© 2008 - 2015


-

Archiv

Blogger news

Blogger templates

 

+

Umblättern

Kategorien

 

22.-23.03

-
Κι η θάλασσα φύτρωσε καλάμια και περπατάει προς τα μέσα ο σύλλογος ερασιτεχνών κι επαγγελματιών ξέγινε παράπηγμα τα κωλόσκυλα γίνανε καπνός
και δυο μέρες σερί στέκομαι κάτω απ'τον ανοιγμένο μάρτη μέσα στην πάχνη των φυκιών
το πτώμα της χελώνας κομματιασμένο στην ακτή, η εικοσαετής μπόχα των νεκρών
ο χοντρός με το παλιό αυτοκίνητο με καφάσια στη σχάρα οροφής στη διπλανή μαρίνα
με βασανίζει η Αθήνα, πώς ποτέ δε θα λυτρώσει την ξερική της τιμωρία
και με κάνει να διψώ
μ'αρρωσταίνει το γκριζωπό μου αίμα ο ανεξέλεγκτος καιρός που αλλαξοπίστησε
μεσημεριάτικη σιωπή απογευματινή αργία, η εικοσαετής μοίρα των αγαλμάτων
απ'τα επιφανειακότερά μου αγγεία, αναδύονται ρυάκια από τσιμέντο τώρα ξέρω
μ'ένα διάλειμμα ωρών προλάβαν να ρουφηχτούνε χρόνια κι όλη η παλαιά δόξα
στη σκιά της πεσιάς με τ'άρωμα των λουλουδιών της ροδιάς στο χέρι
εκατέρωθεν των παπουτσιών μου στάγδην χορηγώ στην άμμο τη σύμπνοια μου
όπως πηγάζει γνήσια και καθαρή από ψηλά στο πρόσωπό μου της ντροπής
κι η άμμος έκανε γούβες και στις δυο μεριές κι είπε ναι, σ'ακούω, πάρε ένα βήμα μπρος
κι εγώ υπάκουσα κι ο σύλλογος ερασιτεχνών κι επαγγελματιών πήγε ένα βήμα πίσω
κι άρχισε να ζωγραφίζεται η διαδρομή μου δίπλα στο κουφάρι
κι η θάλασσα έπνιξε τα καλάμια περπάτησε προς τα έξω κι ενωθήκαμε
-


Sylt

der Sommer is Frühling der See is Meer
jedes Mal geh ich flott ein und erneut
-

Ώντρυ Χορν

Η καρέκλα ήταν η συμπάθειά μου κι ας έσταζε λιωμένη η σάρκα απ'την άκρη δίπλα στο εμπρός δεξί πόδι της τα πόδια της λιγνά ψηλά καταπώς τους πρέπει το φουστάνι φαρδύ κάτω κατακαλόκαιρο μέσα Απρίλη τις νύχτες πέφτει ψύχρα έτσι είθισται στις ηπειρωτικές περιοχές τις νύχτες τα φώτα τα σεινάμενα έχουν δεν έχουν περάσει χρόνια κι όμως τα θυμάμαι σα να'ταν χθες -δεν ήταν- να σπάζουν την πήχτρα του καπνού το μάγκωμα της νεογνικής αντίδρασης οι αγκώνες πιασμένοι στο μπαρ με τη μέση σπασμένη η καρέκλα ήταν η συμπάθειά μου κι έτσι έθρεψα εαυτόν ο εαυτός της βελούδινος στην αριστερή μεριά του φάσματος κι αντανακλούσε το παγωμένο μου αίμα βρασμένο σε αιματμούς τα δάχτυλά της μακρυά μ'ακρόνυχα αιχμές η σκέψη τους μονάχα έπινα άλλη μια γουλιά γινόμουν λίγο περισσότερο άνθρωπος όσο χόρευε χόρευε καθιστή κι όρθια μαζί στο άκουσμα των συντονισμένων μας γοητευμένων αναπνοών τα χείλια μου ξερά κολλημένα τα χείλια της χυμοί το στόμα της πληγή περισσότερο απ'των άλλων στο σπίτι με περίμενε η πίστη τρυφερή και μαλακιά ξαπλωμένη στα λουλούδια των λινών αλλά όχι όχι Πάψε να μιλάς έπαψα να σκέφτομαι το βρωμιάρικο στερέωμα δεν είχε ούτ'ένα άστρο κι ο αέρας ρουφιότανε μέσα στο μαγαζί όσο άσθμαινε το ίχνος απ'το κερασμένο μου νερό την άσβεστή μου δίψα τα νώτα στις παλάμες στους βουβώνες όπως μουλιάζουν τα σημεία επαφής οι παρέες με το σκύλο πρωτεύουσες γραμμές ωωω τι παγωμένο πρωινό ξημέρωσε μετά
τι παγωμένο πρωινό ξημέρωσε μετά,
ακίνητος απ'τον πόνο και τη μοναξιά
-


