© 2008 - 2015


-

Archiv

Blogger news

Blogger templates

 

+

Umblättern

Kategorien

 

Η αποτυχία της βιβλιογραφικής ανασκόπησης

Στα δεξιά σωρεύονται τα χαρτιά που έχουνε πιει βροχή από τεσσάρων χωρών τους ουρανούς. Η δουλειά έχει τελειώσει. Αποδειχτικό είναι που απάνω τους κάθονται οι περιπέτειες του πλοιάρχου Γκρηφ με τρεις φουσκωμένες ρυτίδες στη ράχη, διαβασμένες από δυο. Ένας συνδετήρας που με ξαναβρήκε από το πρώτο έτος κρύβεται κάτω απ'τον πέτσινο χαρτοφύλακα. Το τζάμι του γραφείου είναι το ίδιο κι εδώ κι εκεί, ήταν μια φαεινή ιδέα, για να γίνεται η μελέτη το ίδιο αποδοτική για έναν χωριάτη του προπερασμένου αιώνα που τυχαίνει να'χει φυτρώσει ράμφος μεταναστευτικού πτηνού. Στ'αριστερά ένα σακκούλι με αμύγδαλα, το σνους και η πεννσαίηντ. Δώρο της εξ'αίματος ερωμένης μου πίσω απ'όλα αυτά είναι ο γυάλινος σωλήνας με το χνουδωτό κλαδί που έρχεται όταν είναι στις καλές της και τ'αλλάζει μ'ένα φρέσκο. Σκεπασμένα από ένα κομμάτι χασαπόχαρτο καιροφυλαχτούν κουτιά με χάπια τριών ειδικοτήτων, κι η μισοαρχινισμένη δικιά μου δε φαίνεται πουθενά μετά απ'όλες αυτές τις ομίχλες και συννεφιές του τελευταίου χρόνου, για τον αντακαταστάτη της δε γράφουνε και πολλοί, παρά μόνο άλλων εποχών, των οποίων έχω εκπέσει σε ξεμαλλιασμένος νοσταλγός. Η μουντάδα ξέρει ν'απλώνεται διηπειρωτικά, για κάθε αναχώρηση και κάθε επιστροφή έχω από ένα φόβο στη μασχάλη μα καμία ενοχή. Η χτένα με τα αραιά δόντια ήρθε στη θέση της βούρτσας, κι έμαθα πώς να φροντίζομαι σαν εκείνη τη μικρή που είχα δει όταν ξεκινούσα το δεύτερο, το αδικιολόγητο πένθος, στο τραίνο απ'τη Στοκχόλμη για το Γιοερν, καθόμασταν απένατι δίπλα στο παράθυρο κι είχε την ίδια μουντάδα τη σημερινή, ή ίσως και όχι, πρώτα πέρασαν τα δάχτυλα μες από ξεχωρισμένες τούφες, έπειτα η χτένα, έπειτα η βούρτσα και δεν είχε πια μαλλιά, είχε μέλια στο κεφάλι, το ήξερα από τότε, είχε προσπαθήσει να με διδάξει, ήταν φυσικό να μην το θυμηθώ, αφού δεν είχα λαχανιάσει αρκετά, δεν είχα λαχανιάσει καθόλου, και γι'αυτήν την πρωτόγονη εμμονή έπρεπε να φύγουν κάποια χρόνια κάνοντας τις συντροφιές μου ν'ανατριχιάζουν και να γελούν, οι τρίχες έσπαζαν σα φτηνοσύρματα, κι έβγαζαν εκείνον το ρηχό ήχο, ώσπου έφτασε το προχτές, ή το πιο πριν, πρόλαβε και θόλωσε όπως συμβαίνει. Τα λάθη πρέπει να τα μετρώ μόνο όταν πέφτουν στην πλάτη αλλωνών, δε φτάνω να σκεφτώ έξω από μένα, κι έτσι κάπως πάντα φταίμε όλοι μαζί. Σας είδε η ..., Και;, Οι ώρες της ησυχίας μπλέκονται με τις ώρες της τιμωρίας. Δεν είναι παραδοξολογία, είναι μια τρύπα του φασισμού της πειθαρχίας, το τζάμι του γραφείου να'ναι το ίδιο κι εδώ κι εκεί, η φάτσα μου να είναι στραμμένη στο παράθυρο, η πλάτη μου στην πόρτα, εκεί ν'ακούω το ράδιο το εδώ κι εδώ το εκεί, και κάτω απ'τα ρούχα μου να λουφάζει ένα ζώο που δεν ανήκει σε κανένα είδος, δεν έχει όνομα, δεν έχει ιστορία, κι ο Θεός ξέρει ούτε ψυχή. Το γραφείο όμως, και τα βιβλία πάνω στο γραφείο, ο χάρακας, οι έρευνες και τα ιατρικά περιοδικά με στήνουν από τετράποδο στον πολιτισμό, κι αν ο γείτονάς μου σκύψει και δει απ'το παράθυρο, θα δει το γείτονά του, όπως βλέπω κι εγώ, τα λάθη είναι λάθη του ενστίκτου, ο καθένας θα καταλάβαινε.

