. 

Η δασκάλα έλεγε για το σολφέζ και τη χορωδία, έλεγε πώς σκεφτόταν να με βάλει να παίξω ντουέτο με τον Πρέμεκ για να με τραβήξει πάνω. Η μάνα μου συμφωνούσε πως θα μου έκανε καλό να πάρω παράδειγμα από τον Πρέμεκ, που είχε αυτοπεποίθηση και ήταν γερός μαθητής. Εγώ καθόμουν εκεί έξω μικρός και θυμωμένος και μισούσα τον Πρέμεκ.

Μας βάλανε και παίξαμε το Ständchen D889 του Σούμπερτ. Ο Πρέμεκ έκανε πως δεν υπήρχα. Δεν ήξερα τότε πως αυτό δεν είχε να κάνει με μένα, αλλά με τον ίδιο τον Πρέμεκ. Το πήρα φυσικά προσωπικά, γιατί στο νου μου ο Πρέμεκ ήταν ο αντίπαλος, και είχα πάρει άρρητη εντολή να τον λιώσω σαν ψαλίδα στο πλακάκι του μπάνιου. Ο Πρέμεκ δεν ήθελε άλλο παρά να κάνει καλή εντύπωση στη δασκάλα του και στη δασκάλα μου και σε όποιον άλλον είχε εξουσία, ήθελε να είναι άριστος, γιατί, όπως και σε μένα, του είχαν πει πως αυτό το πράγμα ήταν υψίστης σημασίας, και φοβόταν, όπως κι εγώ, πως αν δεν ήταν καλός, δε θα τον αγαπούσε κανείς. 

Όταν ήμουν μικρός δεν ήθελα να πάω σχολείο. Ο πατέρας με άφηνε στο νηπιαγωγείο και εγώ έβρισκα μια γωνία και έκλαιγα ήσυχα. Τον είχαν κουβαλήσει πολλές φορές από τη δουλειά γιατί μόνο όταν τον ξανάβλεπα σταματούσα το κλάμα. Κάποτε περνούσαμε με το αμάξι από του Γιαν στο Ντούνζουμ και ρώτησα τι βρωμούσε έτσι, πούχα-πού-πούχα-πουχά. Ο Γιαν είχε φάρμα με γουρούνια, αλλά αυτό το έμαθα κατοπινά. Η μάνα μου επινόησε στη στιγμή τη γουρουνοσχολή, που ήταν το μέρος που πήγαιναν τα παιδιά που δεν έπαιρναν από μουσική και γράμματα, τα παιδιά που δε θέλαν το σχολείο. Ήταν τέτοια η μπόχα, και εμπιστευόμουν τη μάνα μου απόλυτα, οπότε έφαγα την ιστορία. Ώσπου έμαθα πως δεν υπήρχε γουρουνοσχολή, με τρομοκρατούσε το ενδεχόμενο. Ήμουν αργός και δεν είχα παρέες και τελοσπάντων, έφτασα στην τέταρτη τάξη προτού αμφισβητήσω το θέμα της γουρουνοσχολής. Υποψιάζομαι πως η μάνα του Πρέμεκ τον είχε κι εκείνον κρεμασμένο απ'το σβέρκο με κάποια παραλλαγή της γουρουνοσχολής.

Δε θέλαμε να απογοητεύσουμε, γιατί αν απογοητεύαμε ο κόσμος θα κατέρρεε και ποιος ξέρει τι χάος θα ακολουθούσε, ε; Το κομμάτι ήταν εύκολο. Η δασκάλα έλεγε να βάζω το μετρονόμο στο 30 σπίτι για να μην το χαλάσω. Εγώ στο σπίτι μελετούσα τα υπόλοιπα και το Ständchen το περνούσα μια φορά χωρίς μετρονόμο για να βγω από την υποχρέωση. Δε μου άρεζε ο Σούμπερτ. Δε μου άρεζε το κλαρινέτο. Και κυρίως δε μου άρεζε ο Πρέμεκ.

