© 2008 - 2015


-

Archiv

Blogger news

Blogger templates

 

+

Umblättern

Kategorien

 

Skype calls

-Τα γερμανικά σας ακούγονται σαν να'στε απ'το Στέττιν του 1929... τότε που ήτανε δικό μας.
Χαμογέλασε ζεστά, χαμογελάσαμε μαζί.

Το ηλιόφωτο έπεφτε στο κούτελό μου και φαινόμουν γνωστικός. Μ'έβλεπα στην αναπαράσταση της προβολής μες στην οθόνη, κάτω από το Λαρς. Αυτός ήταν στην ώρα του παρελθόντος μου, ξερακιανός, με μάγουλα αλαβάστρου και αρχόμενη ξανθωπή καράφλα. Από το παράθυρο του γραφείου του φαίνονταν τα κολωνικά σύννεφα της ανοιξιάτικης βροχής. Από το ραδιόφωνό μου έπαιζε η βραζιλιάνα Λούσυ, αλλά έφτανε σ'αυτόν σαν νοτιοευρωπαϊκός απόηχος. Δεν ήθελα να φανώ πιεστικός. Καθάρισα όσο μπορούσα την προφορά μου, προσπάθησα να θυμάμαι να μην καταπίνω τα -e- στο τέλος των ρημάτων και ν'αφήνω τα -g- να χύνονται και να γίνονται φωνήεντα. Τα μάτια του ανάρρωναν από το θέαμα κάτω από δυο συμπονετικά φρύδια σαν σκυλιού. Αν μπορούσα να τον φτάσω θα τον έπιανα από το γαλάζιο του γιακά, θ'ακουμπούσα το λευκό μου κούτελο στον ώμο του και θα φώναζα σκυμμένος hilf mir. Ήμασταν τυχεροί που δεν μπορούσα να τον φτάσω. Τα δυο χιλιάδες χιλιόμετρα ξαφνικά αποχτούσαν νόημα. Έκανε χιούμωρ όπως συνηθίζεται στην πατρίδα, χωρίς ούτε υπόνοια γέλιου. Το δεχόμουν εξίσου σοβαρός, κι έμενε ανομολόγητο όπως πρέπει. Η ελληνική διαχυτικότητα μ'έχει πεθάνει στην αμηχανία. Κοιτούσα τα μαλλιά του, τον αδύνατο λαιμό του πάνω από τον κόμπο της γραβάττας με τις ρίγες. Αυτός μιλούσε με τις λέξεις γλιστερές και διαυγείς, όπως επιβάλλει η ομοσπονδία, κι έκρυβε επιδέξια την καταγωγή του. Του έγνεφα γιατί πρόσμενε να του γνέψω, και του έλεγα ja, ja, αλλά σκεφτόμουν εκ παραδρομής jeg, jeg. Η αντανάκλαση του ήλιου στο απέναντι ντουβάρι μου'φερνε δάκρυα εγκαυματία. Ο Λαρς είχε κόρες μυδριασμένες κι έτσι μου φαινόταν ακόμα πιο παρήγορος. Τον έβλεπα να μ'ακούει να λέω το war waaah και ν'αφήνω όλα τα -o- κλειστά, δε γαμιέται, σκέφτηκα, δε γαμιούνται και τα ορθάνοιχτα -ο- στη χώρα που μ'έχει καταπιεί. Δεν υπάρχει μέρος στον κόσμο που να μ'έχει πονέσει πιο πολύ. Ο Λαρς αντιπροσωπεύει όλα όσα δε με πάτησαν με το άρβυλο στη λάσπη. Του χρωστούσα. Ακόμα του χρωστώ. Όχι λεφτά, κάτι χειρότερο. Χάρηκε που με είδε. Υποσχέθηκε να προσπαθήσει.
-Für dich werde ich mein Bestes versuchen. 
Ναι, πέρασε παρέα με τον οίκτο του στον ενικό. Με χαιρέτησε ευχόμενος να'χω καλή υπόλοιπη ημέρα. Τον χαιρέτησα ευχόμενος εις το επανειδείν. Έπειτα το ξανασκέφτηκε, και πριν κλείσει, μου'στειλε ένα γλυκό γλυκό μελένιο wiedasehn. Δεν του είπα που ετοιμάζομαι να πάω. Η ίδια η φράση μου καίει το στόμα. Τα χέρια μου τρέμουν μόλις κουραστώ. Παίρνω μισό ιντεράλ και στρώνω, τουλάχιστον προς το παρόν. Κάθε μέρα με βρίσκει λιγότερο από χτες. Όπως ο Ροβινσώνας τις μέρες της μεγάλης βραδείας δυστυχίας του ξάπλωνε μπρούμυτος στο βούρκο, σα να'πεφτε χλιαρός σε χλιαρό νερό, έτσι ξεφτιλίζομαι κι εγώ με τα πόδια μισοχωμένα στην άμμο του ΘΕΡ - ΜΑ - Ϊ - ΚΟΥ. Κι είναι κι αυτό το κωλολάμβδα που δε φεύγει, παχύ σαν κοροϊδία.

