© 2008 - 2017


-

Archiv

Blogger news

Blogger templates

 

+

Umblättern

Kategorien

 

Hope dies all the time

Ήταν μια από τις τελευταίες μου εφημερίες πριν με αποσπάσουν στο πανεπιστημιακό, συνεφημέρευα με τη Γ. Φ., μια θαρραλέα ανειδίκευτη από το Αφγανιστάν, με τα σμαραγδένια μάτια χωμένα στο σκοτάδι του προσώπου της στάμπα καταγωγής, ήμουν ηγούμενος στα ΤΕΠ κατά τα γνωστά, αβάσταχτα κουρασμένος και διψασμένος, περίμενα πώς και πώς να δείξει το ρολόι πάνω από τα τηλεμόνιτορ 0100 για να ανέβω στο εφημερείο και να κοιμηθώ καθιστός στο μπλε καναπέ ως την επόμενη ανακοπή ή το επόμενο πολυτραύμα, ο καιρός είχε ανοίξει, κόντευε καλοκαίρι, μεσάνυχτα και ακόμα ημίφως, στάνταρ κίνηση και λίγη πανούκλα για το αλάτι της ζωής. Δέκα λεπτά πριν την ευλογημένη ώρα εμφανίστηκε η Γ. Φ. με τη ραδιοφωνική φωνή της και μου είπε μπορείς να με βοηθήσεις, χωρίς ερωτηματικό. Πού; -Στην πνευμονολογική. Περπατήσαμε από τη μια στην άλλη άκρη του κτιρίου, έκανε να πάρει τις σκάλες, της έκανα νόημα να περιμένει το ασανσέρ, μου παρουσίασε εν συντομία το περιστατικό ενώ κοιταζόμασταν στο καθρεφτόκουτο και το ρομπότ έλεγε anden etage, άνοιξαν οι πόρτες, με τύφλωσε η τιτάνια επιγραφή ΟΧΙ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ ΣΤΗΝ ΠΝΕΥΜΟΝΟΛΟΓΙΚΗ ΚΛΙΝΙΚΗ και από κάτω ένα βάζο με ανθοδέσμη διαγραμμένο για να συνεννοούμαστε, κάπου στο βάθος σε έναν από τους πίσω μονόκλινους μπήκε η Γ. Φ. με τη ρόμπα της να θροΐζει και το στηθοσκόπιο κολιέ και στο κατόπι της εγώ ντυμένος τραυματιοφορέας, μια γυναίκα στο κρεβάτι και τρία μεγάλα παιδιά γύρω, και κάπου δίπλα ένα βάζο με ανθοδέσμη ολοζωντανό, κανόνες και αρχίδια, η Γ. Φ. με σύστησε και μου έδειξε τις εξετάσεις του τριημέρου, ήταν καλές ως χτες που η γυναίκα ήταν σπίτι της και τώρα είχε ξαφνικά νιώσει αδιαθεσία και είχε οξεία νεφρική ανεπάρκεια και από κάπου αιμορραγούσε εντός της και τα κάλια και τα νάτρια ήταν άνω κάτω, ca. πνεύμονα νεοδιαγνωσθέν, ούτε μηνός, η πρώτη έκπληξη δεν είχε ακόμα ξεθυμάνει, την κοίταξα καλά και στο σβέρκο μου ένιωσα τα γνώριμα μακρυά παγωμένα δάχτυλα, πέθαινε, το έβλεπα παντού πάνω της, ένα μυστικό ανάμεσα σ'αυτήν και σ'εμένα, την εξέτασα για το τυπικό, τα παιδιά περίμεναν ν'ακούσουν στρατηγική θεραπείας, η Γ. Φ. λούφαξε στην άκρη του ματιού μου δίπλα στο λαβομάνο, Έφτασες στο τέλος της διαδρομής, θα σε βοηθήσουμε να μην πονάς, η άρρωστη με κοιτούσε τελειωμένη, έγνεψε, η κόρη έκλαψε χωρίς λυγμούς, οι γιοι ήταν βουρκωμένοι. Φεύγοντας έδωσα οδηγίες στη Γ. Φ. για tryghedskasse, ένα βαλιτσάκι για την ευκολία του προσωπικού με τα λίγα μοιραία φάρμακα που δίνουμε στους ετοιμοθάνατους, επισήμως παρηγοριά, ανεπισήμως ενίοτε και ευθανασία. Όταν κατέβηκα στο ισόγειο σταμάτησα να πάρω ένα τόνικ από τον αυτόματο πωλητή δίπλα στο κλειδωμένο κυλικείο, και ενώ το μηχάνημα γουργούριζε και κουνούσε τα εξαρτήματά του, αναλογίστηκα τι είχα κάνει, αν είχα πέσει έξω, αν δεν πέθαινε σε εύθετο χρόνο την είχα βαμμένη, πήγα να ιδρώσω, αλλά πάνω στην ώρα γεννήθηκε το αλουμινόκουτο από το μηχανικό μουνί με το τσίγκινο κλαπέτο και ήμουν πάλι ευχαριστημένος.