Παίξαμε το Ständchen D889 και η μάνα μου έλειπε. Αν ήταν εκεί θα μου έλεγε πως δεν ήμουν καλός, πως είχα χάσει εκεί το τέμπο και πως δεν είχα σωστά τον καρπό στο τάδε σημείο και πως το πέμπτο δάχτυλο ήταν τεντωμένο εκεί που έπρεπε να είναι χαλαρό και όλα αυτά που μου είχε πει άλλες φορές με τη δασκάλα να συμφωνεί και να επαυξάνει, γιατί η μάνα μου ήξερε από μουσική, όχι τόσο ώστε να είναι μουσικός, αλλά αρκετά για να ασκεί κριτική. Θα ήταν ακόμα πιο ντροπιαστικό αν είχε τόσες παρατηρήσεις συγκεκριμένα για εκείνο το άχρηστο κομμάτι του Σούμπερτ που με είχαν αναγκάσει να παίξω με τον Πρέμεκ. Αλλά ευτυχώς εκείνη έλειπε και το μόνο που χρειάστηκε να αντιμετωπίσω ήταν το τηλεφώνημα στις πέντε το πρωί ώρα δικιά μας, μεσημέρι δικιά της, όπου με ρώτησε ανάμεσα στη μια τζούρα και στην άλλη: Ήσουν διαβασμένος; Ο Πρέμεκ; Ήτανε διαβασμένος; και δεν την απογοήτευσα και ο κόσμος δεν κατέρρευσε και δεν ακολούθησε κανένα χάος. Το μόνο που ακολούθησε ήταν το κλείσιμο ρουτίνας Εντάξει μπάμια, δώσε μου τώρα τον πατέρα σου.

Η μάνα μου πρόλαβε και πέθανε ενάμιση χρόνο μετά από το αναθεματισμένο Ständchen D889 και κανείς δεν έκανε ξανά επισταμένη κουβέντα για τον Πρέμεκ. Το μέτρημα των πούτσων έκοψε, δε χρειαζόταν να την έχουμε πάντα μεγαλύτερη, αυτά ήταν κουσούρια της μάνας μου απ'τη ζωή που έκανε. Ο πατέρας που χαιρόταν με τα λίγα σαν προτεστάντης, μερικές φορές ερχόταν και στεκόταν χαμογελαστός δίπλα στο πιάνο όταν έπαιζα Moscheles ή Czerny ή κάποια άλλη μαλακία άσκηση και μου έλεγε πάντα πως έπαιζα ωραία, και έμοιαζε περήφανος. Αυτό ίσως και να ήταν παιδαγωγική τακτική, αλλιώτικη απ'της μάνας μου, δεν ξέρω. Τρόπον τινά εβραίος γιαλατζί, μεγαλωμένος στο νησί καθώς ήταν κι αυτός, από μάνα ντόπια γεννημένη προτεστάντισσα, βαμμένος απ'την αντίληψη του τόπου, αλλά το μεδούλι ήταν εβραίικο σωστό και αυτό που τον ικανοποιούσε περισσότερο απ'όλα ήταν που μάθαινα πειθαρχημένος ό,τι μου δίδασκαν, γιατί ο σωστός εβραίος πρέπει να είναι μορφωμένος και πολύγλωσσος για να αναπληρώνει για την εβραιοσύνη του, που είναι μειονέκτημα εξ ορισμού. Από κεκτημένη ταχύτητα συνέχισα στο αυλάκι που είχα μπει σαν μπάλα του μπόουλινγκ και έφτασα να τελειώσω από το ωδείο στο Λύμπεκ, υποσχόμενος και αυτά κι εκείνα, αν και δε μπόρεσα ποτέ να τραγουδήσω, αυτό ήταν ανικανότητα. Έτσι όπως κάποιος γεννιέται κακάσχημος, έτσι εγώ γεννήθηκα κακόφωνος. Τον Πρέμεκ τον βρήκε δύσκολη εφηβεία και τα παράτησε όλα κάπου στα δεκαπέντε. Όταν τον συνάντησα φοιτητής στο Αμβούργο έπαιζε μπάσο σε hair metal tribute μπάντα και ήταν εντάξει.