But then it passed, as all things do

My less than skin dressed in these works
Damn your God, you said.

Bris milah of the tongue
who will wash the pride off that?

---

We've faced each other hole to hole
now play along

I'm not dry from anger behind the wall
our lands are not cascading.

---

The tail of the day is blinding
there is a never-ending death in the room.

Damn my God well then
damn yours too.

Απογραφή

Τα τραίνα το '43, ο Μίκλος με τα στρογγυλά γυαλιά, η φωτογραφία πάνω από το τζάκι,
ο Αλ-Σισανί και τα σαράντα χρόνια του στους έντεκα ανάμεσά μας μήνες, η σκόνη της ερήμου,
οι βελόνες του πλεξίματος που είναι ακόμα εκεί, το περιοδικό με τις παλαιϊκές φωτογραφίες,
η Δυτική Γερμανία, τα παράπονα για τις δίγλωσσες ταμπέλες στο Κράης ΝΦ, το τείχος, οι γιορτές

τα γαλλικά άνευ διδασκάλου, η μεταπολίτευση, οι φυγές στο Ισραήλ, τα ουέβος αμινάδος
η ανατομία του Σάββα, η χαμένη τιμή της Καταρίνα Μπλουμ, τα βινύλια, το Ντόκκουμ
το έγκαυμα τριβής απ'το χαλί στα γόνατα, ο ήλιος, το χιόνι στα περβάζια
ο Χέλμουτ Κολ, οι αυτονομιστές, η Ολυμπιακή, τα καλοκαίρια, η Βοσνία, οι Βόλβες, ο Σταυρός

το Όσλο τους χειμώνες, οι βαπτιστές, το ταβάνι με την τρύπα στο σοβά, το σύνθημα,
η Άμπεντμπλαττ, η Καθημερινή, το ανηφοράκι, ο θερινός σεισμός, η Επανωμή,
το φέρρυ, το Κουξχόμπεν, τα άλογα του σάντεκ, η κόρη του, τα κροκολούλουδα στο Χούζουμ,
τα ελάφια, οι καραμπίνες στη ντουλάπα, η σκοποβολή, η κρεμάλα του Σαντάμ, η πρώτη ιδέα,

η πρώτη ενοχή

οι μεμπτές πρακτικές, η μικροαστική κακονομία, η δοκιμασία των στεφανιαίων,
η ατέλειωτη συνέχεια, το όργωμα του κορμιού, οι γνωστοί από το Μπάγιερν, η αληθινή ζωή με προφορά,
όλα τα μυστικά στα ελληνικά, η συνείδηση βουβή, τα λόγια του στόματος ένα και δυο,
-Πώς είστε σήμερα;

μα ασύνετη γραφή σαν ξερατό, αναπαραστάσεις σαφείς και ζωντανές, ο τίτλος ακορνίζωτος,
-Wir sollen uns nicht wieder sehen.
-Also, auf Nimmerwiedersehen.
-Ganz ehrlich, das könnte ich nicht aushalten.

