© 2008 - 2017


-

Archiv

Blogger news

Blogger templates

 

+

Umblättern

Kategorien

 
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα text. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα text. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

God's lonely man

Το αίμα δε γίνεται νερό. Αν θέλω το πιστεύω. Κάποτε οι ανηφοροκατηφόρες στο Σβένμποργκ θα μαλακώσουν και το νερό θα σκεπάσει τα πλακόστρωτα. Κάποτε το νησί θα βυθιστεί, η λάσπη θα γίνει μόνιμος βυθός. Κάποτε το ντουβάρι στο Φανό θα είναι πολύ χαμηλό και δε θα έχει σημασία, και η επόμενη Sturmflut θα είναι ειλικρινής πλημμύρα. Κάποτε το φιορδ στο Φλένσμπουργκ θα πάρει την πόλη αγκαλιά. Αυτά θα συμβούν τόσο σταδιακά, που κανείς δε θα προλάβει να πει τους αποχαιρετισμούς του. Όλα γίνονται νερό, αρκεί να περιμένω.

Τα ψίχουλα από το σπασμένο τζάμι σέρνονται ακόμα έξω από την πόρτα. Ένας χλωμός κοκκινοτρίχης σκούπισε επισταμένα. Το πέρα δώθε σήκωνε ένα μικρό αρμυρό ντουμάνι και τα ψίχουλα τιτίβιζαν στο τσιμέντο αλλά ήταν πολύ βαριά για να τα φέρει βόλτα η σκούπα και χορεύανε σαν μπίλιες. Από το σάπιο μπαλκονάκι μια γυναίκα όλη μαλλιά σφύριζε ένα σκοπό. Ένας γέρος έκανε ηλιοθεραπεία. Δυο νεγράκια έτρεχαν στο μπαουγκό με τα πατίνια. Τα σύννεφα ταξίδευαν από τη μια στην άλλη θάλασσα, οι μέρες του Ιούνη στο βορρά είναι ψηλές με σίγουρη δρασκελιά και ζουν για πάντα.

Οι ανάσες μας είναι ρόδες και κυλάνε. Κανείς δεν περνάει απ'το φράγμα της μοναξιάς. Βουτάμε στα θολά σκοτάδια. Δε βλέπω τα δάχτυλά μου, αλλά το αίμα, μελάνι στο μελάνι. Μολύβι γύρω από τη μέση, όπως μάτι της τίγρης και νεφρίτες γύρω απ'τη μέση της Μάτα Χάρι, αλλά για άντρες. Δεν ισορροπώ καλά. Μικρή σουπιά, μη βιάζεσαι, μην τρέχεις. Εδώ κάτω ο χρόνος είναι το κατακάθι, εδώ ο χρόνος δεν τελειώνει.

Στο τραπέζι οι αισιόδοξοι χτυπάνε τα δάχτυλά τους με ανυπομονησία. Η τσόχα που φυτρώνει από τις εκφύσεις του κλαβιέ είναι κόκκινη σαν από λάθος. Το ελεφαντόδοντο είναι πάντα ζεστό από την αγωνία του ζώου. Το αίμα χύνεται γιατί το θέλησε ο Θεός, το αίμα χύνεται για να γίνει μουσική στα χέρια του μοναχογιού. Είμαι έτοιμος να χάσω, δεν είμαι σχοινοβάτης και το σχοινί είναι χαλαρό. Οι ασκήσεις του Ανώ, μια ώρα απ'την αρχή στο τέλος, μια ισόβια συνήθεια, πέφτοντας θα γίνομαι κομμάτια, μια φωνή Εμπρός λοιπόν, ανέβα. Σήκω! το τρέξιμο από τα μπάσα στα πρίμα, τρίτα τέταρτα δάχτυλα και οι αλλαγές, να μην ξεχνώ, το χαρτάκι το κόβει και το μοιράζει ο Θεός.

Σε μια σκιά σε ένα κακό χέρι σε μια παρτίδα στραβωμένη σε ένα σκαμπώ που τρίζει κάθεται ένας γνωστός, Πρόσεχε τους αγκώνες, ένας αδύνατος λαιμός, Λύσε τους καρπούς, ένα ζευγάρι κάλτσες παραταίρι, οι θάνατοι σαν σήματα Μορς στο ταχυδρομείο ενός μακρυνού οικισμού στην Άγρια Δύση, η σκόνη της ερήμου, γκρίζα μάτια χωρίς ψυχή, ισιάδια που τα καταπίνει ο ορίζοντας, η παρηγοριά στα πράγματα, μια επίμονη σιωπή, ένας ασταμάτητος εσωτερικός μονόλογος, ξανά και ξανά πίσω σε όσα έχουν χαθεί από τον κόσμο, γράφω για μένα, God's lonely man.

The disappearance of self

(testimonials, could be obituaries)

O1:

"иногда смотрю на тебя и не понимаю. ты выглядишь так, словно из стали. но боюсь даже коснуться, будто тоньше скла. слежу за каждым словом, делая тихие шаги. и каждый раз я отгоняю, чьи-то грязные руки. но ты не смотришь ни на меня, ни на других. в глазах темнее ночи, но на лице всё та же глупая улыбка, что ещё долго вспоминали глаза."

O2:

"Wie es manchmal der Fall ist, habe ich etwas magisches in Banalität gefunden. Ich bin deinem Charme erlegen, darf ich es sogar Charme nennen? Du bist mir schädlich, und doch will ich mich hinknien und dich bewundern. In der Nacht weine ich mich in den Schlaf, aber wenn ich fest eingeschlafen bin, träume ich von dir und lächle meine Tränen weg. Niemals gibst du dich mir hin, nie völlig."

B:

"Kein Schwein kann dich haben. Kein Schwein kann dich rühren. Feueranbetung, Abgötterei, gegen den Strom zu schwimmen... dazu braucht es Mut. Schweine sind feige, mein Milchbart. Wie ich."

A:

"du er dygtig. jeg så det i dine øjne første gang vi mødtes. det er ikke svært at finde den skarpeste kniv i skuffen, så længe man er opmærksom nok. man behøver bare kigge, jo. man finder hurtigt ud af, at du har været endnu længere frem, end man regnede med. så føler man sig som en idiot. du får folk til at hade dig, fordi du minder dem om deres egen ubegavethed. du er stædig, du er sikker, du er seriøs, du gemmer på noget så blidt, det gør mig liderlig."

N:

"Με αυτά τα βρωμερά γυαλιά λες τα βλέπεις όλα. Καθάρισ'τα επιτέλους να δούμε τι θα δεις. Όχι, μην τα καθαρίζεις, δε θέλω να σε βλέπω. Με αυτά τα άχρηστα μάτια με κάνεις ό,τι θες."

---


The self was king
then there was love
and death

keen teachers both.
Now the self is lost

I am through you
I am for you

an apparition.

B L Å M E J S E

Οι ομίχλες σέρνονται απ'τη θάλασσα
η λάσπη, τα φύκια, τα πετρέλαια
η γκρίζα πόλη στο μέτωπο
στρατός σακάτης των λιμενεργατών

η άσφαλτος καθρέφτης καθρεφτίζει
τις άσχημές τους μούρες
τις αποθήκες, το απάγκιο τους
και τους σωλήνες τους για φλέβες

σε βλέπω ανάμεσα στα γυμνά κλαδιά
θα πέθαινα εδώ σαν λιποτάχτης
δυο ώρες όλες κι όλες απ'το νησί
αν δεν ήταν τα μάτια σου ο λύχνος το κορμί σου

μια χούφτα σκάγια ένας κουβάς σιωπή
κρυψώνα και υπομονή, αγία υπομονή
ό,τι χάνεται χάνεται απ'τον κόσμο αλλά ποτέ, ποτέ απ'την καρδιά
όταν ρίχνεις τα χαρτιά να'σαι έτοιμος για όλα

μικρά φτερά, παιδί του Κηλαϊδίτη
η νύχτα είναι ρηχή
το αίμα παγωμένο
σε βλέπω. Αρκεί.

Δεν πάει ο θάνατος να κρατάει σφιχτό γκέμι
δεν πάει να μας σκίζει η στομίδα
εγώ είμαι εδώ, για σένα
χρισμένος δούλος και βασιλιάς

να κάνω ό,τι χρειαστεί
τα πάντα για τη θεραπεία της μοναξιάς.

Ο δύτης κορεσμού

02.2023

Η Ναντίν είναι γενική χειρουργός. Γεννήθηκε το χειμώνα του '91. Έμαθε να δένει απολινώσεις πριν μπει στην εφηβεία αλλά δυσκολευόταν να διαβάσει, τέταρτη γενιά γιατρών εκατέρωθεν, κάτι από ταπεινά ξεκινήματα και κάτι από υψηλές προσδοκίες. Δουλεύει στο νοσοκομείο, που προς ικανοποίησή της πρόσφατα έγινε πανεπιστημιακό, κι έτσι μπορεί και πάλι να τραμπουκίζει φοιτητές. Είναι το νεότερο πρώτο χέρι στον ημιώροφο. Στον ελεύθερό της χρόνο θα μπορούσε να πηγαίνει για γκολφ με τους γναθοχειρουργούς από το κτίριο δέλτα, αλλά έχει εμμονή με τις ελεύθερες καταδύσεις.

Ο Τόρμπεν είναι δύτης κορεσμού. Γεννήθηκε το καλοκαίρι του '78. Γιος κτηνοτρόφων χωρίς κεφάλαιο, μεγάλωσε σε φάρμα με ασπρόμαυρες αγελάδες, σπούδασε μεταλλουργός. Δούλευε οφφσόρ, όπως πολλοί στην περιοχή. Έκανε ερασιτεχνικές καταδύσεις από παιδί, αλλά η έμπνευση να τις μετατρέψει σε καριέρα τον βρήκε πολύ αργότερα, στα τριάντα οχτώ. Πήρε δάνειο και πήγε στην Αγγλία για επίσημη εκπαίδευση, επιδέξιος και με ανθεκτικό σώμα αποδείχτηκε ιδανικός για το επάγγελμα, έκανε κονέδες και τώρα δουλεύει συμβόλαια οφφσόρ, αλλά από την κάτω μεριά, στις υποβρύχιες μεταλλουργικές εργασίες. Μια μέρα ξεπλήρωσε το δάνειο αιφνιδίως, σαν να τα είχε καταφέρει με εκείνο το ριφιφί που κατάστρωνε τους μήνες που ήταν φυλακή.

Ο Φάμπιαν είναι ο παντογνώστης αφηγητής. Γεννήθηκε το χειμώνα του '87. Μοναχοπαίδι που οι γονείς του προόριζαν για μουσικό, πήρε δίπλωμα πιάνου και μετά τις απολυτήριες εξετάσεις δεν έπαιξε ποτέ ξανά έξω από την ασφάλεια του σπιτιού του. Περιφέρθηκε από χειρουργική σε παθολογία και τελικά υποεξειδικεύτηκε στην υπερβαρική και ναυτιλιακή ιατρική. Τώρα η δουλειά του Φάμπιαν είναι να είναι σε επιφυλακή. Κάποιες μέρες στο νοσοκομείο, κάποιες οφφσόρ, κάπου ανάμεσα στη Ναντίν και τον Τόρμπεν, όπως και στην προκείμενη ιστορία.
 
Το Κλαμπ Αίγκιρ έχει νοικιάσει την αίθουσα του ενδιάμεσου κόστους, για διοργανώσεις μέτριων προδιαγραφών. Μια μπάντα χωρίς όνομα παίζει τζαζ του κώλου. Γκαλά, αλκοόλ αντ λίμπιτουμ, δείπνο με τέσσερα πιάτα, κουίζ και παιχνίδια για μεγάλους, έτσι γράφει η πρόσκληση. Το Κλαμπ Αίγκιρ είναι ο παλιότερος από τους δυο καταδυτικούς συλλόγους της περιοχής, λειτουργεί από τη δεκαετία του '60. Κάθε μέλος δικαιούται να φέρει και έναν συνοδό, έτσι ήρθε κι ο Φάμπιαν αξεσουάρ στο βραχίονα της Ναντίν.

Ένα νούμερο στην πρόσκληση που αντιστοιχεί στο τραπέζι δίπλα στην έξοδο που βγάζει στο κλιμακοστάσιο για την αυλή της αρένας. Το τραπέζι είναι σκεπασμένο με άσπρο σεντόνι όπως στους γάμους. Η Ναντίν, το κορίτσι, η γυναίκα ανάμεσα στους άντρες σε μόνιμη βάση, στη δουλειά, στο σπίτι, στη διασκέδαση, μια κακέκτυπη Στρουμφίτα, μια νεράιδα από χώμα. Απ'το Σεπτέμβρη ως τώρα φρόντισε να εδραιώσει την παρουσία της, τη μάθανε γρήγορα στο Κλαμπ Αίγκιρ όπως και στο νοσοκομείο, η τυπική αντρική περιφρόνηση που μετατρέπεται στην τυπική αντρική αδυναμία. Το παραμύθι της γυναίκας που δεν είναι όπως οι άλλες. Ποιος κρίνει; Αφού όλοι είμαστε κατ' εικόνα και καθ' ομοίωση της ίδιας στάχτης. Η αίθουσα είναι πνιγηρή με εκείνη τη βαριά ζέστη του συνωστισμού και της θέρμανσης. Τα μάγουλα της Ναντίν είναι ασυνήθιστα ροδαλά. Μιλάει ενθουσιωδώς με έναν κύριο χωρίς φρύδια ενώ η καλοντυμένη συνοδός του και ο Φάμπιαν κοιτάνε αμήχανα τα προκάτ ψωμάκια στο τραπέζι.

Όταν σερβίρεται το σικέ επιδόρπιο (λεμονομούς με φύλλα μέντας), περνάνε τέσσερεις πέντε άντρες από δίπλα καθ' οδόν για την έξοδο. Ένας απ'αυτούς βραδυπορεί. Εκεί σκαλώνει το γρανάζι. Το στρογγυλό μούτρο της Ναντίν είναι στραμμένο προς τη μεριά του διερχόμενου. Η συντροφιά βγαίνει έξω, αλλά ο ξένος ρίχνει ματιές πίσω απ'το τζάμι και η Ναντίν έμεινε σιωπηλή. Ο χρόνος κυλάει για όλους πλην των δυο γοητευμένων. Οι άντρες επιστρέφουν τυλιγμένοι σε ένα σύννεφο τσιγαρίλας και κολώνιας. Ο κύριος χωρις φρύδια είναι απασχολημένος με τη λεμονομούς της συνοδού του. Κανείς δε δίνει σημασία. Ο ξένος, τα ζωηρά του μάτια, το κατεργαραίικο μούτρο του κοριτσιού. Αυτός γέρνει το κεφάλι προς την έξοδο, κοντοστέκεται, αυτή γνέφει με μια υποψία ευθυμίας στα χείλη, το πράσινο φως. Τρακάρει στα γρήγορα ένα τσιγαράκι από τον κύριο χωρίς φρύδια και κατεβαίνει με τον ξένο έξω στις τσιμεντόπλακες. Πρόκειται για κάποιου τύπου αναμέτρηση. Στέκονται ο ένας απέναντι στον άλλον, ο ξένος είναι ψηλός με φαρδιά πλάτη, εντυπωσιακής κατασκευής, το κορίτσι στερεότυπο ακριβό άρωμα σε μικρό μπουκάλι αλλά με μια απείθεια στη στάση. Καπνίζουν έκαστος το τσιγάρο του ενώ ξέρουν αμφότεροι πως δεν πρέπει, και κοιτάζονται. Ο ξένος έχει μια ψαρή αραιή γενειάδα που αιωρείται γύρω απ'τη μούρη του σαν αχλή του νότιου ημισφαιρίου, το κορίτσι έχει μακριές βλεφαρίδες και ήπια ζυγωματικά, ο ξένος είναι κουρεμένος με την ψιλή, το κορίτσι έχει πλούσια μαλλιά αλλά είναι κρυμμένα σε εκείνο το χτένισμα που τα γυρίζει μέσα στον εαυτό τους στη βάση του κεφαλιού. Ο ξένος της χαμογελά και το κορίτσι του επιστρέφει την αβροφροσύνη. Αυτή η παράσταση παίζει σε ατέρμονη επανάληψη σε αλλεπάλληλα σύμπαντα, ο χορός των εντόμων την εποχή του ζευγαρώματος, εκείνες οι δυο μύγες που θα γαμηθούνε στο σαλόνι σου.

