© 2008 - 2015


-

Archiv

Blogger news

Blogger templates

 

+

Umblättern

Kategorien

 

The religious microbiologist

Raise the hands, they can be stretched forever. This is a room with no ceiling. This is a monastery. She lives here alone. She wakes up before the alarm sets off, or the coma is unstoppable. She eats. She eats. She eats, all these denatured substances fill the void. She keeps her maker calm. Him and the rest are too kind to ask or take the lead. She brings them in. They soften with formic acid. Once they are soft, the muscles lax, the skin tears at the touch of the air. Nothing makes them easier. They fuck and confess their eternal vows. They are easy. It only takes a drop to dissolve their sham of pride. An offender is never asked, conviction to a never-ending lack of manners. Then they invite her over. Unclean sheets, unclean pillows, unclean people sleeping on insecurity. They fuck and their sweat is grime. Then she returns and prays. They get their diagnosis in no time and they cope to keep it hidden. This is a room with no floor. There is nothing dirt has ever kissed here. She burns everything on the two edges of each interval. Burn everything, rebuild everything, bear everything. Raise the hands, now he sees clearly the documentation of our eighteen months. Here, a grain of pepper on his tongue. Please, disappear. For a second she clasps his hand with the madness of every elementary point without him. This will never stop, this has not ended years now. This is a serious mistake and will cost her slide out of the coma every morning. He thought she forgets, she burns herself. She never touches herself, she never destroys herself. Whatever viruses he left here, will remain. This makes him ache more. They fuck and he weeps on her chest. She says he should see his savior. Deeper knowledge, thorough touch and thorough listen. The savior holds the cure. She drains them and pushes them to the saviors. She fucks because he's easy. She beats his back and he stares with agony. He stays because she's unfamiliar. We fuck and raise our hands. We reach god. Do not expect to leave her with anything new in your pockets but a referral to your next savior.

We are taught to be the void. It is written on our diplomas.

Någon gång

I am withdrawing myself.
I only keep the good character never given never to be 
for a distant figure

blond hair blue eyes white skin
a little of human a tiny fly I'd smile to
in exchange to this lot of quiet hyperventilation
anything from consolation to self-ridicule
share a drink and eat hjortron jam with ice cream
cook together
slight painless contact
always more always only


occasional talkers.

Gewaltlosigkeit

Druck und Stoß
all diese Blutergüße
Vorbereitungsgespräche mit unseren präoperativen Patienten
Zustimmungen und Negationen der dichterischer Freiheit
die gestörte Sensation des Hungers auf
des transitives Hungers
Was für ein Kenner werde ich
schlafend in deinem Zimmer unaufhörlich, tot
was für ein.


Druck und Stoß
wir bewegen uns nicht,
Druck und Stoß.
Der Dolor bleibt.
Tagsüber ist es eng
nachts wird es auch nicht besser.

