Maybe
there is no love on earth
except the one we imagine
Σκόνταψες, ε και;
Ο ελεγκτής
There was a boya very strange enchanted boythey say he wandered very farvery farover land and seaa little shyand sad of eyebut very wise was heand then one dayone magic day he passed my wayand while we spoken of many thingsfools and kingsthis he said to methe greatest thingyou'll ever learnis just to loveand be loved in return.
Ribes uva-crispa
Περί ομολογίας
God's lonely man
Το αίμα δε γίνεται νερό. Αν θέλω το πιστεύω. Κάποτε οι ανηφοροκατηφόρες στο Σβένμποργκ θα μαλακώσουν και το νερό θα σκεπάσει τα πλακόστρωτα. Κάποτε το νησί θα βυθιστεί, η λάσπη θα γίνει μόνιμος βυθός. Κάποτε το ντουβάρι στο Φανό θα είναι πολύ χαμηλό και δε θα έχει σημασία, και η επόμενη Sturmflut θα είναι ειλικρινής πλημμύρα. Κάποτε το φιορδ στο Φλένσμπουργκ θα πάρει την πόλη αγκαλιά. Αυτά θα συμβούν τόσο σταδιακά, που κανείς δε θα προλάβει να πει τους αποχαιρετισμούς του. Όλα γίνονται νερό, αρκεί να περιμένω.
Τα ψίχουλα από το σπασμένο τζάμι σέρνονται ακόμα έξω από την πόρτα. Ένας χλωμός κοκκινοτρίχης σκούπισε επισταμένα. Το πέρα δώθε σήκωνε ένα μικρό αρμυρό ντουμάνι και τα ψίχουλα τιτίβιζαν στο τσιμέντο αλλά ήταν πολύ βαριά για να τα φέρει βόλτα η σκούπα και χορεύανε σαν μπίλιες. Από το σάπιο μπαλκονάκι μια γυναίκα όλη μαλλιά σφύριζε ένα σκοπό. Ένας γέρος έκανε ηλιοθεραπεία. Δυο νεγράκια έτρεχαν στο μπαουγκό με τα πατίνια. Τα σύννεφα ταξίδευαν από τη μια στην άλλη θάλασσα, οι μέρες του Ιούνη στο βορρά είναι ψηλές με σίγουρη δρασκελιά και ζουν για πάντα.
Οι ανάσες μας είναι ρόδες και κυλάνε. Κανείς δεν περνάει απ'το φράγμα της μοναξιάς. Βουτάμε στα θολά σκοτάδια. Δε βλέπω τα δάχτυλά μου, αλλά το αίμα, μελάνι στο μελάνι. Μολύβι γύρω από τη μέση, όπως μάτι της τίγρης και νεφρίτες γύρω απ'τη μέση της Μάτα Χάρι, αλλά για άντρες. Δεν ισορροπώ καλά. Μικρή σουπιά, μη βιάζεσαι, μην τρέχεις. Εδώ κάτω ο χρόνος είναι το κατακάθι, εδώ ο χρόνος δεν τελειώνει.
Στο τραπέζι οι αισιόδοξοι χτυπάνε τα δάχτυλά τους με ανυπομονησία. Η τσόχα που φυτρώνει από τις εκφύσεις του κλαβιέ είναι κόκκινη σαν από λάθος. Το ελεφαντόδοντο είναι πάντα ζεστό από την αγωνία του ζώου. Το αίμα χύνεται γιατί το θέλησε ο Θεός, το αίμα χύνεται για να γίνει μουσική στα χέρια του μοναχογιού. Είμαι έτοιμος να χάσω, δεν είμαι σχοινοβάτης και το σχοινί είναι χαλαρό. Οι ασκήσεις του Ανώ, μια ώρα απ'την αρχή στο τέλος, μια ισόβια συνήθεια, πέφτοντας θα γίνομαι κομμάτια, μια φωνή Εμπρός λοιπόν, ανέβα. Σήκω! το τρέξιμο από τα μπάσα στα πρίμα, τρίτα τέταρτα δάχτυλα και οι αλλαγές, να μην ξεχνώ, το χαρτάκι το κόβει και το μοιράζει ο Θεός.
Σε μια σκιά σε ένα κακό χέρι σε μια παρτίδα στραβωμένη σε ένα σκαμπώ που τρίζει κάθεται ένας γνωστός, Πρόσεχε τους αγκώνες, ένας αδύνατος λαιμός, Λύσε τους καρπούς, ένα ζευγάρι κάλτσες παραταίρι, οι θάνατοι σαν σήματα Μορς στο ταχυδρομείο ενός μακρυνού οικισμού στην Άγρια Δύση, η σκόνη της ερήμου, γκρίζα μάτια χωρίς ψυχή, ισιάδια που τα καταπίνει ο ορίζοντας, η παρηγοριά στα πράγματα, μια επίμονη σιωπή, ένας ασταμάτητος εσωτερικός μονόλογος, ξανά και ξανά πίσω σε όσα έχουν χαθεί από τον κόσμο, γράφω για μένα, God's lonely man.