Προς το τέλος της βραδιάς η εορταστική διάθεση έχει ξεθυμάνει. Αυτοί που έχουν μείνει έχουν παραπιεί. Η Ναντίν ξεκουράζει τα πόδια της στην καρέκλα δίπλα της. Ο ξένος εμφανίζεται ξανά. -Θα μου επιτρέψεις; Τα πόδια κρύβονται κάτω απ'το τραπεζομάντηλο. Ο ξένος βολεύεται, βάζει τη μπύρα του στο τραπέζι, τα μάτια του αμετακίνητα. Κοιτάζει με θαρραλέα ειλικρίνεια. Συστήνεται και τείνει για χειραψία. Η πρόθεση μένει μετέωρη. Το κορίτσι του πιάνει το πρόσωπο με τα δυο χέρια και τον φιλάει στο στόμα. Μια στιγμή περισυλλογής και τα δυνατά του χέρια αγγίζουν τα μαλλιά της προσεχτικά. Το χτένισμα απείραχτο, αλλά η γλώσσα του είναι μες στο στόμα της.

Ο Φάμπιαν κλείνει το μάτι στο κορίτσι. Ο αφηγητής μας είναι marit còmode. Ο Τόρμπεν υπνωτισμένος πέρα βρέχει. Βιάζεται να φύγει με τα κλοπιμαία για το λαμαρινένιο εξοχικό του έξω από το Βάηερς. Ο Τόρμπεν είναι παντρεμένος και έχει δυο έφηβα παιδιά, σύμφωνα με το προτεσταντικό εντολοχάρτι που παίρνουνε όλοι μόλις γεννιούνται στο λασποτόπι. Ο Φάμπιαν εύχεται για το καλό του να μην τον είδε κανένας κουτσομπόλης. Ο Θεός αγαπάει τον κλέφτη, αλλά αγαπάει και το νοικοκύρη. Η ευτυχία είναι εύθραυστη, εξόν κι αν φυτρώσει απ'τα αποκαΐδια σου. Μαζεύεις μεθοδικά τα κλαδιά και τα ξερόχορτα σε βουνό γύρω από το χοντρό παλούκι, δένεσαι χέρια πόδια, ρίχνεις το σπίρτο, καίγεσαι στην πυρά που στήνεις ειδικά για σένα και γύρω στήνεται χορός. Ο Τόρμπεν φοράει βέρα πλακέ, ίδιας κοπής με της Ναντίν, για λόγους πρακτικούς: οι χοντρές στρογγυλεμένες βέρες πιάνονται εύκολα και μπορούν να σε εκθέσουν. Κανείς από τους δυο τους δεν είναι νόμιμος να οδηγήσει. Αν τους τσακώσουν οι μπάτσοι, θα τιμωρηθούν σαν κατσαρίδες κάτω από τσόκαρο χοντρής νοικοκυράς, η χώρα είναι καμένη απ'το ποτό. Ο Τόρμπεν επιμένει να πάρει το ρίσκο και να κάνει τη μαλακία. Αν σκοτωθούνε, τα ρέστα δικά τους έτσι κι αλλιώς. Όμως όλα θα πάνε καλά. Ο Θεός αγαπάει τον κλέφτη.

Το εξοχικό δεν έχει μόνωση και είναι παγωμένο αλλά δεν πτοούνται. Στο δια ταύτα. Ο Τόρμπεν ξέρει από μητριαρχικές μαλτέζες με το σφιγμένο χείλι, η Ναντίν είναι αχαρτογράφητη. Θα τον περάσει από μια δοκιμασία που θα του κάνει τα γόνατα ζελέ. Ο Τόρμπεν είναι εξασκημένος στα λούκια. Έχει εκπαιδευτεί να προσπερνάει κάθε σκόπελο που θα μπορούσε να τον καταδικάσει. Η αρχή είναι η ίδια, τις λεπτομέρειες θα τις βρει. Είναι σε άριστη φυσική κατάσταση και βγάζει λεφτά με τη σέσουλα. Τα οφφσόρ έχουν αξιόλογα μισθά, πόσο μάλλον αυτό το επικίνδυνο σπορ που έχει διαλέξει. Όσο πιο υπαρκτό το ρίσκο να μη γυρίσεις ζωντανός απ'τη δουλειά, όσο πιο δύσκολη η αντικατάστασή σου, τόσο ψηλότερη η ανταμοιβή. Αυτό βοηθάει με την αυτοπεποίθηση. Θα πηδηχτούνε και το γαμήσι θα είναι καλό. Παρότι ολόκληρη η πρόθεση συνοψιζότανε σ'αυτό, ο αέρας γύρισε μες τη νύχτα, και ξαφνικά το γαμήσι δεν είναι αρκετό. Ο Τόρμπεν τώρα γυρεύει κάτι άλλο, λιγότερο απλό. Γυρεύει τη θεραπεία της μοναξιάς. Το πρωί θα ξυπνήσει πρώτος και θα φτιάξει στο κορίτσι το πρωινό που τρώει τα τελευταία σαράντα χρόνια (χυλό από βρώμη που μοιάζει με ξερατό) και ηττημένος θα παραδεχτεί Θέλω να σε ξαναδώ, και θα εννοεί Το βέλος με βρήκε στο ψαχνό. Η Ναντίν θα του πει Θα με ξαναδείς, και θα εννοεί Θα παίξω με το κουφάρι σου.

Ίσως το βρωμόστομα της μέσης ηλικίας έψαλλε μαγικές κατάρες κι έπεισε τον Τόρμπεν να βγάλει την πανοπλία του και να ξεβρακωθεί στο πεδίο της μάχης, ίσως το χέρι του Θεού τον έσπρωξε και τα δόντια του θα έβρισκαν τη λαμαρίνα όπως κι αν προσγειωνόταν επειδή ήταν γραφτό και καταστρωμένο όπως όλα για τους πιστούς. Όπως και να'χει, δεν την γλύτωσε: η ποδοκνημική του πιάστηκε σε ένα στένωμα, και τώρα θα δει πράγματα που δεν έχει φανταστεί παρότι τόσο κοινά. Θα σφιχτεί το κωλαράκι του, αλλά θα αξίζει τον κόπο. Η Ναντίν θα παίξει σαν παιδί, αλλά το βέλος είναι βαμμένο και με το δικό της αίμα, κι ας κάνει πως δεν τρέχει τίποτα. Είναι ακριβώς αυτό που τη συγκινεί, οι άντρες που μοιάζουν να τα'χουν όλα υπό έλεγχο ενώ τους υποσκάπτει η αδυναμία.

Όσο για τον Φάμπιαν; Κάθεται δίπλα στον Φαροέζο καπετάνιο Χ. Π. Μ. στη φανταστική θαλπωρή της γέφυρας του Έσβαγκτ Λ. που μοιάζει με διαστημόπλοιο και μηρυκάζει, παντογνώστης αφηγητής, παρασκηνιακός, χτυπημένος από το ίδιο βρώμικο βέλος, με το πρόσωπο κρυμμένο, κι αν η καύλα είναι Θεός, ο Φάμπιαν είναι θεοσεβούμενος.


ΘΑΛΠΩΡΕΣ




Είσαι η λεπτή άμμος του νησιού
ένα αυγουστιάτικο μεσημέρι
το θρόισμα από τις μικρές πέτρες
που τρίβονται με το ήσυχο κύμα

το κεχριμπάρι μες στο νερό
τα πρωινά δάκρυα, η ερημιά των υφάλμυρων ελών
βήματα στην απέραντη πεδιάδα, βρύα στη δροσιά

είσαι το ζεστό φως στην παγωμένη ομίχλη
όταν σε βλέπω όλα μου τα σπασμένα ανατάσσονται
εκείνη η μοναχική καρδερίνα
λέει: Θυμήσου. Η νύχτα τελειώνει.

M04

 


I ask God to send a swordsman
and God says: "Look at your hands"

M. Broder


Κάποτε τα νέα από μακρυά αργούσανε να φτάσουν, ήταν φυσικό. Η δύναμη φαινόταν αλλού, στον καταπιώνα που τα εξαφάνιζε όλα στη σιωπή του στομαχιού, στην υπομονή. Τώρα τα πράγματα έχουν αλλάξει. Τα ταξίδια κόντυναν σαν μπατζάκια κακού παντελονιού, οι αγγαρείες ξεπετιούνται στο φτερό, μένεις μια κοντή μέρα στο λιμάνι και δεν προλαβαίνεις ούτε τις σόλες σου να σκονίσεις, και τα νέα... τα νέα σε βρίσκουν σαν χαστούκι. Όσο μακρυά κι αν πας, δε θα φτάσεις ποτέ πιο πέρα από ένα τηλεφώνημα. Ένα ζώο βραδύ δεν έχει το σθένος να χωνέψει την αστραπή. Αυτό το ξέρουμε καλά ο Τ. κι εγώ. Ο Τ. επιβραδύνθηκε μετά το πρώτο του μπάρκο. Έτσι όπως το αλατόνερο τρώει τη γυαλάδα και γεννάει τη σκουριά, έτσι έφαγε και τον Τ. και έφερε το αλαφροΐσκιωμά του. Κάθε ώση τρέλας σε σπρώχνει ένα σκαλί πιο κάτω, ώσπου είσαι πια ολόκληρος κάτω απ'το νερό, κι εκεί όλα κινούνται στους ρυθμούς του άλλου κόσμου. Κάποιοι δίνουνε μάχη και βγαίνουν νικητές. Ανεβαίνουν πάλι στα τσιμέντα, μούσκεμα, ντυμένοι φυκιάδες και τρυπημένοι από δεκάδες αχινούς, και τρέχουν τρομάζοντας τις θειές και τα παιδιά. Άλλοι δίνουν τη μάχη τους και χάνουν, όπως εγώ. Και μερικοί παραδίνονται χωρίς να πάνε κόντρα, όπως ο Τ. Μ'αυτό το τέμπο, θα ζήσετε για πάντα, έλεγες το περασμένο καλοκαίρι, ενώ έπαιρνες τα σύνεργά σου και κατέβαινες βολίδα στην ακτή ενώ εγώ έπλενα ακόμα πιάτα και ο Τ. ψαχούλευε τη ντάνα με τις σακούλες για τα ψάρια που θα έβγαζες, και ήταν σαν να'χες δίκιο.

Πριν εφτά χρόνια, έκλεινα το γιατρείο το μεσημέρι, κατέβαινα στο σπίτι, ετοιμάζαμε δυο ψιλές μερίδες από το φαΐ που είχε πακετάρει η συνονόματή σου η Ν., του Τ. η γυναίκα, μια φέτα ψωμί έκαστος, ένα ουζάκι εγώ, ο Τ. δεν έπινε σε καθημερινή βάση. Είχαμε ο καθένας τις μοναχικές ιεροτελεστίες του, το πρόγραμμα, τα κολλήματα, τις ανορθόδοξες ιδέες, κατά σύμπτωση πολύ παρεμφερείς, όχι ίδιες αλλά κοινές, σαν πηρούνια από άλλο σετ στο συρτάρι που ξαπλώνουν βολικά το ένα δίπλα στο άλλο. Όταν είχε καλό καιρό, καθόμασταν στη βεράντα, μασουλούσαμε το φαΐ μας με λακωνική ψιλή κουβέντα (-Ήρθε ο Χ. από απέναντι; -Ήρθε, τονε πήρε ο αδερφός του από κάτω. [...] -Άνοιξες τη βάνα; -Θα'χει νερό; -Το βράδυ. [...] -Κόλλα σήμερα. -Κόλλα.), και όταν αποτρώγαμε, ο Τ. έσπρωχνε πίσω τη γυφτοκαρέκλα, χαλάρωνε το σώμα του και έπαιρνε τα κυάλια ενώ εγώ έβαζα να καπνίσω.
...

Δε θέλω να γράψω άλλο.

///


Το μεσημέρι ανέβαινα απ'τα αποδυτήρια φορώντας πολιτικά, καθαρός πλυμένος στην κοινόχρηστη ντουζιέρα. Με απασχολούσε που την Παρασκευή είμαι στο πλάνο για να βγω οφφσόρ και δεν έχω αποφασίσει τι να πάρω να διαβάσω. Χτύπησε το τηλέφωνο, το αγνόησα, αφού σας έβλεπα στο φουαγιέ με τον Άλμπερτ να με περιμένετε. Αλλά χτύπησε πάλι, ήταν ο πατέρας μου: Πάρε τηλ. τη Ν. να τη στηρίξεις, ο Τ. είναι στο νοσοκομείο. Δε θα βγάλει καλαμάρια φέτος. Ο Τ. ήταν στο χειρουργείο εκείνη την ώρα, μπήκε με ειλεό και όταν ανοίξανε βρήκανε τα σπλάγχνα του κολλημένα μεταξύ τους σαν μπόγο από έναν καρκίνο.

Κανείς δε ζει για πάντα.


Σκηνικό στο βέρτσχους

Ο Γιέσπερ είναι νευρωτικός. Πίνει κόλα ζήρο, τρώει το ρομκούλε του και το ροσμπήφ με σαλατικά, μια μπουκιά από το γλυκό και μια από το αρμυρό και μια γουλιά κόλα για να ξεπλύνει, ντα κάπο. Αν ήταν ζώο θα ήταν τρωκτικό, μονίμως κυνηγημένος, ισόβιο θήραμα. Τον Γιέσπερ τον γνωρίζω από παλιά, όταν έκανα το τρίτο έτος στο Έππεντορφ και αυτός έκανε άμισθη πρακτική στη γαστρεντερολογική. Μου ρίχνει οχτώ χρόνια. Ήταν αποφασισμένος από τότε και με μεγάλη επιμονή και υπομανιακό ιδρώτα έγινε τελικά γαστρεντερολόγος για τους δικούς του ακατανόητους λόγους. Ο Γιέσπερ είναι ιστορικά μόνος, πέρα από μια βραχύβια ιστορία με μια ακτινολόγα, και ίσως είναι έης αλλά αυτό είναι σπέκουλο. Κάθομαι στο περβάζι, με τα πισωπόδαρα κολλημένα στη θερμάστρα που έχουν μπλοκάρει στο χαμηλό για οικονομία. Τρώω σικαλόψωμο με παντζάρια και πίνω ζεστό νερό. Ευθεία αντιπαραβολή. Η ενημέρωση της Πέμπτης διαρκεί μια ώρα κι ένα τέταρτο, αρκετός καιρός για να ξυλιάσω εκεί μέσα, στο όνομα της τιμής της Ουκρανίας. Οι συνάδερφοι λένε χαλάλι, η θέση τους είναι σαφής, ακολουθεί τη  γραμμή της Δύσης, οι συνάδερφοι είναι το γάλα και είμαι η μύγα που κουβαλάει τη χολέρα.

Ο Σ. Ε. είναι σε κώμα από τις αρχές του μήνα. Ήπιε μέχρι θανάτου, αυτή είναι η διάγνωσή μου. Οι άλλοι έχουν παραγγείλει κάθε διαθέσιμη εξέταση, εργαστηριακή, απεικονιστική, δεν έχει σημασία. Fokusjagt, το κυνήγι της εστίας το λένε. Τους αρέσει το κυνήγι της εστίας, η διαγνωστική του ανίκανου, μια ανοργασμική μαλακία, αρκετή για να κινητοποιήσει τα ατροφικά τους επινεφρίδια. Η τελευταία τους ελπίδα το PET δεν ανέδειξε καμιά εστία. Δεν ανέδειξε καμιά εστία, επειδή δεν υπάρχει εστία. Ο γέρος ήπιε μέχρι θανάτου. Ο Γιέσπερ έχει την αίσθηση πως όταν του έδωσε φλουμαζενίλη, αυτός ξύπνησε προσωρινά. Η φλουμαζενίλη είναι αντίδοτο για τις βενζοδιαζεπίνες, αλλά έχει γενικά διεγερτική δράση στο ΚΝΣ. Πολλοί εγκεφαλικά καμένοι μοιάζουν να αναθαρρούν όταν τους δώσεις μια δυο δόσεις και αν βιαστείς να χαρείς και το παρακάνεις μετά ρίχνουν και μια κρίση Ε, και καταλήγεις να τους δίνεις διαζεπάμη μπόλους, τρύπες στο νερό. Αυτό το ξέρει σίγουρα και ο Γιέσπερ. Όπως και να'χει, προτείνει στην ομήγυρη να ξαναδώσουμε φλουμαζενίλη. Να δώσουμε σταθερά φλουμαζενίλη δηλαδή; Τρεις φορές τη μέρα για παράδειγμα; λέω πως κρύβω την αποδοκιμασία μου αλλά μάλλον σκατά. -Όχι, δεν ξέρω, να δώσουμε να δούμε τι γίνεται. -Αφού είδες τι γίνεται. Δε διαρκεί το αποτέλεσμα. -Δεν ξέρουμε πόσο ακριβώς διήρκησε. -Να τον ξυπνήσουμε να μετρήσουμε πόση ώρα θα μείνει μισοξύπνιος; Να του δώσουμε κάνα χάπι και να τον ξαναφήσουμε να κοιμηθεί; Αυτή είναι μια Ουκρανή που κάποτε ήταν μουνάκι, μετά παντρεύτηκε έναν χοντρό Ιταλό και του έμοιασε. -Όχι εντάξει αν είναι να μη δώσετε, εγώ έκανα μια πρόταση και τώρα μου κάνετε όλες αυτές τις ερωτήσεις. Ο εγωισμός του Γιέσπερ είναι ευαίσθητος. Η Ουκρανή κάνει να τον εξευμενίσει. -Προσπαθούμε να καταλάβουμε το σκεπτικό σου. -Όχι, μου κάνετε οργανωμένη επίθεση, επειδή είπα τη γνώμη μου. Γιέσπερ, ηλίθιο κουνέλι.