Η Γ. Φ. με βρήκε τα χαράματα, την είχαν πριν λίγο καλέσει να αναγγείλει ένα θάνατο στην πνευμονολογική, το θάνατο που είχα ο ίδιος μου ευλογήσει, δε νομίζεις πως έπρεπε να προσπαθήσουμε, να κάνουμε έναν απεικονιστικό, να δώσουμε μια μετάγγιση, είπε πάλι χωρίς ερωτηματικό. Στεκόμουν με την πλάτη στο ανοιχτό παράθυρο που έβλεπε στην αυλή, η τελευταία δροσιά της νύχτας και η πρώτη η πρωινή μου πάγωνε τα μαλλιά, αφού ξέρεις τι νομίζω, τι ρωτάς;

/

זה כתוב לי על המצח

Ο ήλιος απ'τα νοτιοδυτικά παράθυρα το απώγειο του μεσημεριού, ξέρω και δεν ξέρω τι θα βρω γυρνώντας σπίτι μετά από δυο βδομάδες από πόστο σε πόστο πετάλι στο λιμάνι και πήδος στο Έσβαγκτ Ντάνα, και παγετός και πατινάζ και τα αιώνια εφημερεία και τα μεταλλικά σεντόνια τους και το θείο έργο, καλβινισμός και αφοσίωση, κόμποι τίμιου ιδρώτα στους κροτάφους, μαλλιά κολλημένα στο κρανίο, αυτιά μπλαβιά από το κρύο, κι αναθέματα σ'εφτά γλώσσες, ένα για κάθε μέρα της εργατικής βδομάδας

το παράθυρο του δωματίου είναι ανοιχτό και το'χει φυσήξει το αεράκι κόντρα στο ντουβάρι και από μέσα η κοφτή κουρτίνα κάνει φουπ φουπ και πάει μέσα έξω σαν σωλήνας και χύνεται στην κοιμισμένη γειτονιά ξε-χαλέβ σελί πατουάχ και "πάκι" ντάχτιρι (εδώ στις άσπρες χώρες ό,τι έχει μυρωδιά ανατολής είναι πακιστανικό) και είναι γραφτό μόλις βάλω το κλειδί στην κλειδαριά το τραγούδι να λέει ατ αούβατι λανέτζαχ ζε κατούβ λι αλ χαμέτζαχ δηλαδή είσαι η παντοτινή μου αγάπη, το γράφει στο κούτελό μου

βγάζω τα χοντροπάπουτσα με τις σιδερένιες μύτες και το πρώτο βήμα μέσα πέρασμα σ'άλλο κόσμο η απροσδιόριστη μυρωδιά σπιτιού η ορκισμένη νότια μουσική σου ο ήλιος απ'τα νοτιοδυτικά παράθυρα και στο κέντρο εκεί που συναντιούνται οι ακτίνες εσύ τσουλοκώλι τρίβεις με τη βούρτσα το χαλί πετάω το σάκο στο χωλ τέσσερεις δρασκελιές σηκώνεσαι χορεύοντας και τραγουδάς εδώ κι εκεί τους στίχους και ανάμεσα στα εβραϊκά που δεν πολυκαταλαβαίνω στριμώνεις ένα πριν πας για μπάνιο καθάρισε πάνω απ'τα ντουλάπια, δεν ξεχνιόμαστε ποτέ κι όμως είμαστε πάντα ξεχασμένοι
ξένοι, ξενιτεμένοι, ξεγραμμένοι, 
γνωστά παιδιά της Διασποράς, που όταν κόβονται στα δυο το αίμα που κυλά αφηγείται χιλιάδες χρόνια πέρα δώθε, βρώμας και τυχοδιωκτισμού, 
και αυτές και όλες οι άλλες σκονισμένες ψηφίδες που σε κάνουνε εικόνα είναι ο μαγικός χυλός
η λάσπη η ιερή