EESTI #2

/

Ο Χάννες έχει τα απαλά χρώματα του Έλβα
χώμα σα λερωμένο γάλα, βλέμμα σχεδόν διαφανές

διαλέγει πάντα τις βελόνες των δεκάξι κι οι φλέβες δοκιμάζονται
κάνει τις πιο σκληρές αιμοληψίες στην ομάδα

τα νύχια του είναι στρογγυλά, σα να μην έχουν άκρες
τ'ακρώμιά του δεν ξεχωρίζουν, η πλάτη του είναι αμυγδαλόψυχα

αλλά οι κλείδες φτιάχνουν βαθιές βολικές λαβές
οι μώλωπες εν σειρά μικρές διάττουσες σκιές εκεί που εχθές

κάποιος αρπάχτηκε σα για να σκαρφαλώσει σ'εστονικό σκαμνί
ποιος ξέρει τι κατάφερε να δει από ψηλά

στρίβοντας βορειοδυτικά στη Σότρα, η θάλασσα αλλάζει
η αύρα είναι σκέτη παγωνιά, οι ακτές λένε

εμπρός σου ο ωκεανός και πίσω σου η λίμνη. Σκέψου καλά
πώς θέλεις να πεθάνεις.

Ο Χάννες γεννήθηκε στα πόδια της Ρωσίας
από γονείς που έμειναν γονατιστοί

ώσπου έλιωσαν οι επιγονατίδες και τ'άλλα σησαμοειδή
όμως δε μίλησαν ποτέ τη γλώσσα της αυτοκρατορίας

το λάμβδα τους έμεινε χυλός, κι εκείνος μου συστήθηκε
Χαν, νες,  σα γέφυρα. Σαν τόξο.

Το αίμα που κουβαλώ είναι ζουμί χαώδους επιμειξίας
άλλο δεν έχω για να δώσω, μόνο αυτό

μαζί φέρει τη μιγάδα εντροπία, τις ευχές για
το ναι της ευγενικής καταγωγής

πώς θα λασπωθεί βουβά, πώς οι απροσδιόριστες φυλές
έχουν γι'αυτήν μια ωραία γοητεία, μια απαίνευτη ηδονή

ο αχροΐτης εχθές βάφτηκε από νόθες σταγόνες
οι φωνές μας έμειναν το ίδιο χαμηλές

η καθαρότητα των Φίννων κάνει το ύφασμά τους τόσο λεπτό
η καθαρότητα είναι αδυναμία

/

the finnish summers without the finnish dirt

/


J-J 2015

Παροξυσμός γνήσιας γερμανικής λύπης

Παροξυσμός γνήσιας γερμανικής λύπης κυρίεψε το Βάλλενστάιν. Από τα μάτια του ανάβρυσαν δάκρυα και το στήθος του το τρικύμισαν λυγμοί, αλλά γρήγορα το κλάμα του μετάλλαξε σε εξίσου γνωστές γερμανικές βλαστήμιες κι όταν φλεγόμενος ολόκληρος από οργή έκανε ν'αρπάξει το κυνηγετικό τουφέκι του Γουώρθ, στα χείλη του γυάλιζαν φούσκες αφρού.

J. London

F32.1

///

die
verbleibenden
Jahre
das
geligende
Leben
dahingesiecht
alles
,
du
hast
alles
verjagt
was
soll's
diese
endlose
JAGD
is
ja
aussichtslos
geworden
ich
meinerseits
bin
ebenso
verloren
,
schon
lange
fort, oj
FORT
mit mir
fort
mit dir auch

///

Das selbstgerechte Leiden und das anspruchsvolle gesellschaftspolitische Mitleid verkaufen sich gut.

///

Το χωριό είναι σ'ένα χαντάκι. Το μπαλκόνι που μου'χουν δώσει το βλέπει απ'τη μια του άκρη, κι απ'το παράθυρο ακούω το φλοίσβο, τις μηχανές και τις κουβέντες που γίνονται το σούρουπο και το χάραμα στους μώλους. Κάθομαι στην άκρη του κρεβατιού με τα κυάλια και βάζω να δω, είναι άσπρη ή κίτρινη η ομπρέλλα που'χει ο χοντρός στη βάρκα, έχει δυο ή τρεις πάνω Αιγύπτιους το Αλέξανδρος, η γριά του καϊκά ήρθε απόψε με το μηχανάκι ή με το ξώφτερνο, ποιανής είναι τα μωρά που φωνάζουν απ'το πρωί και σηκώνουνε ντουμάνι γύρω απ'τη βρύση, γύρισαν τα μεγάλα αλιευτικά, δε γύρισαν, ποιος φεύγει σήμερα τελευταίος, ποιος σέρνει έξω τη βάρκα του στη γλίστρα, πόσοι μαλτέζοι ήρθαν να προσκυνήσουν, πόσοι απ'αυτούς γαμάνε παναγίες. Όπως τους βλέπω από πάνω κρυμμένος σα Φατμέ πίσω απ'τη σίτα, έτσι με βλέπουνε κι αυτοί απ'τ'ανοιχτά όταν κατεβαίνω με το βρακί το μονοπάτι, ανάμεσα στα σχίνα και τα θάμνα, με τα μάτια ιδρωμένα πίσω απ'τα γυαλιά, στο ένα χέρι τα βατραχοπέδιλα και στο άλλο ένα σκουριάρικο ψαροντούφεκο που δεν είναι δικό μου.