/

Το βερολινέζικο πιάνο είναι ακόμα στο δωμάτιό μου, ακουμπισμένο στον ίδιο μεσότοιχο από ψευδοροφή. Ήταν από παλιό στοκ που είχε ξεμείνει σε έναν γνωστό των Τρύμπγκερ στο Αμβούργο, από τα τελευταία που έβγαλε η εταιρία του Αουγκούστ Γκραντ πριν κλείσει το '88. Οι γονείς μου το πήρανε κοψοχρονιά επειδή ο έμπορας ήθελε να αδειάσει την αποθήκη. Δεν έχει το χαρακτήρα των σοβιετικών ούτε την ψηφιακότητα των γιαπωνέζικων. Είναι ένα γερμανικό πιάνο, με καθαρό ήχο και μέτρια σκληράδα στα πλήκτρα, όπως συνήθως είναι τα γερμανικά πιάνα. Είναι από παλίσανδρο, κοκκινωπό, επιλογή της μάνας μου, η οποία συνειδητοποίησα τριάντα χρόνια μετά πως ήταν σκόπιμη, για να είναι ασσορτί με μένα τον ίδιο. 

Το πέρασμα του χρόνου είναι το πέρασμα από το ένα στο άλλο τυχαίο σημείο, αλλά όταν τα σημεία ενωθούν με τη γραμμή της μνήμης, η τυχαιότητα εξαλείφεται, και όλα μοιάζουν να ήταν διαδοχές στρατηγημάτων, σαν άσκηση ανάλυσης συγχορδιών.

Οι ευτυχίες λύνονται πάντα προς θλίψη, όπως στη δεσπόζουσα μεθ'εβδόμης η έβδομη λύνεται πάντα προς τα κάτω. Η εξαίρεση εξαντλείται σε αρμονικές ιδιοτροπίες, στο παγωμένο απόγευμα που η σόμπα φλογώνει τη μούρη, στο ένα δάχτυλο σκόνη κάτω από το καπάκι που σκουπίζω με το μανίκι, η εξαίρεση είναι αυτή που είναι, ποιος είμαι εγώ για να ζητήσω τα ρέστα από την ευρωπαϊκή μουσική;


Φαινομενολογία της αθωότητας

05.2025

Όπως έχει δωθεί στη συνείδηση, όπως έχει δωθεί στον κόσμο
κεντημένη στο χρόνο όπως μια πούλια, ξηλώνεται όπως μια πούλια
ένα βράδυ από μια εσάρπα και χάνεται για πάντα
στο ύφασμα όμως μένει η ορφανή κλωστή, 
η ουλή, το πέρασμα της βελόνας, εκεί που βρίσκει συνεχώς το δάχτυλο της κοπελιάς όταν φοβάται,
στο γρέζι, στην ασυνέχεια, στη μνήμη.

Οι πασχαλιές έχουν ανθίσει, ο κόσμος έχει ξαναβρεί το χρώμα του. Η πρώτη άνοιξη χάνεται μαζί με τα στοιχειά στο πρώτο φως, ο κύκλος της προσμονής ξεκίνησε τη νύχτα. Δίπλα στις ρεματιές ξυπνάνε οι αστρίτες, κι όπως ο ευνούχος κόβει δρόμο μέσα από τις φεστούκες, τα φίδια τον προειδοποιούν να βλέπει πού πατάει. Οι κουφοξυλιές στοιχίζουν το μονοπάτι και οι χωριάτες που πιστεύουν στην προστασία του φυτού κοιμούνται μακαρίως, η πραγματικότητα όμως είναι όπως τα δαχτυλίδια στο νερό, το ένα δαχτυλίδι μες στο άλλο, και στο τέλος τους η όχθη αφορισμός. Πού πάει ο ευνούχος τέτοια ώρα;