ο νέος παλιός εχθρός μας το Ισλάμ, η φλόγα του όρους στη σχολή, ο γέρων, οι πιστοί,
τα χρόνια της μοναξιάς, το καλό χέρι, το σερί, οι κοτρώνες στου Παπά Νερό,
το δάσος, η καύλα σαν τη μύτη του Πινότσου, οι κατ'ώμον που έκαιγαν φωτιά, το τάληρο,
η Βαλπουργκίσναχτ, το Σαβουότ, ο παγετός στη στροφή του Φιλύρου, η θέα το Δερβένι πιάτο,

η νύστα στις σαφηνεκτομές, τα Σωλ, τα Κροκς, τα πράσινα, τα μπλε, τα άσπρα των αδερφών,
οι εφημερίες, το εφημερείο, η ανάκλιση, το τσιγαράκι στα κλεφτά, οι κάλτσες του Αποστόλη
-Τι κάνεις ρε; Στο μαξιλάρι μου;
-Έλα ρε Φ. μην τρελαίνεσαι!

-Μ'αυτές δεν μπήκες στο πλαστρόν;
-Ναι φητ φερστ βούτηξα στην κοιλιά! Άσε με νυχτιάτικα, όρεξη έχεις.
-Κι όλη η σκόνη που μάζευες στα ΤΕΠ;
-Θα σ'αφήσω να την κοιμηθείς στο μαγουλάκι.

ο καραφλός, η νεαρή, το νταλαβέρι μεταξύ τους, η αργή δουλειά, τα αργά λεφτά, η χασούρα,
η κυρά, η αλλαγή πορείας, το χαρτομάνι, οι ώρες στα βιβλία, οι ερευνητικές απάτες,
ο Μ., η συγκατοίκηση, ο απόπλους από τη νότια προβλήτα, το δημοψήφισμα, η παγωμένη κάρτα,
οι αυγουστιάτικες βροχές, ο Α. στο μηχανοστάσιο, οι πατούσες, ο μουσαμάς, το βούτυρο το πρωί,

η φάλαινα που φάγαμε λαθραία στο Μπρύγκελοφτ & Στούενε, ο γεροπρόεδρος του ΙΤΦ,
-Siehst du das? Siehst du hä?
-Ja ja, seh ich's.
-Eine Griechin in Piräus... eine Griechin. Sie biss mich! Außergewöhnlich sind die griechischen Frauen, sie sind außergewöhnlich, du weißt es doch besser... Wie könnte ich sie nur vergessen? Ja... Piräus... in den Siebzigern. Piräus! Viele Jahre sind vorbei. Aber die Narbe bleibt für immer, bis den Tod.

η Μ.Λ., το ραντεβού στις καραβέλες, η νορμανδική ακτοπλοΐα, τα πρόσφατα, τα παλιά,
η καρδιακή λιποταξία, το ναυτόπαιδο, το πουκάμισό του, ο Χ.-Μ. Ταρρίο, το πεντακάβαλο,
το δώρο του την Κυριακή, ο καθεδρικός ναός, τα αγάλματα το βράδυ, αυτή κι αυτή η αυτοκτονία,
οι γλάροι που γελούν, η συντροφιά της αγρυπνίας, η μόνιμη φυγή

το χτες, το εχτές, το χθες, το εχθές (που δε μπορώ πάντα σωστά να πω)

ο γυναικωνίτης απέναντι από το Χαμάμ, το μαρμάρινο τραπέζι, τα ελαστικά κρόσια, το βράγχος της φωνής,
ο σουτιές από δαντέλα βραδινή, το άνοιγμα στο φουστάνι, η τυπική συνάντηση,
-Δε μπορείς να αγαπήσεις. Δεν έχεις την ικανότητα αυτή.
Με το πρώτο τέταρτο του αιώνα άρτι τελειωμένο, ακούστηκε δραματική. Ξεχείλιζα αμηχανία απ'το τέλος ως πίσω στην αρχή. Αν δεν ήταν τόσο σοβαρή, θα ακυρωνόταν ως κοπλιμέντο. Αλλά ήταν μια παρεμβολή ανάμεσα στο ένα γέλιο και στο άλλο, μια σφήνα μες στ'αυτί. Με λυπόταν. Μου φάνηκα θλιβερός για λίγο, αλλά μετά το ξανασκέφτηκα. Δε γίνεται να τα μπορεί κάποιος όλα, και είναι τόσα πολλά αυτά που δε μπορώ, ανάμεσα κι αυτό.