-

Ο Σ. Ε. πέθανε μετά από ενενήντα έξι μέρες νοσηλείας. Ήπιε μέχρι θανάτου, αλλά δεν υπάρχει κωδικός ICD-10 ''πιώμα μέχρι θανάτου'' για να το βάλουμε στο θανατόχαρτο που πλέον δεν είναι καν χάρτινο. Η ατμόσφαιρα είναι πένθιμη στην αίθουσα ενημέρωσης, πρόκειται περί συλλογικής ήττας. Ο Γιέσπερ παραιτήθηκε την περασμένη εβδομάδα. Είπε πως δεν τον σήκωνε το κλίμα. Θα πάει στο καινούριο μπουρδελάκι που ανοίξανε στο Γκιόδστεδ. Η Ουκρανή είπε πως η οικογένεια του Γιέσπερ είναι στο Σίλκεμποργκ και θα του κάνει καλό να είναι κοντά τους γιατί τον έτρωγε η μοναξιά σε ένα καταθλιπτικό διαμέρισμα κοντά στο γροιλανδικό γκέττο. 

-

Φυσάει ένας παγωμένος τρελοαέρας αφότου έριξε χαλάζι που μας έτσουξε τις μάπες, είναι αυτός ο κυκλοθυμικός ανοιξιάτικος καιρός της περιοχής, φρένο γκάζι μουσική. Κάπου έξω απ'το Χέρνινγκ, για να κλείσει το Σάββατο που έχει χωθεί στην Κυριακή. Την έχουμε ήδη ακουσμένη γερά. Μας καταπίνει η κάπνα και το μισόφωτο του βέρτσχους. Η μουσική στο τέρμα και στοίχημα δεν υπάρχει ούτε ένας εδώ μέσα που δεν είναι σουρωμένος. Μια τσέπη παραμορφωμένου χρόνου ανάμεσα στο '60 και το σήμερα, γνήσια βορειοευρωπαϊκή σκουπιδίλα. Δίπλα στο μπιλιάρδο έχει στηθεί χορός, τρεις τραβεστί με γυαλιστερές περούκες και γύρω τους οι κηφήνες, όλα κεχριμπαρένια, ακόμα και η νο-νέημ μουσική που παίζει από την αρχαία λίστα, ακόμα και τα σκληρά ζωγραφισμένα φρύδια, ακόμα και η μάκα στα πλακάκια. Παίρνουμε από ένα ουησκάκι και μια μπύρα και πηγαίνουμε προς τους πάγκους πίσω. Περνώντας από το υποτιθέμενο ντανς φλορ ο Α. με τραβάει να πάρω μέρος, η μπύρα χύνεται και αμέσως κυλάει προς τον αγκώνα μου, χορεύω λοιπόν. Παίρνω τη σοφιστικέ απόφαση να μειώσω το φορτίο και κατεβάζω το ουησκάκι μονορούφι, ο συνοδός μου κάνει το ίδιο, τα μπυροπότηρα πάνω και σκολ, μετά με φιλάει στο στόμα, μικρές ώρες - μικρές στιγμές. Ο Α. μου φωνάζει μες στο αυτί, δε βλέπω καλά απ'το ποτό και φοράω και τα "χαμηλά" γυαλιά που δε με διορθώνουν ακριβώς, αλλά ανάμεσα στους ώμους και τα σβέρκα ξεχωρίζω ένα χαλβαδένιο στέρνο κρυμμένο πίσω από στενό άσπρο πουκάμισο και μαύρη γραβάτα με χρυσόσκονη, ο Γιέσπερ, τα μάγουλα αναψοκοκκινισμένα, τα λίγα μαλλιά ιδρωμένα, το κούτελο γυαλιστερό, μας έχει δει και κάνει πως δε βλέπει, δυο τρία μέτρα παρακείθε, κάτι με θυμώνει και με διασκεδάζει ταυτόχρονα, Na und? Na und? είμαι τόσο γκωλ, βάζω το δάχτυλο εμπρός από το στόμα, Σσσς, ο Α. με οδηγάει προς τον αρχικό μας προορισμό, Heeej Jesper, φωνάζω, και μετά πάλι το δάχτυλο εμπρός από το στόμα, Keinen Mucks! Keinen Mucks, häää! και μετά ανεμίζω τη γροθιά σαν γέρος που κραδαίνει τη μαγκούρα, και ο Α. μου λέει ξανά και ξανά μέσα στο αυτί Vi er ikke i Tyskland du, kom nu, και με καθίζει στον πάγκο με το πέτσινο κάλυμμα. Κατεβάζω ό,τι υπάρχει στο μπυροπότηρο, ο Γιέσπερ εξαφανίζεται από το πεδίο, το ίδιο και ο Α. Formidling, Vermittlung, Formidling, Vermittlung, that's what Albert's doing, σκέφτομαι στ'αγγλικά, σκέφτομαι συχνά στ'αγγλικά τελευταία, σκέφτομαι και είμαι πολύ κοντά στον ύπνο απ'τον οποίο κινδυνεύεις να ξυπνήσεις κατουρημένος. Ο γέρος ήπιε μέχρι θανάτου, πάλι σκοτάδι, ο γέρος ήπιε μέχρι θανάτου, πάλι φως, γελάω με τον ίδιο μου, er hat sich zu Tode getrunken, schlicht und einfach, Kumpel.

Όταν ο Α. με πιάνει από τον ώμο και κάθεται δίπλα μου στον πάγκο, ο Γιέσπερ έχει ξαναπάρει τη θέση του στο κηφηναριό και η ζωή συνεχίζεται. 

-

Ο Α. είπε πως ο Γιέσπερ ήταν ταρακουνημένος που τον είδαμε πιο πολύ, παρά που μας είδε, γιατί του φάνηκε πως του τα είχα κρατημένα και η συνάντηση έκανε το ποτήρι να ξεχειλίσει. Ίσως και να ήταν αλήθεια, το ηλίθιο κουνέλι, με συφίλιασε, και αν δεν ήταν ο Α. θα του είχα μαυρίσει το σαγόνι. Ο Α. του εξήγησε για λογαριασμό μου πως ήμουν σκνίπα και πως δεν είχα επιθετικές διαθέσεις. Του είπε να μην το ξανασκεφτεί, περασμένα ξεχασμένα, κανείς δε θα σπείρει κουτσομπολιά, εγώ -είπε- ούτε που θα το θυμάμαι την επομένη. Καλύτερα θα ήταν να μη θυμάμαι τίποτα την επομένη, ούτε τον Γιέσπερ, ούτε τη νεύρωσή του, ούτε τις περούκες και τις αποτριχωμένες παρειές, ούτε το μπούγιο δίπλα απ'το μπιλιάρδο, ούτε την εγχώρια παρακμή, αλλά τα θυμάμαι όλα και θυμώνω.

Η καταπίεση είναι παντού σ'αυτά τα μέρη, στα επίπεδα λασποτόπια, στα σκατολίβαδα, στα χωριά που κοιμούνται με τις κότες, στις πανομοιότυπες εκκλησίες, στην εύρυθμη κοινωνία, στα καθαρά ιδρύματα, σ'ένα βέρτσχους γεμάτο κοκκινόσβερκους και αγροτόκωλους, γεμάτο αλκοόλ και καπνό, είναι στο αίμα μου και στο αίμα του Α. και στο αίμα του Γιέσπερ, και στο αίμα ολωνών. Οι επαρχίες με τις δυνατές γυναίκες που κάνουν κουμάντο με το μουνί και τη μαλτεζίλα τους, οι επαρχίες με τους άντρες υποσημείωση που κορδώνονται για το τίποτα, οι επαρχίες με τους αδήλωτους πούστηδες και τα εισαγόμενα τραβέλια, το χώμα το προτεσταντικό, η λέρα του Σαββάτου που το πρωί της Δευτέρας είναι πάλι καθωσπρέπει, η αυτάρεσκη μετριοπάθεια, τα λεφτά, η αξιοπρέπεια του κώλου η αξιοπρέπεια, το θέατρο απ'την αρχή ως το τέλος, το ψέμα το κωλόψεμα, ο πολιτισμός.

Keine Scham, nur Schäume

Τα λευκά πλακάκια και η χλωμή λάσπη και η κρύα κουρτίνα που κολλάει στον ώμο μου, αυτό είναι το σκηνικό. Από το παράθυρο μπαίνει ο καπνός του γείτονα από δίπλα που φουμάρει στο μπαλκόνι. Είμαι λασπωμένος από τα νύχια των ποδιών ως τις ρίζες των μαλλιών, έχω ιδρώσει και ξεϊδρώσει και το πετσί έχει καλυφθεί από στρώσεις λάσπης, ιδρώτα και βροχής και ούτω καθ'εξής, αλλά τώρα θα τα διορθώσω όλα, μην ανησυχείς. Τα μαλλιά γλύτωσαν επειδή ήταν χωμένα στα δυο σκουφιά, τα μαλλιά γλύτωσαν γιατί είναι μείζονος σημασίας, γιατί είναι σημείο αδυναμίας, γιατί στους ελεγχόμενους χώρους δουλειάς μια μακριά κοτσίδα μπορεί να σημαίνει τον αποκεφαλισμό σου ή ένα μοχλό για τον τρελαμένο ν'αρπαχτεί, και τέτοιες Αχίλλειες πτέρνες δε μου τις επιτρέπω. Το φάντασμα στους υδρατμούς και οι πορτοκαλί μασχάλες, το αστείο στο αποστειρωμένο μπάνιο, ο λεκές στη σκανδιναβική καθαρότητα, το νερό καίει το άσπρο κρέας, εξαγνισμός και ιεροτελεστία της συμφοράς. Κάνω σαπουνάδα, λέω φωναχτά στον ίδιο μου Schäume, Schäume, αυτοεξευμενισμός, αλλά ξέρω πως η επίμονη ανάμνηση έρχεται να μ'επισκεφτεί ξανά, όχι, δε μ'επισκέφτεται, με λούζει σαν κωλονερό, τα σεντόνια, η ποδηλατική περιβολή, η κερκιδική, η βελόνα, το νυστέρι, το μεσοπλέυριο διάστημα, η αγωνία σε κάθε γραμμή του προσώπου σου, η κυάνωση περιφερική και κεντρική, όλα λημέρια που είχα φιλήσει και σκόπευα σθεναρά να συνεχίσω να φιλώ, τα νύχια, τα χείλια, τα βλέφαρα, όλα κυανωτικά και εύθραυστα να μας συνοψίζουν σε ένα κι ένα pqrst, η σιωπή σε κάθε σταγόνα του ιδρώτα μου, μετά ένα κενό, η μνήμη μου δεν επικεντρώνεται πολύ στην καλή έκβαση, παρά τη δρασκελίζει βιαστικά και προχωράει στο μηρυκασμό, το μαγικό κελί της απελπισίας, γιατί πάλι; Γιατί τώρα είναι μέρος μου, είναι όργανό μου, πες είναι επινεφρίδιο, είναι μέρος του όλου, τι γιατί; Γιατί με χτυκιάζει, με χτυκιάζει η σκέψη πως είσαι θνητός. Schäume, Schäume, η φωνή μου ακούγεται αθώα, κάτι από εκείνο το αλλοτινό παιδί δεν έχει χαθεί, επιστρέφω στο φως. Ξέρω γιατί και ξέρω ποιον έχεις ερωτευτεί, δε σε κατηγορώ μα ούτε σε καταλαβαίνω. Είμαι αυτός που πάντα ήθελα να είμαι, καταρτισμένος, σίγουρος, ψύχραιμος, μεθοδικός, είμαι αυτός που στέκεται ανάμεσα στο φόβο σου κι εσένα. Είμαι και αυτός που πάντα αγωνιζόμουν να μην είμαι, το λασπωμένο φάντασμα με το πηγαίο σκοτάδι, ηττοπαθής και επαγγελματίας ενδοσκόπος, με τους σπονδύλους από βούτυρο, βάρδα μη σκιστεί η σαμπρέλα και αρχίσει να χύνεται το λασπομελάνι, και τότε τα λευκά πλακάκια γίνονται μουνί, κι όμως σε βλέπω πίσω από την κρύα κουρτίνα με τη μαλαστούπα να σφουγγαρίζεις τις λασποπατημασιές μου. Pas på, når du kommer ud, baby. -Na, bin ich dein Baby? -Du er min baby. -Seit wann? -Det har du været længe.
Ποιος είμαι και ποιος είμαι όταν σε θέλω;

Mercy of God

                                            tremble
if God forgets you
tremble
                    if God
remembers you

E. Corral


-


Listen here you little cretin
I'll bless you with a prophecy

you'll push this rock up that hill
and it will roll back down
and you'll push it up again
but it won't ever stay
and you won't ever rest

you'll toil and suffer
and one day you will no more.

Ask for mercy all you want
God has none.

Ο Γ. Α. πέθανε

14.02.23

Ο Γ. Α. πέθανε ήσυχα το πρωί της Τρίτης από αναπνευστική ανεπάρκεια ενώ μια τροφαντή νοσοκόμα του κρατούσε το χέρι. Πήρα τηλέφωνο τον αδερφό του. Έχω άσχημα νέα. Ο Γ. μας άφησε. -Μα πώς; Αφού εχτές το βράδυ μιλήσαμε. Δεν του απάντησα πώς, δεν τον ενδιέφερε. Είπε να'ρθει να δει το νεκρό. Τον προειδοποίησα πως τα μπιλιέτα είναι ακριβά και δυσεύρετα. Αργότερα ανακάλυψε πως είχε προβλήματα με το διαβατήριο. Αυτό που χρειάζεται για το ταξίδι είναι λεφτά, το σωστό διαβατήριο, και αυτό δύσκολα το βγάζεις από τη μια μέρα στην άλλη, πόσο μάλλον αν είσαι ένας πληβείος επαρχιώτης.

Το κοράκι ήρθε και πήρε το πτώμα. Θα μπει στο φούρνο μια απ'αυτές τις μέρες και θα γίνει σκόνη, αλλά για την πατρίδα του είναι ζωντανός ώσπου να ταχτοποιηθούν τα διαδικαστικά, και ο γνωστός του από το Χελσινιόρ που του υποσχέθηκε να πάρει τις στάχτες πίσω στο χωριό του έχει τα χέρια του δεμένα. Πρέπει πρώτα ο μεταθανάτιος επαναπατρισμός να επιτραπεί από την ελληνική πρεσβεία και το δανέζικο υπουργείο εξωτερικών. Μια τυπική διαδικασία που μπορεί να διαρκέσει μερικές μέρες ή μερικούς μήνες. Πάνω νεκρός και κάτω ζωντανός, βορράς και νότος, πατρίς και εξορία.

Ο Γ. Α. δεν πέθανε λοιπόν.
Ο Γ. Α. δεν πεθαίνει πριν τον σκοτώσει η γραφειοκρατία.


Morals and shit

Ghada says

why are you closing the curtain         let them stare

J. Rizkallah


---

I know you're watching. Your judgment's on my back
your eyes groan with disgust at the view
but you discipline them, force them to look.
So, look.

Make it worth your while.

-

A noose and a neck all a bruise
hands not afraid of blood
fingers laced with spit
push comes to shove
sweat is always honest

this cock in that ass
this tongue in that mouth
this man has been in that man
this girl has tried them both and then some.

Hold on to your holy book 
and look

we'll do it again.

---

"Καλέ μου", ή γιατί να μην τα μπλέκεις στη δουλειά

27.01.23

Καλώ το νούμερο που τελειώνει σε -120. Το τσάι σχεδόν ακόμα βράζει και ήδη το πρώτο τηλεφώνημα της μέρας. Η μέρα βιάζεται ν'αρχίσει.

