© 2008 - 2017


-

Archiv

Blogger news

Blogger templates

 

+

Umblättern

Kategorien

 

Συγκλίνουσες ακτίνες


Εδώ μέσα είναι αλλιώς. Η κλειδαριά είναι ιδιότροπη, ο γλόμπος του κοινόχρηστου χωλ δεν αντικαταστάθηκε από τότε που η μικρή κυρία τον έσπασε με το κοντάρι της απόχης, όταν φτάνω σχολασμένος στα σκοτάδια ψαχουλεύω με το κλειδί και προλαβαίνει να ξυπνήσει, να ξεκουκουλωθεί και να έρθει με το πάσο της να μου ανοίξει από μέσα, ενώ περιμένω στάζοντας ξυπόλητος στο μωσαϊκό δίπλα στα ιδρωμένα άρβυλα ασφαλείας. Η ιστορία είναι πως από όποιο λιμάνι και αν επιστρέφω με το ποδήλατο, θα έχω τον αέρα κόντρα. Στη δυτική Γιουτλάνδη λένε πως αν ο αέρας δε σου'ρχεται στη μάπα όπου κι αν πηγαίνεις, τότε δε βρίσκεσαι στη δυτική Γιουτλάνδη. Στο νησί λέμε πως αν δεν ισιώνουνε οι μπούκλες των προβάτων ο αέρας δε λογίζεται. Το χειμώνα στην περιοχή βρέχει επίμονα αρμυρό χιονόνερο σε μικρό διαμερισμό, και μαζί με τον ιδρώτα απ'το πετάλι με λούζει κατάφατσα ο καιρός και πάντα φτάνω λιγδωμένος ακόμα κι αν έχω αφήσει το MSV μπανιαρισμένος. Το σκουφί μου βαραίνει το κεφάλι και οι μυξατμοί ανακατεύονται με βροχή στο μουστάκι και είμαι πολύ ερωτεύσιμος. Πίσω από την πόρτα είναι το forstue της συμφοράς που το διασχίζω με μια γενναία δρασκελιά, και στην ευθεία η φωτογραφία.

/

Επιστροφή απ'το Γκορμ και καρφί για εφημερία. Από την ησυχία της πλατφόρμας στο μπουρδέλο του πανεπιστημιακού. Φυσάει θυελλώδης βορειοδυτικός και στο Λίλλεμπελτ γίνεται της πουτάνας, γλίτσα απ'τον παγετό, τα φορτηγά κουνιούνται πέρα δώθε, δεν τολμάει κανείς να σκάσει μύτη δίπλα τους και πάμε όλοι καρότσι δεξιά, τελευταίος χειμώνας στο μεγάλο νησί.

Πιάνω 1524, ξεκινάμε με τέμπο στην ανάνηψη, το μενού έχει αναπνευστικές ανακοπές, κάθε εφημερία έχει ένα θέμα, είναι σαν το πιάτο της ημέρας. Λίγο πριν τα μεσάνυχτα η νοσοκόμα ροής ενημερώνει πως έρχεται τροχαίο πάνω που η δουλειά μας έχει τελειώσει με την προηγούμενη κλήση, βγαίνω στον προθάλαμο να αλλάξω στολή μετά το ραμολιμέντο που ο τραυματιοφορέας κυλάει με τις ροδούδες στο νεκροθάλαμο, η οθόνη της κατάστασης του CAP μου καίει το μυαλό, κατεβαίνουν οι αναισθησιολόγοι, πρώτη γραμμή είναι εκείνη η πανέμορφη Ινδή με το εντεκασύλλαβο όνομα, και από πίσω ο γερο-Γιενς που φοράει διπλές ffp3 γιατί δεν έχει καμιά διάθεση για τέτοια, έχει πει. Ο Άλμπερτ και το τσιράκι του περιμένουν ήδη στην καθαρή αίθουσα. Ανοίγουμε την ενδιάμεση πόρτα, οι νοσοκόμες ετοιμάζουν και τη διπλανή αίθουσα, δυο εικοσάρηδες, ένα σπασμένο σβέρκο και κάτι ψιλά.