Before I whack him, I just wanna fuck him in the ass one more time

Μερικές φορές ακόμα στη ζέστη αυτής της γενειάδας, αυτής της ρυπαρότητας, σα να τυλιγόμουνα μ'αυτόν που μπορούσα να είμαι. Μ'αυτόν που μπορώ να είμαι όταν μου το προτείνω.

de Azúa


Ό,τι συμβαίνει είναι για καλό. Το λαζαρόφυτο έμεινε απότιστο κοντά στις δυο βδομάδες, και τώρα που του'κανα το χατήρι να το δω, το βρήκα ανθισμένο. Τα τοιχώματα του ασημένιου ποτηριού πάνω στο γραφείο έχουν πιάσει γλίτσα. Το κρεβάτι μου έγινε μπανιέρα γεμάτη ως τα χείλια με ιδρώτα. Τα σεντόνια μαλάκωσαν, ξεστρώθηκαν, τσακίστηκαν πλισέ, τα'πιασα πριν και μου φάνηκαν πάλι μούσκεμα. Το μεσημέρι κοιμήθηκα με το μάγουλο στο βιβλίο, τυλιγμένος στο κουβερτάκι για να μην ακουμπάω τα βρεμένα που δεν είναι. Σε κατάλαβα που μ'έθαψες κάτω απ'το πάπλωμα. Μόλις ξύπνησα φώναξα τ'όνομά σου. Αμέσως αισθάνθηκα ηλίθιος. Βγήκα με το βρακί στο ανατολικό μπαλκόνι. Το μισοφώς ξεχλώμιαζε το συρφετό των ασήμαντων παθών, σα μεγάλη μικρή Ιερουσαλήμ πνιγμένη στο χαμσίνι. Πλατσούρισα πέρα δώθε με τις κάλτσες. Σκέφτηκα το σάλτο ως συνήθως. Η μπουγάδα ήπιε όλη τη λασποβροχή. Με είχε ανάγκη να την απλώσω στο καλοριφέρ. Το σπίτι έκλαψε απ'την αναθυμίαση του απορρυπαντικού. Ο λαιμός μου είναι πνιγμένος στη μελάσσα. Σκατά. Την αλήθεια; Νομίζω πως κολυμπώ σύσσωμος στη μελάσσα, με τη γλύκα της, την ασφυξία, το σκοτάδι της και όλα. Τίποτα δεν κουνιέται. Δεν έχω μελάσσα μόνο μέσα στο λαιμό, μ'έχει ποτίσει από το στόμα ως τον κώλο, τα τύμπανά μου ισορροπούν ανάμεσα σε δυο τελειώματά της. Σημειώνω μέσα στο ζουμί που έχει πλημμυρίσει το κεφάλι μου ό,τι λες και ό,τι μ'αφήνεις σαν πούστης που είσαι και δεν είσαι να μαντεύω. Αυτός δεν είμαι εγώ, είναι κάποιος που δε θα παραδεχτώ ποτέ πρόσωπο με πρόσωπο μ'εμένα, δε θα παραδεχτώ ποτέ. Η αδυναμία που ομολογείς απ'το ανοιχτό σου στόμα γυρίζει και σου τρώει τη μούρη. Η επιδιδυμίδα έκατσε ανάμεσα στα δάχτυλά μου για να παραπονεθεί. Θα ακούσω ό,τι έχει να πει αλλά σύντομα θα ξεχάσω. Έτυχε η μνήμη μου να είναι κι αυτή μυωπική. Έχει όμως σύντομες διαύγειες. Η μάνα μου πεθαίνει κάθε φορά που στρίβω απόγευμα στο γκαράζ του πατρικού. Ακόμα με πιάνει απ'το γιακά ο εφιάλτης της νευροανατομίας. Για θλιβερά πεντάλεπτα της νύχτας χάνω την πίστη που με κάνει αυτόν και όχι εκείνον. Σαν τώρα βλέπω τον ποιμένα πάνω απ'το κρεβάτι της, και πώς με κοίταζε σαν λύκο χωμένο στο κοπάδι. Ακόμα θυμάμαι την πρώτη φορά που μαύρισε η πλάτη σου από τη σκοτοδίνη που μου'φερε το αίμα με το αίμα. Η καρδιά μου χοροπηδάει στη σκέψη. Όποτε θέλω τη βάζω και χορεύει. Όποτε θέλει με βάζει στη θέση μου, μπρούμυτο καταγής. Δε σε χρειάζομαι για τη σωτηρία της ψυχής μου, σου είχα γράψει πίσω απ'τη φωτογραφία του Ράζλογκ. Το ταχυδρομείο δε φέρνει πίσω ό,τι έχει πέσει στο κουτί. Την είδα μήνες μετά στο σκίαστρο του αυτοκινήτου σου, πίσω απ'την κάρτα της ασφαλιστικής, και Θεέ μου αν το έχω μετανιώσει. Η Ρωσίδα από απέναντι πέταξε ένα ένα όλα τα μέρη του σερβίτσιου στον πατέρα των παιδιών της τον καιρό που ήμουν στην άλφα χει. Κάποια βρήκαν στόχο, άλλα όχι. Έχουν περάσει χρόνια από τότε. Ο περιφερειακός ήταν ακόμη σούζα κόντρα απ'της Ευκαρπίας στης Ηλιούπολης στου Ευόσμου στου Κορδελιού. Στο μεταξύ, τα παιδιά της έμαθαν να μιλούν φαρσί και σύντομα θα ψηφίζουν ΠΑΟΚ.
Στο πάτωμα δίπλα στο κρεβάτι είναι χυμένος κι απλωμένος σα χαλί ο Ριζοσπάστης σου. Μαζεύω τη χαρτούρα, και μες στη μοναξιά μου λέει με τη φωνή σου:
-Τα χέρια σου είναι κρύα σα νεκρού. Φέρε να τα ζεστάνω.
-Αφού είναι απ'τα χάπια, σου'χω πει. 
Έτσι απαντώ, ενώ ταχτοποιώ τις σελίδες στη σειρά. Θα τις διαβάσω πίνοντας τσάι απ'το ξύλινο κουτί. Ο βιασμός ανάμεσά μας μυρίζει σκατά και ιδρωμένους άντρες, και τον βαφτίζουμε κρυφό, και δεν υπάρχει κανείς που να γνωρίζει την αλήθεια, ούτε καν εμείς. Πόσο μάλλον το κόμμα.

