© 2008 - 2017


-

Archiv

Blogger news

Blogger templates

 

+

Umblättern

Kategorien

 

Περί ομολογίας

& is that not the holiest
love ― a love you must
survive for

G Abraham


Τ'αγγεία στα φτερά της νυχτερίδας
στα πέταλα του γερανιού
στα φύλλα της λαχανίδας
στο έσω των χειλιών

το αίμα που κινεί τον κόσμο
κουβαλάει το φόβο
 το θυμό τη ζήλεια την προσμονή
βάφει τις παρειές βάφει τ'αυτιά βάφει τα χνώτα

ντροπή κι επιθυμία
κάτι κρυφό θαμμένο στο χώμα
με ό,τι είχα και όπως μπορώ
τα δόντια στη λάσπη τα πόδια γυμνά η γη τους ταμπούρλο

αλλά επίμονη κακιά ανελέητη σιωπή στη σπηλιά
ληστεμένη φωλιά, άδειο γλαστρί, ψάλιο περασμένο λοξά 
ακινησία στις πεδιάδες
το στόμα κλειστό

γιατί τίποτα δεν ήταν ποτέ αρκετό;
Έλειπε μια γουλιά πικρό νερό.

Έλειπε η ομολογία.
(σ'αγαπώ)

/

    Μια κοπελίτσα κάθεται με το χέρι στο στατώ, σε ένα στρωσίδι από αποστειρωμένο ντύμα. Το εξεταστήριο δε φαίνεται σωστό. Ψάχνω στο καροτσάκι των αλλαγών, αλλά όλα τα συρτάρια έχουν ηλεκτρονική κλειδαριά με τα οχτώ κουμπιά και δεν ξέρω τον κωδικό. Προσπαθώ διάφορους συνδυασμούς στο ένα ή στο άλλο καντράν χωρίς επιτυχία. Δε μπορώ να θυμηθώ. Το ένα ντουβάρι είναι όλο παράθυρα και έξω πέφτει βροχή από γύρη. Την άρρωστη την έχω ξαναδεί. Έχει ένα μικρό τατουάζ κάτω από το δεξιό βυζί. Μα δεν είναι γυμνή. Την άρρωστη την έχω πηδήξει στο παρελθόν. Δεν ήταν ποτέ δικιά μου ασθενής. Με τον καιρό τα όρια ξεπλένονται και μαζί τους ξεπλένονται και οι ηθικές μου αρχές. Δεν είναι αληθινό περιστατικό. Ρίχνω μια ματιά στο χέρι της: έχει τον αντίχειρά μου με το νύχι που μισοκρέμεται. Κάποιος έχει κολλήσει τον αντίχειρά μου στο ξένο χέρι. Εκείνη η σγουρομάλλα νοσοκόμα με το προσεκτικό βήμα κρατάει έναν δίσκο με κλαδιά. Τα σύνεργα, γιατρέ. Ποια σύνεργα; Ποιος είναι ο κωδικός; -Τέσσερεις φορές εννιά. -Μα εδώ έχει μόνο οχτώ κουμπιά. Πάνω που αρχίζω να θυμώνω, αλλάζει το σκηνικό.
    Μυρίζω τις πρώτες σταγόνες της βροχής. Ο κόσμος είναι σκονισμένος αλλά ήρθε η ώρα να ξεδιψάσει. Γύρω πλανήτες από δίψα και στο κέντρο είναι μια γούρνα που θα γεμίσει με βροχή. Ο βοσκός σπρώχνει αστέρια με μια λεπτή μεταλλική βέργα στο βαθύ σκοτάδι του διαστήματος. Όλα μπαίνουν σε γραμμή. Μυρίζω τις πρώτες σταγόνες της βροχής πάνω σε ένα ηλιοκαμένο σβέρκο, πάνω σε εκείνους τους ψιλούς δελτοειδείς που έχουν σαφρακιάσει από το αλάτι. Ο κόσμος είναι μαντρωμένος. Το ορυχείο στο Στρατόνι βγάζει φωτιά, τα σκάφη έρχονται και φεύγουν φορτωμένα. Σκέφτομαι τους ναύτες που τους καίει το φορτίο αλλά δεν είναι δική μου δουλειά. Δεν είμαι στη δουλειά. Είμαι σπίτι, στο κρεβάτι. Είναι ίσως πέντε, μπορεί εφτά. Αυτές τις μέρες ξημερώνει σχεδόν από εχτές. Τέσσερεις και σαράντα ήταν η ώρα της ανατολής στο δελτίο καιρού. Μετά ως το μεσημέρι οι ώρες είναι αξεχώριστες, επίμονα φωτεινές.
    Με τρίβει ένα χέρι που ξέρει ακριβώς πώς. Δεν παίρνει πολύ. Χύνω ήσυχα και ανοίγω τα μάτια. Το χέρι του είναι ακόμα γύρω απ'το καυλί μου και τα ζουμιά είναι σαν βέλο ανάμεσα στα δάχτυλά του.
-Είσαι πολύ εύκολος. Αρκεί να ρίξεις τις άμυνές σου. Γι'αυτό σ'αγαπάω λίγο περισσότερο το πρωί. Όταν κοιμάσαι είναι η μόνη ώρα που δεν είσαι σε επιφυλακή.
-Μμμ. Τι ώρα είναι;
-Εφτά και κάτι.
    Τα αυτιά μου καίνε. Τα αυτιά μου θα καίνε περιοδικά και σε όλη μου τη βάρδια ενώ θα είμαι ο δέων επαγγελματίας. Θα τον σκέφτομαι στον τομέα Β ενώ θα οργώνω τον τομέα Γ σαν πειθαρχημένο κτήνος. Κάτω από τα άσπρα και τα μπλε θα κρύβεται το δέρμα μου απ'το πρωί, θα κρύβεται η πάλη: εγώ κόντρα σ'εμένα ερωτευμένο. Η σιωπή πρόσωπο με πρόσωπο με την ομολογία. Αυτά κι αυτά και η αγάπη του που είναι διαπεραστική σαν λεπτό ξίφος και με κόβει πέρα πέρα, μπροστά στον άνθρωπο ωχριά η μηχανή.