-Ορθοπεδική πίσω γραμμή, Σούκρι.
Να σου γαμήσω.
-Φ. απ'το Ε2. Έχω έναν θείο που περιμένει επανεκτίμηση από την Τρίτη. Είναι για εξιτήριο.
-Ποιος τον είδε την Τρίτη;
-Ο Άλμπερτ.
-Μάλιστα. Γιατί δεν παίρνεις αυτόν τηλέφωνο να τελειώσει αυτό που άρχισε;
-Γιατί εσύ κάνεις τις εκτιμήσεις σήμερα.
Ξεφυσάει.
-Όνομα;
-Κ. Κ. Θάλαμος δέκα-ένα. Ε2.
-Ναι, ξέρω σε ποιο τμήμα δουλεύεις καλέ μου. Θα περάσω όποτε ευκαιρήσω.
-Πριν τις δώδεκα, είναι για εξιτήριο.
-Ναι, το άκουσα την πρώτη φορά πως είναι για εξιτήριο. Θα περάσω όποτε ευκαιρήσω.
-Είναι Παρασκευή.
-Το ξέρω πως είναι Παρασκευή.
-ΟΚ.

Κάθομαι στο άβολο καρεκλί. Επί τούτου άβολο για τη μεγιστοποίηση της παραγωγικότητας. Τα γόνατά μου βρίσκουν στο γραφείο. Τα μάτια στο πάτωμα. Με στρέσσαρε το τηλεφώνημα. Με στρεσσάρει η Σουκριγιέ. Όπως και να'χει είναι σαφές πως δε θα σκάσει μύτη πριν τις δώδεκα. Ανακοινώνω στη νοσοκόμα πως αναβάλλω το εξιτήριο για αύριο.
-Είναι χάλια στυλ, γιατρέ. Χάλια στυλ, τώρα Παρασκευιάτικα.

-

Τελειώνω την επίσκεψη, είναι δώδεκα, ανεβαίνω στην καντίνα. Σερβιρίζομαι σικαλόψωμο και βούτυρο, περνάω την κάρτα από το μηχάνημα, κάθομαι δίπλα στη γυναίκα μου και δυο άλλους χειρουργούς που για μισή ώρα θα λένε ανέκδοτα για κουράδες με γεμάτο στόμα και θα κλαίνε από τα γέλια ψεκάζοντας ψίχουλα από ψαρομπιφτέκια στον πάγκο. Κατεβαίνω πάλι στο τμήμα, θέλω να καπνίσω, αλλά τώρα δεν έχει τέτοια, μόνο δημοσιοϋπαλληλική υπομονή. Περνάω Ληβάην σε δυο γριές, γράφω πλάνα για ανοσοθεραπείες, κάνω μερικά ακόμα κωλοτηλεφωνήματα, διαβάζω ειδήσεις στο κινητό, γράφω στη Λίνα για τις ειδήσεις που διαβάζω, κοιτάζω το πάτωμα, τραβολογάω τη γενειάδα, σκέφτομαι πυρετωδώς, κλπ. κλπ. Όταν εμφανίζεται η Σουκριγιέ είναι περασμένες τρεις.
-Μπορεί να περιμένει ως τη Δευτέρα.
-Θέλεις παραπεμπτικό;
-Όχι. Ήταν ακόμα με γραμμή και καθετήρα. Έτσι θα κάνεις εξιτήριο;
-Θα έκανα εξιτήριο αν ερχόσουν πριν τις δώδεκα.
-Δεν είμαστε όλοι στην υπηρεσία σου καλέ μου. Είπα πως θα έρθω όταν ευκαιρήσω.
-ΟΚ.
-Σε συμβουλεύω να διορθώσεις τον τόνο σου.
Δεν ξέρω τι έχει ο τόνος μου, προσπαθώ να είμαι όσο πιο ουδέτερος γίνεται. 
-Εντάξει.
Στέκεται στην είσοδο του γραφείου με τις σημειώσεις της στο χέρι. Επαγγελματίας. Ωραίο αχυρένιο δέρμα χωρίς ψεγάδια, το λαμπερό διαμαντάκι στη μύτη, τα ασσορτί σκουλαρίκια, τα μαύρα μαλλιά τώρα με καινούρια κόμμωση, κυματιστά και φουσκωμένα, τα λεπτά φρύδια, το πολύ λευκό λευκό των σκληρών της, οι σκούρες καστανές ίριδες που στο κακό φως δεν ξεχωρίζουν από τις κόρες, οι πολύ μακριές βλεφαρίδες με τους κόμπους, η γλυκιά φωνή, το ζωηρό κορμάκι, η στολή σαν ραμμένη στα μέτρα της, τι στην ευχή, ε; Η γυναίκα με το ανεξάντλητο πλεόνασμα και στον αντίποδα ο άντρας με το χρόνιο έλλειμμα, κι ανάμεσά μας το μοντέλο Kübler Ross κι ένας εραστής που άλλαξε χέρια. Με καίει κάτω απ'τον αφαλό να της εξηγήσω, πως μ'έχει αδικήσει, δεν είμαι τέτοιος φτηνιάρης, δεν είμαι το σκουπίδι που πιστεύει, αλλά το βουλώνω. Όχι, τώρα δεν έχω δικαίωμα να είμαι εγωιστής. Γι'αυτήν είμαι πουτάνας γιος και δε θα το πολεμήσω.
Βγάζω τα γυαλιά και τρίβω τα μάτια μου. Όταν τα ξαναφοράω έχει φύγει.

Αυτός που πληρώνει τα σπασμένα είναι τελικά ο θείος με τη σάπια γάμπα, που άλλο ένα βράδυ θα κοιμηθεί χώρια απ'την κυρά του.

-

Σουκριγιέ, ανάθεμά σε, ό,τι κι αν μου κατεβάζεις, όσο κι αν σου φέρνω ξερατό, έχεις δίκιο. Είμαι φτηνιάρης, είμαι σκουπίδι, το κρέας με κάνει ό,τι θέλει - όχι, πάλι δικιολογίες, να πάρει ο διάολος. Είμαι υπεύθυνος για όλα, είμαι όπως και κάθε άλλος, ένα θλιβερό ζώο με το θάνατό του στο κατόπι, τα πάντα για τη θεραπεία της μοναξιάς, επί πτωμάτων στο δρόμο που υποδεικνύει η επιθυμία, όλα δικά μου αν μπορώ, τίποτα ευγενές, τίποτα υψηλό, κράτησα μυστικά απ'το Θεό και μ'έπιασε με το τεράστιο χέρι του για να μου θυμίσει πως τα βλέπει όλα, τράβηξα καλό κουπί από το '16, το ζόρι με κάνει να νομίζω πως δικαιούμαι επιείκεια, όχι, Σουκριγιέ, το ξέρω, δεν υπάρχουν ελαφρυντικά, τα πράγματα έχουν ως έχουν. Είσαι η τραγική ηρωίδα αλλά θα προχωρήσεις, η τιμωρία μου είναι πως δεν είμαι μηχανή, ο πρώην άντρας σου δεν είναι ένας ακόμα στη λίστα, είναι το στόμα που μάσησε τη λίστα, όσο τρυφερός άλλο τόσο αμείλικτος.

-

Και τώρα τι; Σκέφτομαι πυρετωδώς και γράφω πυρετωδώς σαν εκείνους τους τελειωμένους που βινάρουν όλην την παραγωγή των μεσοδυτικών πολιτειών και μετά αποσυναρμολογούν τ'αμάξι τους βίδα βίδα, θα'πρεπε να είμαι μισοξαπλωμένος σαν δανδής και ν'απολαμβάνω τα κλοπιμαία μου, αλλά δεν είναι ακριβώς έτσι: κάτι με καίει από μέσα σαν οξύ, και αποσυναρμολογώ τον ίδιο μου βίδα βίδα, τι νευρασθένεια, τι σπίντα, ένα και το αυτό, στο τέλος τίποτα δε μένει όρθιο.

Τα ρέστα από τη Σίσσι και τις 839 κορώνες τη συνεδρία της, που αντί να τ'ακούει αυτή, τα ξερνάω εδώ πέρα.

-

Angles morts II

Οι οθόνες με τους πίνακες εκπέμπουν ανελέητο φως. Είναι το τέμπλο των ΤΕΠ, φέρουν τις λίστες των περιστατικών, τις ώρες άφιξης στις αίθουσες, τη διαλογή, τις ειδικότητες, τα υπηρεσιακά τηλέφωνα και τις μούρες μας πλαστρωμένες δίπλα από κάθε περιστατικό ή αίθουσα ευθύνης, όλα εξαρτώνται από τις οθόνες. Η ώρα είναι δυο και κάτι μετά τα μεσάνυχτα. Η λάμψη από τις οθόνες είναι ο θεός που αποκαλύπτεται, είναι η θεία δίκη, είναι ο ήλιος που σε τυφλώνει όταν αραιώνουν ξαφνικά τα σύννεφα. Συνεφημερεύουμε, έχει φανταστική επίδραση στη διάθεσή του. Κάθεται στο διπλανό κομπιούτερ και τακατατατατα γράφει το πρακτικό του τελευταίου τραύματος που ανέβηκε χειρουργείο ενώ πίνει γουλιές από τον κρύο καφέ του και τραγουδάει μουρμουριστά Boney M. Διαβάζω την προνοσοκομειακή αναφορά για το περιστατικό που είναι καθ'οδόν, είναι ακόμα ανατολικά από το αεροδρόμιο, έχω καιρό. Βλέπω το μπούτι του να κουνιέται ρυθμικά. Η προϊσταμένη έχει τυλιχτεί με το κουβερτίνο απέναντι και λαγοκοιμάται με ένα σακούλι ξηροκάρπια στην αγκαλιά. Κλείνω τα μάτια μου και βλέπω τις ρυτίδες στο σβέρκο του. Με ξυπνάει ένα σκούντημα, είναι αυτός, Είπα να σε ξυπνήσω πριν χτυπήσει το μαραφέτι, και εκείνη τη στιγμή χτυπάει το μαραφέτι, είναι τρεις παρά κάτι, είναι ώρα για να τρέξω.

Δίπλα σε μια Γροιλανδέζα αλκώλα με σβησμένα ταττουάζ που ψήνεται στον πυρετό και κάνει αλλεπάλληλες γκραν μαλ, η στολή του αστροναύτη με πνίγει, στολή του αυτοκρατορικού γελωτοποιού αλλά κανένας δε βλέπει το αστείο παρά εγώ. Ο ιδρώτας κυλάει ανάμεσα στις ωμοπλάτες μου και κατεβαίνει όλη τη διαδρομή ως την κωλοχαράδρα. Ο στυλεός γυαλίζει, ΟΝΠ. Οι σταγόνες βγαίνουν κοπιωδώς και μοιάζουν με γάρο, έχει μηνιγγίτιδα γκαραντί. Τον περασμένο Φλεβάρη δοκίμασα τη διαδικασία από τη μεριά της, ήταν ακριβώς όπως την φανταζόμουν, ξαπλωμένος σε εμβρυϊκή στάση σ'ένα κρεβάτι της νευρολογικής στο πανεπιστημιακό, με έναν ειδικευόμενο νευρολογίας να με παλουκώνει Ο3/4 με την τραυματική-ατραυματική βελόνα και να βρίσκει την αριστερή Ο3 ρίζα, με διαπερνούσε το ρεύμα από τη μέση ακριβώς στο δερμοτόμιο στο μπούτι, Προς τα κάτω, μου χτυπάς τη ρίζα, έχεις πολλή κλίση, του έδινα οδηγίες λες και ήταν να παρκάρει και ο νοσοκόμος γελούσε, όπως και να'χει τα καταφέραμε, αλλά μετά έκανα τέσσερεις ώρες να περπατήσω και πήγαινα σαν χεσμένος για μέρες. Το επιτελείο μου στέκεται σιωπηλό, η βρώμικη νοσοκόμα περιμένει το σύνθημα για να μου περάσει το επόμενο φυαλίδιο ώσπου να τελειώσει η διαδικασία, να πουσάρουμε αντιβίωση και ντέξα και να τη στείλουμε πάνω. Ακούω τον Άλμπερτ να σφυρίζει την ίδια ηλίθια μελωδία από πριν στο διάδρομο έξω από τον αξονικό απέναντι. Τα μάτια μου καίνε. Έλα ανέλαβε βγαίνω, αφήνω τη μέση γραμμή μου να κλείσει το θέμα, ξεντύνομαι βιαστικά στον προθάλαμο, στρατηγικά εκτός της προσωπίδας και της μάσκας, βγαίνω στο διάδρομο, δροσιά, το ρεύμα απ'τις συρόμενες πόρτες που βγάζουν στα ασθενοφόρα, όλα εντάξει, όλα καλά.

Οι μάπες μας φιγουράρουνε πακέτο στις οθόνες, δε με απασχολεί η δική μου, είναι μαλακισμένη και τη χέζω. Αλλά η δική του με ενδιαφέρει. Ψάχνω στη μικρογραφία της κάτι που να μου έχει διαφύγει, εξετάζω τα αντίγραφά της, ναι, είναι αυτός, τίποτα δε φαίνεται μυστηριώδες από τις ψηφίδες του λεντ στο πρόσωπό του, μπορώ να αναπαραστήσω με υψηλή ευκρίνεια κάθε πιξελιασμένο μέρος του όπως κάνουνε στις αστυνομικές σειρές με τα ενσταντανέ από τις κασέτες ασφαλείας και από μια θολή κουκκίδα ξαφνικά έχουμε το πορτραίτο του δολοφόνου με τόση ανάλυση που βλέπεις ως τη βασική στιβάδα της επιδερμίδας. Αλλά εγώ δεν κλέβω σε αντίθεση με τους σκηνοθέτες. Ξέρω πώς μυρίζουν τα μάγουλά του, ξέρω πώς κοκκινίζει το κούτελό του, ξέρω τι κρύβει μες στο στόμα του και πώς το μουστάκι του συναντάει τα ρουθούνια παρότι δε μένει ποτέ αξύριστος, γιατί τα έχω δει από κοντά, τα έχω δει από πολύ κοντά, όχι από μια κάμερα παρακολούθησης ενός ψιλικατζίδικου στο Νιου Τζέρζυ ένα βράδυ με βροχή. Ξέρω όλες τις λεπτομέρειες, δεν υπάρχει τίποτα κρυφό. Τότε λοιπόν τι; Τι στην ευχή είναι που με κάνει τόσο αδύναμο;

-

-Έι.
-Μμ;
-Πού είσαι πάλι;
-Σκέφτομαι το θάνατο.
-Γιατί;
Κλείνω τα μάτια και βλέπω τις ρυτίδες στο σβέρκο του. Βλέπω τη θάλασσα από το παράθυρο στο σπίτι του Τάτση και της Ν. και βλέπω δυο παιδιά στα φουσκωμένα νερά ν'αγωνίζονται. Βλέπω τα πίσσα μαύρα μαλλιά της Ν. που στέκεται ανάμεσα σε μένα και το παράθυρο. Βλέπω τον ώμο της με τα δάχτυλά μου, δε χρειάζεται πια να βλέπω. Τα παιδιά είναι χαμένα, το νερό τα καταπίνει. Η σίτα κάνει μια ύπουλη σκιά. Η σίτα και εκείνη η ύφυγρη σαγρέ υφή της, κάτι σαν φάντασμα, τα δεντρολίβανα είναι ολόκληροι θαμνόλοφοι, ο αέρας σπρώχνει τη βροχή και με βρίσκει σαν κουβέρτα, το μονό τζάμι γίνεται αόρατο όταν είναι καθαρό. Όλα αποσπασματικά αλλά πολύ σαφή, ανακατεύονται, επιπροβάλλονται, σαν πολλαπλές εκθέσεις σε φιλμ χαμηλής ευαισθησίας, σαν όνειρα, σαν εφιάλτες, σαν μελάνι στο νερό. Αφήνουμε πέρα το Μπλώβαντς Χουκ, στ'ανοιχτά το αλάτι ροκανίζει τις λαδομπογιές, ένα σπρέη ψιλού διαμερισμού. Ο Άλμπερτ, οι ρυτίδες στο σβέρκο του, τα μεγάλα ομαλά του νύχια και οι εύρωστες κοίτες τους. Το Βυκ και η άγκυρα του φέρρυ πίσω μπρος, εκείνη η μυρωδιά του ρηχού βυθού που ξεγυμνώνεται δυο φορές το εικοστετράωρο, τα μύδια κόβουν σαν νυστέρια όταν ανοίγουν. Τα μάτια από τις φώκιες στο W A T T E N, τα μάτια των κοριτσιών, τα μάτια των αγοριών, τα τρελαμένα μάτια των γλάρων. Ο πατέρας μου τότε ένα καλοκαίρι στην Τορώνη κι εγώ μικρός χωμένος στην άμμο με το τρίμμα ως τα μπούτια και κάποιοι από δίπλα να λένε Ναι, αυτός είναι Γερμανός και καταλάβαινα τα πάντα, ο πατέρας μου τώρα και τα χρόνια που τον φτάνουν με προτεταμένα τα σπαθιά, εγώ μεγάλος και στην καλύτερη ως τις μεσοκνήμες στην άμμο ζάχαρη άχνη στο Γιόργκενσο. Τίποτα δεν πονάει στο θάνατο παρά η μνήμη. Λοιπόν ιδού. Βλέπω καλύτερα με τα μάτια μου κλειστά. 