Οι πασχαλιές είναι τα αγαπημένα άνθη της πριγκίπισσας. Στο λαιμό της έχει πάντα δυο δαχτυλιές λάδι, στη μέση του κάθε στερνοκλειδομαστοειδή, και όταν οι ιππότες γονατίζουν για να τη χαιρετήσουν, τους παίρνει η ευωδία και είναι αδύνατο να πουν αν είναι το λάδι απ'το λαιμό της ή τα δέντρα φορτωμένα άνθη σε όλη τους τη δόξα, αλλά δεν έχει σημασία, γιατί τους χτυπάει σαν κουτελίτης. Οι δεσποινίδες της αυλής κουβεντιάζουν πίσω απ'τις βεντάλιες και ακολουθούν το ίχνος που αφήνει η μυρωδιά σαν σκυλόψαρα καταραμένα σ'αιώνια πείνα. Κανείς δεν τολμάει να ρωτήσει. Μυστικά σαν αυτό δεν προορίζονται ποτέ για τους υποτελείς.

Όταν η πριγκίπισσα ήτανε μικρή, η μάνα της έβαζε πάντα δυο δαχτυλιές λάδι στο λαιμό, και το λάδι μύριζε κάτι που θύμιζε πασχαλιά από μισοξεχασμένο όνειρο. Το έβγαζε από ένα μικρό μπουκάλι με στενό ρύγχος, που αγόραζε από τον Εβραίο σ'εκείνο το μαγαζί που είχε δυο δάχτυλα απολιθωμένη σκόνη, όταν αγόραζε αρώματα και για την ίδια. Ο ευνούχος, τότε ακέραιος ακόμα, γνώρισε καλά εκείνο το λάδι, το έμαθε από όλες τις πλευρές, πώς ήταν ένα πλύμα από ηλιόσπορο, πώς ήταν ένα ανακάτεμα από άλλες ιστορίες, λιλιάλ και διϋδροπαράγωγα του Εντουάρ Ντεμόλ, ένα παρασκεύασμα παγίδα μες στο δάσος. Αν το κοιτούσε από μακρυά, ίσα και τον ξεγελούσε πως ήταν πασχαλιά. Ο ευνούχος γνώρισε καλά και την πριγκίπισσα, την έμαθε από όλες τις πλευρές, πώς ήταν το τέλειο παιδί του πατέρα και της μάνας της, πώς είχε την πονηριά του βασιλιά στο βλέμμα και τη σκληράδα της βασίλισσας στο στόμα, πώς ήταν ατίθαση και αψιά σαν τα κρασιά που βγάζαν τα αμπέλια της κοιλάδας, πώς ήταν η ίδια της οι λίμνες και το δάσος, πώς ήταν η ίδια της η πασχαλιά, κρυμμένη πίσω από την παγίδα.