Σαράντα λεπτά στο επιτοίχιο τάημερ και έχουμε σχεδόν συμμαζέψει, ο πρώτος σμπαραλιασμένος έχει ήδη μπει χειρουργείο ν/χ, ο δεύτερος είναι στον αξονικό και όλη η ακολουθία είναι μαζί του, έχω μείνει πίσω με τον Άλμπερτ και γράφουμε οδηγίες, από την ανοιχτή πόρτα φαίνεται η οθόνη της κατάστασης του CAP που έχει αλλάξει διαρρύθμιση, η αρχινοσοκόμα με ρωτάει για την αμιωδαρόνη και γίνομαι νυχτερινός καθηγητής, και ενώ είμαι πάνω στη διάλεξη ο Άλμπερτ μου ρίχνει μια αγκωνιά, Τι; -Κοίτα στην οθόνη. Κοιτάω στην οθόνη, καμια τριανταριά ονόματα φιγουράρουν ώσπου να προχωρήσει η λίστα, ηλικίες, θάλαμοι, αίτιο προσέλευσης, δε βλέπω τίποτα εξωτικό. -Δε βλέπεις; Η Λβιν, υπερτασική κρίση. Κοιτάζω καλύτερα, και ναι, τώρα τη βλέπω και τη Λβιν, 37 χρονών λέει, υπερτασική κρίση, νευρολογικά σημεία. Η Λβιν είναι συνάδερφος απ'τη Μυανμάρ, κοντή και στρογγυλή, μονίμως στην πρέσα, έκπληξη θα ήταν να ήταν μέσα με υπόταση. -Τι σου λέει αυτό; με ρωτάει συνωμοτικά. -Δεν ήξερα πως ήταν 37. -Όχι, τι σου λέει; -Να ρίξουμε στροφές. -Όλοι θα περάσουμε απ'τη μηχανή του κιμά. Λοιπόν, την τελευταία πρόταση την είπε εκείνος και όχι εγώ, αν και τώρα που τη γράφω σκέφτομαι πως ήμουν εγώ που μιλούσα μέσα από τον Άλμπερτ σαν να ήταν δαιμονισμένος. Μαντεύω πως άλλο σκεφτόταν όταν το έλεγε και άλλο εγώ, αλλά όπως και να'χει, οι λέξεις μπήκαν η μια δίπλα στην άλλη με τρόπο ύποπτα δικό μου.

Στο μπροστινό πάρκην ο Άλμπερτ φορτώνει το ποδήλατό μου στη σκαλωσιά στον κώλο του σεντάν. Διώχνω τον πάγο απ'το παρμπρίζ με την ξύστρα με την αφράτη χειρολαβή. Δεν ξέρω τι λέει στη Σουκριγιέ, προτιμώ να μη ρωτάω. Βλέπω τη σειρά με τις συζυγοκτονίες και εύκολα γίνεται κανείς παρανοϊκός. Δυο φανάρια δυο γκαζιές και είμαστε σπίτι. Δεν έχει καλοξημερώσει. Παρκάρει δίπλα στα θαμνόδεντρα στη θέση της χοντρής που έχει ήδη φύγει για δουλειά. Μπαίνουμε στο χωλ, πάλι μαλακίες με το κλειδί και την κλειδαρότρυπα, αλλά σήμερα είμαι στεγνός και όχι τόσο ερωτεύσιμος. Τραβάω την πόρτα και κάνω στην άκρη. Ο Άλμπερτ μπαίνει πρώτος. Κρεμάει το μπουφάν και αναστενάζει όπως όταν κατουράς μετά από διπλοβάρδια. Σιγουρεύω πως δεν κατουράει στο forstue, όχι, απλά στέκεται καταμεσιού με κλειστά μάτια. -Έχω πάει σε πολλά σπίτια αλλά εδώ μέσα είναι αλλιώς. Η μικρή κυρία κάθεται στην πολυθρόνα δίπλα στο παράθυρο με τη φρέσκια ιατρική φυλλάδα ενώ παίζει ο Γιώργος Φλωράκης. Παίρνουμε σειρά για τη ντουζιέρα. Τους ακούω που έχουνε πιάσει κουβεντούλα, και την ώρα που σαπουνίζω τον αφαλό μου ακούω τη γυναίκα που ρωτάει -Στη Σουκριγιέ τι είπες; και με τα χέρια μες στους αφρούς καπακώνω τα αυτιά μου μην τύχει και ακούσω τίποτα που θα μοιάζει βγαλμένο από τη σειρά με τις συζυγοκτονίες. Μετράω ως το εξήντα και όταν ξεκαπακώνω χαζογελάνε και λένε για ράμματα Έβερτινγκ οπότε τη γλιτώσαμε και σήμερα.

/