Ο ιδιοκτήτης

Δεν έχει να την πιάσεις από πουθενά. Δεν έχει να την πιάσεις από πουθενά για να τη δικαιολογήσεις, να της βρεις να της δώσεις ένα απαλλακτικό. Εγώ ο ίδιος, παρών, για δυο δεκαετίες, κουράστηκα να παρακολουθώ την ενηλικίωση μιας πολύ κακής συγκυρίας. Θα ήθελα κάτι να γίνει για να με ελευθερώσει από αυτήν την κηδεμονία. Δεν έχει πολύ καιρό που τα όριά μου ξεπεράστηκαν, αλλα από τη στιγμή που αυτό συνέβη, είναι γεγονός αμετάκλητο. Και ναι, υπάρχει ένα συγκεκριμένο σημείο που τα όρια ξεπερνιώνται, η χαλαρή θεώρηση της πραγματικής υλικής προόδου χαίρομαι που έφυγε μαζί με τον προηγούμενο και ελπίζω να μη χρειαστεί να την αντιμετωπίσω ξανά. Θα αρκούσε να πλησιάσει αρκετά και να δει καλύτερα πώς το ένα επιθήλιο μεταπίπτει στο άλλο, αλλά δε μπήκε στον κόπο γιατί ήταν άπιστος με όλη του τη δύναμη. Δεν έχει πολύ καιρό, αλλά από τη στιγμή που αυτό συνέβη, ευχόμουν κάποιον σαν εσένα. Εσύ ακούς. Είναι πολύ επικίνδυνο για σένα που ακούς και αυτά όλα σε διαπερνάνε. Γνώρισα και άλλους, κάποιους που ήταν τοίχοι μ'αυτιά και κάποιους που δεν είχαν καμιά υπόσταση για να λάβει τους ήχους ή να διαπεραστεί από ο,τιδήποτε. Δεν έχει να την πιάσεις από πουθενά και δεν υπάρχει μεγάλη χαρά σ'αυτό το παράδοξο ή σε οποιοδήποτε άλλο κοινό στοιχείο φέρει. Μπορείς να είσαι καλοπροαίρετος μέχρι να φτάσει ο περαστικός να γυαλίσει το σκαρπίνι του με το μάγουλό σου, δε θα σου αποφέρει πολλά γιατί τώρα ετοιμάζεσαι να πηδήξεις σε ένα λούκι που τα τοιχώματά του είναι μηδενικής τριβής. Και αν θες να την κατηγορήσεις για κάτι, έχεις να διαλέξεις, να χορταίνει το βουλιμικό μάτι και το ξεχειλωμένο στομάχι, επιλογές για κατηγόρια. Πάντα μου άρεζε να τους βλέπω, έβρισκαν αυτό το κόλπο που φαινότανε αποτελεσματικό: πιάνονταν από τις εσοχές που δημιουργούσε αυτή στραβοπατώντας και εγκληματώντας. Επιδίδονταν σε μια φρενιτική μάχη εαυτών για μια πολύ ασφαλή κατάληξη: να τη γκρεμίσουν επιτέλους. Πάνω που νόμιζαν ότι είχε έρθει η ώρα να ηρεμήσουν, αυτή εξανεμιζόταν. Τους άφηνε ξεραμένους με πρησμένο εγωισμό. Τώρα ετοιμάζεσαι να πηδηξεις σε ένα λούκι άπατο. Λες δεν έχει γυρισμό αυτό που κάνω, γιατί δε θέλω να έχει γυρισμό. Φοβούμαι πως θα απεγκεφαλίσεις τον εαυτό σου με τα χέρια σου ή θα κρατήσεις την αναπνοή σου μέχρι να πνιγείς. Έτσι θα έχουμε ξαναγυρίσει στην αρχή ή θα έχουμε διανύσει ένα διάστημα ίδιο με το τελευταίο. Θέλεις να είσαι ξεχωριστό διάστημα. Θέλεις να είσαι ξεχωριστό διάστημα γιατί χορταίνει κανείς με το να είναι ξεχωριστό διάστημα. Θα με τρέλαινε να δεχτώ ότι θέλεις να είσαι ανοιχτό προς τα δεξιά διάστημα επειδή απλώς θέλεις να τα παροχετεύσεις όλα σ'αυτήν. Θα σε λυπόμουν. Και τώρα σε λυπάμαι γιατί με φοβίζεις. Είναι μεγάλη αμαρτία να φοβίζεις κάποιον που δεν εντυπωσιάζεται από τίποτα. Σε σώζει κάπως από τη μετριότητα. Η συγκριτική μετριότητα είναι ξαπλωμένη σαν ομίχλη πάνω σε άσφαλτο με παγετό. Δεν αφήνει ούτε έναν απ'έξω. Πάνω σε ένα τμήμα της επιφάνειας του οποίου το εμβαδό κοντεύει το τίποτα, η συγκριτική μετριότητα έχει τόση αξία όση έχει η ομίχλη πάνω σε άσφαλτο με παγετό, ή η ομίχλη οπουδήποτε. Είναι μια κατάργηση της μετριότητας γελοία, γίνεσαι ο καλύτερος εραστής μέσα σε ένα στεγανό κελί που χωνεύει μόνο σένα μέσα στο στομάχι του. Τώρα ήρθες εσύ και μου λες ότι θες να αναλάβεις. Ν'αναλάβω, είπες. Εκείνο το βράδυ, τι υπέροχος ξάστερος ουρανός, εσύ ξαπλωμένος δήλωνες ότι ήθελες ν'αναλάβεις. Η δήλωση ήταν παράτολμη αυτή καθ'αυτή αλλά η φωνή σου κατάχλωμη και σχεδόν πεθαμένη, φωνή κάποιου που δεν είχε ποτέ υγιάνει στη ζωή του και τώρα απλώς τελείωνε παραδομένος στους κάβουρες. Αυτή σε μόλυνε, αυτή δεν είχε παρά να σε μιάνει, και εσύ ήδη πάσχων πια άπλωσες το χέρι λες και τη μόλυνες εσύ, και εγώ σφιγγόμουν να μη γελάσω με τη συναινετική αποκοτιά σου που την έκανες τρεμάμενος κι έχασε τη μισή της αξία για καύχημα. Ν'αναλάβεις, φυσικά ν'αναλάβεις, σου παρέδωσα τα ηνία εκείνη τη βραδιά και πήδηξες μέσα. Τώρα ακόμα είναι αρχή, και ο αέρας της πτώσης σε δροσίζει απ'τον ιδρώτα σου. Για λίγο αστράφτει και βλέπεις όλα τα νύχια της να είναι δόντια. Το σκοτάδι όμως έχει μια γλύκα χορταστικιά. Βρέχει συνεχώς και έχει καταραμένη πνιγηρή ζέστη. Η βροχή σου καίει το δέρμα σταδιακά. Η ζέστη τώρα δε σε νοιάζει αλλά τα πλαδαρά της μπούτια να σφίγγουν τη μέση σου σύντομα θα σου ανοίξουν γδαρμένα εκζέματα. Μ'έφτυσες στο πρόσωπο γιατί νομίζω είμαι Κάλχας. Ευτυχώς βρέχει και ξεπλύθηκε. Μακάρι να ζήσεις για πάντα. Εγώ άντεξα περισσότερο απ'όλους. Τώρα που έφυγα θα σκιστούνε τα ράμματα και θα εκραγεί πάνω σου. Τα πήγματα από αίμα θα είναι τόσα που θα βουλώσουνε οι δακρυϊκοί σου πόροι. Όταν με είδες με ρώτησες, τι σε σακάτεψε έτσι. Θυμάσαι. Μια πολύ κακή συγκυρία.

The butter

Half a bar of butter in the mouth.
The waterglass full on the counter
next to the pans and pots.
I inhale the dust from the floor.
One ought to clean up sometimes
but only if they can't find excuses not to
which is rather impossible, I reckon.
The fan is standing behind me
placed on a strategical point.
A family across this tight strip of street
they are having lunch
right behind their lace curtains.

-

Immobile in my underwear
sweat is dripping from behind my knees.
Tongue buried in fat voice can't come up.
There is smoke of majestic statements
because they burn when they're spoken.
It would be good to take a turn at last
but only if they can't stand it anymore
which I doubt, since the sweet nausea
of immurement is ravishing.
Every sound hitting the wall avows
the waste of all this.

-

Half a bar of butter in the mouth.
I'll do my best to take it down
while sipping from the waterglass
that's standing full on the counter.
Soon I will be out of consciousness.