Hospital yard

-
shiver, shiver
shiver, shiver
sweat, sweat
the mouth glows the vessels dilate
watch how they hardly remember
so every next is first
hands nervously clasp
shiver, shiver
shiver, shiver
sweat, sweat
avoid in a timely fashion, manners that is
request, respond, request, respond
but never in reverse
so that doubt remains proud as you stand
expecting the victim
shiver, sweat
shiver, sweat
shiver, shiver
-

Καρφολογίες;

Απ'το θολό παράθυρο και μες απ'τις σταγόνες είδα ένα καβούρι γυαλιστερό μουσκίδι μεγάλο ίσα μ'ένα σπίτι. Το σταμάτα-ξεκίνα των στάσεων το'κανε να πλησιάζει εύκολα. Κι όλο και περισσότεροι βρεγμένοι με καμπαρντίνες ανεβαίναν και όλο και περισσότερο κολλούσαν οι υδρατμοί των ρούχων τους και της αναπνοής μου. Έφτασα να μη βλέπω τίποτα έξω πέραν των χρωμάτων και το ξεκάθαρο πλαίσιο του χρησιμοποιημένου μέσου που όμως ήταν τόσο καθαρό, κοφτερό σαν το πλυμένο μου μαχαίρι. Το πλάσμα με τις κεραίες σε αργή κυματοειδή κίνηση μας αισθανόταν παστωμένους στο κουβούκλιο. Κάποιος πήρε την ευκαιρία ν'ακουμπήσει κάποιον που δεν του αναλογούσε, η ανάσα μιας σταμάτησε για λίγο, άλλος μουρμούρισε αργκωτικά για πρέζες, κάποιος ψέλλισε το φόβο του κι ο οδηγός είπε με συγχωρείς αλλά το φανάρι είναι κόκκινο, δε βλέπεις; Τι μπορώ να κάνω εγώ υπάρχουν και κανόνες. Κι έτσι στεκόμασταν όλοι μέσα στο χαμάμ της τελευταίας μας στιγμής. Αυτή η βρώμικη ζωή μου είναι σκέτη ευτυχία και τώρα την αφήνω δεν είναι θλιβερό δεν είναι θλιβερό σκεφτόμουν μόνο όσο το καβούρι αποφάσιζε. Τα γοργά του πόδια πανοπλίας το'φεραν ολόδιπλα άπλωσε τα χέρια με μια λατρεία πνιγηρή εμείς ρουφήξαμε όλη την υγρασία από μέσα, μέσα μας

το επόμενο πράγμα
έπεσε το φανάρι και φύγαμε απ'τη Λαγκαδά.
-

Correcto, incorrecto, sé aprender todo al respecto

Χτυκιό όπως έχω συνηθίσει κρεβατωμένος διακριτικά ή στο πόδι και σκυφτός δεν έχω δει έξω μέρες τώρα απ'ό,τι περνά διαμέσου της κουρτίνας μαντεύω συννεφιές τίποτα ενδιαφέρον μόνο μέσα στο κρανίο ό,τι πλέει και αποφορτίζεται. Κάτω απ'τα νύχια έχει μαζευτεί παλιά βρωμιά πρώτη φορά συμβαίνει; ε όχι. Το σπίτι αστραφτερό ευφημισμός καλά θεμελιωμένος η δροσιά της νιότης σου η ξεκούραστη ματιά λυγίζουν τα χέρια μου αλλά δε φτουράς.

