© 2008 - 2015


-

Archiv

Blogger news

Blogger templates

 

+

Umblättern

Kategorien

 

Surrealisme

Alle puderne hjemme hos os er deprimerede. Jeg ved, det i sandhed er en underlig observation, men jeg kan understøtte den med eksempler fra livet i dagligdagen. Puden på min kusines stol er lyserød og rund. Hver gang hun rejser sig op, bliver puden blå og trekantet, som om den ikke kan få luft. Ja, dens farve forandrer sig. Hvordan kan det lade sig gøre? På grund af en alvorlig tristhed eller psykisk rædsel måske. Puden kan være ramt af frygt for adskillelse ligesom en hund eller en huskat. Når min kusine skal på arbejde, falder puden altid omkuld. Hun kommer tilbage om aftenen og finder den på gulvet, lige ved at græde.

Vedrørende puden på min seng er situationen hverken bedre eller enklere. Nogle gange vækker den mig midt om natten med dens stønnen. Det kan være, at mit hoved er for tungt for den. Tit er mit hoved også for tungt for mig. Alligevel klager jeg ikke over det. Jeg forsøger at være sympatisk indstillet over for pudens lidelse. Derfor  sover jeg de fleste nætter med hovedet ved siden af puden og ikke på den. I fredags talte vi, mig og min kusine, med puden om problemet. Den undskyldte meget, men en løsning kunne vi ikke finde. Min kusine sagde: "Ligger man, som man har redt, så ligger man..."

Den tredje og sidste pude hjemme hos os bor på sofaen. Den er klemt og ikke så snaksom. Den siger en gang imellem, at den hellere vil være en dyne, men uanset hvad accepterer den sin skæbne. Det er det eneste, den kan gøre. Så vidt jeg ved, er den så klemt og så flad, at den godt kan være en dyne uden dens viden. Da fjernsynet ikke virkede for et par uger siden, sagde den klemte pude til mig: "Hvis du ikke snart reparerer det, skal jeg nok forlade dig, din kæreste, vores sofa og mit liv."
Det er derfor, jeg siger, at puderne nok er deprimerede.

Two on the house


Good riding at two anchors, men have told, for if the one fails, the other may hold.
/

Then God said
love thy neighbor, you loveless fuck
and I took it to heart.
/

What do you think I am, a fag?

Στο σκαμπώ στα δεξιά μου καθόταν ο πρώην βουλευτής. Δεν τον ήξερα, όταν ζούσε τις δόξες του ερχόμουν στη χώρα μόνο για δυο βδομάδες κάθε χρόνο, και ήταν αρκετές. Μου τον είπανε μετά. Δίπλα σου καθόταν ο ...! Φορούσε μάλλινη καμπαρντίνα. Προσπαθούσε απ'το ύψος του να δει τι διάβαζα (Kipling). Η ηθοποιός, η χορεύτρια, ο σιτεμένος σκηνοθέτης, αφηγούνταν αποσπάσματα από τη μαλακία που μας είχε φέρει όλους στο μαγαζί. Κάθε τόσο μια γυναίκα από τις τολμηρές τις κοντοκουρεμένες έβαζε συγκινητική μουσική, σαν χύσια αραιωμένα με ζαχαρόνερο, για να μπούμε στο πνεύμα του λογοτεχνικού δράματος. Μοιραζόμουν το τραπέζι με δυο ανοιχτόμυαλες σαραντάρες που κάπνιζαν σλιμς και μου έτσουζαν τα μάτια. Δεν τις ήξερα, αλλά δεν υπήρχε άδειο μέρος όταν έφτασα ένα τέταρτο αργοπορημένος. Αυτή που καθόταν ακριβώς δίπλα μου στον πάγκο της γωνίας φρόντιζε ν'αποφεύγει να με βλέπει, και είχε μαζευτεί όσο μπορούσε πέρα. Ο χρυσός σελιδοδείχτης μου, ναι, έχω επίχρυσο μεταλλικό σελιδοδείχτη, ξάπλωνε πάνω στο κινητό μου δίπλα στο κρασί της, και της έκανε εντύπωση. Τα σπίρτα μου ήταν κολλητά με τον αναπτήρα της. Η φίλη της κι αυτή κοιτάζονταν μεταξύ τους με συμπάθεια, ιδίως όταν η μουσική δυνάμωνε. Είχαν ήδη πιει από έναν καφέ και βρίσκονταν στο δεύτερο κρασοπότηρο.