είναι ο θρασύς εξωτισμός που μου'φερνε αμηχανία από παιδί και ρίχνει χαστούκια στο στόμα του βορρά, είναι τα σοκάκια και το διψασμένο χώμα που γίνεται ατμός, είναι η μπουγάδα που ιδρώνει κάτω απ'το αυγουστιάτικο φεγγάρι, είναι το ένωμα του εδώ και του εκεί και του τότε και του τώρα, το χάος των πληθών, τα κούτελα που γυαλίζουν, οι λιαστές ευτυχίες και δυστυχίες, οι ταφόπλακες στις αυλές και στα κατώγια, οι δέκα πύργοι της Βαβέλ και οι πάσης φύσεως κοψιές, η σκερτσόζα γεωγραφία, είναι οι αστράγαλοι του ασβεστίτη που σε οδηγάνε στη μεσογειακή ακτή, το λουλουδένιο στόμα που με φτύνει μες στο μάτι, το μέλι των μαλλιών σου, τα δάκρυα της μαρεσιάλας, η μεσημεριανή σιωπή, είναι αυτό που κρύβεται εντός μου, είναι μια λέρα ζηλευτή

σ'αντικρύζω με όλο μου το θράσος
έχω φτάσει τα χρόνια του Σταυρού, έχω προσευχηθεί απελπισμένα, δε φοβάμαι
ανοίγω το στόμα, χώνεις το χέρι στα έγκατά μου και τραβάς έξω ό,τι είναι μυστικό
τους ιδιωτικούς μου εμφυλίους, τα λεπτά της ασφυξίας, τις νυχτόβιες αγωνίες, τις παλιές ντροπές
και όλες τις άλλες φτήνιες της κασέττας
σ'αντικρύζω με όλο μου το θράσος και επιτέλους με βλέπω καθαρά
ανάσκελα στο κρεβάτι τριγυρισμένο απ'τα πλεχτά σου και πάνω μου η πείνα το κτήνος το θηρίο τα χέρια σου μου σβήνουνε το φως απ'το λαιμό αλλά εγώ είμαι εδώ για σένα, χύνεις και σου τρέχουνε τα σάλια γραμμή στη μούρη μου και γελάω θα πάρει δυο στιγμές να πάρεις πρέφα και να πεις αυτή είμαι
ναι, αυτή

Και με ρώτησε η Άλις 
Σε ποια γλώσσα ονειρεύεσαι; Η ερώτηση αυτή κρώζει, δεν έχω περάσει ποτέ κανένα σύνορο.
Αλλιώς δε θα ρωτούσε.