Σε μια ισπανική μετάφραση ενός βιβλίου για το εργοστάσιο του Γκρας ο νεαρός βρήκε μια φωτογραφία που έδειχνε τα δυνατά χέρια μιας εργάτριας να σηκώνουν ένα κόσκινο γεμάτο ανθοπέταλα. Ήταν η παλιά τεχνική του ενφλεράζ, που είχε γίνει δημοφιλής στους αριστοκράτες της νότιας Ευρώπης το 18ο αιώνα. Μια τεχνική απλή αλλά κοπιώδης, ο μόνος τρόπος να εγκλωβιστεί το παροδικό, ευαίσθητο άρωμα λουλουδιών όπως της πασχαλιάς. Λάδι ελιάς και μελισσοκέρι, και στο κρεβάτι αυτό το νεκρικό τα φρεσκοκομμένα άνθη της πασχαλιάς, καθαρισμένα, σκουπισμένα προσεκτικά από τη δροσιά, σκεπασμένα με ένα πέπλο μουσελίνας, βράδυ και πρωί, για όσο διαρκούσε η ανθοφορία, δυο ή τρεις βδομάδες τη χρονιά, τριάντα με εξήντα φορτίσεις του λαδιού, τριάντα με εξήντα επιτάφιοι, όσοι επέτρεπε ο καιρός. Αυτό που δε γράφουν τα βιβλία είναι το άγνωστο μαγικό, η υπομονή. Ο νεαρός δεν ανακάλυψε το μαγικό από εξυπνάδα, αλλά επειδή ο τόπος που τον γέννησε το μαρτύρησε, σαν από χάρη. Ο αέρας που παίρνει την άμμο και τη λειαίνει σαν γυαλί, ο αέρας που πατάει τη θάλασσα κάτω, η θάλασσα που τρώει λίγη λίγη τη στεριά, οι θύελλες, οι μακροί χειμώνες, τα επίμονα σκοτάδια, ο τόπος που κάνει υπομονή, κατάλαβες μικρέ; Η υπομονή είναι η εξέχουσα αρετή, γιατί μέσα της κρύβει αυτό για το οποίο διψάνε όλοι οι θεοί: τη θυσία. Το φάντασμα που δίνει ψυχή στην πασχαλιά, ένα αερικό σαν μεταξωτή κορδέλα στο νερό, δεν κοντοστέκεται ποτέ, παρά όταν δει υπομονή. Την πρώτη χρονιά η μούχλα φύτρωσε στο δέκατο επιτάφιο, και όλο το μαντζούνι έπρεπε να πεταχτεί. Οι μέρες έφεραν βροχές με χοντρές βαριές σταγόνες, και ο νεαρός δεν πρόλαβε να ξαναπροσπαθήσει. Περίμενε λοιπόν ως την επόμενη χρονιά. Οι πασχαλιές μεγάλες σαν δέντρα άνθισαν την τελευταία βδομάδα του Απρίλη και ο νεαρός ξανάπιασε το τελετουργικό. Η δεύτερη απόπειρα γέμισε γούνινη μούχλα πριν κλείσει το δεκαήμερο, η τρίτη σάπισε από κάτι άλλο που γέμισε το λαδοκέρι με κεραμιδιά στίγματα που μύριζαν ξινά. Ακολούθησαν πολλές αποτυχίες, αλλεπάλληλες, τη μια χρονιά μετά την άλλη, η κάθε μια διαφορετική και όμως ίδια στην απογοήτευση που έφερνε, η κάθε μούχλα είχε αλλιώτικη χροιά, το μαντζούνι ήταν πολύ εφευρετικό στους τρόπους να χαλάει, κάποτε γέμιζε μικροσκοπικές προνύμφες που έτρεμαν σαν κόπροι στην παγωνιά, άλλες χρονιές τα άνθη σαφράκιαζαν και κολλούσαν στο υπόστρωμα και όταν ο νεαρός προσπαθούσε να τα βγάλει τρίβονταν και από κάτω άφηναν ένα μαύρο ζουμί που θύμιζε σάπιες πατάτες, κάποιες χρονιές που ο χειμώνας ήταν πολύ ζεστός οι πασχαλιές δεν άνθισαν καθόλου. 

Τα χρόνια πέρασαν, ορδές άνθη έπεσαν στο νεκρικό κρεβάτι, μια φορά η εποχή τους τέλειωσε και τίποτα δε συνέβη: το υπόστρωμα έμεινε ως είχε, με εκείνο το χρώμα που θύμιζε ζεστό γάλα με μέλι, και η μυρωδιά ήταν εκεί, η μυρωδιά της πασχαλιάς, όχι μια παγίδα μες στο δάσος, η γαμημένη πασχαλιά αυτοπροσώπως. Ο νεαρός είχε μάθει. Κάθε σκόνταμα του δίδαξε κι έναν νέο τρόπο να περπατά, ώσπου έμαθε να τρέχει. Έμαθε να μη φέρνει τον περιέκτη πολύ κοντά στο πρόσωπό του, έμαθε να κρατάει την ανάσα του όταν καταπιανόταν με το μαντζούνι, γιατί είχε διαπιστώσει πως το ίδιο του το χνώτο ήταν αρκετό για να το επιμολύνει, έμαθε πώς να καθαρίζει τα λουλούδια και πώς να τα στεγνώνει με έναν κετσέ από βαμβάκι μέσα έξω προτού μαραγκουλιάσουν γιατί το μετάξι δεν τα στέγνωνε καλά και μούχλιαζαν ενώ το λινό τα μελάνιαζε επειδή ήταν αδρό, έμαθε ποιων δέντρων τα άνθη ήταν κατάλληλα και ποια επιρρεπή στις διάφορες εκφάνσεις της σαπίλας, έμαθε πως το κιούπι έπρεπε να το κρύβει μέσα στη ντουλαπίτσα με τα καπνά, οπουδήποτε αλλού και κάτι πήγαινε στραβά, έμαθε πως οι αλλαγές έπρεπε να γίνονται κάθε δώδεκα ώρες και όχι αργότερα γιατί αν έμεναν περισσότερο κάποιο μικροσκοπικό καθίκι προλάβαινε και έστηνε αποικία, έμαθε τελοσπάντων όλα αυτά που ήταν απαραίτητα για να φτιάξει γνήσιο, καθαρό, πανάκριβο ενφλεράζ.