 Ό,τι συμβαίνει είναι για καλό. 

Warterei

ihre Stimme am Telefon mein Zittern im tiefen Süden Zoten, Scherze, Versprechen der Gegenwart des Hier-und-jetzts (-Denkst du nach mir? -Ja, klar. -Jä oder Jaaa? Was ist mit deinem Jä und deinem Jo heutzutage? Was ist mit dir mal los? -Alles in Ordnung, fit im Schritt. -Mit jedem Tag ändert sich die Ordnung. -Doch schon aber ich komme zurecht. -Versprochen?) der Betrug im Spiegel am Morgen (nun bloß Moin) der helle Sonnenschein des Tiefes die neuen Schuhe und die Flaute, nach Jahren der Flaute, die Pechsträhne der anderen Spieler am Tisch, am Tisch, nur Gerede, Gerede und Warterei aber worauf, worauf, man kann bis zum Schluss schlafen, bis ans Ende zu Fuß, man kann sagen, sagen und sagen, daß Leben lebenslanges Sterben ist, auch Gerede, Reise und Fortschritt, gerade Rejse Zug um Zug um Zug, Lebensgeröll, was ist der Unterschied, was wir der Zukunft hinterlassen, Durcheinander zu jedermanns Zufriedenheit alle Lieben Liebende, alle miteinander, und das Blut gefriert mir in den Adern

x

There's that man who died sitting by the radio and sailed adrift for seven years, he became a statue of dust honoring his silent death. Last summer I dived with my eyes open in front of the Nordnes Sjøbad, was it cold, it was, and all I heard was... and all I saw was...
and all I heard, and all I saw, it lent me to that man who died sitting by the radio and sailed adrift for seven years. The dead do not give back and they do not return.