Temperance

Έχει ήδη νυχτώσει, το χιόνι αντανακλά κάποιο μυστικό φως, από το στενό διάδρομο δίπλα στα παράθυρα γουργουρίζουν τα κλειδωμένα ψυγεία, οι ραφιέρες με τους πύργους ποτηριών σκονίζονται αργά αργά, ήσυχα βήματα με τα κατασκοπευτικά παπούτσια, οι καρέκλες και τα τραπέζια άδεια, ένα καραφλό σκιάχτρο που φοράει τη στολή του δούλου κάθεται στη σκοτεινή γωνιά. Γνώριμο πλάσμα, είναι το φάντασμα που περιφερόταν στην κοιλάδα του Σορέκ για χρόνια, γύρω τα βουνά της Ιερουσαλήμ που κρύβουν όλους τους ορίζοντες, πέτρες και φαρμακερά σταφύλια, ώσπου κάποια μέρα βροχών το πήρε το ποτάμι και το ξέρασε στο αμμουδερό δέλτα κι έτσι ελευθερώθηκε. Παγώνι χωρίς ουρά, σκιάχτρο μαδημένο, αν βράσεις την ψυχή εξατμίζεται και μένει στον πάτο λίγο αλάτι που σκορπίζεται σαν άμμος. Τι θες να κάνω; ρωτάω απελπισμένος και με βρίσκει κατακούτελα μια καλοκουρδισμένη φωνή, Υπομονή, είναι αυτή, με το ένα πόδι στην όχθη και το άλλο βουλιαγμένο στην ποταμίσια λάσπη το νερό κυλάει από το ένα στο άλλο χέρι και χερουβείμ κρυμμένα στις καλαμιές κάνουν λογαριασμό, απεσταλμένη του Θεού και υβρίδιο πτηνού, γύρω από το κεφάλι το στέμμα της παράνοιας και στο κούτελο ορθάνοιχτο το τρίτο μάτι που τα βλέπει όλα. Αναδύομαι από τη γωνιά μου ντροπιασμένος, αυτό το κόλπο με το νερό δεν το κατάφερα ποτέ και ήταν η καταδίκη μου, τρυπιοχέρης, κυλούσε από το ένα και επέστρεφε στο δέλτα και το αφάνιζε το υφάρμυρο ένωμα, δεν κατάλαβα και πώς, και σιγά σιγά από το χέρι μου το νερό που έρρεε έγινε αίμα και η πλάση το ρουφούσε αδηφάγα και με στράγγισε κι έτσι έγινα διαφανής, έτσι έχασα το τσιγγάνικο σώμα, έτσι έχασα τη σκιά μου, κι έγινα το φάντασμα της κοιλάδας του Σορέκ. Μέσα στο στρογγυλό κεφάλι της όλα είναι σε τάξη, ανάμεσα στα χέρια της ο χρόνος είναι νερό, είναι σπαθί. Δεν υπάρχει τίποτα που δε γιατρεύεται με την υπομονή, το δίδαγμα της απέραντης μοναξιάς, η σοφία της Τεμπεράντσας. Ο χιτώνας της είναι υφασμένος από παγοσταλίδες, ένα πανί από το ίδιο μυστικό φως που καθρεφτίζεται στο χιόνι μες στη νύχτα, η εγκρατεία, το μέτρο, η φωνή της λογικής, και άντρας και γυναίκα και τίποτα απ'αυτά, ό,τι έχει αρχή έχει και τέλος, αλλά όχι αυτή. Δεν έχω παρά να υπακούσω, υπομονή. Η Τεμπεράντσα θα φτερουγίσει τις πελώριες φτερούγες της και η σκόνη της κοιλάδας του Σορέκ και η γη και οι σκιές κι εγώ μαζί θα φθίνουμε προς το πουθενά.

ONLY LOVE AND DEATH CHANGE ALL THINGS

-



Wheel of fortune

Στις φωτογραφίες από τα κέντρα υποδοχής στο Έλλις Άηλαντ πριν την αλλαγή του αιώνα από δεκαετία σε δεκαετία και από τη μια μεριά του Ατλαντικού στην άλλη το βλέμμα απαράλλαχτο ταξίδεψε στο χρόνο και στο χώρο το ίδιο εκείνο βλέμμα που ζητάει βουβά τα ρέστα, το βλέμμα που έχει βαθύνει και στης νύχτας το ναδίρ έχει βγάλει δόντια αστραφτερά, το ίδιο γνώριμο βλέμμα έχει και αυτή, τα χέρια σταυρωμένα εμπρός, πέρα από το σύνορο της κούρασης, πέρα από τα όριά της, στις ανοιχτές εκτάσεις της γης των ευκαιριών, στα αχανή πεδία της ανεξερεύνητης κόλασης, ένα βλέμμα που σε βλέπει μέσα απ'το φιλμ και σε καίει σαν ακτινογραφία και οι σάρκες σαθρές εγκαταλείπουν, απέναντι ο θάνατος και η ματιά του Μέδουσα και φυσικά σκοτάδι, από τους βολβούς του στους βολβούς της πέτρα όλα, πέτρα, τα νερά του ποταμιού θολά κι ορμητικά και μια ροή μπερδεμένη και τυρβώδης, Πάσχα από τη μια όχθη της απελπισίας στην άλλη, μεταναστεύοντας από τη σφύρα στον άκμονα. Η φωνή της διασχίζει την ερημιά των σηπτικών και κάνει γκελ στους κούφιους σωλήνες και γλιστράει στα πλακάκια, η άρθρωση ιστορική, το λάμβδα και το κλειστό όμικρον της Βόλβης και του Στρυμονικού τα δυο νερά τα δυο αρχέγονα πηγάδια, μια φωνή που τα ξέρει όλα και επιτάσσει, ίδιον του επαγγέλματος, και στις άκρες των χορδών ένα λίγο νοιάξιμο, κανένας δε γίνεται τραχύς χωρίς να έχει νοιαστεί, στις φωτογραφίες από τα κέντρα υποδοχής στο Έλλις Άηλαντ συνοψίζονται οι λέξεις που παίζει στο αυστηρό της στόμα, χτυκιό, πανούκλα και κολούμπρα, μέσα στο συρφετό δεν ξεχωρίζει η μια κωμωδία από την άλλη, ένα φίδι καρφί στον κόσμο της σαρκός, από τις παραλίμνιες δροσοσταλίδες μ'ένα τίναγμα μαύρων φτερών παφ στη γκρίζα μάκα των απρόσωπων πολλών, ρόδα είναι και γυρίζει, ο διάολος τιμονεύει στο απύξιδο ταξίδι, βασιλιάδες και θεοί και ο κάτω κόσμος σε μόνιμη εναλλαγή καθώς πέφτει το χαρτί και η τύχη αποφασίζει κι εμπρός της άντρες γυμνοί πότε νεκροί και πότε αναστημένοι εκτελούν αδιαμαρτύρητα τις διαταγές του πεπρωμένου.