Τα λεωφορεία φεύγουν απ'το αμαξοστάσιο η άσφαλτος λιώμα αριστερά και δεξιά που κυλά το βάρος τους τα καλοκαίρια διασταυρώνονται σε σημεία όσα αρθρώνονται οι σπόνδυλοι. Οι ανάπηροι των φαναριών και οι λάμπες αλλάζουν κλίμακα ρυθμισμένοι όλοι περιοδικά ανεξαρτήτως μετεωρολογικού δελτίου κι απεργίας. Το γκρι το εθνικό μας χρώμα, αρχή ή τέλος της κάθε εποχής και μέση πάλι γκρι. Οι ίριδες που έλαβα κληρονομιά κι αυτές γκρι και μια μεγάλη αγάπη για την πατρίδα κάθε φορά που αγγίζει το κεφάλι το προσκεφάλι να ξεκουράσω τη μέση συσπασμένη στις βάρδιες εναλλάξ και βραδιές.

Η θέρμη της μεσομήνιας συγκίνησης κρατάει ίσα μ'ένα παραπάτημα και το δια βίου φέσι εγώ δεν ξέρω απ'αυτά προσωπικά μόνο παρατηρώ και ταράζομαι αλλά δε μαρτυράω και δεν καθοδηγώ, ας τη δω να σκονταύει στο κράσπεδο καταλαβαίνω μόνο από ζωντανούς και νεκρούς αναμεταξύ των επιμέρους δεν υπάρχει διάκριση κι ας τη δω να σκονταύει στο κράσπεδο θα περάσω από δίπλα με την ίδια βιασύνη του δευτεριάτικου πρωιού ούτε η άκρη απ'το άνορακ δε θα τη σκουπίσει τόση στειρότητα και τη χαίρομαι τριάντα μέρες στον κύκλο του φεγγαριού ακόμα κι αν έχω χωθεί στα σκεπάσματα και τρέμω και ιδρωκοπάω και δε βλέπω αν είναι μηνίσκος ή δίσκος όπως το κρύβουν οι κουρτίνες.

Το φως της πηγής με κρατάει προσηλωμένο η μέρα έξω έρχεται και φεύγει όμως εγώ μ'ευλάβεια προσκυνώ και πιάνομαι σ'όλους τους ραχιαίους κι ωμοπλατιαίους ακίνητος όπως διατάζει η πίστη μου για να φτάνουν τ'ακροδάχτυλα στ'αυτιά των παρηγορητών μου που είναι πολλοί αλλά δεν τους έχω δει, δεν τους έχω ακούσει, δεν τους έχω φανταστεί ούτε στον ύπνο. Δε μου'χουν πει να καθαρίζω τα νύχια αλλιώς να τα κόβω απ'τη ρίζα; και μια και δυο και τώρα η τιμωρία δε φαίνεται στην αξονική όπως κι αν το κόψω η στροφή δε χωράει την ευθειασμένη μου βλακεία.

Κι έτσι η σκέψη συνεχίζεται στη σπείρα της αρρώστειας πόσο κρίμα είναι που'ναι τμήμα με σημειακές άγκυρες όλα τα ενδιάμεσα είναι ενοχικά κι εγκλήματα που τα ντύνεσαι περήφανα κι άμα σε γεράσουν αρκετά ή σε σκοτώσουν παραγράφονται, αναρωτιέμαι θα βγάλω τη νύχτα ως το πρωί;

#18

Safe in the hearth the sisters sleep despite the discreet scramble
the big bed the roseate sheets the flowers laid flat under the skins
wrong and round ending and start I hardly anymore really tell apart.
-
Four blocks away behind the glass screen there stands history of itself an instrument
through which the wind goes through untouched but every now and then I'd hear a word or two
mouth best remain shut than agape before the sin our worth is even less than this
-
no, four blocks away behind the glass screen there drives by a train thrice a day thrice a night
not each time the same, of course; seasons command the destinations. The guards at every crossing
survive through the hours of their spell they drain by the rails all crossings are dark, that too.
-
A playful thought, vision that runs faster than the feet would ever. When the year opens and closes
when the one slides to the other the innards follow the shift
safe in the hearth we sleep despite their discreet scramble, never had we any sisters never did we get to know the flavor the touch the big bed the roseate sheets gardens laid flat under our skins not one would ever dare to sneak inside make us bleed disrupt our peace. I slip through the hours and they don't exist and we don't get old we exhaust our remaining beats invested in this interlaced speech
every now and then you'd hear a word or two, you'd better shut
you know about your worth and this,
that's how we are, not how we last.