Ορίστε τα ζουμιά. Eξατμίζονται γρήγορα από τη μούρη μου που βράζει και καταλείπουν σφιχτά αυλάκια. Άοπλοι με την εν οίκω ενδυμασία τησέρτ βρακί και κάλτσες ασπρουλιάρικα γόνατα δυο αποχρώσεων χέρια γυμνά χωρίς καμία εξουσία, τη διαφορά την κάνουν κάτι ασήμαντα στολίδια, ένα παντελόνι, τα πράσινα ή τα μπλε του χειρουργείου, μια λάμπα με σκληρό φως, οι μάπες στις οθόνες, το ελάχιστο κλικ της αυτοπειθαρχίας. Επιστρέφω ξανά και ξανά στο MODT. 7 και κάθε φορά ο θάνατός του με φοβίζει περισσότερο και τα κοκκαλιάρικα δάχτυλά του μπήγονται λίγο πιο βαθιά κάτω απ'την κλείδα μου. Κανενός ποτέ η σκέψη του θανάτου δε με έχει στοιχειώσει έτσι όπως του δικού του. Είναι μια μαγική πληγή από το φαρμακερό νύχι της Αγλαονίκης όταν με έδειξε στοχεύοντας ίσα στην καρδιά μου.

Τη νύχτα των Χριστουγέννων έξω από το σπίτι της αδερφής του στο Ν. Φάλστερ βγήκα να μετακινήσω το αμάξι μακρυά από το στέγαστρο επειδή θα έκοβε ο παγετός και οι πάγοι που κρέμονταν σαν σταλακτίτες μπορεί να ξεκολλούσαν όσο θα κοιμόμασταν, έκανα όπισθεν και μες στο σκοτάδι τσάκισα το πίσω δεξιό φανάρι στο μοναδικό ξερακιανό δέντρο της αυλής που στεκόταν ακριβώς στην τυφλή γωνία. -Γιατί δεν είπες να σου κάνω κουμάντο; -Δεν ήξερα καν πως υπήρχε δέντρο στην αυλή. -Δεν το είδες όταν ήρθαμε; -Όχι.

Καθόμαστε στο καναπεδοκρέβατο στο μικρό δωμάτιο που βλέπει προς το δρόμο. Η θεία του απέναντι διαμερίσματος έχει στήσει δυο κόκκορες με αληθινά φτερά στο περβάζι της, τα γόνατα μαλακή κόντρα, τα δάχτυλά μου πανιασμένα και τα δικά του μπλε από το σφίξιμο, με το ελεύθερο χέρι του κυνηγάει τα δάκρυά μου σαν να παίζει ντίξι μπολ. Όταν με βλέπει έτσι γίνεται μαρτσιπανένιος. Μπορώ να τον κάνω κομμάτια, όπως αυτός εμένα, πάτσι και πόστα.

Γιατί, γιατί. Μα γιατί έτσι είναι
only love and death change all things.



Ο Γ. Α. πεθαίνει

Ο Γ. Α. πεθαίνει στην πνευμονολογική. Τον είδα στα ΤΕΠ πριν δυο μήνες με θρομβοφλεβίτιδα της μείζονος σαφηνούς. Τον πονούσε το πόδι, αυτό ήταν όλο. Παρεμπιπτόντως είχε βγάλει και μια πλάκα γιατί το τελευταίο διάστημα είχε έναν ξερόβηχα. Άνοιξα να τη δω μηχανικά ενώ βρακωνόταν. Αριστερός πνεύμονας πλήρως κατειλημμένος, μεσαύλιο προσβεβλημένο. Του είπα πως του κάνω παραπεμπτικό στους πνευμονολόγους στο ΣΛΒ, στην πνευμοογκολογική. Τι μπορεί να είναι; Είναι κάτι κακό; -Ή φυματίωση ή καρκίνος. Ήξερα πως δεν ήταν φυματίωση. Όταν είδα την πλάκα, ο Γ. Α. ήταν ήδη νεκρός.

Ο Γ. Α. είναι από ένα χωριό κοντά στο Αιτωλικό. Ανέβηκε για να δουλέψει. Μένει έξι χρόνια εδώ αλλά δεν καταλαβαίνει λέξη. Έκανε λάντζα σε ένα φαστφουντάδικο. Όταν του μίλησα ελληνικά η χλωμή του μούρη φωτίστηκε, παρότι έψαχνα τις λέξεις που όσο πάνε και σκορπίζονται. Πρόλαβε να κάνει μια χημειοθεραπεία. Μετά κουλάθηκε το ένα χέρι, εισήχθη στη νευρολογική. Πολλαπλά μικροϊσχαιμικά, μια μονήρης εγκεφαλική μετάσταση, εν τω βάθει φλεβοθρομβώσεις και επιπολής θρομβοφλεβίτιδες, η πίκα του καρκίνου του, τα θρομβοεμβολικά. Του εύχομαι να κάνει μια μαζική πνευμονική εμβολή και να πεθάνει ακαριαία, αλλιώς θα πνίγεται πεθαίνοντας αργά. Καπνίζω από τα δώδεκα, γιατρέ. Παθολογανατομικά ο τύπος δεν ήταν των καπνιστών, αλλά αυτό δεν έχει σημασία, δε χρειάζεται να ξέρει την πλήρη έκταση της αλήθειας.

Τον βλέπω στο υπόγειο ενώ ο τραυματιοφορέας τον σπρώχνει με το κρεβάτι και τα οξυγόνα από τη νευρολογική στην πνευμονολογική. Είναι αξύριστος και αχτένιστος, όλες οι τρίχες το ίδιο χρώμα σαν βρασμένο κάστανο, το δέρμα του στάχτη, τα μάτια άρρωστα γυαλιστερά. Τον αναγνωρίζω αφού έχουμε ήδη διασταυρωθεί και ο τραυματιοφορέας ετοιμάζεται να τον μπάσει στο ασανσέρ. Αποφασίζω να μη γυρίσω.

Εμπύημα και πνευμονία, δέκα λίτρα οξυγόνο στη Βεντούρι, ενδοφλέβιες αντιβιώσεις, ηπαρίνες, το δια ταύτα. Χριστούγεννα Πρωτοχρονιά στην κλινική και μόνος.

Την Παρασκευή οι ογκολόγοι αποφάσισαν με συνοπτικές διαδικασίες πως το εγχείρημα είναι μάταιο. Προσπάθησαν να του σκάσουν το μαντάτο με κάποιο διερμηνέα της συμφοράς από το συνεργαζόμενο γραφείο, αλλά η συνάντηση ήταν φιάσκο. Ο Γ. Α. συνεχίζει να ρωτάει εύελπις πότε θα κάνει την επόμενη χημειοθεραπεία, πότε θα χειρουργηθεί. Του πρότειναν να μιλήσει στον παπά του νοσοκομείου και είπε πως δεν είναι θρήσκος. Ο Γ. Α. δεν έχει κανέναν, ούτε εδώ ούτε κάτω. Θέλει να γυρίσει στην πατρίδα αλλά τώρα είναι πολύ αργά. Δεν είναι σε θέση να ταξιδέψει. Το διαβάζω στα πρακτικά από την άλλη άκρη του νοσοκομείου.

Σήμερα στο σχόλασμα ο συνάδερφος που κρατούσε το τηλέφωνο της ετοιμότητας μου λέει, Πήρανε από την πνευμονολογική και ρωτούσαν αν μπορείς να πας να ενημερώσεις έναν ασθενή τους που μιλάει ελληνικά. Αλλά ήξερα πως σήμερα είχες φουλ πρόγραμμα και τους είπα να πάρουν πάλι αύριο. -Αν μπορώ να πάω να τον ενημερώσω πως πεθαίνει. -Πώς το ξέρεις; -Τον έχω δει.

Αλλάζει ρούχα μέσα στο γραφείο. Έχει κάνει δυο παιδιά στα γρήγορα με τη νοσοκόμα που έριξε στα όψιμα σαράντα, είναι στην ηλικία του Γ. Α. Η άρνησή του μοιάζει να δουλεύει αποτελεσματικά, η χρήσιμη άρνηση της πλειοψηφίας. Όσο κι αν κάνεις πως δεν έρχεται και για σένα, το κρύο χνώτο του θα είναι πάντα στο σβέρκο σου. Κάθομαι στην καρέκλα με την κοντή πλάτη που με κόβει και βλέπω το κενό. Ο Γ. Α. πεθαίνει.

-

Όταν με βλέπει που πλησιάζω το θάλαμο, ο Γ. Α. σπεύδει να σηκωθεί, να ταχτοποιήσει τις τσαλακωμένες νοσοκομειακές μπιτζάμες του, να στρώσει τα μαλλιά του, να μη φαίνεται τόσο ελεεινός. Παίρνω τη νοσοκόμα και τον πνευμονολόγο που θέλουν να είναι παρόντες στην κουβέντα. Α εσείς είστε γιατρέ που μιλάτε και κροατικά; ρωτάει η νοσοκόμα. Ελληνικά, όχι κροατικά, της λέω, αλλά το ίδιο της κάνει. Ο Γ. Α. μου λέει πώς περιμένει να κάνει την επόμενη χημειοθεραπεία. Του λέω πως δε θα κάνει επόμενη χημειοθεραπεία, είναι πολύ αδύναμος. Θα πάρει κορτιζόνη και αν βελτιωθεί η κατάσταση τότε οι ογκολόγοι θα ξαναρχίσουν. Αν βελτιωθεί η κατάσταση… άρα θα περιμένω. Γιατί αν δε βελτιωθεί, τότε… τότε… 

Η κορτιζόνη είναι παρηγορική. Δε θα βελτιωθεί η κατάσταση. Με κοιτάει και είναι τρωτός σαν πεταμένο νεογέννητο, με εκείνο το αναθεματισμένο βλέμμα που έχουν οι άρρωστοι όταν είναι παραδομένοι στην εξουσία του γιατρού, εκείνο το ίδιο βλέμμα που με στοιχειώνει από εκείνη τη μέρα στο MODT. 7, εκείνο το βλέμμα που με αναγορεύει σε μείζονα δύναμη, το χέρι του Θεού. Η ανάμνηση μου ροκανίζει τις φτέρνες. Τα πράγματα με τα χρόνια μπαίνουν σε σειρά, και από το κατακάθι τους γίνεσαι επαγγελματίας. Δεν του σβήνω κάθε ελπίδα. Συνειδητή ιατρική απόφαση, επειδή πιστεύω πως θα του κάνει καλό να παραταθεί αυτό το λίγο φως όσο γίνεται, ή ίσως καθαρός οίκτος. Το σκοτάδι του θανάτου τον τυλίγει όπως το βαρύ νερό μιας λίμνης κάποιον που βουλιάζει.

Η πριγκίπισσα της κοιλάδας της Ρεντίνας - μέρος Β'

"Σαμψών και Δαλιδά ένα γλυκό βράδυ"

Ο κόσμος είναι κωλότρυπα όπως λες. Δε σου κάνει εντύπωση πως συνέβη να είμαστε στο ίδιο μέρος την ίδια εποχή. Δε θυμάμαι την πρώτη την αρχέγονη φορά, ήμασταν μικρά παιδιά, σε είχα δει και με είχες δει και είχαμε παίξει μαζί επειδή μας είχαν πει. Ξέρω όμως ακριβώς πότε την άρπαξα: εκείνη την Καθαρά Δευτέρα στο Σταυρό. Ηρωίδα απ'τα βιβλία του Βερν που διάβαζα σε επανάληψη, αλλά στ'αλήθεια εκεί έξω. Ενάμιση χρόνο αργότερα στην ταράτσα της Αντριάνας κάτω απ'την Όλγας, εβραίικο τραπέζι, ουέβος αμινάδος, παέγια και μπορέκας και τέτοια γραφικά. Μόλις είχα κατέβει τότε για μόνιμα (δηλ. άνω του τριμήνου), ούτε δεκαοχτώ, ντροπή στην προφορά, αίφνης ξένος και όχι τόσο εξωτικός, και απ'τη μια άκρη στην άλλη του τραπεζιού οι ματάρες σου με πιάνανε στα πράσα, ήσουνα δεκατεσσάρων, ένα κακοκουρεμένο ισχνό παιδί. Ο πατέρας σου τα έτσουζε με τον πατέρα του Ιάκωβου. Όταν σουρούπωσε με πήρες να δω τα ποντίκια στον Πύργο, ένα πραγματικό αξιοθέατο κατά τη γνώμη σου. Η μάνα σου έδωσε την άδεια με αυστηρό συνοφρύωμα και μου είπε να την προσέχεις, είναι ατίθαση. Τα ποντίκια ήταν όντως εκεί, τρέχανε σαν βολίδες γύρω απ'τον Πύργο ανάμεσα στα δέντρα, ήταν πριν το παπαγεωργοπουλίστικο λίφτινγκ. Με τραβολογούσες να μου δείξεις τις ποντικότρυπες, έχωνες το χεράκι μέσα και έπαιρνες ύφος εξερευνητή, είχε φοβερή ζέστη. Η ήβη άργησε να με βρει και όταν τελικά με βρήκε με χτύπησε σαν νταλίκα. Αλλά τότε ήμουν εκεί στις παρυφές, με λίγο διαφανές γενάκι, ξυρισμένος γουλί, η ενηλικίωση καιροφυλακτούσε.

Κάτι είχε αρχίσει να στραβώνει πριν κατέβω, ήρθε και η μετανάστα καταλύτης. Η γκαρσονιέρα στην Άνω Πόλη δε χωρούσε το μπουρδέλο στο κεφάλι μου. Οι νύχτες τραβούσανε πολύ, ήμουν σπάνιο εύρημα στα εργαστήρια, το κρεβάτι δε μ'άφηνε να φύγω, αμόνι στο στήθος και όλα τα χρώματα εξαφανισμένα απ'τον κόσμο. Κοντά σ'αυτά με κυνηγούσε και μια αίσθηση καθήκοντος, πως έπρεπε να ζήσω, ενώ στα κρυφά με κατέτρωγε η αντίθετη παρόρμηση. Φαντασιωνόμουν το θάνατό μου διεξοδικά, ξανά και ξανά, τελειοποιώντας το σχέδιο. Έχασα την παρθενιά μου με την πρώτη Όλγα, την Πολωνέζα, στο δωμάτιο της εστίας της στο Βερολίνο, κι αυτή τη δικιά της μαζί μου. Το αψύ χαλί σλαβικού τύπου μου συνέκαψε τα γόνατα. Σταματήσαμε όχι επειδή είχαμε χύσει, αλλά επειδή είχε προλάβει να γίνει μονότονο. Ήμουν απορημένος, αυτό ήταν λοιπόν; Κατάλαβα γιατί περιστρέφονται όλα γύρω απ'το γαμήσι, ως εκεί τους κόβει τους μαλάκες, τι περίμενα; Η πρώτη Όλγα είχε περάσει λευχαιμία παιδί και είχε κάτι δραματικά εύθραυστο, σαν ολόσωμη αόρατη ουλή. Σπούδαζε τότε βιοχημεία. Πέταξε πολλά λεφτά για να κατεβαίνει να με βλέπει και πάλι πίσω για κάτι ισχνά Σαββατοκύριακα. Μου έδωσε μια γεύση από το τι είναι διατεθειμένη να κάνει μια γυναίκα για σένα αν σε πάρει με καλό μάτι. Έπειτα έμπλεξε με έναν Γεωργιανό που ο πατέρας της απεχθανόταν επειδή ήταν Γεωργιανός. Διέσχιζε πέρα δώθε τη Λευκορωσία σ'εκείνα τα τραίνα που ήταν γεμάτα κλέφτες και πρεζόνια για να πηγαίνει να τον βρίσκει στην Αγία Πετρούπολη, και μου'στελνε και μου'λεγε αν δε σου γράψω σε τρεις ώρες πάρε την αστυνομία. Τώρα είναι νευρολόγος, παντρεμένη με Πολωνό φυσιοθεραπευτή. 