-

Έξη μήνες μιλούσαν στο τηλέφωνο σύμφωνα με τις περιστάσεις, ο Τόμας την έπαιρνε γιατί μια καρδιά του πνιγότανε στο αίμα, αυτή έπαιρνε τον Τόμας επειδή μια μισάνοιχτη κοιλιά της στραγγάλιζε την καρδιά, κι ο ένας πήγαινε κι ο άλλος ερχόταν και δε συναντιόντουσαν ποτέ. Ο Τόμας μιλούσε πάντα πολύ σιγανά, τόσο ήπια που της προκαλούσε ανυπομονησία, δεν τον καλοάκουγε κιόλας από τα αυτιά τα ταλαιπωρημένα από τα ψαροντούφεκα, μερικές φορές άλλα τη ρώταγε κι άλλα του απαντούσε, στο τέλος πάντα συνεννοούνταν, όποτε άκουγε τη φωνή του χαιρόταν, θα το λύσουμε το πρόβλημα, ο Τόμας ξέρει. Αυτή κοφτή και επί του πρακτέου, αφήνοντας πάντα κάτι να εκκρεμεί με τη μυστήρια προφορά της, και πάντα τελειώνοντας την κλήση με κάτι απροσδόκητα τρυφερό, όπως Σου εύχομαι να κοιμηθείς 3 ώρες απόψε ή να έχεις ειρηνική εφημερία, έκανε τον Τόμας να στέκεται προσοχή με όλη του την ήπια πανοπλία. Έξη μήνες τηλεφωνικού επαγγελματισμού ως εχτές ημέρα Τρίτη, πήρε τηλέφωνο τον καρδιολόγο και το σήκωσε ο βραχνός Πάρε σε 15 λεπτά, κάθε φορά που απαντάει ο βραχνός ζητάει να τον πάρει σε 15 λεπτά που θα έχει πασάρει το τηλέφωνο σε κάποιον λιγότερο ανίκανο. Ξεφύλλισε αποτελέσματα εξετάσεων για 15 λεπτά και ξαναπήρε, και απάντησε ο Τόμας, και ένιωσε ανακούφιση κατά τα γνωστά. Ποιο είναι το πρόβλημα; -Περικαρδίτις και επιπωματισμός. Περικαρδίτις σαν κελαηδητό. Θα στείλω κάποιον να κάνει ένα υπέρηχο. Αυτή τεντώθηκε στη στάση των νοσηλευτριών, ταχτοποίησε ένα μάτσο φακέλους και το καροτσάκι της αλλαγής, ο ήλιος βούλιαξε πίσω απ'το ψηλό κτίριο, άκουσε τα τροχούλια του υπερήχου να κάνουν κρίκι κρίκι στο διάδρομο και βγήκε σε αργή κίνηση να πιάσει τον απεσταλμένο πριν τον καταπιεί το ασανσέρ. Σε περίμενα, πες μου αν ανεπαρκεί. Ήταν η αυταρχική κυρία του τηλεφώνου, μόνο που δεν της έμοιαζε καθόλου, ένα μελαγχολικό, κάπως φοβισμένο κορίτσι με βλέμμα σκέτο οξύμωρο σαν ακονισμένο κυρτό ξίφος, μεσολάβησε μια παύση, Πρέπει να τον παρακεντήσουμε, θα μας δυσκολέψει. Ήταν ο ήπιος διακριτικός κύριος του τηλεφώνου, πολύ πιο στιβαρός απ'ό,τι ακουγόταν, μάτια βαθιά χωμένα σε σκιερές κόγχες μα πολύ φωτεινά, μαλλιά βουρτσώδη μισοκρυμμένα κάτω από χειρουργικό σκουφάκι, χαμογέλασε πίσω από τη μάσκα Δεν ήξερα πως ήσουν τόσο νέα. -Δεν ήξερα πως ήσουν εσύ. Ο τροχός της τύχης γυρίζει σαν τα τροχούλια του υπερήχου, και ο Τόμας στάθηκε τυχερός και δεν τον έλιωσε το κύλισμα. Το επόμενο πρωί η ήπια φωνή του αναρριχήθηκε στα λυτά μαλλιά του ίδιου κοριτσιού που περνούσε από το κέντρο υποδοχής στο Έλλις Άηλαντ πριν εκατόν τριάντα χρόνια, μαλλιά από μέλι πεύκης, τα μαλακά του χέρια χάιδεψαν το παρελθόν και τα φιλντισένια της φιλιά τον πέρασαν απέναντι. Όταν χαμογελάει η μοίρα αλλάζει η ιστορία ολόκληρου του γύρω κόσμου.