Ήταν ένα ζεστό απόγευμα Σεπτέμβρη όταν ο νεαρός συνάντησε την πριγκίπισσα και της πρόσφερε ένα μικρό πορσελάνινο κουτί που στο καπάκι ήταν ζωγραφισμένες δυο λίμνες τριγυρισμένες από παπαρούνες και καλαμιές που κόβανε σαν σπαθιά. Στο κουτί μέσα ήταν η ψυχή της πασχαλιάς, παρήγορη σαν σκιά το καλοκαίρι. Η πριγκίπισσα άνοιξε τα μάτια διάπλατα, και ο νεαρός είδε όλα τα άνθη από όλες τις πασχαλιές που είχε σκοτώσει για να φτάσει ως εκεί να χορεύουν πίσω από το τζάμι των δακρύων πάνω στους επιπεφυκότες, σαν αστραπές πίσω από μαζεμένα σύννεφα το σούρουπο στη δύση. Ήταν μια κοινή ιστορία, χωρίς καμιά πρωτοτυπία, η πριγκίπισσα και ο επίδοξος ιππότης.

Θα ήταν παράδοξο αν πίσω από αυτήν την επίπονη αφοσίωση δεν κρυβόταν διαολιά, και επειδή τα πράγματα στη φύση ακολουθούν τις επιταγές της, πίσω από αυτήν την επίπονη αφοσίωση κρυφόταν όντως διαολιά. Ο νεαρός είχε σκοπό να γίνει γιατρός του στέμματος. Αν ήταν καθαρή επαγγελματική φιλοδοξία ή αν ήταν από κίνητρα πιο ύπουλα δε μπορώ να πω. Αλλά η θέση αυτή άρμοζε σε αριστοκράτες, όχι μισότυφλους νησιώτες με σημάδια αρρώστιας στο λαιμό. Η μόνη παράκαμψη περνούσε απ'την καρδιά. Αν η πριγκίπισσα είχε προδιαγράψει το μέλλον του νεαρού πριν ή μετά εκείνο το απόγευμα του Σεπτέμβρη, ούτε αυτό μπορώ να το πω.

Ο κύκλος της προσμονής είχε ξεκινήσει. Το πεπρωμένο γράφεται όταν το καμτσίκι μπήγεται στη σάρκα, όταν το πετσί ποτίζει αίμα. Τίποτα δε γίνεται να γραφτεί χωρίς αίμα. Κοντά στα άλλα μυστικά ήταν κι αυτό: ο γιατρός του στέμματος ήταν νόμος βασιλικός να είναι ευνούχος. Ο νεαρός συμφώνησε αμέσως. Η πριγκίπισσα δε θα έμπαινε έτσι κι αλλιώς στον κόπο να τον πείσει. Ο κόσμος είναι πάντα βιαστικός, οι δεύτερες σκέψεις ήταν για εκείνους που είχαν την πολυτέλεια. Ένας γέρος χειρουργός με καθολική αλωπεκία πήρε τ'αρχίδια του νεαρού, η λάμα κοφτερή σαν φλύδα από πάγο φώτισε την αίθουσα, ένα αηδόνι κρυμμένο μες στη λεύκα έξω από το παράθυρο τραγούδησε γλυκά, στην υπηρεσία της εξουσίας του τόπου, στην υπηρεσία της καρδιάς του τόπου, επρόκειτο για μια θυσία κατά βάθος πατριωτική, κι ας ήταν ξένος. Η πρώτη άνοιξη χάθηκε μαζί με τα στοιχειά στο πρώτο φως, οι κουφοξυλιές δεν προστατεύουνε κανέναν, αλλά αν αυτό αρκεί για το μακάριο ύπνο, ας είναι. 