Το περασμένο απόγευμα, στην ησυχία του αποφαγιού, ένας άσπρος κώλος και μια πλάτη σταγμένη πιτσιλιές από καστανοκόκκινο συρόπι, αυτά μαντεύω έβλεπαν απ'το χαντάκι τους, να φεγγίζουν μες απ'τις κουρτίνες, το δωμάτιο είναι διαμπερές, η μέρα μέσα είναι αληθινή. Κι εμπρός από εκείνο τον κώλο κι εκείνη την πλάτη έβλεπα εγώ αφού δε μπορούσανε οι άλλοι, δεν ξέρω αν μου'κανε καλό που δεν ήμουν γυμνός στο ηθικό σκοτάδι, κι έκανα πράγματα που ανήκουνε παραδοσιακά στο βράδυ, στις τέσσερεις το μεσημέρι, έβλεπα το πρόσθιο μισό μου, τις μισοϊδρωμένες πτυχές στους αγκωνιαίους βόθρους, τα πετσοκομμένα νύχια, τις φλέβες μου που είναι βαθειά θαμμένες, κι εμπρός μου ήταν το μαξιλάρι που όταν ξαπλώνεις το κεφάλι σου ξεφουσκώνει σαν αστείο αερόστατο, φφφφφφφ, κι έπειτα δεν έχεις πια μαξιλάρι, και πάνω του ήταν διπλωμένα τα μαλλιά σου που τα'χες χτενίσει πριν με λάδι από μύρρο που έχεις μάθει να το λες καλά και δε σε παίρνουν πρέφα, και πάνω στα μαλλιά σου ξάπλωνε το πρόσωπό σου που είχα κάπου δυο μήνες να το πιάσω, κι αντί γι'αυτό έπιανα τα βυζιά σου σα να'μασταν έντεκα το πρωί Δευτέρας στα εξωτερικά, κι εσύ κάτι είχες παρεξηγήσει και χαιρόσουν. Όλα μες στο δωμάτιο με το σκληρό φως, μες στη χνοή των πεύκων, ήταν παραδομένα, το καθένα στη δική του απελπισία.

Στο μπάνιο έβαλα το νερό να τρέχει, κι αυτό έρχεται από κάτω απ'το χωριό μ'ένα σπασμωδικό πιεστικό, και ρέει με ώσεις σα να βγαίνει από χειροκίνητη αντλία, μες στη μπανιέρα στάθηκα κάτω απ'το φεγγίτη που φέρνει μέσα μόνο δάσος, αν σφίξω αρκετά τη λαβή θυμούνται κι εμφανίζονται απ'τα έγκατα της σάρκας οι φλέβες, στενές, λειψές, αψηλάφητες, έτσι για να ομολογούν και το λάθος της βαλβίδας, την έσφιξα αρκετά, μ'έχεις δει κι άλλη φορά, την έσφιξα πολύ, τα δάχτυλά μου άρχισαν να μοιάζουν πιο πολύ με παιδικά, κι εγώ στραγγαλισμένος. Το νερό που έπεφτε στα πόδια μου άρχισε να με καίει, ακούμπησα την πλάτη στα πλακάκια για να πάψει να φέγγει ως το χωριό και να με διασύρει, αρκούσε αυτό που είχανε προλάβει, κράτησα την αναπνοή μου ώσπου να μουδιάσουνε τα χείλη, στην κούρσα με το πιεστικό πηγαίναμε πέντε εγώ και μια αυτό, ένα δυστυχισμένο σώμα, ένας μαλάκας που δε χύνει, τα ποδοδάχτυλα κι οι κουντεπιέδες κοκκινισμένοι σα φέτες σολωμού, είκοσι μπάτσες στη μια, είκοσι στην άλλη μεριά, γιατί είκοσι; Γιατί με ζαλίζουνε καλά

Τώρα χαζογελώ, 
χα
χα
χα
χα

μέρα παρά μέρα πέφτω απ'το μπαλκόνι στο χαντάκι κι η κατηφόρα με τσουλάει στην ακτή, κι εκεί βρίσκω θαλασσινά λουλούδια, ψαροκόπαδα, χταπόδια, λάλες κι όλα τα άλλα που μ'αρέσουν
μετά σκαρφαλώνω ξανά το μονοπάτι πάνω φορώντας το βρακί, τα γυαλιά θολά απ'το αλάτι και την πάστα για τους της ξανθής φυλής, γαμώ, με τα βατραχοπέδιλα στο ένα χέρι και το σκουριάρικο ψαροντούφεκο στο άλλο

da capo
///