Το να βρίσκεις γκόμενες ήταν πιο εύκολο απ'όσο είχα φανταστεί, και αυτές που έβρισκα έμοιαζαν να θέλουν να κάνουν τα πάντα για μένα, αλλά τίποτα από τα πάντα τους δε φαινόταν να βρίσκει στόχο. Ο κόσμος έλιωνε και γλιστρούσε απ'τη βάση του σαν αποτυχημένη τούρτα, και στο τραπέζι έμενε ένα κακοφορισμένο παντεσπάνι. Το σκάτωμα επιταχύνθηκε όταν με βρήκε η Ε., που τότε ήδη πλεύριζε τα τριάντα. Η Ε. είδε την ευκαιρία να με μοδιστρώσει στα μέτρα της. Πληρούσα κάποιο φετιχιστικό κριτήριο, αν και δεν έμαθα ποτέ ποιο ακριβώς από τη λίστα. Με προσπάθησε υπομονετικά, επέμεινε, αποδεχόταν την απροθυμία μου με ανωτερότητα και τελικά σκέφτηκα, τι έχω να χάσω, ας τη δοκιμάσω κι αυτήν. Όμως η Ε. ήταν πειραγμένη και αποδείχτηκε κωλέ επιρροή. Ήταν αιματηρή η μάχη καθώς εμπέδωνα πως ο κόσμος δεν είναι και πολύ της προκοπής. Η Ε. πίστευε πως θα με καπετάνευε. Θα γινόμουν ο ιδανικός άντρας. Αντ'αυτού εξόρυξε μεθοδικά από εντός μου ένα κακό σκυλί σαν εκείνα που τα εκτελούν στου μπόγια. Δε λέω πως ήταν δικό της το φταίξιμο, η σκαρτιά υπήρχε, αλλά ίσως και να γλύτωνα αν δεν είχα διασταυρωθεί μαζί της. Αρπαζόμουν με αγνώστους για μυγοχέσματα, πιανόμουνα στα χέρια με όποιον έβρισκα εύκαιρο, κατέστρεφα ό,τι μπορούσα όπως μπορούσα, έπαιζα χαρτάκι αρειμανίως, χτυπούσα την Ε., την τρομοκρατούσα, την κεράτωνα εκδικητικά, και κατόπιν τη Μ., τη Γ. και τη δεύτερη Όλγα, βάλτωσα στη Σχολή, στα μαχαίρια με τους ευλαβείς καθηγητές και τα τσιράκια τους, σε ευθεία ρήξη με το θεουσισμό του κλάδου, οι κόντρες κερασμένες από μένα, δεν άντεχα να τους βλέπω, κι αυτοί δε δίναν μία για τον κοκκινοτρίχη με την προφορά, όλα σάπια, όλα μονόπαντα, εγώ ενάντια στον κόσμο, κι ο κόσμος να μ'έχει γραμμένο στ'αρχίδια του, και ν'αγωνίζομαι ν'αποδείξω ο Θεός ξέρει τι σε ποιον, τι μπουρδέλο. Η Ε. με απειλούσε καμιά δε θα σ'αγαπήσει όπως εγώ και προσπαθούσε να πουληθεί για περισσότερο χρυσό απ'όσο ζύγιζε, μια τεχνική που με προκαλούσε όπως τον ταύρο η μουλέτα και οδηγούσε σε θεατρικές εντάσεις. Γελούσα σαν φρενοβλαβής και της την άστραφτα. Είχα αμετακίνητες απόψεις. Κανένα μουνί δε θα με τούμπαρε. Πόσο μάλλον μ'εκβιασμούς. Λάδι στη φωτιά, το γελοίο κουκλοθέατρο. Ένα ζεστό χάραμα έσπασα ένα μπυρομπούκαλο δίπλα απ'το κεφάλι της στο ντουβάρι έξω από τον Κόκκινο Φούρνο, και κάποιος με φανέλα Ηρακλή και φεμινιστικές ιδέες μπήκε στη μέση να με συνετίσει, καταλήξαμε να παίζουμε ξύλο δίπλα στους κάδους και η Ε. έκλαιγε. Γουδιαζόμουν στο γυμναστήριο λες και μου δίναν μεροκάματο για να είμαι ετοιμοπόλεμος. Η φκιάξη δεν αλλάζει, ήμουν ανέκαθεν φυματική φυσιογνωμία. Αλλά με όπλιζε η τρέλα και μου ήταν όλα ίσωμα. Η Ε. μου έλεγε πως προτιμούσε ευαίσθητους μελαχροινούς γκοθάδες με άρβυλα και τη σκαμπίλιζα και με συγκρατούσα κοπιωδώς να μην της σπάσω τα δόντια. Είχα μια βρώμα πάνω μου που δεν ξεκολλούσε ποτέ, παρά το ενδελεχές πλύσιμο και την εξονυχιστική υγιεινή. Εσύ μου ανέβαζες χασικλίδικα στο slsk και μου έγραφες, μου έγραφες και μάλιστα ορθογραφημένα, αυτό κι αν ήταν υπέρβαση, για την Ιερισσό, τα σταφύλια, τις βουτιές, τον καθηγητή φυσικής που δεν πίστευε στο δαρβινισμό και τα μαξιλαράκια από τρίχες που είχε στα δάχτυλα, την υδροθεραπεία που φαντασιωνόταν ο πατέρας σου να εγκαταστήσει στο γιατρείο για να κουράρει τους εργάτες της γης, τα τεράστια αρχίδια του Πεπίτο, τον ευνουχισμό του και τη γαλοπούλα που του έκοψε κομμάτι από το αυτί, [...] ιστορίες που έρχονταν από ένα μέρος που παλλόταν με χρώματα, έναν άλλο κόσμο, ένα καταφύγιο, μια μακρινή μουσική πίσω από την παράφωνη βαβούρα, κάτι που εκείνο το πυρετώδες παρόν δεν είχε ακουμπήσει.

Πέρασες Θεσσαλονίκη, εγώ άρχιζα το τέταρτο έτος. Εκείνο το παιδί από εκείνο το απόγευμα στης Αντριάνας ήταν σαν να το είχε περάσει ο Μασριέρα με σμάλτο, αν και χρονίως κακοκουρεμένο. Μ'επισκέφτηκες στην Άνω Πόλη. Με πλήρωσες με τη σοφία που σου είχα πουλήσει τρία χρόνια πριν, που με είχες ρωτήσει γιατί πήγαινα από τη μια στην άλλη σαν κυνηγημένος, και η εξήγηση ήταν τώρα που είμαι φοιτητής είναι ώρα να γαμήσω. Ανακοίνωσες με ένα εξυπνακίστικο χαμόγελο, λες και δε θα θυμόμουν, Τώρα είμαι φοιτήτρια, είναι ώρα να γαμήσω. Με ρώτησες αν θα σου έκανα την εξυπηρέτηση, για να είναι σαν η πρώτη σου φορά να μην υπήρξε. Το έβλεπες σαν κάτι που έπρεπε να διευθετηθεί υπηρεσιακά, το έβλεπες σαν ήττα. Δεν ήθελες να κάνεις σε κανέναν τη χάρη. Μαζί μου δε θα μετρούσε. Το είχες σκεφτεί, ήταν υποτίθεται καταστρωμένο. Με τρομοκράτησε η ιδέα. Γιατί δε θα μετρήσει; -Γιατί είσαι μέρος της διακόσμησης. Μοιάζεις με γιο αγρότη απ'το Λύμπεκ (περιφρονητικά)Με πόνεσες γιατί ήξερα ακριβώς τι εννοούσες, και μύριζε γουρουνοσβουνιές και υγρασία. Πού μυαλό να σκεφτώ πως όλα αυτά ήταν περικοκλάδες και την είχες ήδη πατημένη. Το στόμα ραμμένο και το κεφάλι ψηλά, δεν είμαστε τίποτα αιμομίχτες, ανήκουστη συμμόρφωση να πας με το ρεύμα, και σίγουρα δε θα πήγαινα με εβραία, ακριβώς επειδή έτσι τον παίζει η κοινότητα, έτσι είπα στον ίδιο μου, για να μην πω πως δεν τολμούσα. -Καλύτερα να βρεις κάποιον άβγαλτο, για να είστε πάτσι. Ήταν λογική πρόταση, είσαι λογικό παιδί. Έκανες έτσι ακριβώς, και πήγες με τον Γ. που τον είχε δεκαοχτώ πόντους. Ένα μήνα μετά έκλαιγε γοερά στην πυλωτή της πολυκατοικίας σου στις Σαράντα Εκκλησιές επειδή δεν τον ήθελες για σχέση. Μου το αφηγήθηκες με βαθιά επικρισία για την αδυναμία του, έκλαιγε σαν μαθητριούλα, γνήσια κόρη ενός σκληροπυρηνικού επαρχιώτη κνίτη: οι άντρες δεν κλαίνε.

Ένα μικρό κορμί και μέσα του τα άσπρα μαύρα του βυθού, πηγαίνατε με τον πατέρα της Μαργκερίτ στο Αγγελοχώρι για γυαλιστερές και σου έλεγα θα πάθεις ωτίτιδα από τα βρωμόνερα, μου έλεγες Δεν είναι όλοι αρρωστιάρηδες σαν εσένα. Κάτι πρωινά που σου έκλεινα το μάτι έξω από το κυλικείο της Σχολής και μου έκανες κωλοδάχτυλο, και κάτι βράδια που με συναντούσες μεταμορφωμένη με τα νύχια δέκα σταγόνες αίμα, εκείνο το φουστάνι με το δέσιμο στη μέση, τα μαλλιά σου αισίως μακριά, Για πες αγορίνα, ξέρει η σνωμπαρία σου από Γκίμπσον; στην κόντρα με τη δεύτερη Όλγα, στην κόντρα με όλες αλλά ποτέ ακριβώς στα σοβαρά για να μην εκτεθούμε κιόλας, ε; -Δε νομίζω, δεν παίζει μουσική. -Όχι κιθάρες χαζοβιόλη, κότσο Γκίμπσον. Ξέρει; -Θα τη ρωτήσω και δεν τη ρώτησα ποτέ. Καθόμασταν στην κάτω άκρη των αρχαίων στη Γούναρη και έπινα ζεστή σόδα και περίμενα πώς και πώς που ερχόταν η Μαργκερίτ να σε πάρει, γιατί φεύγοντας έκανες πως μου'δινες φιλί και μου δάγκωνες τα χείλια. Σ'έπιανα απ'τη μέση και την κύκλωνα με τα χέρια μου, ξυπνούσε το πιθήκι εντός μου, ένιωθα τεράστιος και προστατευτικός, και όταν τόλμησα να σε φανταστώ δικιά μου, λες και το διάβασες, με ρώτησες στεγνά αν σου'παιρνα τα μέτρα για την κάσα.

Στην Άνω Πόλη κοιμόσουν με τη μούρη στη μασχάλη μου και το χέρι μου γινότανε γαλότσα. Το πρωί σηκωνόσουν στα μουλωχτά χωρίς να καταλάβω. Με έβγαζε απ'το κώμα η κλάψα του Περπινιάδη και έκανε τα τζάμια να τρίζουν, τι στην ευχή, η πρώτη μου σκέψη, μετά με έβρισκε η μυρωδιά του καφέ, έβλεπα αδρά το εσπρεσσόμπρικο στην εστία, και προσανατολιζόμουν: Ακόμα εδώ είσαι; Τι θα πει ο Κώστας; και ερχόσουν ντουπ ντουπ ντουπ από την άλλη άκρη και χωνόσουν πάλι στη μασχάλη και με κορόιδευες Τι τα πει ο Κόcτας τι τα πει ο Κόcτας! και μετά πολύ σοβαρά Ο Κώστας δε θα πει, κοιμάται τον ύπνο του δικαίου. Ο Κώστας κοιμήθηκε αρκετά, αλλά όπως ήταν φυσικό, μια μέρα ξύπνησε, ίσως από την κλάψα του Περπινιάδη όπως εγώ, ίσως από αυτά που του είπε ένα πουλάκι που μας πέτυχε έξω από το Βακούρα, δε θυμάμαι τι ταινία είχαμε δει, οπότε σίγουρα δεν άξιζε το τραμπούκο που έφαγα πάνω στα πλακόστρωτα μετά τη διχάλα του Ιγγλίς, γιατί αυτό το θυμάμαι με μεγάλη λεπτομέρεια, όπως και τη σκληρή σπίθα στη μούρη σου ενώ μου έλεγες Όποιος έχει τα γένεια έχει και τα χτένια. Οι άντρες λυγάνε τη μέση τους ανάποδα για σένα, κι εσύ παρατηρείς με μάτια μισόκλειστα, σαν χοντρό αιλουροειδές στο απόγειο του μεσημεριού. Τα λόγια της μάνας σου διφορούμενα, εντολή ή προειδοποίηση, να την προσέχεις, είναι ατίθαση.

Έμενα πίσω απ'τα κάστρα, απέναντι η γριά με το γέρο γιο της αναγκαζόταν να με βλέπει σε διάφορες βακχικές ιεροτελεστίες. Τα έκανα όλα όπως δεν έπρεπε γιατί έτσι πίστευα πως έπρεπε, μήπως και ξορκίσω εκείνη την επίμονη σκοτεινή παρόρμηση. Ήμουν επώδυνα μόνος όταν δεν ήσουν εκεί, πανουκλιασμένος από τη νοσταλγία για το νησί, τον Μπέρτι, τις μέρες που δε μπέρδευα τις γλώσσες, ήσουν αυτό που έκανε τη Σαλονίκη φιλόξενη, γιατί στην πραγματικότητα είναι πολύ σκληρή πόλη για το γιο του αγρότη από το Λύμπεκ. Έχανα βάρος, λαχάνιαζα στις ανηφόρες, κουβαλούσα μια καρδιά που φτεροκοπούσε, από το κυνηγητό, σκεφτόμουν, ώσπου ένα απόγευμα ξαπλωμένος στο κρεβάτι εκεί στην Άνω Πόλη έκανα να σηκωθώ και δε μου'φτανε ο αέρας. Κρίση πανικού, το σκέφτηκα και γέλασα, αλλά δεν υπήρχε κανένας πανικός, μόνο ένα βουϊτό. Ανέκαθεν επιβραδυνόμουν όταν τα πράγματα ζόριζαν, ατού των μονοπολικών, γιατί ξαφνικά τούμπα; Τα σφυρά μου ήταν πρησμένα σαν άψητα καρβέλια. Αυτό δεν ήταν πανικός, ήταν κάποια άλλη αηδία. Έμεινα εκεί ώσπου νύχτωσε και χτύπησε το σταθερό, που καθόταν πάνω στο γραφείο και σύρθηκα σαν ξεφτιλοπουρό για να το απαντήσω. Όταν ξεμένω από κουράγιο επιστρέφω πάντα στα γερμανικά, mir geht's nicht wohl. -Θες να'ρθώ; Δε θυμάμαι καθόλου τι απάντησα, αλλά θυμάμαι που δεν τολμούσα να πω ναι. Πρώτα η ψυχή και μετά το χούι. Κοιμόμουν και ξυπνούσα. Με συνέφεραν τα δροσερά χέρια σου στο λαιμό μου, είχες έρθει με τον πατέρα σου, στεκόσασταν και οι δυο μέσα στο μικρό διαμέρισμα, ήμουν άρρωστος αλλά ανακουφισμένος. Στο Ιπποκράτειο με κράτησαν στην καρδιολογική μονάδα τέσσερεις μέρες, κι έπειτα δίπλα σε κάτι κοιλαράδες εμφραγματίες στον κοινό θάλαμο άλλες έξι. Ερχόσουν στο επισκεπτήριο κάθε μέρα, μου τραβούσες τη γενειάδα και μου έλεγες το ίδιο ανέκδοτο: -Γιατρέ, πριν μπούμε χειρουργείο δεν είχες γενειάδα. / Δεν είμαι ο γιατρός, είμαι ο Άγιος Πέτρος.