/

OUT OF THE CRADLE ENDLESSLY ROCKING.

Out of the cradle endlessly rocking,
Out of the mocking-bird's throat, the musical shuttle,
Out of the Ninth-month midnight,
Over the sterile sands and the fields beyond, where the child
leaving his bed wander'd alone, bareheaded, barefoot,
Down from the shower'd halo,
Up from the mystic play of shadows twining and twisting as if
they were alive,
Out from the patches of briers and blackberries,
From the memories of the bird that chanted to me,
From your memories sad brother, from the fitful risings and fall-
ings I heard,
From under that yellow half-moon late-risen and swollen as if with
tears,
From those beginning notes of yearning and love there in the mist,
From the thousand responses of my heart never to cease,
From the myriad thence-arous'd words,
From the word stronger and more delicious than any,
From such as now they start the scene revisiting,
As a flock, twittering, rising, or overhead passing,
Borne hither, ere all eludes me, hurriedly,
A man, yet by these tears a little boy again,
Throwing myself on the sand, confronting the waves,
I, chanter of pains and joys, uniter of here and hereafter,
Taking all hints to use them, but swiftly leaping beyond them,
A reminiscence sing.

Once Paumanok,
When the lilac-scent was in the air and Fifth-month grass was
growing,
Up this seashore in some briers,
Two feather'd guests from Alabama, two together,
And their nest, and four light-green eggs spotted with brown,
And every day the he-bird to and fro near at hand,
And every day the she-bird crouch'd on her nest, silent, with
bright eyes,
And every day I, a curious boy, never too close, never disturbing
them,
Cautiously peering, absorbing, translating.

Shine! shine! shine!
Pour down your warmth, great sun!
While we bask, we two together.

Two together!
Winds blow south, or winds blow north,
Day come white, or night come black,
Home, or rivers and mountains from home,
Singing all time, minding no time,
While we two keep together.

Till of a sudden,
May-be kill'd, unknown to her mate,
One forenoon the she-bird crouch'd not on the nest,
Nor return'd that afternoon, nor the next,
Nor ever appear'd again.

And thenceforward all summer in the sound of the sea,
And at night under the full of the moon in calmer weather,
Over the hoarse surging of the sea,
Or flitting from brier to brier by day,
I saw, I heard at intervals the remaining one, the he-bird,
The solitary guest from Alabama.

Blow! blow! blow!
Blow up sea-winds along Paumanok's shore;
I wait and I wait till you blow my mate to me.

Yes, when the stars glisten'd,
All night long on the prong of a moss-scallop'd stake,
Down almost amid the slapping waves,
Sat the lone singer wonderful causing tears.

He call'd on his mate,
He pour'd forth the meanings which I of all men know.

Yes my brother I know,
The rest might not, but I have treasur'd every note,
For more than once dimly down to the beach gliding,
Silent, avoiding the moonbeams, blending myself with the shadows,
Recalling now the obscure shapes, the echoes, the sounds and
sights after their sorts,
The white arms out in the breakers tirelessly tossing,
I, with bare feet, a child, the wind wafting my hair,
Listen'd long and long.

Listen'd to keep, to sing, now translating the notes,
Following you my brother.

Soothe! soothe! soothe!
Close on its wave soothes the wave behind,
And again another behind embracing and lapping, every one close,
But my love soothes not me, not me.

Low hangs the moon, it rose late,
It is lagging—O I think it is heavy with love, with love.

O madly the sea pushes upon the land,
With love, with love.

O night! do I not see my love fluttering out among the breakers?
What is that little black thing I see there in the white?

Loud! loud! loud!
Loud I call to you, my love!

W Whitman