Άπνοια στις λίμνες, ομίχλη πρωινή, η ανάληψη της δροσιάς στους ουρανούς. Ένα φιλί από τα χείλη της πριγκίπισσας πέφτει μαλακά και κάνει δαχτυλίδια στο νερό, το ένα δαχτυλίδι μες στο άλλο, και στο τέλος τους η όχθη αφορισμός.

---

-Μερικές φορές αναρωτιέμαι ποιος θα ήμουν αν δεν είχα γυρίσει ποτέ ξανά σ'αυτά τα μέρη.
-Δε γινόταν να μη γυρίσεις. Δε θα ήσουν εσύ, αυτό είναι σίγουρο. Θα ήσουν κάποιος άλλος.
-Εσύ γιατί ήρθες;
-Δε γινόταν να μην έρθω. Δε θα ήμουν εγώ αν δεν είχα έρθει. Αλλά δε θέλω να πεθάνω εδώ όπως εσύ. 
-Το ξέρω.
-Και;
-Κάθε καλοκαίρι ξέρω πως θα'ρθει ο χειμώνας. Και;

---

Tempus fugit

Λησμονιά το πέρασμα του χρόνου.
Η γλάστρα που είχε μέσα την πιπερίτσα που σου'δωσε ένα πιπεράκι, η γλάστρα που είχε μέσα τα πεσμένα φύλλα, η γλάστρα που τώρα έχει το άδειο χώμα.
Η μια μετά την άλλη πόλη, ο χάρτης που έχει λιώσει στις διπλωσιές, ο ακροβάτης και το τεντωμένο σκοινί και από κάτω άδειο χώμα.
Τα πόδια, τα μαρμάρινα σκαλιά, η πόρτα που ανοίγει μόνο από έξω, απ'το παράθυρο το πιο μαύρο σκοτάδι, κι αυτό το σπίτι είναι γεμάτο άδειο χώμα.
Οι νύχτες οι καλοκαιρινές, τα ντροπαλά φεγγάρια, αστέρια και βροχή να παίζουν σαν νεράιδες από το ένα φύλλο στο άλλο, και να τρέμουν οι φυλλωσιές, να τρέμουν σαν από κρύο σταλμένο από αλλού.
Τα επίγεια πάθη θαμμένα και σωστά, και πάνω το άδειο χώμα.
Δε θυμάμαι την τελευταία φορά, σε πήρε ο καιρός.

---

Ο γέρος με τη μισή μούρη λιωμένη, κουφός και μισανάπηρος, κάθεται στο εορταστικό τραπέζι. Γύρω τιμάμε τον ανηψιό του που πρόλαβε τα εξήντα. Τι δουλειά έχω εγώ εδώ, ο καλός φίλος, ο έτσι, ο αλλιώς, ένας ξένος, ένας περαστικός, τι δουλειά έχουμε όλοι. Πίσω μου το παλιό ρολόι με το εκκρεμές που πηγαίνει μόνο πέρα χτυπάει ένα βήμα το δευτερόλεπτο, βήμα σίγουρο, το βήμα του θανάτου. Ο γέρος χαίρεται κάθε περίσταση που τον βρίσκει ακόμα εδώ. Ο ήλιος βουλιάζει στο υφάρμυρο ποτάμι ανάμεσα στους μαλακούς λόφους και τα πράσινα λιβάδια, ο διάβολος και ο θεός γελάνε και το γέλιο τους είναι σε αρμονικές, οι προσκυνητές πιστεύουν όχι από πίστη αλλά από παρηγοριά. Τα ελάφια τρέχουν να περάσουνε το δρόμο, το παλιό ρολόι χτυπάει ένα βήμα το δευτερόλεπτο, κι όλοι στεκόμαστε ακίνητοι, αγάλματα στο χρόνο, και ο θάνατος οπλίζει κυνηγός.

