Τα γλυκά ζυγωματικά της Περουβιανής, τι πίκρα, η πίκρα του κινίνου. Σπεύδει ένστολη απ'την πασαρέλα στην άσφαλτο της προβλήτας. Λύνει τα μαλλιά και χάνεται ανάμεσα στις αποθήκες. Δυο μέρες που περιμένουμε δίπλα στο μεγάλο σκάφος της ναυτικής σχολής της χώρας της η τεράστια σημαία τους με το χρυσό κέρατο χαστουκίζει τον πρόβολο, τέσσερεις κρότοι το λεπτό συν πλην, δυο μέρες ο αέρας δεν άλλαξε μοτίβο.
Κάποιος φωνάζει απ'την κουζίνα και τον ακούω απ'τον αεραγωγό. Σαν κάποιος να τσιμπάει μια κιθάρα και ανάμεσα στις τσιμπιές η αγωνία του κοινού και οι τέσσερεις κρότοι το λεπτό συν πλην. Η πιο σκληρή δουλειά αυτή που δεν τελειώνει. Σταγόνα που χορεύει στο καυτό ατσάλι, πυρετός ανάμεσα στα τεντζερικά, στόμα βιαστικό, στόμα που δεν το προλαβαίνεις. Κάτι συζητιέται στην κουζίνα, κάτι μαρτυράνε οι σωληνώσεις, ποιος δίνει σημασία.
Αίμα από χώμα και αέρα αραιό, μια ξαστεριά βγαλμένη από ζωγραφιά. Χρυσή καρδιά το Αμαλθείας κέρας που ξεχειλίζει κέρματα, χρυσή καρδιά κομμάτια, τέσσερεις κρότοι το λεπτό συν πλην, ώσπου δε μένει τίποτα. Τα γλυκά ζυγωματικά της Περουβιανής, ρονρόκο απ'το κουφάρι του αρμαντίλλο, σπαρτό σκληρής γης σπαρτό ξεριζωμένο, καλούπι του ορεσίβιου, πόδια δυνατά και χαμηλό ανάστημα, ζέστη στα μάτια.
Σήμερα εδώ αύριο αλλού...