Στην ορκομωσία μου έφερες μια εικοσάλιτρη νταμιτζάνα τσίπουρο άνευ που την έσυρες στο πάρκινγκ από το Πολυτεχνείο -Αφού δεν πίνω τσίπουρο. -Είναι αλληγορία, καταλαβαίνεις; Το τσίπουρο που δε γουστάρεις είναι η ιατρική. Την πήρα στη θέση του συνοδηγού στο δρόμο για το σπίτι στα δυτικά και ερχόσουν και σερβιριζόσουν όποτε σου έκανε κέφι και γινόσουν γκωλ. Δεν είχες κι άδικο, λίγα πράγματα μου φέρνουν ξερατό, το τσίπουρο και η ιατρική είναι πρώτα στη λίστα. Η δεύτερη Όλγα σε γνώρισε τότε, στην ορκομωσία. Ήσουν πολύ ευγενική, το ίδιο κι εκείνη, αλλά της ήταν ένα ακόμα πλήγμα καπάκι στην απόσταση, την καρκίνιαζε εκείνη η υποψία πως ήμουν άπιστος, νόμιζε πως με τον Μπέρτι πηγαίναμε μπουρδελότσαρκες και βγαίναμε να βρίσκουμε πρόθυμες γκόμενες, το δεχόταν ως γεγονός επειδή Jungen sind eben Jungen. Στην πραγματικότητα τη βρίσκαμε μεταξύ μας, και κανείς από τους δυο δεν πλήρωνε για να γαμήσει. Δε μπορούσε να σκεφτεί αλλιώς. Είχε την υποψία πως σε πηδούσα, και χρειάστηκε πολλές φορές να την ηρεμήσω ενώ έκλαιγε στη σκέψη αυτών που έκανα μαζί σου στη φαντασία της. Η διαδικασία με διάβρωνε. Κοντά στις άλλες περιστασιακές περιπέτειες που δεν περνούσαν καν από το νου της, στην περίεργη ιδέα που είχε για μένα ως der nette schlimme Finger και τις εικασίες της που πάντα έμοιαζαν να είναι κατ'εφαπτομένη στην αλήθεια, αισθανόταν προδομένη. Αναρωτιόμουν πόσο θα την παρηγορούσε αν επιβεβαιωνόταν ο φόβος της πως πηδούσα λίγο πολύ ό,τι μπορούσα (αλλά όχι εσένα). Τη βρωμιά που κολλάνε οι θρησκείες στη σάρκα δεν την εντόπισα ποτέ, λες και υπάρχει κάτι άλλο. Αλλά αυτή είναι η επικρατούσα άποψη. 

Με μισούσα επίμονα που ήμουν παπουτσωμένο ζώο αντί για σκαρπινάτος επιστήμων, και σ'αγαπούσα επίμονα για τον ίδιο ακριβώς λόγο, που ήσουν συμφιλιωμένη με την εξουσία του κρέατος και εκεί τέλειωνε το θέμα. Λίγο μετά την ορκωμοσία μου, στο καινούριο διαμέρισμα, στο μπάνιο με τα ροδοκόκκινα πλακάκια με τις γαλάζιες λεπτομέρειες, επιστρέφοντας μετά από εφημερία, χειρουργεία και έξοδο, βραχνιασμένος και βρώμικος, σε βρήκα στα γόνατα στη μπανιέρα να κρατιέσαι από το χείλος και να αιμορραγείς σαν αναποδογυρισμένο θήραμα. Το αίμα δε με είχε φοβίσει ποτέ, το έπιανα, το έβλεπα, το μύριζα, το λουζόμουνα στη δουλειά. Αλλά εκείνη τη φορά επισκίασε τα πάντα, ενα ξαφνικό μονοπώλιο, δεν άκουγα τίποτα παρά τον ήχο του αίματος, δε μύριζα τίποτα παρά τη σιδερίλα. Στάθηκα σαν άγαλμα παρακολουθώντας τις βιαστικές σταγόνες να εναλάσσονται με χορδές σαν κώδικας Μορς, το αίμα σου: πώς στην ευχή το είχες κρύψει από μένα τόσο καιρό; Ξεκόλλησα τα δάχτυλά σου από την ιδρωμένη πορσελάνη, στηρίχτηκες στο χέρι μου. Γνήσια κόρη ενός σκληροπυρηνικού επαρχιώτη κνίτη, οι γυναικείες αδυναμίες είναι να είναι μυστικές. Κάθε μήνα επαναλαμβανόταν η ίδια βασανιστική παράσταση, και κανείς δεν έπρεπε να ξέρει.

Τον επόμενο χρόνο η μάνα σου διαγνώστηκε με μελάνωμα, σε έξη μήνες μεταστάσεις παντού. Ο πατέρας σου παρέλυσε από τη δυστυχία και ο υποκλινικός αλκοολισμός του εκκολάφθηκε. Ένα βράδυ χτύπησε το τηλέφωνο, ήταν ο αδερφός σου με φωνή που έτρεμε, και από μέσα άκουγα τον πατέρα σου να παροτρύνει και να παρηγορεί την ασθενή. Απ'το Δερβένι έριχνε βροχή σεντόνια, στο δρόμο δεν ήμουν παρών, βγήκα πρώτα κατά λάθος στο Βαγιοχώρι προς Ασκό. Όταν έφτασα κόντευε μεσάνυχτα, σας βρήκα όλους εκεί, γύρω απ'το κρεβάτι των γονιών, η μάνα σου καθιστή με τα σκεπάσματα στα πόδια, να κοιτάει το κενό για λίγο και μετά να γέρνει προς τα πίσω, μετά πάλι εμπρός και στο κενό, το κεφάλι της με τα άλλοτε χρυσόγκριζα μαλλιά γουλί. Ο πατέρας σου της στήριζε την πλάτη. Ανακοίνωσα αυτό που σίγουρα ήξερε κι αυτός, πως η μάνα σου ήταν σε status. Είπα πως θα έπαιρνα τηλέφωνο την κλινική στη Σαλονίκη που έκανα σκλαβοεφημερίες στο πλάι, για να μπει για να της δώσουν κορτιζόνες ε/φ, εγκεφαλικό οίδημα από εγκεφαλικές μέτα. Στεκόσουν δίπλα στο παράθυρο με μια υποψία ανησυχίας στο βλέμμα, αυτό ήταν όλο. Πήγα στο μπάνιο, στάθηκα πάνω απ'το νεροχύτη για λίγο, βγήκα και έκανα το τηλεφώνημα, στείλανε ασθενοφόρο και την πήρανε. Πέθανε το πρωί. Ήρθες Εύοσμο και καθίσαμε στον μικρό καρώ καναπέ, δίπλα στα παπούτσια. Είδες πως η άκρη του μανικιού μου ήταν μαδημένη. Μ'έβαλες να ξεντυθώ, ανέσυρες τα ραφτικά και καταπιάστηκες να τη φτιάξεις. Ούτε κουβέντα, ούτε δάκρυ. Στην κηδεία δε βγήκα απ'τ'αυτοκίνητο. Πέρασες από δίπλα μαζί με κάτι συγχωριανούς σου, χτύπησες το τζάμι τοκ τοκ και με είπες χέστη. Με έβαζες να κοιμάμαι απ'την έξω μεριά για να έχεις την πλάτη στο ντουβάρι. Η μάνα σου ερχόταν τα βράδια φιγούρα από σκοτάδι με κοφτερά δόντια και μας έβλεπε. Με ξυπνούσε που έτρεμες, τα μάτια ορθάνοιχτα χωρίς να βλεφαρίζουν. Σε αγκάλιαζα και μου μάτωνες τους ώμους. Το πρωί δεν είχε γίνει τίποτα. Έφευγες για κλινικές, έφευγα για δουλειά, ο Ελβετός σου σε έβλεπε όπως πριν, με το λατρινέ χιούμωρ και την περιπαιχτική σιγουριά, και έλεγε πως ήσουν από ατσάλι. Σταδιακά η φιγούρα πήρε κανονική μορφή και έγινε η μάνα σου όπως την ήξερες. Ερχόταν χαμογελαστή. Το πένθος έφτασε στον προορισμό του εντός του εξαμήνου, σχήμα κύκλου.

Σκοποβολή απ'το παράθυρό σου στο κοτέτσι του γείτονα, τα άλογα, τα ψαροντούφεκα χειμώνα καλοκαίρι, τα σκυλιά, το χορτοκοπτικό ώμου και το ταξιτζίδικο ηλιοφίλημα, τα σκονισμένα σιχτιράκια, Σιλκάτ και βελονάκι, ένα μικρό κορμί και μέσα του μια επαρχία ως τον κώλο του ορίζοντα, ένα μικρό κορμί και μέσα του ο κόσμος. Ήμασταν στο Σταυρό, ήταν Μάιος, ήμουν φρεσκολουσμένος και βούρτσιζα τα μαλλιά που έσπαγαν σαν πετονιές. Ρε. Όχι έτσι. Τα καταστρέφεις. Αυτό το Ρε. το λες πάντα όταν τα πράγματα είναι σοβαρά, και τα μαλλιά μου είναι πολύ σοβαρό ζήτημα στο δικό σου σύνταγμα. Ανέλαβες το έργο, σταδιακά τα χέρια σου ήρθαν πιο κοντά στο κεφάλι μου και για την αίσθηση εκείνη έχω γράψει και ξαναγράψει (ως και στο μαλακοβιβλίο μου) χωρίς να μπορώ ποτέ να τη χωρέσω, με καύλωσε σαν να είχε χυθεί δηλητήριο από κεντρική φλεβική γραμμή. Τα μαλλιά μου ήταν ανέκαθεν όπως οι γαλάζιοι αρχιδόσακοι των μαϊμούδων, ερωτικό ατού, χωρίς εξαιρέσεις. Κάτι είπες λοιπόν για τα μαλλιά μου, κάτι κωμικό μ'εκείνη τη διακριτική χωριατοπροφορά της κοιλάδας της Ρεντίνας, τα μαλλιά σου είναι πολύ όμορφα, ή μια παρόμοια κλισεδιά που δεν ανακαλώ, εφευρετική στα αναθέματα αλλά σε τίποτε άλλο που έχει να κάνει με λέξεις, η ισορροπία μεταξύ μας, τα χέρια σου στους ώμους μου, μια κατακλυσμιαία λύσσα. Έχυσες όταν μέτρησα δεκαοχτώ, μετρούσα για να μην εκτεθώ. Δε θα έχυνα μαζί σου, από πείσμα και από κάτι άλλο λιγότερο ευτελές. Το έβρισκα ιερόσυλο, πόσο μάλλον να πάρω το ρίσκο να σου προκαλέσω κάτι τόσο αρρωστημένο όπως το να σε γκαστρώσω. Δεν το έπαιρνες προσωπικά. Μας είχες όλους απομυθοποιημένους. -Γιατί δε χύνεις; Εμένα μου αρκεί η παρουσία σου και η ψωλή σου να είναι σηκωμένη. -Έχεις πολύ χαμηλά στάνταρ. -Είσαι καλός εραστής. -Δεν είναι και φοβερό κοπλιμάν, όταν το λες εσύ. -Αυτό είναι αλήθεια.

Έφευγα για τη δουλειά στο Χούζουμ και με αποχαιρέτησες στο Λοξία που του είχες μια περίεργη συμπάθεια ενώ ήσουν παραταίρι εκεί μέσα, αλλά εκείνη τη φορά ήσουν πειστική για πραγματική κυρία που θα κουβέντιαζε ποίηση και μπούρδες, όπως λες. Κάθισες απέναντί μου στο τραπεζάκι δίπλα στην κουζίνα, κράτησες μια καθωσπρέπει απόσταση ώσπου τέλειωσα το τσάι μου και μετά είπες Τι δείχνεις τόσο θλιμμένος; Δεν τελείωσε κι ο κόσμος. Γυναίκα από πέτρα, τέτοιο θράσος, κι εγώ έσκυψα πάνω από την άδεια κούπα για να στεγνώσουν οι επιπεφυκότες πριν στάξει κανένα δάκρυ και γίνω ρεντίκολο.

Αντί να με σκληραγωγούνε τα φευγιά, γίνονταν ολοένα και πιο επώδυνα, οι παραφυάδες χώνονταν όλο και πιο βαθειά, μια μαλακισμένη έμπνευση, όπως ο διηθητικός πλακούντας και η μήτρα. Μου έλειπε το θάρρος να σε φρενάρω, δεν είχα κανένα δικαίωμα, τα ήθελα όλα δικά μου, εσύ είχες πλάνο σαν τον Ήγκον Όλσεν, έμπαινες χειρουργεία του κώλου συστηματικά, κι αν σε ρωτούσε κανείς τι ειδικότητα θες να κάνεις, απαντούσες φυσικά Γιατρός του κώλου. Τότε είχα τις επιφυλάξεις μου, πως το ήθελες μόνο γιατί σε διασκέδαζε η ιδέα, ήταν κλασσικό αστείο, τώρα έχει αποκαλυφθεί ο αναμενόμενος εθισμός σου στην εξουσία. Όταν ετοιμαζόμουν για το Μπέργκεν, είπες στον πατέρα σου πως θες να δοκιμάσεις κι εσύ τις πλατφόρμες, και σου είπε Δεν είναι πράγματα για γυναίκες αυτά, πες της κι εσύ. Και είπα, οι πλατφόρμες είναι καλά, ο πιο επικίνδυνος κλάδος είναι η αλιεία. Όταν έγινε αυτή η κουβέντα καθόμασταν στο σαλόνι σας στο Σταυρό, πίναμε κρασί απ'τα αμπέλια του πατέρα σου που μύριζε βούτυρο και έβαφε τη γλώσσα μαβιά, και το γκριζαρισμένο μουστάκι του πατέρα σου ήταν κι αυτό βυσσινί στις άκρες. Έβαλες τον Α. Κ. από την κοινότητα στην Αθήνα να πει έναν καλό λόγο στη Μ. Σ. στη Βαρκελώνη για να ξηγηθεί κάνα μεταπτυχιακάκι, και στο επόμενο πλάνο ήσουν στα σωστικά της ISM και ο πατέρας σου έτρωγε τη γλώσσα του. Σταμάτα να την υποδαυλίζεις, σε ανταγωνίζεται, με είχε επιπλήξει. Ήταν άδικος, η γνώμη μου ήταν πως αυτό το εγχείρημα για σένα ήταν χάσιμο χρόνου, αφού η θέση σου είναι στους ημιωρόφους, και δε σ'την είχα κρατήσει κρυφή. Μας είχες γραμμένους. Ο πατέρας σου είναι ιστορικά χοντροκέφαλος όπως εσύ. Είχατε τα προβλήματά σας, είχε το κνίτικο σενάριό του για το πώς όφειλε να παιχτεί η ζωή σου, κι εσύ είχες άλλες ιδέες, κνίτικες φυσικά και αυτές, αλλά όχι τις δικές του. Αν δε βάλει κόντρα η γυναίκα, δεν κάνουμε τίποτα, αυτή είναι η άποψή σου.

Γυναίκα από πέτρα, μειδίαμα και πρόσω ολοταχώς, λες και δουλεύεις τον κόσμο ολόκληρο ψιλό γαζί και κανείς δεν παίρνει πρέφα. Κατέβαινες Κέρκυρα να μ'επισκευτείς κι επισκεπτόσουν κι εκείνον το χλωμό Κερκυραίο με τα μαύρα μαλλιά με το μανίκι ταττουάζ δίπλα στο φαρμακείο. Καθόμουν στο πεζούλι στην πάροδο Μπιζάρου, ο Κερκυραίος στεκόταν στο κατώι του μαγαζιού του ακριβώς απέναντι και τον έβλεπα. Δεν είχε ιδέα, σε περίμενε πώς και πώς. Ξεφύτρωνες από πίσω, από την Αγ. Αποστόλων, με τα κλειδιά του αυτοκινήτου μου στο χέρι, τον έπαιρνες αγκαλιά και τα κλειδιά μου κρέμονταν πάνω από τον ώμο του. Ώσπου ένα απόγευμα ανέβηκες από τη Νικηφόρου Θεοτόκη, σε είδα στη λάθος μεριά, και ο Κερκυραίος στεκόταν στο κατώι του ως συνήθως μες στην προσμονή, κάθισες δίπλα μου, ζήτησες φωτιά. -Σε περιμένει, δε θα πας; -Όχι, αυτό ήταν. Βαρέθηκα.