Στην άλλη πλευρά, στις δυο πέρα καρέκλες ήρθαν ένας στρογγυλοκέφαλος και η γκόμενά του που μύριζε κολώνια του κιλού, γνωστοί του συγγραφέα. Δε φαίνονταν πολύ διαβαστεροί. Είχαν έρθει να στηρίξουν το θάρρος της αποκάλυψης των τρόπων των ερώτων. Είναι σπουδαίο, να δημοσιεύεις μια τέτοια ιστορία με τ'όνομά σου, θα'λεγε ύστερα ο πάτρωνας του δημιουργού. Είναι σπουδαίο, ο καθένας να μπορεί να δημοσιεύει ό,τι ονομάζει έργο, σου ψιθύρισα μετά, έξω απ'το οπτικάδικο, και μου είπες Μην είσαι φασίστας. Εμπρός μου, έτσι όπως καθόμουν με το ένα πόδι επί τα εντός και το άλλο επί τα εκτός του τραπεζιού, ήταν ένα ισχνό αγοράκι, όχι πάνω από είκοσι. Το γόνατό μου έβρισκε στα έξω του μηρού του. Είχε παραγγείλει μια γαβάθα τσάι. Έβαλε τρεις κουταλιές μέλι απ'το μπωλ. Άφησε το κουτάλι να ξεκουραστεί. Αυτό βούλιαξε αργά μέσα στο σκούρο μέλι. Έγλειψε τα δάχτυλά του χωρίς να βιάζεται καθόλου, λες κι έγλειφε τα δάχτυλα αλλουνού, με το βλέμμα αφηρημένο, ή επίτηδες αφηρημένο. Η γλώσσα του ήταν υπεραιμική, λεία σαν της γλωσσίτιδας σε Biermer. Σκούπισε τα χέρια του από το παντελόνι, ταχτοποίησε το πουλλόβερ. Μαζεύτηκα όσο μπορούσα πέρα για να μη με ακουμπά, κι επέστρεψα στον Άνθρωπο που θα γινόταν βασιλιάς.

Η αναμετάδοση (laks)

Στο μαγαζί με τους κόκκινους τοίχους
ο σκοτεινός σερβιτόρος δείχνει δυο σειρές γκρίζα δόντια για να πει σε θυμάμαι.
Αφήνω τα γυαλιά στο τραπέζι. Έξω από το παράθυρο τα ερείπια κοιμούνται μέσα στην ιστορία τους.
Το οθωμανικό ντεκόρ χάνεται στη θολούρα, οι θαμώνες, το χάδι του Côte d'Ivoire, τα ξέφτια στο ταβάνι.

Η κούπα είναι χτυπημένη στα χείλη. Το ρόφημα αφήνει κονιάκ και ζάχαρη πάνω στο κέρασμα
και το κέρασμα αφήνει την κάψα στο στόμα.
Το τραπέζι είναι άδειο από αγκώνες.
El hombre sentimental es el libro triste sobre la mesa.

Ohne die Brille sind deine Augen klarer, würde sie sagen,
denn du verlierst deine ständige Enttäuschung.
Und es wäre allerdings wahr.

Το πρωί έχασα ένα πενηντάρικο στο λανσκενέ.
Δεν έχω ξεμείνει, μένουν κι άλλα να διώξω.
Ο λαστιχάς θα χαρεί να με δει κι άλλη φορά, γιατί έμαθε πως το στράφι δε με πληγώνει.
Αν ξέρει σωστά ή δεν ξέρει, δε μπορώ ούτε ο ίδιος να πω.

Δεν είμαι ο αμίλητος ξένος στην πόλη, δεν έχω
τα πιο μικρά νύχια που έχεις δει. Δεν είμαι μισός σου αδερφός,
δεν ξέχασα όσα δεν πρέπει κι όσα πρέπει, αλλά τα'χω αφήσει.
Οι μέρες θα γίνονται νύχτες είτε εμείς..., είτε όχι.

Οι φευγαλαίες αμαρτίες δεν αξίζουν ούτε ανοιγοκλείσιμο βλεφάρου
εμπρός σ'αυτή την αργή ησυχία.
Η χοντρή τηγάνισε κρέας και ο αέρας έγινε ομίχλη.
Ξεκουμπώνω δυο κουμπιά απ'το γιακά, σκουπίζω το γάλα που έχει στάξει στα γένεια.

Η ώρα προχωράει, αλλά προς πού, αυτό δε φαίνεται καλά.

Μικροαστισμός

Ο πατέρας παίρνει εκατό τη συνεδρία. Η λογική κοστίζει των τρελών περισσότερο απ'όσο πάει η τρέλα ή ένα σάλτο απ'την Köhlbrandbrücke. Στο τέλος κάποιοι φεύγουν έτσι κι αλλιώς κλεμμένοι. 

/

Χωρίς την προδωμένη να μου κάνει πλάτες, θα ήμουν ένα λάθος του φακού
και κάποιος θα με είχε διαβάσει μια φορά νεκρολογία στην τοπική εφημερίδα
ανάμεσα στον έναν και στον άλλον.
Γλυκειά μου Ο., σ'ευχαριστώ.