ONLY LOVE AND DEATH CHANGE ALL THINGS

-




The hanged man

Οι μάσκες του θανάτου τα προσωπεία τα ιπποκρατικά οι πνοές οι τελευταίες κρεμιώνται απ'το σφακτήριο τσιγγέλι και τους ξεψυχάω με το βλέμμα μια μαλακή κίνηση των χεριών ένα ανεπαίσθητο σήκωμα των ώμων δεν ξέρω και αδιαφορώ στη θάλασσα για λίμνη άπνοια απόλυτος παγετός σκύβω σαν Νάρκισσος και στην αντανάκλαση βλέπω έναν νεκρό, στη θάλασσα που καίει είμαι βασιλιάς, τα μαλλιά σου είναι σαν κριθάρι στο ηλιοβασίλεμα, γύρισα μιας στιγμής έκπληκτος, ήμασταν ξαπλωμένοι στη ζεστή ζαχαρένια άμμο, δεν είδα τίποτα που δεν αναγνώριζα, το καθαρό κούτελο, τις ομαλές παρυφές των βλεφάρων και τα ελάχιστα λιμνία και το καλομίλητό του στόμα, ένα ανεπαίσθητο σήκωμα των ώμων ξέρω και αδιαφορώ, γέλασα κοροϊδευτικά και έκαψα μια τούφα με τον αναπτήρα, ξέρω, όπως ξέρω το τρέμουλο της σηψαιμίας από Γκραμ αρνητικό, είναι άλλο από το πληθωρικό ρίγος του ερυσιπέλατος, κι αυτό άλλο από το σύγκρυο της σταφυλοκοκκικής ενδοκαρδίτιδας, και αδιαφορώ, είμαι ανήμπορος εμπρός στο θηρίο της αγάπης, τόσο ελάχιστος, τόσο προσωρινός, η παθολογία και η χειρουργική ενσαρκώνονται στα χίλια πρόσωπα του πόνου, την αρχή την απαρχή της μακράς αυτής μοναστικής πορείας, τα χίλια πρόσωπα του πόνου, οι μύριες εκδοχές του μαρτυρίου, αυτό που μ'έσπρωξε σ'αυτήν την πεσιά τη δίχως τέλος. Ξύλινος βασιλιάς, τσόχινος πάτος, μαλλιά από φωτιά, μπουρλώτο απ'το στέμμα, φλόγες ήσυχες, ύποπτη καταστροφική σιωπή, με τη θηλιά γύρω απ'το χλωμό λαιμό, ένας χορός ερωτικός, mehr, στη γλώσσα που μιλώ, όχι στη γλώσσα που με τόση τέχνη γράφω, στη γλώσσα που θα σταθεί δίπλα στο νεκροκρέβατό μου, mehr, ώσπου να περάσω από τη βασανιστική διαύγεια στην ομίχλη του προνάου, ο θάνατος κι εγώ, χωρίς βήματα χορός, τα πόδια στάχτη, κάθε φορά μου κλέβω λίγη ιστορία, κάθε φορά ένα αμελητέο φονικό, ένας κόκκος ζεστής ζαχαρένιας άμμου, dein Haar sieht aus wie ein Gerstenfeld bei Sinneundergong, κάθε φορά γυρίζω έκπληκτος πίσω, γελώ κοροϊδευτικά και καίω μια τούφα με τον αναπτήρα, και με τυλίγουν οι γλώσσες του θανάτου όπως τυλίγει η θύελλα το νησί και ο κόσμος λησμονιέται, μια μαλακή κίνηση των χεριών, δέκα πιστοί στην αίθουσα παύουν το θείο έργο τους, ο ηγούμενος απεφάνθη, μια σιγανή φωνή στο σαματά, vi stopper nu, det er slut. Klokken er..., η ψυχή έχει διαφύγει από τη χαραμάδα της βαριάς πόρτας, από τις γρύλιες του εξαερισμού, από τις τρύπες της σχάρας του σιφωνιού, Ich ertrage es nicht, jedesmal dich sterben zu sehen, -Na, also, du bist ja aufs Ärgste gefasst, η αέναη περιπλάνηση, οι ορκισμένοι ηδονοθήρες, απελπισμένα ανθρωπάρια στις σκοτεινές τους τρύπες ψάχνοντας περισπασμούς από τη ζοφερή τους μοίρα, mehr, mehr, δε θέλω έλεος όταν ευχαριστιέμαι, η ψυχή μου τεντωμένη λεπτεπίλεπτη σαν φλέβα στο φτερό της λιβελούλας, η λέξη νόμος, βασιλιάς αυτοτιμωρούμενος, γυμνός στα ελώδη λιβάδια του νησιού, γύρω βλάστηση χαμηλή, ομίχλη γοργοπόδαρη σπρωγμένη απ'τον αέρα και στάλες Ατλαντικού, τσόχινος πάτος, στέρνο ξύλινο, λάσπη ως τους αστραγάλους, πόδια στο πουθενά, γιακάς πετεχειώδης, ο κρεμασμένος σ'ένα ντεκ Ταρόκκο σιτσιλιάνο και οι λέξεις του: παραδίνομαι κι ενδίδω και αφήνω, και γύρω ένας κύκλος από φιγούρες που καταπίνουν κάθε φως, έχει στηθεί χορός πρωτομαγιάτικος, χορός ειδωλολάτρης, χορός ερωτικός.