---

Στο καντράν του ρολογιού με το εκκρεμές είναι σκαλισμένη η ειλικρινής επιγραφή, κόντρα στις καλβινιστικές ευγένειες και το βέλο που κρύβει την άσχημη μούρη της στεναχώριας. Το ποτήρι έχει κρασί χάρη στους κλέφτες που κλέβουνε τ'αμπέλια και τρέχουνε με σταφύλια στις τσέπες που ματώνουν σ'όλη τη διαδρομή και βρέχουνε τους δρόμους και έτσι τώρα στους Άσπρους Κύκνους έχουμε το Ρίσλινγκ που δεν τελειώνει, έχουμε την αχόρταγη κοιλιά, έχουμε αράχνες που υφαίνουν σκοτάδια στις γωνίες, και στο κέντρο του τραπεζιού έχουμε λουλούδια που πεθαίνουν, όλα χάρη στους κλέφτες που κλέβουνε τ'αμπέλια, από εκεί ξεκινάει η ζεστασιά, αυτοί είναι η φωτιά στο τζάκι.

Παίζει ένας περίεργος συρτός, τα φαντάσματα χορεύουν στην ομίχλη, πίσω από το ύφασμα της πραγματικότητας κρύβεται κάτι μαγικό σαν όμορφο κορίτσι, μάτια φωτεινά προστασία απ'τη βασκανία, μάτια γυαλιστερά που βλέπουνε τα πάντα, ο συρτός τρέχει, ο χρόνος τρέχει. Σε πήρε ο καιρός, σε έπιασε απ'το χέρι και δεν πήρε είδηση κανείς. Μερικοί χοροί πηγαίνουν μόνο προς μια μπάντα και δεν έχουν γυρισμό.

---

Ξάστερη νύχτα, η τελευταία ζεστή νύχτα. Τον κύκλο κλείνει η λησμονιά, το πέρασμα του χρόνου. Όπως περνάει το αίμα απ'την καρδιά, απ'την αορτική στο γρήγορο ταξίδι πέρα και πίσω ξανά, από το καλοκαίρι στο χειμώνα, από το φως στη σκοτεινιά, από εδώ στο πουθενά. Μια ψιλή χορδή πίσω απ'τα σπαρτά στραβώνει το ειδύλλιο, κάτι αστράφτει σαν καθαρό γυαλί. Ανάμεσα στα δέντρα σέρνεται σεντόνια η ομίχλη εδώ κι εκεί, μια υγρασία που μοσχοβολά, μάτια επίβουλα καθρεφτίζουν τα φανάρια, μικρά καταραμένα πλάσματα που μαρτυρούν και μαρτυρούν. Στη σκιά που ρίχνουν οι αχυρόμπαλες τα πόδια βουλιάζουνε και η λάσπη φτάνει ως τη μέση. Το σκοινί έχει μπλεχτεί, στον κόμπο μέσα έχουν πιαστεί καύκαλα από λάππα. Ώσπου να λύσουμε το γόρδιο δεσμό θα μας έχει κόψει το δρεπάνι. Έτσι έρχεται για όλους το πρωί. Το δρεπάνι πέρα δώθε εκκρεμές και πέφτουν τα σπαρτά, το χέρι τα μαζεύει, η λάσπη τραβιέται και τραβιέται, ξάστερη νύχτα, η τελευταία ζεστή νύχτα, μικρό αηδόνι κελαηδά, η δροσιά πέφτει από την άκρη του κλαδιού και βρίσκει το γιακά, ο ένας κόκκος σέρνεται πάνω στον άλλο, η άμμος κατρακυλά. Tempus fugit και πίσω μένει άδειο χώμα.