/

Η μάνα κορόιδευε ολόκληρο τον κόσμο και πιο πολύ τη στραβοχυσιά που έκανε για παιδί. Έφτιαχνε τη φωνή αθώα κι έλεγε ό,τι ήτανε να πει. Κι έπειτα κοίταζε με αγιότητα ίσα μέσα στα μάτια, για να δει αν είχε κάτσει μέσα στον πουρέ το μήνυμά της ή είχε μείνει στον αφρό των πρόσθιων θαλάμων.

/

Η ταμίας είδε εχτές έναν μελαμψό
αλλά ευτυχώς που ήταν ξυρισμένος.
Ο γέρος παινεύεται. Τα μαραφέτια για τις πιστωτικές
ήταν δική μου υπόδειξη. Γιατί είμαι πρακτικός.
Δική μου υπόδειξη.

Έχετε κάρτα-κλαμπ;
νεύω αρνητικά
περνάει ένα βούτυρο και τα ξυράφια
Έφτασε ο καιρός ε; Χεχ-χεχ

Όχι, αυτά δε φεύγουν.
Χεχ-χεχ, χεχ-χεχ
τουλάχιστον δεν είσαι μελαμψός.

/

Η θεία στο τηλέφωνο, ανάθεμά με αν έχει γνωρίσει ποτέ της την τιμή της θλάσης του ήπατος
μου είπε από την υπεραστική γραμμή
Δε λέω πως δε σε θέλουμε εδώ, μα θα προτιμούσαμε να μην προσπαθήσεις να πάρεις τη θέση της κοπέλας. Είναι πολύ καλή, την αγαπάνε και όλοι στα χωριά. Όχι πως αν έρθεις εδώ θα σε κακομεταχειριστούμε, αλλά σε παρακαλώ να το ξανασκεφτείς.
Κάποιος ασθενικός συνάδερφος που δέρνει τις γυναίκες του, 
της χρωστάει κλωτσιές για μια εφημερία. Η πρόθεση μετράει!

/

Δυσκολεύομαι να θυμηθώ το σούρουπο εκείνο στο διαμέρισμα της οδού ... . Είναι επειδή έμενα πετρωμένος για να μη δακρύσω απέναντι στη γνήσια μητέρα μας που χανόταν από επιληψία σ'επιληψία. Ίσα που με γλίτωσε η περηφάνεια του γιατρού. Τ'αδέρφια σου κι εσύ ήσασταν γύρω της σα ζωγραφιά από δυο τρεις αιώνες πριν. Ο πατέρας σου της κράταγε το χέρι αλλά το στάτους δεν αφήνει χώρο για να καταλάβει ο φυγάς από συμπαράσταση. 

Η μνήμη μου είναι όλη γεμάτη με θολά, μαζί κι αυτό. Τώρα ο πατέρας σου έχει σβήσει στο ποτό. Όταν τον είδα έξω απ'την εκκλησία, τότε που παντρευόταν η Μ., η χειραψία του ήταν τρεμουλιαστή και με το ζόρι κατάφερε να φέρει στο στόμα τ'όνομά μου. Την άλλη μέρα ήρθε η Μ. αυτοπροσώπως πικραμένη και με βρήκε: Γιατί δεν ήρθες στο γάμο; Σε περίμενα. Της είπα την αλήθεια, πως είχα έρθει κι είχα φύγει.

/

Η φωνή μου πνίγεται στις κρύπτες των αμυγδαλών. Μες στο κεφάλι κολυμπούν οι γλώσσες που μ'έχουνε προλάβει και θα τις πάρω όλες κτέρισμα. Πριν χάσω τα λόγια μου ξανά θα σου το πω, δεν είναι προσόν. Είναι μια μαλακία. 

Η δυσπιστία (o mar não é um obstáculo é um caminho)

Το είδα ενώ ετοιμαζόμουν να δρασκελίσω το τοιχάκι της μπανιέρας
το γράφει εκεί που θα καθόταν μια ουλή δεξιάς νεφρεκτομής.

Στραβολαίμιασα και δεύτερη φορά για να βεβαιωθώ πως έβλεπα σωστά,
το σβέρκο μου έκανε κρωωκ.
Μονόνεφρη δεν είσαι, δεν έχεις τίποτε να κρύψεις.
Έγινε από γούστο.

Το μελάνι της παράδοσης της Παπεέτε είναι μισοαδρανές στις υποδερμικές σπηλιές του.
Μαζί διαβάσαμε πως η λέμφος θα το μασήσει λίγο λίγο
μέχρι να θολώσουν τα όριά του και ν'αρχίσουν να μιλούν για γήρας.

Κόκκος κόκκος θα επικαθήσει στο σφουγγάρι του μυαλού σου,
στα αγγεία των αγγείων και ποιος ξέρει σε ποιες άλλες γωνίες
που δε μπορώ τώρα να σκεφτώ. Κι έτσι θα γίνετε ένα,
το προφανές κι εσύ.

/