-

Στο υπόγειο του κτιρίου 97 που μυρίζει νεκρούς του '70, ξεχασμένες νόσους και χλωρίνη συνάντησα εχτές ημέρα Δευτέρα τον Άλμπερτ που είχα μήνες να τον δω, είδα το γυμνό του κεφάλι απ'την υπερυψωμένη στροφή του μικροβιολογικού και προς έκπληξή μου τον αναγνώρισα προτού να δω το πρόσωπό του, απ'το λαρύγγι μου ως τη σύμφυση την ηβική χύθηκε λάβα λεπτόρρευστη σα να τούμπαρα κατά λάθος μια κούπα τσάι με τον αγκώνα, καμιά περιστροφή, βουτήξαμε ο ένας μες στον άλλον, τα χείλια μου στα χείλια του, και κατά τα άλλα μια διαχυτική αγκαλιά και ένας διερχόμενος τραυματιοφορέας σφύριξε ενθουσιασμένα, τα χείλια μου στα χείλια του η γλώσσα μου πίσω απ'τα δόντια του τα δόντια του στα χείλια μου το αίμα μου βιαστικό και αρμυρό κι ενός λεπτού σιγή, με τον αντίχειρά του ζωγράφισε τα χνάρια της αγρύπνιας μου, Jeg troede jeg ville aldrig se dig igen, jeg har savnet dig, mand, virkeligt.

Det er dog det der holder os gående
det er det der holder os savnet og savnende
længslen...

-Albert, min ven. For mig er det nok, at du er derude.
-Det er fandeme løgn, du elsker mig som vinden blæser.
Γέλασα κοροϊδευτικά και το γέλιο έσβησε δίκην ντιμινουέντο καθώς με αφάνιζε η τιτάνια σκιά του πάνοπλου θηρίου που στάθηκε δίπλα μας και μεγάλωνε και μεγάλωνε και μεγάλωνε ώσπου το κτίριο 97 εξαφανίστηκε και όλος ο δυτικός τομέας εξαφανίστηκε και ο χρόνος ράγισε και δεν ήξερα ποιος ήμουν και πού ήμουν, και το μόνο που είχε μείνει σαν χάραξη στο μάρμαρο ήταν το εξής

ONLY LOVE AND DEATH CHANGE ALL THINGS

-