© 2008 - 2015


-

Archiv

Blogger news

Blogger templates

 

+

Umblättern

Kategorien

 

Komm ich zeig dir einen schöneren Traum

Ich sitze hier bei meinem Feuer
der neue Tag ist noch so weit.
Die Stunden meiner Lust sind teuer
sie sind aus einer anderen Zeit.

(cough, cough)

Φίλυρο

Τα βελανίδια θρυψαλιάζονταν στην αυλή. Πατούσαμε επίτηδες με δύναμη χαιρόμασταν τον ήχο, αυτή έτρεξε ανάμεσα στα δέντρα. Μείναμε πίσω και τη βλέπαμε που χόρευε αβαρής που κυνηγούσε καρδερίνες που σκιαζε τα έντομα
από δίπλα μου ο άλλος αναστέναξε απαλά ίσα να βγει λίγη φωνή μαζί
όταν τον κοίταξα μου είπε ότι πονούσε. Χάιδεψα το λαιμό του, κάθυγρος από λεπτό ζουμί χωρίς σπαργή
η λάσπη παχειά παγωμένη και πάνω αφράτοι σωροί τα φύλλα απ'τα πλατάνια τον τράβηξαν κάτω και γονάτισε
κι αυτή εκεί στην άκρη του πεδίου ξαπλώθηκε στη γη
η χλωμάδα και τα τεράστια μάτια και τα δάχτυλά της που τελειώνανε σε στρογγυλά ρηχά νύχια και η κάπα της μάλλινη που άρπαξε ξεφτίδια τι ευτυχία που της ήταν, ένα γλυκό παιδί
πετσοκομμένος απ'το ξύρισμα το αμφημερινό θαμπός μέσα στο κρύο δεν τον λυπήθηκα άλλο
στάθηκα πιο πέρα
κράτησα τον καπνό στο στόμα εκατομμύρια σημειακές γεύσεις
η πάχνη που αιωρούνταν διαθλούσε το φως σε χοντρές δέσμες, το δασικό τρεμούλιασμα έκανε τις εικόνες ασταθείς τα μόρια της δροσιάς και του αέρα μεγάλα σα νιφάδες
η ησυχία, η ησυχία







...

το βράδυ το βουβοθάλασσο ήταν πάστα από κάρβουνα
ξεκολλούσε απ'τις ξύλινες παρυφές της προβλήτας σα να'ταν λαδωμένες
τα παπούτσια μου βγάζαν το βήμα του φασίστα
ταπ ταπ ταπ ταπ ταπ ταπ
ταπ

Ενάμιση

Τα σεντόνια είχανε διπλώσει στο κέντρο του κρεβατιού, η ραχοκοκκαλιά μου έπεφτε μες στην τρύπα και πονούσε είχε πιάσει παγετός κι είχαν κολλήσει τα παράθυρα το διαμέρισμα έβλεπε βοριοανατολικά λευκό φως γυάλινες ίνες στις γωνίες των τζαμιών το βλέμμα μου γλιστρούσε απ'τα σημαντικά στα χέρια της ήταν μες στην ένταση οι κερκιδικές αύλακες ζεστές λαβές έδιναν μια βαθιά ανησυχία μια προσμονή διαφορετική απ'την ευτελή συγκινημένος σαν ζώο δεν εμπιστευόμουν και την κρίση μου ακίνητος τα νερά της διάθλασης απ'το χειμώνα στο δωμάτιο έπαιξε λίγο το στόμα της σαν σε χαμόγελο άρπαξε το λαιμό μου όπως

τα σεντόνια είχανε διπλώσει στο κέντρο του κρεβατιού τη ρούφαγε η τρύπα ιδρώτας λέρωνε τον τοίχο είχε διασταλεί είχε καταπιεί τα όριά της σχεδόν κοιμόταν αθόρυβη κι απαξιωτική αλλά δεν έκρυβε που παλλόταν ολόσωμη καρδιά πήρα φόρα απ'το στέρνο και τη χτύπησα, ξύπνησε πριν προλάβει- -άρπαξα το λαιμό της άνοιξε τα μάτια ν'αναπνεύσει απ'τους βολβούς άνοιξε το στόμα κατάπιε βουβά τα χέρια της ήταν μες στην ένταση αιωρούνταν εκατέρωθεν ετοιμάστηκε να κλάψει τη χαραμισμένη της ζωή την άφησα κι η νέα τριβή απ'το ξέπλυμα του αίματος συσπάστηκε μισή από ενθουσιασμό μισή από θυμό μισή από 'μένα δε μ'άφησε να φύγω

ακριβώς εκείνη τη φορά τα φροντισμένα νύχια της έσπασαν πάνω στη βιάση ο πανικός μου της πρόσφερε καλύτερη θηλιά σφίχτηκε γερά τεντώθηκα, βόγγηξε, ρέγχασα κρατήθηκα απ'τη μέση της την έσπρωξα δεν έκανε διαφορά νύχτωσε μεμιάς ιριδισμός του πετρελαίου στο ταβάνι στα σεντόνια αυτή υπηρεσιακή διακριτικά ικανοποιημένη τι θλίψη η τραχεία, και δόξα ο υπόλοιπος

θα μείνουν μελανιασμένες δαχτυλιές δεν έχω να εξηγήσω θα δει ο πρώτος που θα'ρθει για το κουφάρι.

#23

-

στο σπίτι του ελαφιού
οι τοίχοι είναι φως

-

κι εκτός 
οι σκιές των ποντικών γλιστράνε στα κράσπεδα / ο βόμβος του ρεύματος στα χάλκινα καλώδια ένας ψιλός τρόμος και λίγα απροσδιόριστα φωνήεντα χωμένα σε μια καθορισμένη γλώσσα τα χαλίκια που εκτοπίζονται πηχτή υγρασία ίκτερος του δαγγείου η αφθονία δίκτυο στους σκληρούς το φανάρι αναβοσβήνει πετάω τη ζωή μου στα τυφλά απέναντι / κομπολόι τα κλειδιά χέρια στις τσέπες δακρύζει ο καιρός κι οι σταγόνες δίσκοι στις πλάκες πάνω στη λάμπα του γραφείου των ειδικών / στο εφημερείο κάποιος στέκεται εμπρός της τηλεόρασης και σιγοτραγουδάει την ενοχή του καθαρός και τυπικός, σ'έχω ξανασυναντήσει / δυο λεφτά στο διπλανό κρεβάτι να χάνεις δυο βάρδιες, κι η νέα άρρωστη σκιρτούσε δίπλα σου / τα κουνούπια σκαλωμένα στις σίτες ο άκαφτος καπνός που όλα τα ψαχνά μυρίζαν έτσι έντεκα στον ενδιάμεσο σταθμό ο κύκλος του 19 οι θέσεις της παρηγοριάς το απόβραδο έκλαιγε σιωπηλά στην πλατειούλα / δε θα, και θα...

-

ο μόνος ένοικος έχει σπασμένα πόδια
περιμένει το γιατρό του κάβουρα

-