Γυναίκα από πέτρα, τ'αρχίδια μου τα δυο, στο Φάνο πλάνταξες στο κλάμα πάνω στην τυρκουάζ πολυθρόνα. Το είχες δει να έρχεται, αλλά η ροπαλιά σ'έπιασε εξαπίνης. Σε πρόλαβα, κι αν δεν ήμουν τόσο θλιβερός θα ήμουν θριαμβευτικός. -Du musst mi nich weer kom'n. Όταν ξεμένω από κουράγιο επιστρέφω πάντα στα γερμανικά… Γέλασες στην αρχή, η δυσπιστία σου κράτησε μια στιγμή, και μετά φυσικά οργή. -Ε, ναι. Αρκετά με σένα. Αρκετά μ'αυτήν την ιστορία. Αν δεν ήσουν τόσο εγωιστής θα έμενες κάτω. -Αν δεν ήσουν τόσο εγωίστρια θα ερχόσουν εδώ. -Γιατί να κάνω εγώ το σκόντο; Δε γαμιέσαι, δεν αξίζεις τον κόπο. Καθόμουν στην κουνιστή καρέκλα απ'το ΙΚΕΑ με την πίπα στο στόμα και σε φανταζόμουν να πεθαίνεις, ήταν το απόγειο της δυστυχίας μου. Το πρόβλημα ήταν και ακατονόμαστο και ανεπίλυτο. Το να μείνω κάτω είχε αποδειχτεί πέρα από τις δυνάμεις μου, δεν έβρισκα το δρόμο στο δάσος με τα δόντια, το στόμα του λύκου της Μεσογείου ήταν πολύ σκοτεινό, δε θα έπαυα ποτέ να είμαι ξένος μ'αυτήν την ηλίθια αδιόρθωτη προφορά, δε θα πήγαινα πολύ μακριά. Για μένα ήταν ξεφτίλα, για σένα ήταν όντως σκόντο. Ήξερα πως η κοιλάδα της Ρεντίνας είναι για σένα ό,τι το Watten για μένα, εσύ και το ΕΣΥ ήσασταν σαν το χέρι και το γάντι. Θεωρούσες πως είχα επιστρέψει από καθαρή προτίμηση, επειδή δε χώνευες τη σκέψη πως είχα όρια δραματικά κοντύτερα από τα δικά σου. Θα επιβίωνες όπου κι αν σε πετούσαν, και σε ένα εξάμηνο θα γαμούσες όποιον σου'κανε κέφι, αλλά δεν υπήρχε τίποτα χειρότερο από το αναθεματισμένο σκόντο. Έμενα με τον Μπέρτι τότε που είχε φρεσκοκακοχωρίσει, και μας δούλευε που περνούσαμε ώρες κοιτάζοντας ο ένας τον άλλο στα μάτια, λες και προπονούμασταν για φεστιβάλ υπνωτισμού. Δεν υπήρχε τίποτα τρυφερό στα μάτια σου εκείνες τις μέρες, με μισούσες όσο ποτέ κανέναν πριν. Έβλεπες τη φωτογραφία μου με την Όλγα στο ψυγείο και στράβωνες το στόμα σαν τον Ταϋλανδέζο σεφ όταν ο Γκόρντον Ράμσεϋ έφτιαξε παπάρι παντ τάι. Ο Σ. ήθελε να σε κάνει δικιά του. Είχε όλες τις προδιαγραφές. Ήθελα να τον σκοτώσω. Ο πατέρας του τον έμπασε στη μπίζνα με τους Βούλγαρους με βιτρίνα το μαγαζί με τις αλυσίδες και κάνανε σοβαρά λεφτά. Βίλα στην Πυλαία και ένα μεγάλο πατρικό στη Μεγάλη Παναγιά, ένα θράσος που κονταροχτυπιόταν με το δικό σου, παπούτσι απ'τον τόπο σου, τι άλλο; Φαρσί ελληνικά, Πόρσε περίπτερο, Ρόλεξ και σόλο ουησκάκι τα βράδια, τουλάχιστον Μακάλλαν. Ξέρω, ξέρω, η Μεγάλη Παναγιά είναι Χαλκιδική, ο Σταυρός Θεσσαλονίκη... αλλά το χώμα τους είναι ίδιο. Το χώμα είναι ίδιο! Ο Σ. ήταν κνίτης, εύρωστος και η πούτσα του βαρούσε προσοχή, χυδαία μου μικρή. Επιπλέον, παρ'ό,τι καστανός, είχε κοκκινωπή γενειάδα.

Ελευθέρωσα τη δεύτερη Όλγα από τον αρχίδη με τον οποίο χαραμιζόταν κι ετοιμάστηκα για κάποια καταστροφή που ξεκινούσε από το στόμα σου: Δεν κάνω σκόντο για κανέναν πούστη. Μόλις ανέβω στο τραίνο θα έχω ξεχάσει πώς σε λένε, αλλά στ'αλήθεια ξεκινούσε από εντός μου. Αν με ζουλούσα από 'δω κι από 'κει κι έκοβα απ'αλλού ίσως και να χωρούσα στο γαμωκάλουπο το προτεσταντικό, το ενάρετο, το στάνταρ, και ίσως και να έπαιρνα μια γεύση απ'τη γαμωευτυχία την προτεσταντική, την ενάρετη, τη στάνταρ. Στο σταθμό όλο το βάρος της τσιμεντένιας αποβάθρας είχε κωλοκάτσει στο στήθος μου. Τα δάκρυα ποτάμια, τόσα δάκρυα, έλεγα θα γίνεις σαν αφυδατωμένη πατάτα, και γελούσες κλαίγοντας, και δεν καταλάβαινα γιατί στην ευχή έκλαιγες αφού το'χες έτσι έτοιμο να με ξεγράψεις, Μόλις ανέβω στο τραίνο θα πεθάνεις. Σταθήκαμε εκεί με τον Μπέρτι ώσπου το τραίνο εξαφανίστηκε. Και ήρθε εκείνο το καλοκαίρι που με ξεφτίλισε, δεν έβλεπα πού πήγαινα απ'τη λάσπη, το νησί δε μου έδινε εκείνη την αλλοτινή δύναμη, η μιζέρια μου ξεγυμνώθηκε εντελώς, αλλά ο Μπέρτι ήταν εκεί, και με πέρασε ηρωικά απέναντι.

Από εκείνη την τράκα έπρεπε κάπως να αναρρώσω, αφού δεν τα είχα τινάξει, ο μύλος γυρνούσε ακόμα. Σε ένα μεταχειρισμενάδικο δοκίμαζα ένα οργανάκι Φαρφίσα, και εκεί γνώρισα τη Σάννε, που δούλευε στα παζάρια κι έπειτα έγινε σκουπιδιάρα. Μετακόμισα σ'ένα διαμέρισα στο κέντρο μαζί της, αποφάσισα να γίνω σωστός, όπως συνηθίζεται στην περιοχή, να μην είμαι εγώ, ο πουτανιάρης, να είμαι μονάχα για τη Σάννε, να φορέσω τη στολή του αφομοιωμένου, να τη γαμάω ιεραποστολικά και να τη φιλάω πάνω πάνω στα χείλη (χωρίς γλώσσα). Πέρασα ένα διάστημα ασυνήθιστης ορθοδοξίας, μετρημένος και σεβαστός, σχεδόν το πίστεψα. Έβαλα τον Α. στον πάγο, μια σπάνια πράξη αυτοπειθαρχίας, μια πράξη αυτοκαταστροφής, δε θα στραβοπερπατούσα με τη Σάννε, θα ήμουν τύπος και υπογραμμός, χωρίς ψεγάδι, κι αν το δούλευα αρκετά θα άλλαζα πετσί και όλα τα περασμένα θα εξατμίζονταν. Μιλήσαμε μια φορά στο τηλέφωνο χαράματα ενώ εφημερεύαμε κι οι δυο, επειδή με είδες σε όνειρο να τρώω με τη μάνα σου ενώ κοιμόσουνα στο εφημερείο και ξύπνησες σίγουρη πως είχα πεθάνει, δεν είχα πεθάνει, θυμόσουν ακόμα πώς με λένε, και μετά κλισεδιές, Θα χαρώ να σε δω όταν κατέβεις. Γιατί όχι, σκέφτηκα, τώρα ήμουν νοικοκυρεμένος με τη Σάννε και ήσουν ταχτοποιημένη με τον Σ. και τη μυτερή γενειάδα του, τίποτα σκοτεινό. Σε επισκεφτήκαμε μια νύχτα εσωτερικής εφημερίας. Από τη στάση ως απάνω πρόλαβα κι ανέβασα καμιά εκατονπενηνταριά σφύξεις παρά τους βήτα αναστολείς που με κρατάνε με χημική μέγγενη στις πενήντα. Δεν ήταν για καλό, το ήξερα, ήταν βρωμοδουλειά. Μόλις σε είδα οι βιβλικές διαστάσεις του σφάλματός μου φανερώθηκαν σαν άγγελος με τα χιλιάδες μάτια του. Πώς στην ευχή δε μπορούσα να σου φιλήσω τα βλέφαρα, πώς στην ευχή δεν ήσουν δική μου, πώς στην ευχή θα έφευγα από εκεί; Αισθανόμουν καλά, δε θα με έπαιρνε από κάτω. Μόλις σε είδα ήξερα πως είχες μετανιώσει. Δράση αντίδραση, μικρή. Για να βάλεις κόντρα, πρέπει να σπρώξω. Και δεν έσπρωξα καθόλου. Έκανα το φάντασμα με μνησικακία. Όπως έστρωσες έτσι θα κοιμηθείς. Ο κάζουαλ χειρουργός που έχει κόψει την ηπατική πάνω σε χολή ρουτίνας και κάνει πως όλα πάνε όπως τα ευλόγησε ο Θεός, είχα εμπειρία, γιατί αυτή τη μαλακία την είχα όντως διαπράξει όταν ξεκινούσα. Πιο πολύ με έκαψε η πικρία στη μούρη σου παρά το ό,τι άλλο. Ντούκου, μικρή μου καριόλα. Όταν βγήκαμε απ'το νοσοκομείο με έζωσε μια φοβερή απελπισία. Αλλά έκανα ντούκου, σωστός άντρας, χωρίς καμιά αδυναμία, σύμφωνα με το πρότυπό σου.

Παραμονή Πρωτοχρονιάς με πήρες πάλι τηλέφωνο, με πέτυχες στην ανηφόρα απ'το πορθμείο. Ακούγονταν απροσδιόριστα ρεμπέτικα στο παρασκήνιο. Σαν κύμα στην ακτή η ανάμνηση μ'έριξε κάτω με το στόμα στην άμμο. Η καθαρή φωνή, οι σταγόνες της Ρεντίνας σε κάθε συλλαβή, το χωριατάκι απ'το Σταυρό, η μικρή μεγάλη αγάπη της ζωής μου. Θα πεις κάνα καλό λόγο στον Τ. Κ.; Ανεβαίνω για πρόβα στο πανεπιστημιακό. Και στο 'κλεισα. Όχι, δεν υπήρχε περιθώριο για τέτοιες ανοησίες. Τα πράγματα με τον Σ. προχωρούσαν, ο πατέρας σου και το κόμμα τον ενέκριναν, δεν ήταν σαν μπερδεμένη πετονιά, ναι, υπέπεσα και στο καραγκιοζιλίκι να συγκριθώ, ήταν καλύτερη ντήλια από μένα. Έπιασα τον Τ. Κ. στο μικρό γραφειάκι στο ισόγειο και επιβεβαίωσε τη συμφωνία σας, αλλά μ'επιφύλαξη, γιατί πολλοί σπρώχνονται για τα κωλάντερα και ανησύχησε μήπως ήθελα κι εγώ να χωθώ και είχα πάει να παραπονεθώ που δεν πήρε ενδονοσοκομειακό. Του είπα πως εισάγει μοδίστρα της κωλότρυπας, γέλασε, δεν ήξερε αν τον δούλευα ή όχι, εγώ πάντως το είπα με όση περιφρόνηση μπορούσα να χωρέσω στις λέξεις.

Στο Γιέλλερουπ σε ένα πνιγηρά ζεστό δωμάτιο του ισογείου ένα βράδυ βγαλμένο από γερμανικό παραμύθι μου τα είπες όλα, λυτρώνοντάς με από τη δοκιμασία της σιωπής. Σε ίδρωσε τόσο η εξομολόγηση που είχαν λιμνάσει τα σεντόνια. Καθόσουν με τα βυζιά έξω γυρισμένη προς το παράθυρο που έβλεπε στον κήπο κι εγώ έβλεπα την πλάτη σου με τις κομψές κοψιές, το σβερκάκι τσίτα, κι όλα αυτά για μια ιστορία αγάπης δυο ηλιθίων. Στο κοινόχρηστο μπάνιο, ξυπόλητος στο κοινόχρηστο πατάκι κόντρα σε κάθε ταλαίπωρη αρχή μου, δίπλα σε αναμμένες πετσέτες ξένων, σου ζήτησα να με παντρευτείς, όπως στις αμερικανιές αλλά χωρίς ρούχα. Η πριγκίπισσα, σωστά εκπαιδευμένη στα κρυφά του Άνω Σταυρού, δεν έχασε στιγμή. Με χαστούκισες με ένα Γιατί; Πήρα ένα λεπτό να το σκεφτώ, ήταν καλή ερώτηση. Δεν υπήρχε στ'αλήθεια λόγος, θα ήταν μια γραφειοκρατική ταλαιπωρία, και ακριβώς γι'αυτό μου είχε φανεί ξαφνικά επιτακτική η σκέψη, σαν απόδειξη πως θα έκανα για σένα κάτι που δε θα έκανα ποτέ, ακόμα και κάτι τόσο εξευτελιστικό όπως να υποστώ το εθιμοτυπικό μιας σκατιάρας σύμβασης ενός σκατιάρη κόσμου. Όχι, γάμα το: ήταν η ύστατη προσπάθεια ενός απελπισμένου, όντως δεν υπήρχε περιθώριο για να παίξω άλλη γύρα. -Για τη φάση. (ακριβέστερα, ja τι φάcι). Ο ιππότης χωρίς πανοπλία είναι ένας ακόμα χωρικός. Δεν έπαψα ποτέ να είμαι ο γιος του αγρότη απ'το Λύμπεκτσαλακωμένος απ'τα F32 επί F32, τα φάρμακα, τις μεταναστεύσεις, τα ελεεινά ωράρια, τη δεσποτική σάρκα και την αυτοκαταστροφή, αλλά ο ίδιος κάτω απ'όλα, λοξός όπως όλοι οι νησιώτες. Και στο κουκούτσι της επαρχιωτίλας μου η σιωπή. Παραδοχή αδυναμίας, όχι απόδειξη ισχύος. Εσύ εκεί στη φάρμα με τα άλογα στη μέση του πουθενά στη βόρεια Γιουτλάνδη ήσουν η ντε φάκτο αρχή του τόπου, με τα μάτια θολά από την αγρύπνια, ψυχαγωγημένη από τη μαλακία που είχα εμπνευστεί. Πήρες μια πολύ βαθιά ανάσα, ο θώρακάς σου είναι σχεδόν πιθοειδής από τις καταδύσεις και τον έφερες στα όριά του λες κι ετοιμαζόσουν να βουτήξεις. Με ζύγισες, τα άσχημα ποδοδάχτυλα, τα στραβά γόνατα, η νέον ασπροπετσιά, η ατριχιά ως το λαιμό, η γενειάδα, τα μαλλιά -ξέρω πως εκεί παίχτηκαν όλα, στα μαλλιά, τα έπιασες σαν να ήταν ύφασμα με το μέτρο στη λαϊκή και είπες Εντάξει μωρέ, καλός είσαι. 

Τώρα που τα βάζω κάτω, ήμουν ηλίθιος. Είμαι ηλίθιος. Αλλά το παραβλέπεις. Βλέπεις κάποιον που δε μπορώ να δω, κάποιον που δε γνωρίζω. Δεν ξέρω τι στην ευχή βλέπεις. Μετά το περιστατικό αποφάσισα να ξυριστώ γουλί, για να σιγουρέψω πως δε θ'άλλαζες γνώμη. Μπήκες στο διαμέρισμα, καθόμουν στο τραπέζι με την πλάτη στην πόρτα, και ξαναβγήκες. Μετά μπήκες πιο αποφασιστικά, γύρισα να δω τι στην ευχή συνέβαινε με το μέσα έξω, και στάθηκες ακίνητη σαν να είχες πατήσει νάρκη. Ρε πούστη! Νόμισα ήσουν κάποιος φίλος σου. Τα μαλλιά μου είναι σαν την καμπούρα της καμήλας, όταν είναι στις δόξες τους πηγαίνω απ'τη Τζορά στο Εσταόλ με μια δρασκελιά, όταν είμαι καραφλός είμαι σαν νεοσσός που έχει πέσει απ'τη φωλιά. Είσαι πιο έξυπνος από μένα, αυτό σημαίνει πως έχω κάτι να κερδίσω, σκατά, από εμένα δεν έχεις να κερδίσεις τίποτα. Ο κόσμος ξεπήδησε από μια γυναίκα σαν εσένα. Δε χρειάζεσαι κανέναν, κι όταν κλαις από την κούραση στην αγκαλιά μου μετά τις βουτιές της Κυριακής στην περγαμηνή γράφει "Σαμψών και Δαλιδά ένα γλυκό βράδυ".


L Berlant